25.12.08

Άστεγη αγάπη



Ηταν χτες. Το μεσημερι ειχε περασει ωστοσο ο ηλιος ειχε την τιμητικη του ακομη. Η τουλαχιστον ετσι νομιζε. Το κρυο ηταν τσουχτερο. Τα ασθενοφορα μαλλον τα ειχαν προγραμματισει στην πορεια του δικου μας νοσοκομειου. Σε καποιο διαλλειμα μαλιστα κοιταζοντας αφηρημενα απο το παραθυρο τα δεντρα και τα οχηματα των ατυχων «πελατων» μας να τρεχουν το ενα πισω απ΄ τ΄ αλλο, προς στιγμην ξεχαστηκα και νομιζα οτι βρισκομουν σε επαρχιακη πολη χωρις στρατοπεδο την 28η Οκτωβριου, οταν αντι αλλων αρματων παρελαυνουν τα ασθενοφορα. Αρματα ειναι κι αυτα. Δεν ειναι ομως εθνικη γιορτη, ουτε παρελαση. Ειναι Χριστουγεννα και μαλλον η μερα προσπαθουσε να μας πεισει γι΄ αυτο. Ματαιως βεβαια.

Ο διαδρομος ηταν γεματος. Καθε ανθρωπος και μια καρεκλα, ενα φορειο, ενα αγκαζε. Καθε ανθρωπος κι ενα χαρτι. Οι ωρες ειχαν περασει και η γνωστη αρρωστη μυρωδια πλανιοταν παντου. Η αληθεια ειναι οτι μου ειχε λειψει τον τελευταιο καιρο. Μαζοχισμος του υγειονομικου ειναι αυτο. Καθε τι εκει μεσα παλευε να φωτισει και κατι. Τα φωτα τα σκοτεινα προσωπα, τα μηχανηματα τα αποκρυφα του οργανισμου, οι γιατροι την παθηση και ολοι μαζι τη στραβομαρα μας και ενιοτε την αναλγησια μας. Βλεπετε τα νοσοκομεια τις γιορτες και τα καλοκαιρια εχουν την εξαιρετικη ιδιοτητα να μεταμορφωνονται σε παρκινγκ γεροντων.

Ο Νικος εφερε εναν μπογο σε ενα καροτσι. Ετσι νομιζα τουλαχιστον στην αρχη. Πλησιαζοντας διεκρινα οτι κατω απο τα ρουχα και τις σακουλες κρυβοταν ενας ανθρωπος. Η τυπικη περιπτωση του παγωμενου αστεγου. Τον βρηκαν, τον εφεραν και μαζι με αυτον κι ολο το σπιτικο του. Την κουβερτα, και τα διαφορα απαραιτητα για τη διαβιωση σε παγκακι, παραχωμενα σε ναϊλον σακουλες. Ο φουκαρας ειχε σιγουρα να πλυθει πολλους μηνες και η μυρωδια του ηταν αποπνικτικη. Μονος του ηταν, βοηθητικο προσωπικο δεν εχουμε, οποτε αρχισε η επιχειρηση αφαιρεσης ρουχων. Πολλα χρονια αναρωτιεμαι πως τους εξεταζουν κλινικα αυτους τους ανθρωπους. Τελικα εχω καταληξει οτι απλα δεν τους εξεταζουν.

Βγαλε, βγαλε ρουχα ο Νικος αποκαλυψε ενα μικροσωμο ανθρωπο που μας κοιτουσε με ευγνωμοσυνη. Και κεινο που με ικανοποιουσε περισσοτερο ηταν οτι ευγνωμονουσε περισσοτερο εμενα παρα τον Νικο που τον παλευε μιση ωρα. «Νικο, σου εχω εξηγησει κι αλλες φορες οτι εδω μεσα δεν πρεπει να φοραμε ασπρη μπλουζα. Ειδες εμενα που φοραω τη φορμα μου οτι με εχει συμπαθησει περισσοτερο;». Πραγματι τα περισσοτερα καργιολικια στο νοσοκομειο τα εχω εισπραξει φορωντας την ασπρη μπλουζα. Ειναι κατι αναλογο με τα ΜΑΤ και τους εξαγριωμενους πιτσιρικαδες.

Η εξεταση ολοκληρωθηκε μετα χιλιων κοπων και βασανων, μια και ο ασθενης ειχε την ταση να … φυγει. Οταν επιτελους τελειωσαμε τον ρωτησα γιατι θελει να φυγει αφου εκει ηταν ζεστα και φιλικα. Θα ετρωγε, θα πλενοταν, θα κοιμοταν και θα περναγε το κρυο. Τοτε ηταν που ακουσα τις φωνες απεξω. «Που ειναι; που τον εχετε;» μια φωνη απο το πουθενα απροσδιοριστου φυλου και ηλικιας. Βγαινοντας εξω ειδα μια παχια γυναικα με αμετρητες ναϊλον σακουλες στα χερια, και μια κουβερτα στην πλατη. Τα δακρυα κυλουσαν στα μαγουλα της οσο πηγαινοερχοταν στο διαδρομο φωναζοντας. Αληθεια κλαινε οι αστεγοι; Δεν τον ειχα παρατηρησει ποτε μεχρι σημερα. Δεν μου ειχε ξανατυχει. Συνηθως σε κοιτουν με εκεινο το απλανες βλεμμα σαν να σου λενε: «Κακομοιρη, εγω σε εχω γραμμενο…»

Ηταν η συντροφος του, επισης αστεγη, που ποιος ξερεις πως καταφερε και ακολουθησε το ασθενοφορο. Σημασια εχει οτι ηρθε και οτι ηταν εκει. Εκεινος την ακουσε και ξεθαρρεψε. Εκεινη αφου βεβαιωθηκε οτι ο ανθρωπος της ηταν σε καλα χερια αρχισε καθε φορα που με εβλεπε, περιμενοντας τη διαγνωση, να μου ζηταει ποτε καραμελα και ποτε τσιχλα για να του τη δωσει να τον γλυκανει! Απιστευτο σκεφτηκα…

Πλησιασα τοτε τον ασθενη μας και του ειπα:
«Ξερετε κυριε ποσοι ανθρωποι θα σας ζηλευαν;»
«Εμενα;» μου απαντησε με ολοφανερη την εκπληξη
«Ναι, εσας. Μπορει να μην εχετε σπιτι, να μην εχετε ρουχα ή φαγητο, ομως εχετε εναν ανθρωπο να σας νοιαζεται και να σας αγαπα»
«Μα γι΄ αυτο πηγα να ζησω στο δρομο, γι΄ αυτο! Στο σπιτι μου που τα ειχα ολα δεν ειχα εναν ανθρωπο»
«Και τωρα; Τωρα που τον βρηκατε γιατι δεν γυρνατε στο σπιτι σας μαζι; Γιατι να ταλαιπωρειστε ετσι;»
«Γιατι αυτο που μας ενωσε ειναι ο δρομος, οτι δεν εχουμε σπιτι, και πρεπει να μεινουμε ετσι … για να νοιαζεται ο ενας τον αλλον» μου απαντησε και με εστειλε .. αδιαβαστη.

Φευγοντας για την κλινικη ειδα την αστεγη κυρια να κραταει ολες τις σακουλες και τις δικες του και τις δικες της. Περιμενοντας το ασανσερ της δοθηκε ο χρονος να ψαχουλεψει και να βγαλει ενα κατσιασμενο, πλην στολισμενο, μικρο ελατακι, απο αυτα που πετανε οι τραπεζες και τα γραφεια στα σκουπιδια μετα τα Χριστουγεννα, και τιναζοντας το για να το κανει να φουντωσει εσκυψε στην καρεκλα του καλου της του το εδειξε και του εσφιξε το χερι. Κι εκεινος της χαιδεψε μια τουφα που εξειχε απο το κασκολ της με τοση τρυφεροτητα….


Καλα Χριστουγεννα σε ολους


Γιωργη σε ευχαριστω για τη φιλοξενια

15.12.08

Του κλώτσου και του μπάτσου


Μεχρι τωρα, δεν ειχαμε τετοια σοβαρα ατυχηματα (που λεει ο λογος). Δεν μας ειχε μολυνει τοσο πολυ ο Μαης του '68. Κατα τη γνωμη μου, αυτο χρειαζεται ψυχιατρικη προσεγγιση. Ξαφνικα, καποιοι απροσαρμοστοι κανουν ενα πραξικοπημα. . . χωρις να εκφρασουν το συνολο των εργατων, των συνδικατων.

Για να μιλησουμε σωστα τωρα. Τι σχεση εχει αυτο με την παλη των ταξεων; Τι δουλεια εχει το λεξιλογιο του 19ου αιωνα; Περασε η εποχη της εκμεταλλευσης. . . που κατηγγειλαν ο Μαρξ και ο Ενγκελς. Κανεις δεν βλεπει οτι η ιστορια των τελευταιων 145 χρόνων. . . προκαλει μεγαλη απογοητευση.

Φιλοσοφοι επηρεασμενοι απο τη μαρξιστικη εμπνευση… κριτικαρουν την καταναλωτικη κοινωνια… ενω τα τελευταια 70 χρονια, ο κομμουνισμος κι οι κολεκτιβες. . . και οι διαφοροι περιεργοι σοσιαλδημοκρατες δεν μας προφυλασσουν απο την εκμεταλλευση και την αποξενωση.

Η λεξη ''επανασταση'' δεν σημαινει τιποτα σημερα. Οι βιομηχανικες χωρες αυξησαν το κατα κεφαλην ετησιο εισοδημα τα τελευταια 125 χρόνια, σε σχεση με τις αρχες του 20ου αιωνα. . . μεχρι το 1945.

Οι εργατες, και ιδιως οι μισθωτοι επαιξαν σημαντικό ρόλο. . . χωρις να εμφανιζονται ως κοινωνικη ταξη. Φτασαμε απο την εξελιξη στην επανασταση. Προκειται για μια μορφη συνεργασιας των ταξεων. . . για τη διαμορφωση μιας κοινωνιας βιομηχανικης και αστικης. . . φορτισμενης απο την αναζητηση για σταθερη υλικη προοδο. . . που σημαινει την απελευθερωση της καθημερινης αναγκης. . . και την καρτερια που συνοδευει αυτα τα πιστευω.

Δεν λεω οτι η δικη μας κοινωνια θα το χρεωθει ως παθητικο. Η εντονη συνεργασια και η επιθετικοτητα. . . που συνοδευουν τη θεληση για αποτελεσματικοτητα. . . μπορει να διαμορφωσουν ενα λιγοτερο ανθρωπινο συνολο. . . και να πληγουν οι πιο αδυναμοι. Ισως η εννοια της κατοχης αγαθων να αδικει καποιους. Ισως η συσσωρευση απολαυσεων να δημιουργει περισοτερους ακαρδους.

Πρεπει να βρεθει μια ισορροπία. Αλλοι τη βρισκουν. Αλλοι θα τη βρουν, αφου υπαρχει μεσα τους μια ισορροπια, μια ευκολια προσαρμογης, αφου εχουν την ταση. . . να ειναι καθησυχαστικοι απεναντι στα γεγονοτα της ζωης.

Γιατί θελετε να επανελθω στα σημερινα γεγονοτα; Ηταν απλως μια σπιθα. Γνωριζουν οτι δεν συζητω κατω απο απειλες. Ολα θα μπουν σε ταξη. Εχουν ηδη μεριμνησει γι αυτο. Ελπιζω να προλαβω το αποψινο δειπνο. Δεν περιμενα οτι ηταν τοσο βλακας το αφεντικο. Καπου με απογοητευσε.

Τι περιμενες δηλαδη; Η πλειοψηφια των συνδικατων ανηκουν στην Εργατικη Συνομοσπονδια. Σιγουρα δεν είχε προβλεφθει κατι τετοιο.

Τι πιστευω; Η κατασταση είναι σοβαρη. Σε μια περιοδο όπου επιτευχθηκε συνδικαλιστικη ενοτητα. . . για την υπερασπιση των ζωτικων ζητηματων των λαϊκων συνειδησεων. . . σε μια περιοδο οπου οι εργατοπατερες θα συζητουσαν με τη διευθυνση. . .ηρθε αυτό το χτυπημα… από μια ανευθυνη μειοψηφια. . . κατι που δε θα διστασει να καταγγειλει η Συνομοσπονδια.

Τέτοιες προβοκατσιες εξυπηρετουν συμφεροντα της εργοδοσιας. Ειμαι πολυ ικανοποιημενος, γιατι ετσι μπορουν να ισχυριστουν. . . οτι δεν γινονται διαπραγματευσεις κατω απο απειλη. . . και οτι είναι δικαιολογημενη η αδιαλλαξια τους.

Δεν θα μου πειτε εμενα τωρα, που ειμαι 8 ώρες στη πριζα, οτι γι' αυτο το λυπηρο γεγονος ευθυνονται 2-3 ξαναμμενοι. . . κατι που ειχαμε σημειωσει εξαλλου κατα την επιτηρηση μας!

Στο κοινωνικο εργατικο γιγνεσθαι, οπως και αλλου. . . ευθυνεται η πλειοψηφια των εργατων. Βλεπουμε καθαρα το ρολο των προβοκατορων. Το προβλημα των βιομηχανικων τροφιμων είναι πολυπλοκο. Εχει αναστατωθεί η δομη των βιομηχανιων. Η τροφοδοτηση συμπυκνωνεται.

Ο σκοπος της εργοδοσιας ειναι απλος. Να υπαρχει σε καθε κλαδο μια ή δυο επιχειρησεις. . . που θα ειναι ικανες να κανουν τζιρο δισεκατομμυρια ευρω. Αυτοι οι κυριοι στοχευουν πιο μακρια. . . στους 290 εκατομμυρια καταναλωτες που αντιπροσωπευουν. . . τις χωρες-μελη της Ευρωπαϊκης Ενωσης.

Και βεβαιως, οι τραπεζες συμφωνουν. Η χρηματοοικονομικη εταιρεια Bacalex του Σουεζ βουταει στο γιαουρτι. . . και ο Down Jones στη μουσταρδα και στο μελοψωμο. Οταν υπαρχει κερδος, κανεις δεν αγνοει καποιον τομεα. Και πιστεψτε με, υπαρχει κερδος!

Στα 40 τελευταια χρονια, αυξηθηκε η παραγωγικοτητα κατά 88,5%. . . Μη νομιζετε οτι ο μισθος μας ακολουθει το ρυθμο της παραγωγης ή ακομα λιγοτερο, την αυξηση του κερδους ανα βαρελι. Αυτο που λεμε εμεις ειναι. . .οτι η Συνομοσπονδια δεν επιβαλλει μια συλλογικη στρατηγικη. . . που θα κανει δυνατη την υπογραφη διακλαδικων σχεδιων που θα συμπληρωνονται απο επιμερους συμφωνιες σε καθε κλαδο.

Δεν θα υπαρξει οριστικη λυση στις αναγκες. . . και στις προσδοκιες των εργατων κατω από αυτο το καθεστως. Μια μειονοτητα μεγαλοκαπιταλιστων επιβαλλει τον δικο της νομο. . . το μονοπωλιακο κερδος. Για να λειτουργησει μια κοινωνικη και λαϊκη πολιτικη. . . πρεπει να αποκατασταθει στη χωρα μια πραγματικη δημοκρατια.

Κι αυτο μπορει να γινει μόνο με μια κυβερνηση λαικης ενοτητας που θα συσπειρωσει την πραξη τους χειρωνακτες εργατες. . . και αυτους του πνευματος, των πολεων και της επαρχιας. . . πιστους και αθεους, το συνολο οσων υποφερουν. . . απο την ασφυκτικη εξουσια του μονοπωλιακου κερδους.

Ολοι βριζονται μεταξυ τους, μερικοι χωρις να ξερουν γιατι. Δεν πιστευω τιποτα τελικα. Παλια, οι συνδικαλιστες εβριζαν ολο τον κοσμο. Τωρα, είναι για γελια. Και ολα θα ξεφουσκωσουν. Και μετα, θα γελαμε.

Θελω να παω να κατουρησω. Σκατα και ξανα σκατα! Παρακαλω, καποιο επιπεδο Καππα αρχιδι! Ειναι η δικαιη παλη του εργατη. Με συγχωρειτε, αλλα θελω να κατουρησω.

Καθαρματα! Αλητες! Σαδιστες! Ολη αυτη η μιζερια και τα λιγοστα χρηματα στο καρνε. Βαρεθηκα, λοιπον, και μου 'ρθε να τραγουδησω. Αριστεριστικα τραγουδια.
''Εμεις φταιμε, δεν εχουμε επιθυμια να πολεμησουμε''. . .

Κουραστηκαμε να περιμενουμε. Συνεχεια δουλευουμε. . .και τα συνδικατα μας λενε να περιμενουμε, να ελπιζουμε. Αυριο μπορει ν' ακουσεις το θορυβο απο ενα μυδραλιο! Σκατα και παλι σκατα! Δεν μου δωσατε χρονο και το καταλαβαινω, αλλα ειδα τι εγινε. Ειναι περιεργο, ο εργατης παντα δειχνει χαλια.

Απο σημερα το πρωι, λειτουργει παλι το κεντρο της πολης. . . μετα την παρεμβαση των δυναμεων ταξης. Μολις τωρα αρχισα να κατανοω αυτο που ελεγε ο Μπρεχτ. . . Για καιρο, ψηφιζα κομουνιστες αλλα δεν ημουν στο κομμα.

Θυμασαι Καππα;
Συζητησεις για τη Λουξεμπουργκ, διαδηλωσεις για την Αλγερια. . . για την Πρωτομαγια, για την Ισπανια, για τον Μαη του '68. . . ηταν πολλα. Τωρα, ειναι λιγοτερο παρορμητικα αλλα και πιο μπερδεμενα. Αλλα κι αυτη η διαπαιδαγωγηση των διανοουμενων. . . μου προκαλει ανατριχιλες! Ισως γιατι αυτοι που γνωριζω δεν γινονται ευκολα κατανοητοι.

Τελικα, οσοι γνωριζω, γυρισαν παλι στο καθεστως. . . κυριως στο κομμα. Ισως ειναι θεμα υφους. Αν ακούσεις τα δελτια, νομιζεις οτι είναι ο ιδιος. . . που τα σκεφτηκε και τα εγραψε. Εγω καταλαβαινω οτι για να μιλησω γι' αυτα που θελω. . . δεν με εξυπηρετει αυτο το υφος.

Σε καθε ιστορικη στιγμη της δημοσιας ζωης. . . υπαρχει μια λεξη-κλειδι. . . που εκφραζει τις φιλοδοξιες της αρχουσας τάξης. . . τις ευαισθησιες της κοινης γνωμης και καμια φορα και τα δυο. Μια λεξη που ανεχεται την κοροιδια της ιστοριας. Παιρνεις βαρια τις μαλακιες που γινονται στη δουλεια σου.

Αυτο που θελω να πω ειναι οτι το μονο που κανουμε. . . ειναι να τρωμε και να το κανουμε. Οταν μιλας για το τι κανουμε μαζι, λες οτι βρισκομαστε. . . παμε σινεμα ή αλλου, τρωμε, πηδιομαστε ή οχι. Μου τη δινεις!

Ξαναπες το! Παμε σινεμα, τρωμε, πηδιομαστε και προσθετω οτι μπουχτισα! Ενταξει, για το μοτιβο ''σινεμα, φαγητο, πηδημα''. Εγω λεω οτι αφου δεν σε ικανοποιει. . . πρεπει να σκεφτεις τι υπαρχει γυρω απο αυτη τη ρουτινα.

Αυτη η φωτογραφια ξεπεταγεται μπροστα. Αυτη η εικονα στο μυαλο. . . το χερι μιας γυναικας στο πουλι ενος αντρα. Βαρεθηκα αυτη τη συζητηση. Δεν συζηταω αλλο! Φευγω! Αλλα το ξεχασα, μολις.. γυρισα!!!

Υ.Γ. Ενα μεγαλο ευχαριστω στην Αλεκα για τη βοηθεια που μου προσεφερε διατηρωντας το στεκι μου σε λειτουργια. Φυσικα μπορει να διατηρησει τα κλειδια της πορτας του για τον απλο λογο οτι μπορει να τα ξαναπαρω στο κρανιο και να την πουλεψω παλι. Εξ’ αλλου ξερει πολυ καλα τι θεοπαλαβος ειμαι...(αυτη με εχει αποκαλεσει ετσι..:)...)
Επισης ενα μεγαλο ευχαριστω στον αδερφουλη Περιπλου για την αφιερωση που μου εκανε...
Αυτα.....

27.11.08

Το φουγάρο

Andy Warhol, Sheep


Αυτη τη φορα αφορμη για την ιστοριουλα που ακολουθει αποτελει ο πανικος που εχει δημιουργηθει στη διεθνη πολιτικη σκηνη απο το ταξιδι που σχεδιαζω, και το πιθανοτερο είναι να βρισκεται σε εξελιξη την ωρα αυτη. Ασφαλως και αυτη τη φορα στηριζω τις ελπιδες μου στη συνεργατη μου που εχει αναλαβει να την διανθισει, ελπιζοντας να αποκαταστηθει η φημη των φουγαρων που δεχονται μαζικες επιθεσεις τα τελευταια χρονια απο διαφορους ιδεολογικους χωρους, με μοναδικο σκοπο να τα εξοντωσουν και να τα μεταφρασουν σε κοινουβουλευτικες εδρες.

Θα ημουν κοντα 11-12 χρονων, πανω που αρχισα να ξυριζομαι και να ψαχνομαι γενικως για στριμωξιδια με τα κοριτσια της γειτονιας. Οπως ηταν φυσικο τρελαινομουν να φοραω μακρια παντελονια κατι που εξοργιζε τη μανα μου, αφου επρεπε να ραβει συμπληρωματα στα παντζακια των σορτς μου. Την ιδια εποχη αρχισα να διαμορφωνω και χαρακτηρα πολυ κοινωνικο. Μεχρι ενος σημειου ομως… Οταν αρχιζανε γλεντια και χοροι και μαζευονταν τα σογια ο καππα οπου φυγει φυγει.

Ετσι ενα Πασχα, Μαη μηνα νομιζω επεφτε, αποφασισανε οι γονεις μου να μου κανουν γιορτη εξω με σουβλες και τετοια πραματα που κανουν ολοι τις γιορτες. Οταν το ακουσα, πανικοβληθηκα… τι θα εκανα εγω εκει με ολους αυτους να τρωνε και να πινουν και να χορευουν τοσες ωρες; Ετσι αποφασισα να ανοιξω το μπαουλο που καταχωνιαζα πραγματα για να βρω κατι να ασχολουμαι. Ο χαρτης, την ιστορια το οποιου σας εχω διηγηθει, εξειχε και με προκαλουσε να τον περιεργαστω για χιλιοστη φορα.

Τη μερα λοιπον της γιορτης μου στρωθηκα σε μια πετρα διπλα στο τραπεζι και αρχισα να τον διαβαζω, οταν οι αλλοι ειχαν φτασει πια στο τσακιρ κεφι. Τιποτε.. τα ιδια αποτελεσματα. Ουτε καταλαβαινα τι γινοταν σε αυτο το στρατσοχαρτο. Καποια στιγμη που ειπα να ξεμουδιασω αφησα τον χαρτη κατω στο χωμα. Γυρνωντας ομως πισω ειδα ενα περιεργο πραγμα να κανει πτηση απο το τραπεζι και να καρφωνεται επανω του….

Τελικα δεν ηταν και τοσο περιεργο… απλα συνηθισμενα πραγματα.. ο θειος μου ο Παναγιωτης, καταβροχθιζε το αρνι και στην προσπαθεια του να μην τον δουν και τον κραξουν οι αλλοι, γιατι επασχε απο ζαχαρο, πεταγε το κοκκαλα δεξια και αριστερα. Σηκωνοντας με αηδια το παϊδακι, γιατι παϊδακι ηταν το ιπταμενο αντικειμενο, διαπιστωσα οτι ειχε κανει μια τεραστια λαδια στο χαρτη μου…. Αλλα… αλλα.. μονο καταστροφη δεν ειχε επελθει. Αντιθετα αυτη η λαδια εμφανισε ολα του τα μυστικα. Γραμματα, βελη, περιγραφες ενα σωρο πραγματα. «Αυτο ηταν», σκεφτηκα, «τελος το μυστηριο. Τωρα πρεπει να βρω τροπο να την .. κανω για να μελετησω με ησυχια… τοσα χρονια το περιμενα».

Σηκωνοντας τα ματια μου ειδα οτι ειχε φτασει η ωρα του καφε. Οι αντρες ροχαλιζαν καθιστοι, οι γυναικες γυρναγαν σαν τις σφιγγες μαζευοντας τα λιπη απο το τραπεζι και κατι πιτσιρικια που ειχανε μαζι τους, ουρλιαζαν σαν Ινδιανοι σε επιθεση και ειχαν διαλυσει τα παντα γυρω τους. «Ωραια» σκεφτηκα, «μου φαινεται οτι το πανηγυρι θα τελειωσει σε καμια ωριτσα». Το πανηγυρι ομως τελειωσε πολυ πιο γρηγορα και παλι χαρη στο θειο μου τον Παναγιωτη, ο οποιος ξυπνησε με το στομα του να εχει φτασει στο αυτι του… εγκεφαλικο διαγνωσανε οι γιατροι..

Ετσι εμεινα μονος, εχοντας οσο χρονο ηθελα να οργανωσω την εξερευνηση μου. Το πρωτο πραγμα που ελεγε ο χαρτης ηταν να παω στο παλιο εργοστασιο εξω απο την πολη και να μπω στο φουγαρο του. Αφου περιεγραφε το σημειο απο το οποιο μπορουσες να μπεις μεσα συνεχιζε ετσι: «στην 402η πετρα απο το εδαφος, ανεβαινοντας και μετρωντας αριστερα, υπαρχει χαραγμενη μια φραση. Οποιος καταφερει να τη διαβασει και να την κατανοησει αργα ή γρηγορα θα αλλαξει τη ζωη του».

Πραγματι την επομενη μερα, σχολειο δεν ειχα, καβαλησα το VELANO μου και πηγα στο σημειο που ηταν σημειωμενο. Βρηκα σχετικα ευκολα τη μικρη σιδερενια πορτουλα αν και τα χορτα ειχαν γινει δεντρα. Ητανε ομως βαμενη κοκκινη, σαν τους πυροσβεστηρες, και με τον αερα κουνηθηκαν τα χορτα και φανηκε. Το δυσκολο ηταν να την ανοιξω, αλλα η τρομπα του ποδηλατου μου φανηκε θαυματουργη.

Τελικα, με το πρωτο βημα που εκανα μεσα στον πατο του φουγαρου, εκει οδηγουσε το πορτακι, καταλαβα οτι ηταν ξενοδοχειο για νυχτεριδες και ποντικια και αλλα αηδιαστικα ζωντανα. Τιποτε ομως δεν μπορουσε να με σταματησει. Η σιδερενια σκαλιτσα που οδηγουσε στην κορυφη ειχε σαπισει απο τα χρονια, τις λειπανε και μερικα σκαλοπατια και ισα ισα θα σηκωνε το βαρος μου.. φαινοτανε. Χωρια που τα σκαλια ειχαν γινει κοφτερα σαν μαχαιρια.

Με το ρισκο να φαω το ξυλο της χρονιας μου, ξηλωσα τα προσθετα μπατζακια, τυλιξα με τα πανια τα παπουτσια μου και το κεφαλι μου –ητανε και οι νυχτεριδες βλεπετε- και αρχισα να ανεβαινω μετρωντας τις πετρες αριστερα μου. Μετα απο αρκετες ωρες, κοντευε πια να σουρουπωσει ακουμπησα την 402η πετρα που δεν ηταν αλλη απο την ...τελευταια του φουγαρου. Το κεφαλι μου ηταν ηδη εξω και εβλεπα περα μακρια τη θαλασσα να γινεται ενα πραμα με τον ουρανο.

Τοτε, και με την οξυτητα της ορασης των παιδικων χρονων, διαβασα την εξης φραση: Αυτη ειναι η μοιρα των προβατων: ή κουρεμένα ή ψημενα._

Σημ.: Πριν απο λιγες μερες σε ενα φυλλο των New York Times υπηρχε ενα αφιερωμα στη Νοτια Αμερικη και στις παροιμιες των αυτοχθονων κατοικων. Μια απο αυτες ελεγε: Such is the fate of the sheep: either shorn or roasted.
_

γιωργος καππα

23.11.08

Αποχαιρετιστήρια επιστολή

Δυο πραγματα με κουραζουν πια. Το ενα ειναι να κουραζονται οι φιλοι μου, ειτε απο μενα ειτε απο τριτους, και το αλλο να προσπαθω να γραψω χωρις τονους. Σημερα η μερα δεν προχωρησε καλα. Σημερα ηταν που με κατεβαλε μια απεραντη κουραση προερχομενη και απο τις δυο καταστασεις που σας ανεφερα ηδη, που οπως φαινεται θα συνεχιστουν για καμποσο καιρο.

Ανοιγοντας το πρωι, το e-mail μας, κυριολεκτικα με την τσιμπλα στο ματι, διαπιστωσα οτι ειχαμε και ενα νεο μηνυμα απο τον Γιωργο Καππα το οποιο με εξεπληξε επειδη εφερε τον εξης τιτλο: «Σας χαιρετω και σας παρακαλω….». Ομολογω οτι το ανοιξα με μεγαλη αγωνια να δω τι παιζει.. Αν και στην αρχη πιστεψα οτι προκειται για μια κυριακατικη φαρσα μια και ο φιλος συν-ιστολογος κανει μονιμως πλακες.

Δυστυχως ομως δεν ηταν φαρσα ουτε αποπομπη μας απο το ιστολογιο του –κι αυτο περασε απο το μυαλο μου! Ειναι μια πραγματικοτητα που καλουμαστε να την αντιμετωπισουμε με πονο δακτυλων και ψυχης. Διαβαστε λοιπον τι γραφει και θα καταλαβετε.


Αγαπητοι φιλοι μου,

την Πεμπτη πηγαινοντας στη λαϊκη για τα καθιερωμενα ψωνια, πλησιαζοντας στου μπανανα, για κεινο το ψοφιμι την Ριτσα, γλιστρησα και προσπαθωντας να ισορροπησω αρπαχτηκα απο τον παγκο. Οταν σηκωθηκα ειχε κολλησει στο παπουτσι μου μια εφημεριδα. Τραβωντας την.. ειδα οτι ηταν οι New York Times. Εκει οφειλονταν και ολες αυτες οι αναμνησεις που εβαλα στο video αλλα και η επιθυμια μου να μοιραστω μαζι σας την ιστορια με τη Σοφη.

Απο εκεινη ομως τη στιγμη μεχρι αυτην που σας γραφω το μυαλο μου δεν σταματησε να στριφογυριζει..Ετσι αποφασισα να φυγω μακρια οχι για να ζησω ξανα μοντερνα ζωη αλλα για να αγιασω… Και λεγοντας να αγιασω εννοω να πατησω τα αγια χωματα της μανας γης των επαναστατων…. της Λατινικης Αμερικης. Ειναι μια εμπειρια που επιθυμω οσο τιποτε αλλο. Και τωρα ειναι ευκαιρια.

Σε παρακαλω οσον καιρο λειψω να κρατησετε το blog μου μαζι με τον Κωστα και εγω θα φροντιζω μια φορα την εβδομαδα να σας στελνω ο,τι εχω γραψει, ταχυδρομικα βεβαια αφου στις Ανδεις μονο ταχυδρομο μπορεις να βρεις. Ευτυχως κρατησα τη διευθυνση απο το βιβλιο που μου στείλατε.

Ξερω οτι θα σας κουρασω αλλα ξερω επισης οτι αγαπατε την επικοινωνια και να γραφετε ιστοριουλες. Την Κυριακη το βραδυ θα ειμαι στον Πειραια. Διαλεξα ενα γκαζαδικο να ταξιδεψω στην αρχη μεχρι τη Ναπολη και μετα στους ωκεανους για να εχει χαβαλε… εξαλλου μονο ετσι μπορω να μπω σε βαπορι. Το διαλεξα ομως και εναν ακομη πιο σημαντικο λογο. Εχει ενα ονομα που με προσελκυσε …το λενε Bronx … καταλαβαινετε πιστευω.

Σας ευχαριστω πολυ για ολα
Yours sincerely
γιωργος καππα

Στη συνεχεια αφησε τα emails των φιλων και συντοπιτων του ωστε να επικοινωνησουμε μαζι τους σε περιπτωση που χρειαστουμε κατι και καμια δεκαρια ιστοριες προς ολοκληρωση.

Εμεις το βραδακι φιλοι μου, φτασαμε στον Πειραια και βρηκαμε το γκαζαδικο. Ηταν ενα μεγαλο κοκκινο βαπορι που πραγματι εγραφε επανω με ασπρα γραμματα: BRONX. Πλησιασαμε κοντα στο νερο βλεποντας τον αξιωματικο της γεφυρας και του φωναξαμε να ειδοποιησει τον Καππα. Εκεινος μας κοιταξε με εκπληξη –αληθεια γιατι;- και μας απαντησε σε σπασμενα αγγλικα, αν θελουμε να του μεταφερει κατι … γιατι εχει κλειδωθει στην καμπινα του και ακουει μουσικη.. Του ειπαμε λοιπον να του πει οτι ολα θα ειναι ΟΚ.

Αυτα λοιπον ειχαμε να σας πω σημερα. Ο Καππα την εκανε με ελαφρα .. κυματακια και μας ανεθεσε τη συντηρηση του blog του. Θα δουμε ποσο θα αντεξουμε την αντιγραφη και τη γραφη. Ελπιζουμε να μην τραβηξει πολυ η ιστορια και να λογικευτει. Αλλωστε παντα ειχαμε την πεποιθηση οτι πασχει απο νεανικο …διαβητη. Και τωρα τον εβαλε πανω στην υδρογειο.

Σας ευχαριστουμε προκαταβολικα για τη συμπαρασταση

Υ.Γ. Ξεχάσαμε να σας πουμε οτι καθως το πλοιο σαλπαρε ενα χερι βγηκε απο ενα φινιστρινι και σκορπισε μικρα μικρα χαρτακια. Αν κρινουμε απο ενα δυο που πιασαμε πρεπει να ηταν κομματια απο καποιο φυλλο των New York Times. Μονο που οι λεξεις ηταν υπογραμμισμενες με κοκκινο στυλο.

21.11.08

Μοντέρνα ζωή


Το περασμένο Σάββατο το απόγευμα και ενώ απολάμβανα τον έκτο καφέ της ημέρας, χτύπησε το κινητό μου. Μια φωνή άρχισε να μου λέει διάφορα στην αγγλική γλώσσα. Για μια στιγμή υπήρξε κάποια έκπληξη, αλλά σε ένα δευτερόλεπτο συνειδητοποίησα ότι μου μιλούσε ο επιτετραμμένος της αμερικανικής πρεσβείας Jack Longcock, παλιός φίλος ο οποίος με τιμά ακόμα με την παρουσία του στις διάφορες δεξιώσεις υψηλού επιπέδου που δίνω ενίοτε.
Ο σκοπός του τηλεφωνήματός του ήταν μια πρόσκληση που ήθελε να μου διαβιβάσει εκ μέρους του νεοεκλεγέντος πρόεδρου των STATES, Ομάμπα, για να με ευχαριστήσει για την όποια υποστήριξη τού παρείχα στον δύσκολο και επίπονο προεκλογικό του αγώνα. Εκτός αυτού ο πρόεδρος με προσκαλούσε και σε μια δεξίωση που θα λάβαινε χώρα την Τετάρτη που μας πέρασε, σε κάποιο γνωστό κλαμπ της New York. Δεν το αναφέρω για να μη θεωρηθεί διαφήμιση, στέλνοντάς μου μάλιστα και δυο αεροπορικά εισιτήρια για να μη χάσω έστω και τον παραμικρό από τον πολύτιμο χρόνο μου. Στην αρχή για να είμαι ειλικρινής δίστασα γιατί την Τετάρτη είχα κλείσει ραντεβού με τον παπά της ενορίας μου για να με εξομολογήσει, αλλά μετά τις ευγενικές του πιέσεις και με κάποια επιχειρήματα τα οποία δεν θα ήθελα να δημοσιοποιήσω, επίσης, ο Jack με ανάγκασε να αποδεχτώ την πρόσκληση.
Τη Δευτέρα το πρωί είχα τα εισιτήρια στα χέρια μου και έτσι άρχισα τις προετοιμασίες για το ταξίδι. Αφού σαν συνεπής χαρακτήρας και χριστιανός ενημέρωσα προσωπικά τον παπά και ανέβαλα την εξομολόγησή μου, πήρα τηλέφωνο την ερωμένη μου Λίζα και της πρότεινα να με συνοδεύσει. Εκείνη στενοχωρημένη μου είπε ότι δεν θα μπορούσε να το κάνει, γιατί είχε μια ειλημμένη υποχρέωση. Συγκεκριμένα θα έδινε μια διάλεξη παγκόσμιου βεληνεκούς στο ανοιχτό πανεπιστήμιο της Osaka της Ιαπωνίας με θέμα «οι τελευταίες εξελίξεις της γλυπτικής τέχνης στη δημιουργία εκ του μηδενός πέους εν στύσει». Συμφώνησα μαζί της ότι η διάλεξη αυτή είναι πολύ σημαντική ευκαιρία για την περαιτέρω εξέλιξη της καριέρας της ως καθηγήτρια μοντέρνας τέχνης και ότι δεν θα έπρεπε να τη χάσει.
Έτσι αναγκάστηκα να ψάξω για κάποιον άλλον που θα μπορούσε να έρθει μαζί μου, για να έχω μια παρέα, βρε αδελφέ στο φινάλε. Σκέφτηκα να πάρω μαζί μου το κατοικίδιο μου, μια μαϊμού, τη Ρίτσα, που φιλοξενούσα τα τελευταία 12 χρόνια στο υπερσύγχρονο από κάθε άποψη εξοχικό μου, αλλά επειδή τώρα τελευταία απέβαλε τα περιττώματα -άθελά της- όπου την έβρισκε η ανάγκη, εκτιμώ λόγω του περασμένου της ηλικίας της, θεώρησα σώφρον να μην την ταλαιπωρήσω με επιπλέον μετακινήσεις.
Έτσι βρέθηκα, προς στιγμήν, σε κάποιο αδιέξοδο, το οποίο έπρεπε να λύσω άμεσα γιατί ο χρόνος με πίεζε αφόρητα. Λόγω χαρακτήρα αλλά και της πηγαίας ωριμότητας που με διακρίνει, δεν δυσκολεύτηκα να βγάλω κάποια άκρη σε όλη αυτή την υπόθεση που είχε δημιουργηθεί.
Μετά από κάποια τηλεφωνήματα σε φίλους και γνωστούς, ο αδελφικός μου φίλος Παντελής, γνωστός και ως Λάμιας, μου πρότεινε να πάρω μαζί τη γιαγιά του. Όταν το πρωτάκουσα έμεινα με το στόμα ανοιχτό. Του απάντησα «πώς είναι δυνατόν, εγώ ο Κάππα, και με τη φήμη που με συνοδεύει» - τέλος πάντων, δεν θέλω να επεκταθώ επί του θέματος λόγω σεμνότητας - «να παρουσιαστώ σε μια τέτοιου επιπέδου δεξίωση με ντάμα μια σκατογριά 81 χρονών, που φοράει ακόμα το τσεμπέρι γύρω από το πρόσωπό της;».
Ο Παντελής αφού με διαβεβαίωσε ότι η γιαγιά του θα ντυνόταν αναλόγως για την περίσταση, συμπλήρωσε ότι η γριά ήταν μια πολύ μοντέρνα για την ηλικία της γυναίκα, κάτι που με έκανε να δεχτώ, τελικά, την πρότασή του.
Εκείνο βέβαια που σώριασε στο πάτωμα και τα τελευταία ίχνη των ενδοιασμών μου, ήταν η καλοστημένη ερώτηση που μου έκανε: «πόσο θα ζήσει ακόμα ρε μαλάκα; Κάνε το καλό να δει και αυτή για μια έστω φορά στη ζωή της, τη New York Goddem City;». Ήξερε η κουφάλα ο Παντελής ο Λάμιας να με ρίχνει.
Έτσι δέχτηκα να πάρω μαζί μου τη γριά. Στο αεροδρόμιο έπαθα την πλάκα της ζωής μου. Αυτό που αντίκρισαν τα μάτια μου δεν πρόκειται να το ξεχάσω ποτέ. Ο Παντελής κατέφθασε με μια γριά που το ντύσιμό της μου θύμιζε πουτάνα κάποιου μπορντέλου της περιοχής νοτίως του Σηκουάνα που χρονολογικά ενέπιπτε ακριβώς μετά τη λήξη της διαδικασίας καρατομήσεων των καταπαρεξήγηση αντιφρονούντων, του τότε αντιδημοκρατικού αλλα αποδεκτού από τη μάζα, προσωρινού καθεστώτος.
Το ταξίδι διήρκησε οχτώ ώρες γεμάτες. Κατά τη διάρκειά του όλα κύλισαν φυσιολογικά, χωρίς δηλαδή να συμβεί κάποιο απρόοπτο παρά τις όποιες ανησυχίες μου, ευτυχώς. Η γριά, που το όνομα της ήταν Σόφη, έδειχνε σαν να έκανε τέτοια ταξίδια κάθε μέρα. Πραγματικά με εντυπωσίασε η άνες΄ξ σης να περπατά στο διάδρομο του αεροπλάνου ακόμα και όταν αυτό είχε κάποια έντονα σκαμπανεβάσματα λόγω των καθοδικών ή ανοδικών ρευμάτων. Ούτε και πανικοβλήθηκε όταν κάποιος περίεργος προσπάθησε να κάνει αεροπειρατεία απειλώντας μας, κρατώντας στο ένα χέρι του ένα καλοακονισμένο σουγιά και στο άλλο μια τσατσάρα μεγάλου μεγέθους με ένα δόντι μονάχα, αλλά που γρήγορα αφοπλίστηκε από το έμπειρο και ειδικά εκπαιδευμένο προσωπικό για τέτοιου είδους καταστάσεις. Μάλιστα, κατά τη διάρκεια που το συμβάν βρισκόταν σε εξέλιξη, η γριά δεν δίστασε να του προσφέρει κάποιο κουλουράκι με σουσάμι, από αυτά που είχε ζυμώσει η ίδια και τα έφερε μαζί της να τα καταβροχθίζει με το ρόφημα, για να καταπολεμήσει τις πρωινές ξυνίλες του στομαχιού της.
Το απόγευμα της ίδιας μέρας βρισκόμαστε έξω από την έπαυλη όπου ήμασταν προσκεκλημένοι. Αμέσως κατάλαβα ότι κάτι περίεργο συνέβαινε. Δεν υπήρχε ψυχή εκεί γύρω. Για μια στιγμή νόμισα ότι έκανα λάθος στην ώρα και ότι ήρθαμε νωρίτερα απ’ όταν είχε ορισθεί η δεξίωση. Τις αμφιβολίες μου διέλυσε ένας ψηλός ένστολος με τσιτωμένο πρόσωπο που κατέφθασε με ταχύτητα μόλις μας είδε να περιμένουμε, κοιτώντας με περιέργεια τον χώρο γύρω μας.
Μόλις του έδειξα την πρόσκληση, το ύφος του μαλάκωσε και αφού τσέκαρε τη λίστα των προσκεκλημένων που έβγαλε από την κωλότσεπη, με ευγενική φωνή μάς ανακοίνωσε αυτό που παρ’ ευχή υποψιαζόμουν. Ο πρόεδρος Ομάμπα κατά τη διάρκεια του breakfast είχε φάει ένα κομμάτι μπέικον που το είχε φτύσει μια αλογόμυγα, με αποτέλεσμα να μεταφερθεί εσπευσμένα στο υπερσύγχρονο νοσοκομείο «One step before death, St Peter save you», για τη γρήγορη ανάρρωσή του. Σκέφθηκα να πάω προς το σπίτι του προέδρου να ευχηθώ στην κυρά του τα σχετικά γι΄ αυτές τις περιστάσεις, αλλά αποφάσισα ότι θα ήταν καλύτερα, μια και δεν είχαμε και πολλές μέρες μπροστά μας για την επιστροφή, να ξεναγήσω την Σόφη στο αγαπημένο μου Bronx.
Κατά τη διάρκεια της ξενάγησης πέρασαν από μπροστά μου όλα τα χρόνια που έζησα εκεί, κάτι που μου δημιούργησε μια μελαγχολική νοσταλγία. Η Σόφη, η γριά δηλαδή, το αντιλήφθηκε αυτό και περιόρισε τις ερωτήσεις που αυτή θεώρησε άσκοπες, για να μη με αποσπάσει από τις αναπολήσεις μου. Το εκτίμησα πολύ, και γι’ αυτό το λόγο κατευθυνθήκαμε στο διάσημο καφέ «O’brians corner» για να γευτεί τα επίσης διάσημα donuts του. Καθίσαμε στον ειδικά διαμορφωμένο υπαίθριο χώρο του καταστήματος. Η Σόφη παρατηρούσε με το στόμα ανοιχτό την Ocean boulevard που απλωνόταν, πραγματικά, μπροστά στα μάτια μας σε ώρα αιχμής. Εγώ την κοίταζα και απολάμβανα το ύφος της, ίσως και με κάποια εγωιστική δόση του στυλ «είδες γιαγιά που σ΄ έφερα;», μέχρι που η Σόφη άνοιξε το στόμα της και είπε αυτό που με έστειλε αδιάβαστο.

«Καλά παιδί μου Κάππα, όλα αυτά τα μυρμηγκάκια που τρέχουνε σαν τρελά δεξιά και αριστερά.... γαμάνε καθόλου;»

Αφιερώνω στη Σόφη το παραπάνω βιντεοκλιπάκι.

12.11.08

Στρώμα ζωής


Περασαν κιολας 2 μηνες απο κεινη την αποφραδα μερα που ο καππα επεσε θυμα τροχαιου ατυχηματος. 60 μερες και 60 νυχτες στο κρεβατι του πονου, του δοθηκε η ευκαιρια να κανει σχεδια για το μελλον του... οχι μονο σαν ιδιωτικος αστυνομικος αλλα και σαν αντρας. Η αληθεια ειναι οτι μετα την περιπετεια που ειχε με την πελατισσα του ειχε προσανατολιστει να αραξει επιτελους. Ο,τι δηλαδη σκεφτοταν τη στιγμη ακριβώς που προσγειωθηκε στα ευλογημενα μπουτια της Γαρουφαλιας.

Τις μερες αυτες του δοθηκε η ευκαιρια να αναπολησει και τα παιδικα του χρονια. Αφορμη γιαυτο σταθηκε το μεγαλο στρωμα, τετραγωνο σχεδον, στο οποιο ξεκουραζε κυριολεκτικα το ταλαιπωρημενο του κορμι ολο αυτον το καιρο. Ενα στρωμα που ομοιο του δεν ειχε ποτε. Ενα στρωμα που το θυμισε πως ξεκινησε να επιλεγει μονο παραξενους και ριψοκινδυνους ρολους στη ζωη του. Γιατι ολα απο ενα στρωμα ξεκινησαν. Καποτε…

..τοτε που ο καππα, πιτσιρικας, συνηθιζε να εξαφανιζεται απο προσωπου γης χωρις κανεις να ξερει που κρυβοταν. Στην αρχη τον βοηθουσε πολυ το ποδηλατο, το VELANO, που του χαρισαν απο την πωληση της μασελας. Μετα ομως οι δικοι του εχοντας ειδοποιησει ολο τον κοσμο τον εβρισκαν με την πρωτη. Μια μερα λοιπον στην προσπαθεια του να ξεφυγει απο τους διωκτες του πηρε ανοιχτα τη στροφη και προσγειωθηκε στην πορτα ενος τζιπ! Τα μουστακια και τα υγρα παχουλα ματια του χωροφυλακα που το οδηγουσε, γιατι το τζιπ ηταν της χωροφυλακης, δεν του εδωσαν και πολυ περιθωριο να σκεφτει τον πονο στο αριστερο του γονατο. Με στραβωμενο τιμονι, γδαρμενο ποδι και την τσαντιλα να τον πνιγει, ξανακαβαλησε το οχημα των αποδρασεων του και οπου φυγει φυγει. Δυστυχως ομως η μερα δεν ηταν ταξιδιαρικη και ο χωροφυλακας σκοπευε να τον φερει στο εκτελεστικο αποσπασμα. Ετσι οταν τον εβγαλαν απο ενα βουνο ασβεστη, στο οποιο κατεληξε εξω απο το σπιτι του τρελο-Τζιμη, οχι μονο εφαγε της χρονιας του αλλα τεθηκε και σε κατ΄ οικον περιορισμο… κατι που ο καππα μισουσε.

Την τριτη μερα το απογευμα, η γιαγια του, χωρις να φοβαται πια μην της πεσει η μασελα, τσαπιζε τις τριανταφυλιες. Ο καππα την πλησιασε απο πισω για να την παρακαλεσει να τον αφησει να βγει εξω.. ή μαλλον για να της πει οτι θα βγει εξω. Εκεινη ομως δεν τον ακουγε, απο τις τσαπιες που σφυριζαν στον αερα σαν γερμανικες βομβες, κι εκεινος τοτε θεωρησε καλο να τη σκουντισει στα οπισθια… Αυτο που ακολουθησε δεν περιγραφεται με λεξεις. Η γιαγια προσγειωθηκε στις τρανταφυλλιες με τα μουτρα και τα χερια τεντωμενα και οταν σηκωθηκε αρχισε να τον κυνηγαει καταγραντζουνισμενη και ματωμενη. Τον κυνηγουσε κανα μισαωρο, σαν τον Τζερονιμο με το τομαχοουκ, μεχρι που ο καππα της ξεφυγε! Χωθηκε στο δωματιο της απο το παραθυρο και συρθηκε κατω απο το ιδιο το κρεβατι της, χωρις εκεινη να αντιληφθει τιποτε. Εκει στριμωγμενος μεταξυ τοιχου και πατωματος και με τη σιγουρια οτι το βολαν απο το καλυμμα τον έκρυβε για τα καλα, τον πηρε ο υπνος.

Ξυπνησε απο την τσιριχτη φωνη του χωροφυλακα που ελεγε και ξαναλεγε οτι δεν μπορει πια να ασχολειται με αυτο το βρωμοπαιδο και να τον ψαχνει ακομα και μεσα στο σπιτι του, ενω οι δικοι αλαλαζαν το ονομα του λες και εψαχναν χαμενο σκυλο. Τα πραγματα σκουρυναν οταν ο καππα ειδε τα παπουτσια του χωροφυλακα, να πλησιαζουν το ντιβανι. Ακομα δεν μπορει να ξεχασει το αισθημα που ενιωσε. Ο καππα νομιζε οτι οι χωροφυλακες φορουσαν τοσο μυτερα παπουτσια για να λειωνουν … παιδακια στη γωνια. Μεγαλωνοντας εμαθε οτι ο σκοπος τους ηταν πολιτικος.

Σκυβοντας ο χωροφυλακας τραβηξε το βολαν και δεν ειδε τιποτα... ο καππα ειχε πιαστει απο το σομιε και ειχε γινει ενα μ΄ αυτον. Τοτε, αυτα τα κρισιμα δευτερολεπτα, ηταν που παρατηρησε μια σχισμη στο στρωμα. Χωρις να χασει χρονο εχωσε βαθια στο μπαμπακενιο στρωμα το μικρο του χερι, που περναγε ανετα απο τα τετραγωνα του σομιε, και ψαχουλευοντας επιασε κατι σκληρο σαν χαρτονι. Τραβωντας το εξω διαπιστωσε οτι ειχε να κανει με ενα παλιο χαρτι. Τοσο παλιο που δυσκολα ανοιγε. Κρατωντας το σομιε με το ενα του χερι, ιδρωμενος απο την αγωνια του, αφησε το σωμα του να πεσει μαλακα στα πλακακια. Το δωματιο ηταν αδειο πια. Βαζοντας μεσα απο τη μπλουζα του το χαρτι ανεβηκε να συνεχισει ... τον υπνο του στα σκεπασματα της γιαγιας που μοσχοβολουσαν λεβαντα.

Ομως πριν ακομη αποκοιμηθει, εκεινη εκανε εισβολη στο δωματιο, αυτη τη φορα τυλιγμενη με γαζες σαν αιγυπτιακη μουμια. «Αγορακι μου εδω εισαι; μας λαχταρησες», μονολογησε χαϊδευοντας το κεφαλι του καππα που εκανε τον ψοφιο κοριο. «Αχρηστοι χωροφυλακοι», συνεχισε, «αλλα τι περιμενεις; μια στολη βαλανε και νομιζουν οτι γινανε καποιοι.. αχ! που ΄ναι εκεινες οι εποχες που το βαζανε στα ποδια..».

Οι μερες περασαν, τα πραγματα ηρεμησαν και ο καππα εγινε σπιτογατος... για εναν παλιο χαρτη. Γιατι αυτο αντικρισε οταν ανοιξε το στρατσοχαρτο. Εναν χαρτη χωρις λεξεις ... μονο με κατι παραξενα συμβολα. Κι ετσι που ηταν τετραγωνος και με αγνωστους τοπους χαραγμενους πανω του, ο καππα δεν καταλάβαινε καν που πεφτει ο βορρας. Περασε πολυς καιρος για να προσανατολιστει και να καταλαβει τι του δειχνει ο χαρτης… κι ολα αυτα χαρη σε ενα στρωμα….
______
Απο τον Γιωργο Καππα και την Αλεκα, με ευχαριστιες στην madame de la luna και στον busy bee για την υποστηριξη της ιδεας της συνεργασιας.

8.11.08

Η μασέλα του Γερμανού

... λαμβανοντας ως αφορμη τον τρομο που δημιουργησε η μασελα του βιντεο στην προηγουμενη αναρτηση μου στ- φρακταλ, θα σας διηγηθω μια μικρη ιστοριουλα που μου συνεβει πριν απο καμποσα χρονια. Στηριζω ολες μου τις ελπιδες στο αισιο τελος της, ελπιζoντας να αποκατασταθει η παρεξηγημενη εικονα που εχει η μασελα στα ματια των περισσοτερων απο εμας.

Πρεπει να ημουνα 6,5 χρονωνε, μικρουλης δηλαδη,οταν επαιζα μπαλα μαζι με καποια αλλα παιδια σε μια αλανα που βρισκοταν καπου κοντα στο σπιτι μου. Επανω στην ενταση του παιχνιδιου λοιπον σηκωσα το ποδι μου να σουταρω την μπαλλα αλλα βρηκα αερα, μεαποτελεσμα λογω ελλειψης κορδονιων το παπουτσι να φυγει απο τη θεση του και αφου διεγραψε μια μεγαλη καμπυλοειδη τροχια να χαθει κατω απο κατι ψηλα ακανθωδη χορτα.

Πηγα το λοιπον να πιασω το ιπταμενο παπουτσι μου γιατι λογω οικονομικης υφεσης -καλη ωρα- της τοτε εποχης δεν ειχα την πολυτελεια να το θυσιασω στον βωμο του φοβου που μου προκαλουσε η παρουσια των επικινδυνων αγκαθων για τα τρυφερα ποδαρακια μου. Αφου καταφερα, κουτσα στραβα, να περασω τις αγκαθες, το ματι μου επεσε το σημειο που ηταν προσγειωμενο το παπουτσι. Απλωσα το χερι να το πιασω και προς μεγαλη παιδικη εκπληξη ειδα να βρισκεται διπλα του ενα παραξενο αντικειμενο, γκριζου χρωματος, απο το οποιο προεξειχαν κατι καταλευκα εξωγκωματακια, απροσδιοριστα σχηματικα.


Με το ενα χερι επιασα το παπουτσι και με το αλλο αυτο το περιεργο αντικειμενο. Παρα το νεαρο της ηλικιας καταλαβα οτι ηταν μια μασελα. Την περιεργαστηκα μερικα λεπτα και εφυγα τρεχοντας προς το σπιτι για να τη δειξω στους δικους μου. Ημουν σιγουρος οτι ανηκε σε καποιο ζωο. Μολις την εδειξα στη μαννα μου εφαγα μια σβουριχτη φαπα ρωτωντας με ταυτοχρονα τι δουλεια ειχα να ανοιγω ξενους ταφους στο νεκροταφειο. Αφου της ειπα που τη βρηκα μου ειπε να φωναξω τον παπα να του τη δειξω και αφου την ευλογησει και πει τις σχετικες ευχες να παω να τη θαψω εκει ακριβως που τη βρηκα.


Η μασελα τελικα ανηκε σε καποιον ανθρωπο. Εγω, φυσικα δεν την ακουσα και τη φυλαξα καλα καπου που μονο εγω γνωριζα χρησιμοποιωντας τη για κουμπαρα. Για να μη μακρυγορω και σας κουραζω, μετα απο μερικα χρονια οταν η γιαγια μου προσπαθωντας να καθαρισει την τουρκικη τουαλετα που χρησιμοποιουσε, ανοιγοντας το στομα της για να παρει τον σχετικο αερα λογω της εντονης οσμης των προιοντων που μολις ειχε αφησει να πεσουν απο τα οπισθια της, επεσε στο βαθος του βοθρου η δικη της μασελα με αποτελεσμα να μη μπορει να πει το θου.


Μεχρι τοτε ειχε γινει πια γνωστο σε ολους οτι διατηρουσα ακομα εκεινη τη μασελα που ειχα βρει παρα τις εντονες διαμαρτυριες της μανας μου. Ηρθε λοιπον η γιαγια μου και αφου με παρακαλεσε μου ζητησε τη μασελα για να τη χρησιμοποιησει, μεχρι να παρει τη θεση του πεθαμενου απο συγκοπη καρδιας ταχυδρομου καποιος αλλος, που θα της εφερνε τη συνταξη, ετσι ωστε να μπορεσει να παρει μια κανονικη μασελα, μετρημενη με ακριβεια απο μασελοποιο αναλογη με τις διαστασεις του κατω σαγονιου της.


Τελικα βολευτηκε με αυτη που της εδωσα και η συνταξη της εμεινε και αληθινη μασελα ειχε. Φυσικα το γεγονος δεν εμεινε κρυφο. Πηρε μαλιστα τετοια εκταση, που καποια μερα μια γρια γερμανιδα κατεφθασε απο το εξωτερικο υποστηριζοντας οτι η μασελα ανηκε στον σκοτωμενο ηρωα αλεξιπτωτιστη συζυγος της. Η γιαγια μου την ειχε τοσο πολυ βολευτει που ελεγε πως μονο πεθαμενη θα της την παρουν απο το στομα. Τελικα η γρια γερμανιδα αφου της εδωσε 67 λιρες αγγλιας την επεισε και της την εδωσε. Με τα λεφτα αυτα αγορασε μια καινουργια τελευταιας τεχνολογιας μασελα, σε μενα πηρε ενα ποδηλατο τυπου VELAMOS, στη μανα μου ενα ζευγαρι παντοφλες κινεζικου τυπου, και στον πατερα μου ενα παντελονι σενιο απο εγγλεζικο κασμιρι με την προυποθεση βεβαια οτι θα το φορεσει και στην κηδεια της για να την τιμησει αναλογα.


Ο μοναδικος που εμεινε παραπονουμενος απ' ολη την ιστορια ητανε ο παπους μου, ο οποιος απο την ημερα εκεινη και μετα συνεχεια διαμαρτυροταν για καποια ελαφρα τσιμπηματακια που του δημιουργουσε στο πεος η καινουργια μασελα, κατι που δεν τα ειχε με τη μασελα του πεθαμενου γερμανου.

15.10.08

Η τενόρος και ο τορναδόρος




Η θεία μου η Ρόζα είχε μεγάλο κώλο. Έμενε σ΄ ένα παλιό σπίτι με μια τεράστια αυλή πλημμυρισμένη από χιλιάδες λουλούδια, περιφραγμένη από ένα πετρόκτιστο, επίσης παλιό, τοίχο βαμμένο πάντα με μπόλικο ασβέστη. Στη γειτονιά την φώναζαν «Ρόζα η κωλαρού». Αυτό τής είχε δημιουργήσει κάποια ψυχολογικά αδιέξοδα που τα έβγαζε προς τα έξω με λίγα νευράκια και κάποια δημόσια ξεβρακώματα. Αυτή ήταν και η μοναδική της αντίδραση στα χλευαστικά σχόλια του κόσμου για τον μεγάλο κώλο της, μέχρι την ημέρα που με κάλεσε επειγόντως για να μου πει κάτι που ήθελε.
Έτσι λοιπόν, πήγα εσπευσμένα χωρίς να έχω τελειώσει το πρωινό ρόφημα που μου είχε ετοιμάσει η καλή μανούλα μου. Τη βρήκα να κάθεται στην αυλή της με σηκωμένη τη φούστα κι ανοιχτά τα πόδια, απολαμβάνοντας την πρωινή ανοιξιάτικη λιακάδα. Μόλις με είδε σηκώθηκε, άνοιξε την τεράστια αγκαλιά της και μ΄ έχωσε μέσα. Με έσφιξε τόσο δυνατά που για κάποια στιγμή νόμισα πως θα άφηνα αυτό το μάταιο κόσμο από ασφυξία.
-Κάππα μου, μικρέ μου Κάππα, σ΄ ευχαριστώ που ήρθες.
-Καλημέρα θεία, τρέχει κάτι; ρώτησε ο Κάππα.
-Ναι παιδί μου, κάτι πολύ σοβαρό που θα επηρεάσει τις ζωές και των δυο μας. Πάμε καλύτερα μέσα στο σπίτι γιατί αυτά δεν λέγονται εδώ έξω.
Μ΄ έπιασε από το χέρι και ελαφρά με τράβηξε στο εσωτερικό ενός φτωχικού και χαμηλοτάβανου δωματίου. Το πρώτο που μου τράβηξε την περιέργεια ήταν η καθαριότητα που υπήρχε μέσα. Το δεύτερο και πιο σημαντικό η μουσική που έπαιζε χαμηλόφωνα σε ένα παλιό γραμμόφωνο. Ήταν Στράους! Για μια στιγμή έμεινα με ανοιχτό το στόμα αλλά δεν είπα τίποτα.
-Κάθισε αγόρι μου, μου πρότεινε, αυτά που έχω να σου πω δεν λέγονται στα όρθια. Θέλεις καφέ;
-Ναι, είπα.
-Πώς τον πίνεις μικρέ;
-Ελληνικό, λίγο γλυκό.
-Ωραια, θα βάλω ένα κονιάκ για μένα.
Αφού τα ετοίμασε, έφερε τον δίσκο στο μικρό τραπέζι και κάθισε απέναντί μου.
-Αυτά που θα σου πω, κανονικά δεν θα ΄πρεπε να τ΄ ακούσεις αλλά επειδή έχω καταλάβει ότι είσαι ξεφτέρι γι αυτό σε κάλεσα. Εδώ που τα λέμε δεν έχω και που αλλού να τα πω. Φυσικά χρειάζομαι και τη βοήθειά σου. Χωρίς αυτή δεν μπορεί να γίνει τίποτα.
-Σε ακούω θεία, ψιθύρισε ο Κάππα πίνοντας μια γουλιά καφέ.
-Πόσο χρονών είσαι μικρέ;
-Στα 14..
-Έχεις πάει ποτέ με γυναίκα;
-Μια φορά, είπε ο Κάππα κοκκινίζοντας και χαμηλώνοντας το βλέμμα προς το πάτωμα.
-Μη ντρέπεσαι παιδί μου, δεν είναι κακό. Πότε έγινε αυτό;
-Τώρα τελευταία, ένα απόγευμα που με φώναξε η γυναίκα του ναυτικού να της αλλάξω μια λάμπα που είχε καεί.
-Το ίδιο σχέδιο εφαρμόζει πάντα. Έτσι κάνει με όλους. Σου ζήτησε να ανέβεις στο τραπέζι για να αλλάξεις τη λάμπα;
-Πού το ξέρεις;
-Δεν σου είπα; έτσι κάνει με όλους.
-Δεν το ήξερα αυτό.
-Δεν πειράζει, κάποτε θα πήγαινες με κάποια. Έτυχε να ΄ναι αυτή η πρώτη φορά.
-Ναι έτσι είναι …
-Ας μπούμε στο θέμα για το οποίο σε κάλεσα. Θα προσπαθήσω να είμαι σύντομη μιλώντας σου ξεκάθαρα και με λίγα λόγια.
-Όπως ξέρεις οι πρόγονοί μας ήρθαν εδώ από άλλα μακρινά μέρη. Εδώ δεν συνάντησαν, παρά φτώχεια, πείνα, ανέχεια, απογοήτευση. Με τα χρόνια άλλοι κατάφεραν να ξελασπώσουν κι άλλοι έμειναν εκεί που ήταν. Στους τελευταίους ανήκω κι ΄γω. Οι δικοί μου πέθαναν νωρίς και με άφησαν στα κρύα του λουτρού να παλεύω να τα βγάλω μόνη μου πέρα. Έτσι έμεινα ανύπαντρη, μόνη, αβοήθητη, φτωχή και χωρίς να γνωρίσω τη θαλπωρή της αντρικής αγκαλιάς. Δεν σου κρύβω ότι είμαι παρθένα. Όλα αυτά μ΄ έκαναν να περάσω δύσκολα χρόνια. Αλλά τα πιο δύσκολα θα είναι όταν θα γεράσω μέσα σ΄ αυτές τις συνθήκες. Δεν σου είναι δύσκολο να φανταστείς τι με περιμένει…
-Καταλαβαίνω απόλυτα θεία Ρόζα, είπε ξεροκαταπίνοντας ο Κάππα.
-Λοιπόν, μπαίνω κατ' ευθείαν στο θέμα για να μη το κουράζουμε περισσότερο. Αποφάσισα να γίνω πουτάνα.
-Μα τι είναι αυτά που λες; ρώτησε ο Κάππα αποσβολωμένος.
-Μην ταράζεσαι, τα πράγματα είναι απλά. Μη νομίζεις ότι για μένα είναι εύκολο αλλά οι καταστάσεις και οι συνθήκες που ζω δεν μου δίνουν τη δυνατότητα για άλλες επιλογές. Τα χρονικά μου περιθώρια είναι πολύ στενά γι' αυτό πρέπει να ενεργήσω αποφασιστικά και χωρίς προκαταλήψεις. Εδώ σε κάλεσα για να κάνουμε, εσύ και ΄γω, μια συμφωνία.
-Τι συμφωνία; ρώτησε ο Κάππα νιώθοντας ακόμα πιο πολύ το σφίξιμο στο λαιμό.
-Έχω γράψει σε κάποιες κόλες χαρτί το καλλιτεχνικό μου όνομα και τις ώρες που θα μπορώ να δέχομαι επισκέψεις. Το μόνο που σου ζητώ είναι να τις τοιχοκολλήσεις σε διάφορα σημεία της πόλης τη νύχτα. Όσο πιο αργά τόσο καλύτερα για σένα, για να μη σε δει κανένα μάτι.
-Και ποιο θα είναι το καλλιτεχνικό σου όνομα;
-Η τενόρος, είπε η Ρόζα τεντώνοντας το βαρύ κορμί της στη καρέκλα.
-Η τενόρος; ρώτησε ο Κάππα κοιτάζοντάς την με ορθάνοιχτα μάτια.
-Ναι η τενόρος, δεν σου αρέσει;
-Όχι είναι πολύ όμορφο όνομα, νομίζω ότι θα έχει επιτυχία.
-Τώρα βέβαια θα με ρωτήσεις εσύ τι θα κερδίσεις απ΄ αυτήν την ιστορία. Θα σου πω. Θα σου δίνω ένα μικρό μερίδιο από τα έσοδα κάθε εβδομάδα γιατί μπορεί να χρειάζομαι τη βοήθειά σου κάποιες φορές.
-Και τι βοήθεια θα χρειάζεσαι από μένα; δεν καταλαβαίνω, ρώτησε ο Κάππα.
-Όπως σου είπα πρέπει να τοιχοκολλήσεις τα χαρτιά, αργότερα ίσως να μου αγοράζεις διάφορα πράγματα από τον μπακάλη γιατί όπως καταλαβαίνεις θα μου είναι δύσκολο να βγαίνω έξω. Θα φάω το κράξιμο της αρκούδας από τις «κυρίες» τις γειτονιάς. Και άλλα διάφορα που χρειάζονται για τη σωστή λειτουργία ενός μπουρδέλου που δεν θα είναι δύσκολα για σένα, αλλά θα είναι για μένα. Φυσικά θα μου τα φέρνεις το βράδυ για να μην έρθεις και συ σε δύσκολη θέση. Όλα αυτά δηλαδή θα γίνονται μυστικά.
-Δεν ακούγεται άσχημο, αλλά πώς θα δικαιολογήσω τα χρήματα στους γονείς μου; Δεν θα με ρωτήσουν πού τα βρήκα;
-Το σκέφτηκα κι αυτό. Γι΄ αυτό θα τα παρουσιάζεις κάθε Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά. Θα λες ότι τα μάζεψες στα κάλαντα.
-Μμμ..πολύ έξυπνο αυτό, αρχίζω να θαυμάζω το μυαλό σου.
-Αλλά το σπουδαιότερο δεν στο είπα ακόμα. Θα σου γράψω το σπίτι στη διαθήκη μου, μια και δεν έχω παιδιά και ούτε πρόκειται να αποκτήσω. Ελπίζω αυτό να σε πείσει να δεχθείς την προσφορά μου.
-Νομίζω ότι δεν έχω κανένα λόγο να μη δεχθώ, είπε ο Κάππα τεντώνοντας το αριστερό του πόδι που είχε πιαστεί από την ένταση που ένιωθε μέσα του.
-Σύμφωνοι, το λοιπόν;
-Σύμφωνοι, είπε ο Κάππα.
-Μισό λεπτό να σου φέρω τα χαρτιά που θα τοιχοκολλήσεις.
Η θεια Ρόζα, για κακή τύχη του Κάππα, αγάπησε και παντρεύτηκε τον πρώτο της πελάτη που ήταν ένας τορναδόρος. Ευτυχώς δεν πρόλαβε να πάρει τον κακό δρόμο. Η ζωή είχε άλλα σχέδια γι΄ αυτήν. Έτσι ξέχασε όλες τις υποσχέσεις που είχε δώσει στον, νεαρό τότε, Κάππα και συνέχισε τη ζωή της μέχρι που πέθανε σε βαθιά γεράματα ευτυχισμένη παρέα με τον τορναδόρο της. Άλλωστε το σπίτι τού ανήκε αφού ήταν ο μόνος εν ζωή κληρονόμος της.
Ο Κάππα συνέχισε να αλλάζει λάμπες ανεβαίνοντας στο τραπέζι της κουζίνας του σπιτιού της γυναίκας του ναυτικού μέχρι που ο τελευταίος σταμάτησε να ταξιδεύει για λόγους υγείας.


Πινακας: Δ. Χαντζοπουλος απο το βιβλιο του Μ. Χριστοπουλου, «Αι αγαπωσαι», εκδ. Αγρα, 1991.

23.9.08

Περικλείτωρ



Ο Περικλέτος το ήξερε από μικρός ότι κάποτε θα πεθάνει από το ίδιο το όργανο που τον έφερε στη ζωή. Τι σου είναι το πάθος... έστω και με κάλτσες...

16.9.08

Airbags




Η Γαρουφαλια ειναι μια γυναικα θεωρητικα προχωρημενης ηλικιας. Ο καππα ποτε δεν το σκεφτηκε ετσι βεβαια, γιατι η Γαρουφαλια ειναι πανω απ΄ ολα γυναικα. Στα νιατα της κουμανταριζε ενα μπουρδελο πολυτελειας και ισως γιαυτο το παρατσουκλι της να ηταν Τσατσαγαρουφω.
Ο καππα την παρακολουθουσε από μικρος, οταν εμπαινε ή εβγαινε απο το σπιτι της γωνιας, ανεμιζοντας την τιμη της αναμεσα στα ποδια της. Παντα ηταν περιεργος να μαθει τι γινοταν εκει μεσα. Ετσι μια χειμωνιατικη μερα, παραμονη πρωτοχρονιας σκεφτηκε να χτυπησει για τα καλαντα. Ο μικρος καππα ηταν βεβαιος οτι εκει θα επαιρνε γερο χαρτζιλικι. Τι διαολο; τοσοι κουστουμαρισμενοι τυποι μπαινοβγαιναν. Μαλιστα ειχε παρατηρησει οτι οι τσεπες τους ηταν φουσκωμενες οταν εμπαιναν. Αντιθετα δηλαδη απ΄ οσο οταν εβγαιναν. Εκεινο που δεν ειχε παρατηρησει, μεχρι τη στιγμη που χτυπουσε το κουδουνι, ηταν ότι κι αλλα πραγματα ηταν φουσκωμενα οταν εμπαιναν. Αντιθετα δηλαδη απ΄ οσο οταν εβγαιναν. Αυτο αρχισε να το παρατηρει μετα την επισκεψη του εκει, απο την οποια ενα γερο φιλεμα μπηκε στη δικη του τσεπη. Αντιθετα δηλαδη απο τους αλλους επισκεπτες.

Τα χρονια περασαν και η Τσατσαγαρουφω, η Γαρουφαλια δηλαδη, αποστρατευτηκε. Το σπιτι στη γωνια εγινε ενα ωραιο φωτεινο ψιλικατζιδικο μεσα στο οποιο καποιος μπορουσε να βρει ο,τι εβαζε ο νους του. Ιδιοκτητης του ψιλικατζιδικου ποια αλλη; Η Γαρουφαλια που τωρα στη δυση της ηθελε να ειναι εξω στο φως της μερας και να συναναστρεφεται με ολες τις ηλικιες και τα δυο φυλα. Εξακολουθουσε να ειναι ωραια γυναικα παρολο το γενικοτερο τσαλακωμα και τα κιλα που ειχε αποκτησει με τα χρονια.
Ο καππα σταθερα προσηλωμενος στο ιδεωδες της Τσατσαγαρουφως, ηταν τακτικος πελατης της. Κι εκεινη καθε φορα που τον εβλεπε ασυναισθητα (;) ανοιγε τα ποδια της. Μπορει να ηθελε να του θυμισει οτι η τιμη της κατοικουσε ακομη εκει μεσα. Μπορει να ηθελε να του θυμισει την πρωτη του φορα, μπορει.. μπορει...

Τα καλοκαιρια η Γαρουφαλια ειχε τη συνηθεια να καθεται εξω απο το μαγαζι της στο πεζοδρομιο για να δροσιζεται. Ετσι ενα καυτο απογευμα του Αυγουστου ο καππα τρεκλιζοντας απο τη ζεστη, κατευθυνομενος προς το μαγαζι της την ειδε να ανοιγει και παλι τα ποδια της! «Τι μπουτια» σκεφτηκε… Αυτο βεβαια ηταν και το τελευταιο πραγμα που σκεφτηκε πριν ακουσει εκεινο το δαιμονισμενο θορυβο και αισθανθει να απογειωνεται.
Ενας μαλακας βαρεμενος απο τη ζεστη ή απο τα μπουτια της Γαρουφαλιας, καβαλησε με το αυτοκινητο του το πεζοδρομιο. Ναι, ακριβως την ωρα που περνουσε ο κολασμενος απο τη ζεστη και τις αναμνησεις καππα. Ακριβως την ωρα που η ακολαστη Γαρουφαλια ανοιγε τα ασπρα της μπουτια σαν φτερα γλαρου.
Παρασερνοντας, ο μαλακας, ολα τα σταντς που καμαρωναν στο πεζοδρομιο, με εφημεριδες, παιχνιδια, ξηρους καρπους, πατατάκια και λογιων λογιων πραγματα, σταματησε πανω στον κωλο του αμεριμνου καππα. Μαλλια κουβαρια γινανε όλα! Και τι ατυχια εκεινη τη μερα! Η δυσκοιλιοτητα του, θες απο τη ζεστη, θες απο τα τρεχαματα ηταν στο πικ της. Ετσι η συγκρουση ηταν σφοδρη…

Ο καππα συνηλθε λιγο αργοτερα απο τις φωνες καποιων ανθρωπων που συζητουσαν με ενταση αλλα γελουσαν κιολας. Να ξεχωρισει ακομη τα λογια δεν μπορουσε αλλα ελεγαν κατι ρυθμικα... κατι σχετικα με τον αερα. Ολα ηταν πολυ φωτεινα γυρω του. Μαλιστα μπροστα του διεκρινε και δυο μεγαλες μπαλες. Η πρωτη του σκεψη ηταν οτι βρισκοταν στο Καραϊσκακη και ο θρυλος ειχε βαλει γκολ. Για μερικα δευτερολεπτα ή λεπτα, δεν μπορουσε να υπολογισει το χρονο, η υποψια του γηπεδου εγινε βεβαιοτητα λογω ενος διαξιφιστικου πονου στον κωλο αλλα και μιας φαγουρας στο προσωπο. Ο καππα παντα πιανοταν στις κερκιδες και παντα τον επιανε φαγουρα με τα μαλλινα.. και ειδικα με τα κασκολ…

Ξαφνικα σαν αστραπη φωτισε το μυαλο του η θυμηση του μαλακα, ή μαλλον του αυτοκινητου του μαλακα, να του δινει μια σπρωξια και να απογειωνεται προς τα εμπρος…. «Ναι, αυτο ειναι».. σκεφτηκε, «ειμαι στον παραδεισο, με καθαρισε ο πουστης!».
Όμως η φωνη της Γαρουφαλιας σκεπασε τη σκεψη του.. ερχοταν σαν μελωδια απο μακρια.. σιγα σιγα ξεκαθαρισε:
- Βρε τι κακο μας βρηκε.. το δολιο το παιδι παραλίγο να το ξεπατωσει… Κι εγω η ερημη, μερα που βρηκα να εχω αξυριστα τα μπουτια μου.. και συ κοπελα μου σταματα να τσιμπολογας τα πατατακια και παρε τα βυζια σου πανω απο το παλληκαρι.. το ΄σκασες πια!

Η νοσοκομα τραβηχτηκε, ο καππα ανοιξε τα ματια του και κεινη τη στιγμη καταλαβε οτι αφενος πρεπει να αρχισει να παιρνει καθαρτικο και αφετερου -και κυριως- οτι ανακάλυψε τους ασφαλεστερους αεροσακκους… επιτελους!

πινακας: Joan Miro, A Red Carnation from The Lizard with Golden Feathers, 1971

10.9.08

Room service

Ο καππα προσπαθουσε να βολευτει στην ανετη πολυθρονα κοιταζοντας τη θαλασσα απο το ανοικτο παραθυρο οταν ακουστηκε το χτυπημα στην πορτα. Η πελατισσα του λιγο πριν ειχε παραγγειλει καφεδες. Πριν προλαβει να σηκωθει εκεινη ο καππα πεταχτηκε και βαδισε προς την πορτα.
-Μα τι κανετε εκει Αστυνομε, ψιθυρισε η τυπισσα με εναν τροπο σαν να του ελεγε «καντο».
-Αφηστε κυρια μου, θα παρω εγω τους καφεδες.
Ανοιγοντας την πορτα ειδε τη νεαρη του room service να τον κοιταζει μαλλον εκπληκτη. Τα στηθια της απειλουσαν απο στιγμη σε στιγμη να επιτεθουν στον καππα και να αφησουν εκεινο το σφιχτο πουκαμισο σε λωριδες. Ο αστυνομος συγκεντρωθηκε στους καφεδες. Απο τη μια το παιδικο μουτρακι της υπαλληλου και απο την άλλη η σοβαρη πελατισσα του δεν του αφηναν και πολλα περιθωρια.
-Ενταξει δεσποινις θα σερβιρω εγω, ειπε με υφος που δεν σηκωνε αντιρρησεις.
Κατι μουρμουρισε η μικρη αλλα ο καππα συνεχισε:
- Γκαρσονι ημουν κι εγω αλλωστε . Εχω σερβριρει εγω που με βλεπεις…..
Ακουμπησε το περιεχομενο του δισκου με εναν επαγγελματικο αερα στο τραπεζακι και γυρισε να τον παραδωσει αδειο στο αμηχανο κοριτσι.
Αληθινος τζεντλεμαν ρωτησε την πελατισσα αν θελει γαλα στον καφε φροντιζοντας να εξασφαλισει την απαιτουμενη ποσοτητα στο δικο του αν και τις τελευταιες μερες ειχε παλι αυτα τα προβληματα με τη δυσκοιλιοτητα και περιορισε λιγο τα γαλακτερα.
Εκεινη θυμιζοντας του οτι ο καφες της ηταν ελληνικος και δεν παιρνει γαλα συνεχισε σηκωνοντας τον ριστερο μισογυμνο ωμο της ναζιαρικα:
-Oμως βαλτε λιγο, ευκαιρια ειναι να το δοκιμασω κι αυτό.
Αυτα τα «λιγα» και τα «πολλα» του την ψιλοεσπαγαν του καππα, ειδικα οταν δεν φοραγε τα γυαλια του. Αλλα τι να κανει; απογειωσε το κανατακι ρωτωντας ρυθμικα: «Φτανει; Φτανει;»
Τελικα καταφεραν να συγκεντρωθουν στο θεμα τους ή τουλαχιστον να το ξεκινησουν γιατι η πελατισσα ειχε φροντισει να περιβληθει με εξαιρετικα θερινη αμφιεση πραγμα που ενοχλουσε τον καππα. Η μοιρα του το ειχε να τον προτιμουν οι γκομενες που δεν φορουσαν εσωρουχα. Στην περιπτωση αυτη ηταν σιγουρος. Το μαυρο σορτσακι ηταν απο μονο του εσωρουχο και κεινη η μπλουζα μαλλον με φαρδια ζωνη εμοιαζε παρα με ρουχο...
Ο καππα βολευτηκε στην πολυθρονα μπροστα στη μπαλκονοπορτα, αναψε το τσιγαρο του και πινοντας μια μεγαλη γουλια καφε ρωτησε:
-Λοιπον κυρια μου σε τι μπορω να φανω χρησιμος; ρωτησε ο καππα ριχνοντας κι αλλη ζαχαρη ενω σκεφτοταν: «Το ζαχαρο δεν το γλιτωνω»
-Ακουστε αστυνομε, κατ΄ αρχην θελω να σας πω οτι στηριζομαι στη εχεμυθεια σας. Η φιλη που μου εδωσε τα στοιχεια σας ειναι ενθουσιασμενη απο εσας. Ξερετε αυτα στη δικη μας αθηναϊκη υψηλη κοινωνια διαδιδονται μονο οταν πρεπει και με μονο μεταξυ δυο. Εγω δεν ειμαι γυναικα υπουργου, χεσμενους τους εχω για να σας πω την αληθεια, αλλα οπως καταλαβατε ειμαι η ιδια δημοσιο προσωπο και οποιαδηποτε διαρροη θα εχει αντικτυπο.
-Καταλαβα, καταλαβα, συνεχιστε.. η φιλη σας θα σας μιλησε, φανταζομαι , περι «ταφου».
-Μα ασφαλως γιαυτο το λογο σας καλεσα αστυνομε.. και οχι μονο…
-Δεν ειμαι αστυνομος το ξερετε φανταζομαι και αυτο. Ή τουλαχιστον δεν ειμαι πια, αποκριθηκε ο καππα και μεσα σου σκεφτοταν «λες;»
-Οι τιτλοι μενουν κυριε καππα, απαντησε η τυπισσα επαναλαμβανοντας εκεινο το σκερτσο με τον ωμο της…
-Συνεχιζουμε, ειπε ο καππα, δεν θα τα χαλασουμε εδω, αρχιζοντας να παιζει με το μαξιλαρακι στο πλαι της πολυθρόνας.
Η πελατισσα σταυρωσε τα ποδια της και αφησε να κυλησουν τα χερια της, σταυρωμενα επισης, πανω στα γονατα της. Και τα δεκα νυχια της ηταν βαμενα ενα βαθυ κοκκινο χρωμα που σε αλλη περιπτωση μπορει ο καππα να το χαρακτηριζε και ως υποσχεση. Εσφιξε το μαξιλαρι καθως προσπαθουσε να μην φωναξει τις σκεψεις του.
-Η επιλογη του τοπου συναντησης μας δεν είναι τυχαια αστυνομε, συγγνωμη κυριε καππα ηθελα να πω.
-Μενετε στο εξωτερικο; ρωτησε ο καππα.
-Οχι, οχι στην Αθηνα μενω. Ηθελα όμως να τα πουμε μακρια απο το σπιτι μου… καταλαβαινετε…
-Ασφαλως, παρακαλω…
-Σκεφτηκα λοιπον οτι το προβλημα μου θα γινει περισσοτερο κατανοητο σε αυτην την καμπανα, κοντα στη θαλασσα, ειπε με υφος αναπολησης η πελατισσα, ενω ο καππα αρχισε να φουντωνει στη σκεψη και μονο οτι εκεινο το κωλοκαθαρτικο υπαρχει περιπτωση να δρασει απο στιγμη σε στιγμη.
-Με παρακολουθειται αστυνομε;
-Βεβαια κυρια μου, απλως σας ακουω προσεκτικα και μοιαζω αφηρημενος.
- Λοιπον κυριε καππα εγω χρονια ψαχνω να βρω εναν αντρα καταλληλο για μενα. Εναν αντρα που να με απογειωνει, αλλα τα πραγματα ειναι πολυ δυσκολα. Λεγοντας αυτα σηκωθηκε και εσπρωξε την καρεκλα μπροστα. Ο καππα αισθανοταν πλεον οτι το μαξιλαρι επρεπε να το φερει πιο κοντα του.
- Δεν ξερω αν εχετε καταλαβει κυρια μου, ότι το Γραφειο μου δεν αναλαμβανει τετοιες υποθεσεις, ειπε ο καππα σε μια τελευταια προσπαθεια να επαναφερει τον επαγγελματισμο του.
-Το ξερω αστυνομε, αν με αφησετε να συνεχισω θα καταλαβετε τι εννοω.
-Παρακαλω ειπε ο καππα, προσπαθωντας να αφοσιωθει στον καφε και στο τσιγαρο του.
-Μου αρεσει το κυνηγι...
-Εννοείτε το φαγητό;
-Φυσικα όχι. Μου αρεσει να κυνηγαω αυτο που μου κανει εντυπωση. Δεν με νοιαζει το αποτελεσμα αλλα η διαδικασια.
-Θα ηθελα να γινετε λιγο πιο συγκεκριμενη, ψελλισε ο καππα.
-Τωρα πιστευω οτι βρηκα τον αντρα αυτον αλλα θελω να με βοηθησετε να το διαπιστωσω.
Η κατασταση ειχε ξεφυγει. Ο καππα αισθανοταν οτι η ιστορια ειχε περιεργως κρατησει πολυ. Η γκομενα ηταν αρκετα, εως υπερβολικα εξυπνη, και ο Αστυνομος ειχε πια τη σιγουρια οτι κατι του εκρυβε.
-Ειναι πια επιτακτικη η αναγκη να με βοηθησετε λοιπον τωρα να τον βρειτε ξανα και να τον φερετε κοντα μου, ειπε εκεινη χαϊδευοντας το ποδι του καππα.

Οταν ο καππα φορουσε τα ρουχα του, εκεινη τεντωνοταν νωχελικα και αρπαζοντας τον απο κει που δεν επρεπε του ειπε ναζιαρικα:
-Αστυνομε αυριο θα εχω βαλει βαριες κουρτινες στο σαλονι μου και θα αποφυγεις τα χιλιομετρα.
Ο καππα ακουμπησε στο τοιχο προσπαθωντας να βρει την εξοδο. Οταν εφτασε στο αυτοκινητο σκεφτηκε σφιγγοντας το τιμονι: τελικα εκεινος ο Μπέικον ειχε δικιο «οποιος ξεκιναει από αμφιβολιες καταληγει σε βεβαιοτητες».

28.8.08

25 πόντοι


Ο Κάππα καθόταν στο παλιό δρύινο γραφείο του, άνετος και χαλαρός. Πίσω του, στον τοίχο, κρέμονταν τα πτυχία του. Κάθε μέρα στριφογύριζε καθισμένος στη δερμάτινη πολυθρόνα του και τα καμάρωνε. Ήταν απόφοιτος των καλύτερων αστυνομικών σχολών. Τώρα μετά από 33 χρόνια υπηρεσίας στην αστυνομία εξασκούσε το επάγγελμα του ιδιωτικού ντεντέκτιβ, δηλαδή περισσότερα λεφτά και απόλυτη αυτοδιάθεση.
Το πρωί εκείνο, ο ήλιος που έμπαινε από τις γρίλιες του στορ φώτιζε, το συνήθως σκοτεινό και γεμάτο καπνούς από τα τσιγάρα, δωμάτιο. Ο Κάππα καθισμένος αναπαυτικά και πίνοντας τον καφέ του άκουσε το χτύπημα στην πόρτα.
-Μπρος... φώναξε με τη μαλακή φωνή του.
Η πόρτα άνοιξε και πίσω της φάνηκε το ξανθό κεφάλι μιας όμορφης γυναίκας.
-Κύριε Κάππα έχετε επίσκεψη, είπε η γραμματέας.
-Ποιος είναι, Ασπασία καμάρι μου;
-Μια κυρία θέλει να σας δει για μια υπόθεσή της, λέει ότι είναι ζήτημα ζωής ή θανάτου.
-Αν και δεν έχω λιμάρει ακόμα τα νύχια μου, άφησε την να μπει αφού είναι τόσο σοβαρή υπόθεση. Θα κάνω μια εξαίρεση σήμερα..
-Μάλιστα είπε η γραμματέας και έφυγε.
«Μανάρι μου, πού θα μου πας, θα σε βάλω μια μέρα κάτω και θα σου αλλάξω το καρμπιρατέρ», σκέφτηκε για τη γραμματέα του αλλά γρήγορα σοβάρεψε φέρνοντας στο μυαλό του το εργατικό δίκαιο και τις επιπτώσεις της σεξουαλικής παρενόχλησης. Έξαλλου ήταν άνθρωπος του νόμου και της τάξης.
Ο Κάππα μόλις έκλεισε η πόρτα έγειρε λίγο στο πλάι και άφησε να του φύγει μια σχεδόν αθόρυβη κλανιά, βγάζοντας ταυτόχρονα από το συρτάρι ένα φιαλίδιο αποσμητικού χώρου, ψέκασε γύρω του.
«Αυτοί οι γίγαντες και τα σχετικά μπινελίκια που έφαγα χθες μ' έχουν διαλύσει», σκέφτηκε μειδιάζοντας. Δυσκοίλιος όπως ήταν ο Κάππα χαιρόταν να ακούει αυτούς τους ήχους γιατί τους θεωρούσε προάγγελο επίσκεψής του στη λεκάνη της τουαλέτας.
Η πόρτα άνοιξε, σχεδόν αθόρυβα, και μια γυναίκα πέρασε μέσα. Ήταν γύρω στα 43, μετρίου αναστήματος, κομψό κορμί και πανάκριβα ρούχα.
-Καλημέρα κύριε Κάππα, είπε με μια μελωδικη φωνή
-Καλημέρα κυρία μου, περάστε, καθίστε! της είπε δείχνοντας την πολυθρόνα απέναντί του.
-Όμορφα μυρίζει εδώ μέσα, είπε η γυναίκα, να μου πείτε τι αποσμητικό χρησιμοποιείτε..
Κάθισε με ανάλαφρο στυλ σταυρώνοντας αργά και με περίσσια γυναίκεια χάρη τα μακριά της πόδια.
Ο Κάππα για μια στιγμή νόμισε πως η κυρία δεν φορούσε βρακί. «Ιδέα μου θα ήταν…», σκέφτηκε.
-Τι μπορώ να κάνω για σας; τη ρώτησε, παρατηρώντας το όμορφο πρόσωπό της.
-Κύριε Κάππα, αυτά που θα σας πω παρακαλώ να μείνουν μεταξύ μας στην περίπτωση που δεν δεχτείτε να διαλευκάνετε την υπόθεσή μου. Είμαι γνωστή στους υψηλούς κύκλους της αθηναϊκής κοινωνίας και η γνωστοποίηση του λόγου της επίσκεψής μου μπορεί να έχει ακόμα και σοβαρότατες επιπτώσεις στη σημερινή κυβέρνηση. Είμαι σύζυγος πρωτοκλασάτου υπουργού τέλος πάντων. Καταλαβαίνετε τη σοβαρότητα της κατάστασης...
-Κυρία μου, αν δεν το προσέξατε, η πόρτα του γραφείου μου έχει μια πινακίδα που γράφει «γραφείο ιδιωτικού ντέντεκτιβ "ο τάφος"», οπότε εύκολη καταλαβαίνετε ότι η εχεμύθεια είναι αυτοσκοπός για μένα.
-Γι' αυτό το λόγο ήρθα κύριε Κάππα, έχω ακούσει τα καλύτερα λόγια για σας... και κάτι άλλο..μη σκέφτεστε τα χρήματα, συμπλήρωσε, σταυρώνοντας τα πόδια της από την άλλη μεριά.
«Γαμώ το κέρατό μου», σκέφτηκε ο Κάππα, αυτή εδώ βάζω στοίχημα τη χρυσή μου πίπα ότι δεν φοράει βρακί, την άλλη φορά πρέπει να ΄μαι πιο προσεκτικός!», πάλι δεν ήτανε σίγουρος...
-Λοιπόν, ας ξεκινήσουμε, πείτε μου…. της είπε.
-Ναι, είπε αυτή, η υπόθεση είναι λίγο περίπλοκη γιατί εμπεριέχει ψυχοσωματικές προεκτάσεις.
-Τι ακριβώς εννοείτε;
-Θα σας πω την ιστορία από την αρχή..
-Είμαι όλος αυτιά.
-Την περασμένη εβδομάδα, την Τέταρτη, γύρω στα μεσάνυχτα γυρίζαμε με το σύζυγό μου από κάποιο δείπνο. Μόλις φτάσαμε έξω από το σπίτι ο σύζυγός μου, έδιωξε τη προσωπική φρουρά του, ευτυχώς, έτσι μπήκαμε μόνοι μέσα. Εγώ πήγα στο σαλόνι να πιω κάτι για τις καούρες που είχα από το χαβιάρι που είχα φάει. Ο άνδρας μου προχώρησε στο υπνοδωμάτιο για να κοιμηθεί. Τότε ήταν που άκουσα στην αρχή έναν ανεπαίσθητο θόρυβο, αλλά δεν έδωσα ιδιαίτερη σημασία γιατί το σπίτι φυλάσσεται με τελευταίας τεχνολογίας μέτρα ασφαλείας. Είχα πιει σχεδόν τρία ποτήρια σόδας και ακριβώς στο δεύτερο ρέψιμο μού συνέβη το γεγονός που με έκανε να χάσω το μυαλό μου και τον ύπνο μου. Κύριε Κάππα, δεν έχω κοιμηθεί από τότε, αυτό που έγινε ήταν η προσωπική μου ανάσταση, η ζωή μου απέκτησε το χαμένο νόημά της. Κύριε Κάππα, σας παρακαλώ βοηθήστε με, να πέσω στα πόδια σας, θα κάνω ότι θέλετε, σας παρακαλώ, σας ικετεύω, ψέλλισε.
- Ολοκληρώστε και υπόσχομαι να κάνω ό,τι μπορώ, είπε ψύχραιμα ο Κάππα.
- Ναι, είπε η γυναίκα, στο δεύτερο ρέψιμο λοιπόν, μια σκιά πετάχτηκε πίσω από τις πανάκριβες κουρτίνες μου και μου έκλεισε το στόμα με τη παλάμη του χεριού του. Μου κόπηκε η ανάσα, φοβήθηκα πολύ, ενώ με το άλλο του χέρι μου έσκισε την πανάκριβη βραδινή τουαλέτα μου, χουφτώνοντας τα κωλομέρια μου. Στο σημείο αυτό ο φόβος μού έφυγε ως δια μαγείας και τη θέση του πήρε η περιέργεια. Την επομένη στιγμή το ίδιο χέρι πέρασε μπροστά μου και μου χάιδεψε τη πηγή χαράς κάθε γυναίκας. Άρχισα να λαχανιάζω κι αυτός, μάλλον φοβούμενος, να μη με πνίξει απελευθέρωσε το στόμα μου και ρίχνοντάς με στο πάτωμα μου άνοιξε με δύναμη τα ποδιά και μπήκε μέσα μου. Η λαχανιασμένη ανάσα του ακουγόταν βαριά στο δεξί αυτί μου, αλλά αυτό που μου έκανε εντύπωση, και είναι η αίτια που έχασα τον ύπνο μου, ήταν το μαραφέτι του. Τέτοιο μαραφέτι δεν το έχω νιώσει ποτέ, σκέτη γλύκα! πρέπει να ήταν 25 πόντους το λιγότερο! Αχ, που ΄σαι καλέ μου!! αναστέναξε η κυρία..
Ο Κάππα σηκώθηκε, είχε κοκκινίσει το πρόσωπο του.
-Μισό λεπτό να πάω στη τουαλέτα γιατί έχω κάποια προβλήματα με τον προστάτη τώρα τελευταία..
-Βεβαίως, είπε εκείνη.
«Μ΄ έκανε πύραυλο», είπε ψιθυριστά περνώντας τη πόρτα της τουαλέτας. Έριξε λίγο παγωμένο νερό στο δικό του μαραφέτι, πήρε μερικές βαθιές ανάσες και ξαναγύρισε.
-Μάλιστα, είπε, απ' όσα καταλαβαίνω θέλετε να συλληφθεί ο βιαστής και να οδηγηθεί στη δικαιοσύνη.
-Είστε με τα καλά σας; είπε αυτή θυμωμένα.
- Και τι θέλετε δηλαδή να κάνω;
- Να τον βρείτε και να με φέρετε σε επαφή μαζί του. Θέλω να επαναλάβει αυτό που μου έκανε, είπε η κυρία με καταφανέστατη ηδονή στη φωνή της.
-Είστε σίγουρη;
-Απολύτως!! Γι΄ αυτό ήρθα σε ΄σας, φημίζεστε για την επαγγελματικότητα και την εχεμύθειά σας.
-Σ΄ αυτό έχετε απόλυτο δίκιο, είμαι ο καλύτερος στη πιάτσα, είπε ο Κάππα καμαρώνοντας σαν γύφτικο σκεπάρνι.
- Ο Θεός να σας έχει καλά, είμαι διατεθειμένη να σας πληρώσω όσα μου ζητήσετε.
- Υπογράψτε εδώ αυτή την επιταγή και το απόγευμα θα έχετε το όνομα του βιαστή σας.
- Σοβαρά μιλάτε; ρώτησε με αγωνία στο πρόσωπο, υπογράφοντας την επιταγή χωρίς καν να κοιτάξει το ποσό.
-Η γραμματέας μου στις 18:17 το απόγευμα θα σας τηλεφωνήσει και θα σας πει το όνομά του. Από ΄κει και πέρα δική σας η επιλογή. Αν θέλετε να τον συναντήσετε μόνη ή να τον φέρω εγώ σε ΄σας.
-Σας ευχαριστώ πολύ, τώρα κατάλαβα πως δικαιολογείται η φήμη που σας συνοδεύει, είπε ξεσταυρώνοντας τα πόδια.
Ο Κάππα προσεκτικός αυτή τη φορά, ήταν πια σίγουρος. Η κυρία δεν φορούσε βρακί!
-Καλή σας μέρα κυρία μου, είπε ο Κάππα και σηκώθηκε να τη χαιρετήσει.
Το τελευταίο πράγμα που είδε απ' αυτήν ήταν το χαμόγελο ικανοποίησης στο πρόσωπό της. Γύρισε κι έκατσε στο γραφείο του.
Στο μυαλό του βόλταραν πολλές σκέψεις. Σήκωσε το τηλέφωνο και κάλεσε τη γραμματέα του.
-Με θέλετε; ρώτησε η Ασπασία.
-Ναι καμάρι μου, πάρε τηλέφωνο το απόγευμα στις 18:17 ακριβώς την κυρία που μόλις έφυγε και πες της ότι το πρόσωπο που ψάχνει να βρει είναι ο σύζυγός της.
-Μάλιστα κύριε Κάππα!
Ο Κάππα έγειρε στη δερμάτινη πολυθρόνα του, έβαλε το τσιγάρο στο στόμα, τράβηξε βαθιά μια τζούρα κοίταξε το ταβάνι και σκέφτηκε ότι "αυτό που ψάχνουμε πολλές φορές είναι δίπλα μας αλλά αρνούμαστε να το δούμε…"

26.8.08

Το ξύλινο αλογάκι



«Πολυ ατακτος τυπος αυτος ο καππα... αλλα και κεινη η αλλη, η πως την λενε, δεν παει πισω…εχουν λυσσαξει … απο φασαρια τιποτε αλλο. Ετσι μουρχεται να σηκωθω επανω και οποιον παρει ο Χαρος».

Αυτα σκεφτοταν η Σοφια μεσα στον υπνο της, και ηταν τοσο κουρασμενη που δεν μπορουσε ουτε τα χερια της να κουνησει για να κλεισει τα αυτια της.

Ο καππα και η αλλη, η πως την λενε, αλωνιζανε κυριολεκτικα μεσα στο δωματιο της, μπροστα της, χωρις να υπολογιζουν τιποτε και κανεναν. Χοροπηδαγαν πανω στο κρεβατι, πεταγανε τα παιχνιδια, ουρλιαζαν… κανανε τελος παντων ο,τι κανουν δυο παιδια μονα στο σπιτι. Καθε μερα το ιδιο, το ιδιο, κρυφα χωρις να ρωτανε κανεναν, τρυπωναν στο δωματιο της Σοφιας, που της αρεσε να κοιμαται με το φως του ηλιου, και οργιαζαν.

Και σαν να μην εφτανε αυτο… μια στις δεκα λεξεις που ελεγαν ηταν το ονομα της.

«πλουσια η Σοφια» ο ενας, «φοβερα φορεματα εχει αυτη η Σοφια», η αλλη. Τοχανε παρει σκοινι κορδονι… μα οταν εβλεπαν οτι ο ηλιος πηγαινε για υπνο, τακτοποιουσαν οπως οπως και γινονταν λουηδες.

Μια μερα του Σεπτεμβρη ομως ξεχαστηκανε.. θες επειδη στο τραπεζακι βρηκανε γλυκα, θες επειδη η τυχερη Σοφια ειχε αποκτησει ενα καινουριο παιχνιδι… ξεχαστηκαν...

«Καλα δεν πιαστηκανε τοσες ωρες να κουνιουνται πανω στο ξυλινο αλογακι μου;.. θα το ξεπατωσουν στο τελος» σκεφτοταν η Σοφια μεσα στον υπνο της, «ασε που τα γλυκα τα ρημαξανε».

Εκεινη τη μερα ο ηλιος εφυγε πιο γρηγορα απο τις αλλες φορες. Ο καππα και η αλλη, πως τη λενε, χαμπαρι δεν πηραν μεχρι την ωρα που ακουσαν ενα θροισμα. Γυρνωντας ειδαν στο παράθυρο τεσσερα ποδια να στεκονται σα να περιμεναν κατι.

«ρε καππα, η μανα μου ειναι», ψιθυρισε η αλλη, η πως τη λενε, «και η δικη μου.. αμαν! χαθηκαμε!», συμπληρωσε ο καππα» φανερα πανικοβλημενος.

Τι ακολουθησε δεν περιγραφεται … φαγανε το ξυλο της χρονιας τους και οι δυο. Τοσο που δεν ξαναπατησαν στο δωματιο της Σοφιας. Βρηκανε πιο σοβαρο παιχνιδι. Μετρουσαν τα μπαλωματα απο κατι διαβαταρικες αγελαδες, πρωι και απογευμα.


Η Σοφια ειχε πεθανει πριν λιγα χρονια σε παιδικη ηλικια και βρισκοταν θαμμενη σε οικογενειακο ταφο μαζι με το δωματιο της. Ηταν πολλη πλουσια βλεπετε.

24.8.08

Τελευταίο βαλς στην Αριζόνα


Εκείνος: φαίνεται ότι το κείμενο έχει πάθει την πλάκα του
Εκείνη: δεν πειράζει… εγώ το ακούω κι έτσι… παλιά ροκ είναι ε;
Εκείνος: ναι με το σκάνερ το έφτιαξα
Εκείνη: το βλέπω στο πίσω μέρος … το γράφει στο βουνό πέρα δεν βλέπεις;
Εκείνος: ναι … τελικά θα πάμε; γιατί να μη δοκιμάσουμε και μεις τα αντανακλαστικά μας;
Εκείνη: να πάμε έχει θάλασσα... ωραία και βαθιά
Εκείνος: την ξέρουν και άλλοι;
Εκείνη: σιγά! τυφλοί είναι όλοι…
Εκείνος: απίστευτο. Δεν βλέπουν τη προέκταση;
Εκείνη: όχι νομίζουν ότι είναι ορίζοντας
Εκείνος: ναι γιατί μάθανε ότι η θάλασσα είναι κάτω και το βουνό επάνω
Εκείνη: γι΄ αυτό σε αφήνω να με κάνεις ότι θες
Εκείνος: κι εγώ για αυτό σου ανήκω
Εκείνη: δεν θέλω τίποτα άλλο
Εκείνος: παράξενο φεγγάρι όμως…
Εκείνη: είναι μεγάλο και φαίνονται οι κάκτοι μέσα... το πρόσεξες;
Εκείνος: νόμιζα πως ήταν τα χέρια σου
Εκείνη: μη λυγίσεις
Εκείνος: όχι σε κρατάω γερά δεν χρειάζομαι πια το φράχτη
Εκείνη: οι λύκοι πού είναι απόψε;
Εκείνος: ύποπτο αυτό
Εκείνη: μη με στροβιλίζεις άλλο... δεν θα έρθουν
Εκείνος: για να ξυπνήσεις το κάνω
Εκείνη: νιώθω την ανάσα σου και φεύγει η ψυχρα
Εκείνος: το τελευταίο βράδυ εδώ πρέπει να είναι το καλύτερο… το πιο γλυκό
Εκείνη: είναι και τα ζώα ... τι θα κάνουμε μ΄ αυτά;
Εκείνος: είμαι πολύ χαρούμενος που θάναι κι αυτά ελεύθερα
Εκείνη: δεν το πιστεύω ... μάθανε να ζουν από μας
Εκείνος: με μπέρδεψες τώρα..
Εκείνη: δεν πειράζει .. δεν με νοιάζει τίποτα
Εκείνος: και μένα .. μου φτάνει που είσαι
Εκείνος: δωδεκάχορδες είναι οι λέξεις
Εκείνη: για πάντσο μου μοιάζουν
Εκείνος: πάντως ενα βαλσάκι θα το χορέψουμε πριν φύγουμε
Εκείνη: λες να το καταλάβουν;
Εκείνος: και τι έγινε; ας πάνε για δάνειο
Εκείνη: ναι... άνοιξαν στην πόλη δυο τρεις τράπεζες ζωής
Εκείνος: να μάθουν να φτύνουν κι αυτοί φωτιά
Εκείνη: και να γεύονται διψασμένα χείλη
Εκείνος: πάμε;
Εκείνη: έτοιμη
Εκείνος: έτσι; σκέτα;
Εκείνη: όχι… με αυτό που είπαμε
Εκείνοι: ΔΕΝ ΜΑΣΑΜΕ ΡΕΕ………

21.8.08

I'll exam every inch of u


Οι γατες.. οι γατες ειναι πλασμενες ετσι ωστε κανενα λουρι να μην μπορει να σταθει στο λαιμο τους. Μερικες φορες μου περναει απο το μυαλο πως μπορει να εμφανισθηκαν στη γη μετα την εφευρεση "λουρι", ετσι για να αποδειξουν την ανθρωπινη ανεπαρκεια να υποταξει τη φυση.

Εχετε δει ποτε γατα με λουρι; Δυσκολο... Κι ομως ο καππα μια καλοκαιρινη μερα σε εναν δυτικο τοπο ειδε μια γατα να κοιμαται με ενα σκοινι στο λαιμο. Ηταν απο κεινα τα καραβισια τα θεορατα σχοινια, που αναρωτιεσαι με τι δαχτυλα αραγε να δενουν τους κομπους... Ηθελε, λεει εκεινος που την ειχε, να μην του φυγει. Φαινοταν τυπος για αραξοβολι. Δεν ηταν για πολλα-πολλα. Και ναυτικος να υπηρξε, το πολυ να δουλευε σε κανενα φεριμποτ.

Το λουρι η αληθεια ειναι οτι ηταν μακρυ. Φαινεται για να δινει στη γατα την αισθηση της ελευθεριας. Εκεινη, εμαθε ο καππα, οτι στην αρχη δεν κοιμοταν, παλευε ολη μερα κι ολη νυχτα να βγαλει το πραγμα αυτο απο το λαιμο της. Ο φεριμποτας ομως ολο και το διορθωνε. Ισως η γατα να καταριοταν και την ωρα που πλησιασε τον ανθρωπο. Ποιος ξερει τι σκεψεις μπορει να κανει μια γατα αλλωστε.... Ετσι εγκατελειψε τις προσπαθειες και αρχισε να συνηθιζει στον περιορισμενο χωρο της. Μπορει πια και το βεληνεκες να της φαινοταν οτι ηταν ολος ο κοσμος. Μετα ομως αρχισε να σεργιαναει ολο και λιγοτερο. Και σιγα σιγα περναγε τον καιρο της γυρω απο τα πιατα της.

Οσες φορες και να την πλησιασε ο καππα εκεινη δεν αντεδρασε. Το ιδιο κι οταν την πλησιαζε εκεινος που την κυριευσε. Ο καππα καθοταν εκει ωρες πολλες και παρατηρουσε το αταιριαστο διδυμο. Τιποτα.. εκεινη κοιμοταν και εκεινος τη χαϊδευε, ματαια. Ωσπου ενα πρωι ολα αλλαξαν. Ο ανθρωπος εκλαιγε γοερα και ουρλιαζε για την απροσεξια του. Το λουρι ηταν αδειο... εκει κοντα στο πιατο. Και η γατα του ετρεχε περα μακρια απο τη θαλασσα και το σπιτι της μαζι με μια αλλα γατα... αυτην που περασε εκεινη τη νυχτα απο διπλα της και της εδωσε τη δυναμη να βγει απο το λουρι. Εκεινη που κοιταξε στα μυχια της ψυχης της και σταθηκε στην πισω πλευρα.. στην αναποδη.. εκει που ακομη κυριαρχουσε η γατα και οχι ο φεριμποτας.

Ο καππα χαμογελασε..και τοτε σκεφτηκε πως ετσι κουλουριασμενη που ηταν η γατα, ποτε δεν ειχε προσεξει το φυλο της. Ουτε ζητησε να το μαθει. Μηπως οταν αγοραζουμε ενα λουτρινο ρωταμε το φυλο του; Ετσι ποτε δεν εμαθε ποιος ηταν ο γατος και ποια η γατα. Γιατι; Ειχε καμια σημασια; Ετρεχαν, ηδη, δυο τους... χωρις λουρι.. χωρις ανθρωπους γνωριζοντας ολες τις πτυχες τους... τις δυνατες και τις αδυνατες...

1.8.08

Το καππάκι

Ο παππούς του μικρού Κάππα πέθαινε, είχε πάθει βαρύ εγκεφαλικό μετά από κατανάλωση μιας γαβάθας διαφόρων γλυκισμάτων που του έφεραν κάποιοι γείτονες. Δίπλα του, στο νεκροκρέβατο καθόταν ο μικρός Κάππα ο οποίος κρατώντας του το χέρι παρατηρούσε με περιέργεια την αόρατη παρουσία του θανάτου. Δεν του είχε ξανατύχει να βλέπει άνθρωπο να πεθαίνει.

Ο παππούς του Κάππα, ένας ψηλός άντρας, ογδόντα πέντε χρονών, φαινόταν ήρεμος. Το αριστερό γόνατό του το είχε χτυπήσει στο Οχάιο όταν δούλευε σε μια φάμπρικα, και από τότε δεν το λύγισε ποτέ, ήταν συνεχώς τεντωμένο. Συχνά έλεγε, χαριτολογώντας, ότι καλύτερα να είχε χτυπήσει το καβλί του ώστε αυτό να είχε μείνει όρθιο για πάντα, γιατί αργότερα αντιμετώπισε κάποια προβλήματα στύσης, λόγω ηλικίας απ' ό,τι έλεγε. Είχε έντονη την αίσθηση του χιούμορ, ήταν φαγάς, έπινε σαν νεροφίδα ό,τι έβρισκε, ήταν γλεντζές αλλά και σκεπτόμενο άτομο. Παντρεύτηκε δύο φορές επίσημα και άλλες δύο στη ζούλα, αγαπούσε την country μουσική, κάπνιζε σαν φουγάρο και φορούσε πάντα δερμάτινα παπούτσια.

Ήταν ένας αξιαγάπητος και χαμηλών τόνων άνθρωπος και τους σύνδεε μια ιδιαίτερη σχέση. Τον αγαπούσε γιατί είχε το όνομά του, αλλά πιο πολύ γιατί νόμιζε ότι του έμοιαζε στον χαρακτήρα, μάλιστα του έλεγε ότι του είχε έτοιμη και μια κοπέλα να τον παντρέψει, μόλις ο μικρός καταλάβαινε ότι μπορεί να ανταποκριθεί στις γυναικείες ανάγκες. Τα περισσότερα βράδια κοιμόντουσταν μαζί και τότε ήταν που ο μικρός Κάππα άκουγε τις ωραιότερες ιστορίες του κόσμου. Ο παππούς Γιώργης -ο Σμυρνιός- ήταν γεμάτος περιπέτειες από μακρινές χώρες και ήταν τόσο έντονες οι περιγραφές που ο μικρός τις έβλεπε στα όνειρά του. Αυτός επίσης του έμαθε και τα πρώτα εγγλέζικα.

Τώρα πέθαινε, αλλά φαινόταν τόσο ήρεμος. Σήκωσε λίγο το κεφάλι σαν να ήθελε κάτι να πει. Ο μικρός Κάππα έσκυψε και έφερε το αυτί του κοντά στο στόμα του παππού του:
-Βγάλε τους όλους έξω, είπε ο παππούς.
-Τελευταία επιθυμία;, ρώτησε ο Κάππα.
-Όχι, θέλω κάτι να σου πω, είπε.
Ο μικρός Κάππα σηκώθηκε και τους έβγαλε όλους έξω. Τους κοιτούσαν με ανοιχτό το στόμα.
-Δεν έχει ξαναγίνει αυτό, είπε μια γριά.
Ο μικρός Κάππα έκλεισε την πόρτα και ξαναγύρισε στην θέση του. Τον έτρωγε η περιέργεια.,
-Λοιπόν, άρχισε ο παππούς, έχουμε πει πολλά οι δυο μας.
-Ναι, είπε ο Κάππα.
-Δεν έχω χρόνο να τα ξαναπώ όλα, σε λίγο θα πεθάνω..
-Δεν φοβάσαι;
-Γιατί να φοβάμαι, αφού τώρα που ζω ο θάνατος είναι απών, ενώ όταν θα είναι αυτός εδώ, εγώ θα είμαι απών. Στην ουσία δεν πρόκειται να συναντηθούμε.
-Λογικό ακούγεται, είπε ο Κάππα.
-Άρα συμφωνείς μαζί μου.
-Νοιώθεις κάτι ιδιαίτερο αυτές τις στιγμές;
-Απολύτως τίποτα, μάλλον νοιώθω σαν να θέλω να χέσω μπορεί να είναι η ψυχή που θέλει να φύγει, ίσως τελικά φεύγει με τη μορφή πορδής και όχι εκπνοής, θα δούμε σε λίγο, δώσε μου ένα τσιγάρο.
-Θα σου κάνει κακό, είπε ο μικρός Κάππα
-Αφού πεθαίνω τι κακό θα μου κάνει;
-Σωστά, είπε ο Κάππα.
Του ΄δωσε ένα τσιγάρο, εκείνος τράβηξε μια βαθιά τζούρα, φύσηξε αδύναμα τον καπνό.
-Να μην ξεχάσεις αυτά που σου είπα..
-Ναι, είπε ο Κάππα, μείνε ήσυχος..
-Επειδή ξέρω ότι είσαι λίγο επιπόλαιος σου 'χω γράψει σε ένα κομμάτι χαρτί το μεγάλο μυστικό για να περάσεις καλά στη ζωή σου, αλλά δεν θα το αποκαλύψεις ποτέ σε κανέναν.
-Το υπόσχομαι, πού είναι ;
-Μέσα στο θαλασσί βάζο στην πιατοθήκη. Πήγαινε τώρα και πάρτο.
-Τώρα;
-Τώρα..
ο μικρός σηκώθηκε
-Περίμενε, του είπε ο παππούς, έλα να σε φιλήσω..
Ο μικρός Κάππα έσκυψε, ο παππούς τον φίλησε στο μάγουλο, ένα δάκρυ κύλησε από το δεξί του μάτι.
-Πήγαινε τώρα...

Ο μικρός όπως πήγαινε γύρισε και τον κοίταξε, ο παππούς τον κοιτούσε με ένα περίεργο χαμόγελο, ένα χαμόγελο που ο Κάππα δεν μπόρεσε ποτέ να ερμηνεύσει. Προχώρησε με αργά βήματα, έφτασε στην πιατοθήκη και άνοιξε το θαλασσί βάζο. Ένα μικρό κιτρινισμένο χαρτί υπήρχε μέσα. Το άνοιξε, το διάβασε, δεν υπήρχαν περισσότερες από δέκα λέξεις. Η ανάσα του κόπηκε απότομα, έπαθε σοκ, κρύος ιδρώτας τον έλουσε, έτρεμε ολόκληρος.

-Ώστε αυτό είναι τελικά, ψιθύρισε. Τα πόδια του δεν μπορούσαν να τον στηρίξουν, με όση δύναμη είχε επέστρεψε και κάθισε στη θέση δίπλα στον παππού, έτοιμος να τον ρωτήσει γι΄ αυτά που έγραφε το χαρτί. Το βλέμμα του συνάντησε το ορθάνοιχτο στόμα του παππού του και τα θολά μάτια του. Το μόνο που έκανε ήταν να διώξει μια μύγα που κάτι τσιμπολογούσε καθισμένη στην κάτω μασέλα. Σηκώθηκε, τον φίλησε στο μέτωπο, άνοιξε την πόρτα έχοντας το χέρι ακόμα στην τσέπη, και σφίγγοντας το χαρτί με όση δύναμη διέθετε.

Από τότε το ΄χει πάντα μαζί του, όπου κι αν πήγε, όπου κι αν ταξίδεψε, έκρυψε μέσα του το μεγάλο μυστικό για πάντα. Δεν είναι όμως ακόμα βέβαιος αν θα το πει στο παιδί του. Οι καιροί άλλαξαν από τότε, ίσως να μην έχει τόση σημασία πια...

28.7.08

Χωρίς τίτλο

Οχτώ άνθρωποι έχασαν την ζωή τους, οχτώ εργάτες, οχτώ μεροκαματιάρηδες, οχτώ βιοπαλαιστές έγιναν στάχτη, εξαϋλώθηκαν μπροστά στα μάτια άλλων όμοιων τους, οχτώ μανάδες κλαίνε σπαρακτικά, τα ουρλιαχτά τους μου τρυπάνε τ΄ αυτιά, προσπαθώ να τα βουλώσω με χαρτιά, βαμβάκι, μολύβια, τσιγάρα, ό,τι βρω μπροστά μου, αλλά οι κραυγές τους σουβλίζουν όλη μου την ύπαρξη δεν το αντέχω, τρελαίνομαι, οργίζομαι, κλαίω, σιχαίνομαι...

Οχτώ οικογένειες έμειναν δίχως πατέρα, δίχως σύζυγο, δίχως έρωτα, δίχως αγάπη, δίχως στήριγμα, δίχως ελπίδα, πόσα παιδιά από αυτές τις οικογένειες δεν θα ξαναδούν, δεν θα νοιώσουν τη σιγουριά, τη ζεστασιά, την ασφάλεια στην αγκαλιά των πατεράδων τους, πόσα παιδικά ματάκια δεν θα μουσκέψουν το μαξιλάρι τους τις νύχτες πριν κοιμηθούν, αν μπορούν να κοιμηθούν.
Πόνος, πόνος, πόνος...

Και όλα στο βωμό του κέρδους, παλιά θυσίαζαν ανθρώπους στο βωμό των θεών, τώρα οι θυσίες των ανθρώπων γίνονται στο βωμό του κέρδους, αυτός είναι ο αληθινός θεός σήμερα, το κέρδος, κέρδος, λεφτά, κέρδος, λεφτά, λεφτά, πόσα θέλετε επιτέλους ρε καργιόληδες για να χορτάσετε; πόσα, πόσα; αχόρταγοι, κανίβαλοι, ελεεινοί, υπάνθρωποι.

Οχτώ άνθρωποι έχασαν την ζωή τους, οχτώ εργάτες, οχτώ μεροκαματιάρηδες, οχτώ βιοπαλαιστές έγιναν στάχτη, εξαϋλώθηκαν μπροστά στα μάτια άλλων ομοίων τους, και όμως όλα τα μέσα ενημέρωσης αφιέρωσαν τόσο λίγο απ' το χρόνο τους γι' αυτό το γεγονός, δεν πουλάει τέτοιου είδους προϊόν πια, οι καταναλωτές δεν το προτιμούν, προτιμούν άλλα πιο ανάλαφρα, πιο ανούσια, πιο κενά.
Γιατί; γιατί τόση αδιαφορία; Γιατί;

Οχτώ άνθρωποι έχασαν την ζωή τους, οχτώ άνθρωποι κάηκαν σαν τα ποντίκια, έλιωσε η σάρκα τους, τα κόκκαλά τους, την ψυχή τους όμως δεν πρέπει να την αφήσουμε να λιώσει, γιατί άμα λιώσει και αυτή δεν θα υπάρχει ελπίδα για ένα πιο ανθρώπινο αύριο, για κανένα από εμάς και κυρίως για τα παιδιά μας..

Προχθές ήταν οι οχτώ, αύριο θα είμαστε εμείς...

25.7.08

Μία ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη

Το νεαρό κορίτσι κοιτώντας το πάτωμα έκλαιγε με λυγμούς, ο νεαρός δίπλα της φαίνονταν πιο ψύχραιμος. Ο Κάππα τους κοίταζε χωρίς να λέει λέξη, η σιωπή, όμως, δεν μπορούσε να οδηγήσει πουθενά.

-Πάλι τα ίδια, είπε ο Κάππα, πού θα πάει αυτή η ιστορία;
-Συγγνώμη κύριε Κάππα, είπε ο νέος.
-Είναι η τρίτη φορά που ζητάς συγγνώμη για τον ίδιο λόγο, νομίζω ότι το ΄χεις παρακάνει.
-Ήταν ατύχημα, δεν το ΄θελα.
-Για τρίτη φορά και ατύχημα, λίγο κουφό μου φαίνεται.
-Τότε τι μπορεί να είναι; είπε χαμηλώνοντας το κεφάλι ο νέος.
-Θα το έλεγα αδιαφορία, ερασιτεχνισμό ή ότι είσαι ακόμα και γκαβός. Τόσες φορές σας έχω εξηγήσει πώς να γαμιέστε και είναι η τρίτη φορά που μου την φέρνεις γκαστρωμένη. Φυσικά έχει και αυτή τις ευθύνες της.
-Εγώ τι φταίω κύριε Κάππα, αυτός δεν τραβιέται όταν πρέπει.
-Μην βγάζεις απ' έξω την ουρά σου μουσίτσα, οι ευθύνες βαραίνουν και σένα, σας τα έχω εξηγήσει τόσες φορές, και να πάλι το αποτέλεσμα.
Σιωπή πάλι έπεσε, βαριά σιωπή, η ατμόσφαιρα μύριζε ιδρωτίλα και ξινισμένο γάλα. Ο Κάππα έβγαλε ένα μαντήλι από την κωλότσεπη και σκούπισε το ιδρωμένο του κούτελο, έπρεπε κάτι να κάνει, έπρεπε να πάρει αποφάσεις, δεν υπήρχε διαθέσιμος χρόνος μπροστά τους,
-Λοιπόν, ακούστε με, θα τηλεφωνήσω στον δικό μου, όπως και τις άλλες φορές δηλαδή. Όλα θα κανονιστούν όπως πρέπει.
-Δεν έχουμε λεφτά κύριε Κάππα.
-Μη σε απασχολεί αυτό, θα τα βάλω εγω, ξέφραξα χθες τα λούκια στο μπάνιο μιας κυρίας και μου χρωστάει κάποια λεφτά.
-Είστε ο καλύτερος άνθρωπος του κόσμου, είπε η νεαρή.
-Αφήστε τον κόσμο ήσυχο, και ακούστε για τελευταία φορά αυτά που σας έχω ξαναπεί τόσες φορές και δεν τα εφαρμόσατε, έχω αρχίσει να αμφιβάλω για τα μυαλά σας.
-Υπόσχομαι ότι θα είναι η τελευταία φορά που θα μας τα πεις, την επομένη φορά θα τα εφαρμόσουμε κατά γράμμα, είπε ο νέος.
-Την επόμενη φορά που θα ξανάρθετε σε αυτή την κατάσταση θα σας πετάξω εξω, είπε με αυστηρό ύφος ο Κάππα.
-Πόσες φορές δεν σας είπα ότι παίρνοντας τα σωστά μέτρα αποφεύγουμε κάποιες δυσάρεστες συνέπειες; Εσένα, Πελαγία, πόσες φορές δεν σου είπα ότι οι γυναίκες δυο πράγματα πρέπει να φοβούνται, την κακή φήμη και την εγκυμοσύνη. Για το πρώτο δεν νομίζω να υπάρχει θέμα, αλλά για το δεύτερο έχεις ευθύνες. Ξέρεις πολύ καλά ότι οι γυναίκες γκαστρώνονται από την ηλιθιότητα του άντρα. Σου έχω αποδείξει τόσες φορές, εξηγώντας σου ότι είναι πανεύκολο να αποφύγεις μια ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη. Τέλος πάντων, ας συνοψίσουμε επαναλαμβάνοντας ακόμα μια φορά ότι έχουμε πει τόσες και τόσες άλλες φορές.
-Έχουμε τα αυτιά μας ορθάνοικτα
-Σκατά, ακούτε λοιπόν, ο άντρας με τη σκέψη ή με την θέα μιας γυναίκας έρχεται στην κατάσταση που είναι απαραίτητη για την ερωτική πράξη, το αίμα, το μυαλό, ο μυς, κάνουν το πουλί του να πρήζεται και να σκληραίνει, κοινώς καυλώνει δηλαδή. Έτσι αν θέλουν και οι δυο παίρνουν αμέσως θέση. Το πουλί του άντρα ωθείται και εφαρμόζεται στον κόλπο της γυναίκας, το καταλάβατε μέχρι τώρα;
-Μάλιστα.
-Ωραία, έτσι λόγω κεκτημένης ταχύτητας και φυσικά λόγω της αμοιβαίας τριβής των δυο συντρόφων, το σπέρμα προετοιμάζεται και μπαίνει στη διαδικασία της εκτόξευσης. Η εκτόξευση επιτυγχάνεται ταυτόχρονα με το απόγειο της απόλαυσης. Μπήκαμε πλέον στη φάση που το ζωτικό υγρό είναι στην διάθεση της φύσης να κυλήσει και να χυθεί. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, ο σωστός εραστής αποσύρει το πουλί του από τη φωλιά της ερωμένης του ή ακόμα καλύτερα το χέρι της ερωμένης με απαλές κινήσεις καταφέρει να ολοκληρώσει την εκσπερμάτιση εκτός της ζώνης κινδύνου. Δεν υπάρχει περίπτωση εγκυμοσύνης υπό αυτές τις συνθήκες. Μονάχα ο άντρας, ο βλάκας, ο ζωώδης, σπρώχνει αντίθετα μέχρι το βάθος του κόλπου και εκεί ψεκάζει ανεξέλεγκτα. Αυτός είναι άξιος της μοίρας του. Κακό του κεφαλιού της γυναίκας που έχει επιλέξει ένα τέτοιο βλήμα για εραστή.
-Αυτή τη φορά είσαστε πολύ κατατοπιστικός κύριε Κάππα.
-Και τις άλλες φορές ακριβώς τα ίδια σας είπα, αλλά όπως αποδείχτηκε το κάτω κεφάλι φάνηκε να υπερισχύει του πάνω. Αυτή την πρακτική την έχω επαληθεύσει πάνω από εκατό φορές και μονάχα μια φορά απέτυχε.
-Ευχαριστούμε για τη διδασκαλία κύριε Κάππα.
-Ετοιμαστείτε λοιπόν γιατί αύριο σας περιμένει μια δύσκολη μέρα. Πελαγία, θα ήθελα να σε ρωτήσω αν η μητέρα σου είναι μόνη στο σπίτι ή με τον σύζυγό της;
-Όχι, μπαμπά, είναι μόνη της και μου είπε ότι σε περιμένει ξαπλωμένη στο κρεβάτι....

Ο Κάππα άναψε ένα τσιγάρο, κοίταξε τους δυο νέους που έφευγαν και ετοιμάσθηκε να πάει και ΄κείνος στο ραντεβού του.. Όπως έκλεινε την πόρτα, του ήρθε στο μυαλό η μια και μοναδική φορά που δεν πρόλαβε να τραβηχτεί, του είχε σημαδέψει ολόκληρη τη ζωή...

21.7.08

Μια κλανιά μεσ' το σκοτάδι

Να ΄μαι λοιπόν τώρα μόνος στον κόσμο, χωρίς αδελφό, χωρίς φίλο, δίχως καμία συντροφιά εκτός από τον εαυτό μου, ο πιο κοινωνικός και αρεστός άνθρωπος έχει απομονωθεί απ' όλους. Ανακάλυψαν τα πιο σκληρά βασανιστήρια για την ευαίσθητη ψυχή μου, σπάζοντας όλες τις κλωστές που με έδεναν μαζί τους, τα έργα τους απογοήτευσαν την τρυφερότητά μου. Έτσι, έγιναν ολοκληρωτικά ξένοι για μένα, δεν υπάρχουν πια για μένα, τους έχω γράψει στ' αρχίδια μου, ναι αυτό μόνο μπορώ να κάνω, για την ώρα, αλλά, αποκομμένος από τον κόσμο καθώς είμαι, τι είμαι;

Σε αυτό προφανώς πρέπει να επικεντρώσω τις σκέψεις μου τώρα, μάλλον, μετά από δεκαπέντε χρόνια και παραπάνω θα ΄λεγα, που αυτή η παράξενη κατάσταση έχει διαρκέσει, εξακολουθώ να φαντάζομαι ότι υποφέρω από δυσπεψίες, δυσκοιλιότητα και ότι βλέπω ένα άσχημο όνειρο, απ' όπου θα ξυπνήσω με τον πόνο να μου έχει φύγει και να βρεθώ πάλι ανάμεσα στους φίλους μου, ναι, θα πρέπει να γλίστρησα άθελά μου από την εγρήγορση στον ύπνο, ή μάλλον από τη ζωή στον θάνατο, ναυαγισμένος, έξω από το φυσικό καθεστώς.

Είμαι βυθισμένος σε ένα ακατανόητο χάος, απ' όπου δεν μπορώ να βγάλω άκρη και όσο περισσότερο σκέφτομαι την κατάσταση τόσο δεν μπορώ να βγάλω άκρη, πως θα μπορούσα να την αντιμετωπίσω ακόμη και σήμερα που έχω σε αυτή υποκύψει; Η συγκίνηση και η αγανάκτηση με βύθισαν σ' ένα πυρετό που χρειάστηκε περισσότερο από δεκαπέντε χρόνια για να καταλαγιάσει, ενώ στο διάστημα αυτό, σκόνταφτα από σφάλμα σε σφάλμα, από λάθος σε λάθος, από τρέλα σε τρέλα, συμπεριφορά που έδινε δικαίωμα σε όλους αυτούς που έλεγχαν την μοίρα μου, να μεταχειριστούν με τον πιο έξυπνο τρόπο και να ρυθμίζουν το πεπρωμένο μου. Για κάποιο καιρό πρόβαλα σθεναρή αντίσταση, μερικές φορές βίαιη μεν, άκαρπη δε, δίχως θάρρος, δίχως ευστροφία, δίχως πονηριά, αλλά ειλικρινής, ανοιχτός, και παρορμητικός, δεν έκανα τίποτα άλλο παρά να φθείρω μόνο τον εαυτό μου στην προσπάθεια μου να είμαι όσο περισσότερο ελεύθερος, τελικά, κατάλαβα ότι όλες μου οι προσπάθειες ήταν μάταιες, ότι το μαρτύριο μου δεν θα είχε τέλος, έτσι ακολούθησα τον μοναδικό δρόμο που μου απόμεινε, να υποταχτώ δηλαδή στη μοίρα μου και να πάψω να εναντιώνομαι στο αναπόφευκτο.

Έτσι, αυτή η υποταγή μου πρόσφερε την πνευματική γαλήνη, μία ψυχική ηρεμία που σε καμιά περίπτωση δεν θα μπορούσε να συγκριθεί με την αδιάκοπη κούραση και εξάντληση ενός αγώνα, που ήτανε τόσο επίπονος αλλά και μάταιος...

15.7.08

Η πολιορκία

Ο Κάππα σταμάτησε έξω απ' το περίπτερο, τι περίπτερο δηλαδή, σαν υπαίθριο μίνι μάρκετ ήταν, εδώ σταματούσε σχεδόν κάθε βράδυ για να πάρει τσιγάρα, μέσα μια γυναίκα γύρω στα πενήντα, μπορεί και λίγο παραπάνω, ανύπαντρη, με πρόσωπο κουρασμένο, γεμάτο ρυτίδες, σαν ράγες τρένων που πέρασαν και δεν σταμάτησαν ποτέ.

-Καλησπέρα, είπε.
-Πάλι εσύ;
-Έχω την εντύπωση ότι δεν χαίρεσαι και πολύ άμα με βλέπεις..
-Θα σε βλέπω καλύτερα όταν θα πληρώσεις αυτά που μου χρωστάς, έχεις να μου δώσεις έστω μερικά απόψε;
-Φοβάμαι πως όχι, αλλά αύριο περιμένω μια επιταγή.
-Έτσι λες κάθε βράδυ..
-Απόψε όμως έχω κάτι για σένα, κάτι ξεχωριστό...
Η γυναίκα τον κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω με περιέργεια
-Κάππα, μην αρχίσεις τα γνωστά, δεν έχω όρυξη απόψε, έχω πονοκέφαλο.
-Τότε έχω το καλύτερο φάρμακο.
-Κι ποιο είναι αυτό;
-Έγραψα ένα ποίημα για να εκφράσω τα συναισθήματά μου για σένα.
-Μωρέ τι μας λες, θέλεις να με καλοπιάσεις με αυτά για να σου χαρίσω τα χρέη.
-Μη με προσγειώνεις έτσι ανώμαλα..
-Καλά σε ακούω λοιπόν..

Ο Κάππα σήκωσε το βλέμμα του στο σκοτεινό ουρανό, τέντωσε το χέρι του προς την γυναίκα, εκείνη του έδωσε ένα πακέτο τσιγάρα, τ' άνοιξε, πήρε ένα και το άναψε, τράβηξε μια βαθειά ρουφηξιά, ο χρόνος σταμάτησε, κάθε κίνηση γύρω του είχε παγώσει, άνοιξε το στόμα του, έβηξε λίγο, η μπασάτη φωνή του ακούστηκε απαλά.

"Θα μπορούσα, ανάμεσα σε χιλιάδες καλλονές να σε ξεχωρίσω, η μύτη σου απολήγει τόσο ομαλά στο μέτωπό σου, η ελιά στο μάγουλό σου, σημείο επίθεσης σε πολεμικό χάρτη που το δείχνουν αυθόρμητα δεκαεπτά στρατηγοί ταυτόχρονα, τα ματοτσίνορα σου, τόσο μακριά και καμπυλόγραμμα ώστε να παρέχουν την ιδανική σκιά στο βλέμμα σου, ο λαιμός σου, λαιμός αγάλματος που υπήρξε πριν το μοντέλο του, τα μπούτια σου, μεταξένια μαξιλάρια για το φτωχό κεφάλι μου, που δεν έχει άλλη επιλογή από το να σε ονειρεύεται, η καρδιά σου, μες στο στήθος σου, δίνει τον τέλειο ρυθμό για το νανούρισμα που χρειάζομαι πριν κοιμηθώ, η τρυφερή κοιλιά σου, κοιλάδα που όλοι οι άντρες θα ΄θελαν να περπατήσουν, τα πόδια σου, ό,τι πιο πολύτιμο κυκλοφορεί στους επικίνδυνους δρόμους της σύγχρονης ζωής. Θέλω να αντιληφθείς επιτέλους πόσο σε αγαπώ, πόσο υποφέρω για σένα, το δωμάτιό μου στενεύει και οι τοίχοι με συνθλίβουν όταν σε σκέφτομαι. Έλα επιτέλους να περπατήσουμε ξυπόλυτοι, το στρωμένο με ροδοπέταλα μονοπάτι του έρωτα, δεν είσαι μόνο το ουράνιο τόξο με τα εφτά λαμπερά χρώματα, είσαι ο ήλιος που με φωτίζει και με ζεσταίνει τις παγωμένες νύχτες που σε σκέφτομαι. Είναι φρικτό να αγαπάς έτσι, να πεθαίνεις από έρωτα, πόση λαχτάρα έχω για σένα, αγάπη μου".

Γύρισε και την κοίταξε, νόμισε πως την είδε δακρυσμένη.
- Είχα άλλη άποψη για τους γραφιάδες, είπε.
-Δηλαδή;
-Νόμιζα ότι οποιοσδήποτε προλετάριος που μεγαλώνει σ' ένα φτωχόσπιτο, βλέπει τον κόσμο πιο καθαρά από οποιονδήποτε γραφιά...
-Και τι άποψη έχεις για ένα προλετάριο ερωτευμένο γραφιά;
Χαμογέλασε, έπιασε ένα ακόμα πακέτο τσιγάρα, του τα έδωσε,
-Αυτό για τον προλετάριο. Έσκυψε και τον φίλησε χώνοντας την χοντρή γλώσσα της μέσα στο στόμα του.
-Αυτό για τον ερωτευμένο.
-Για τον γραφιά τίποτα; ρώτησε ο Κάππα.
Μια μούντζα χούφτωσε τη μούρη του.
-Αυτή για τον γραφιά, είπε εκείνη.
-Καληνύχτα, είπε ο Κάππα.
-Καληνύχτα...

Ο Κάππα πήρε τα τσιγάρα και έφυγε, γύρισε και κοίταξε πάνω απ' τον ώμο του, δεν τον ακολουθούσε κανείς. Για μια στιγμή ένοιωσε σαν να είχε βγει ζωντανός από ένα πόλεμο...

11.7.08

Chicago


Πρώτη νύχτα, μόνος, με τη βαλίτσα ακόμα στο πάτωμα κλειστή, σε ένα φτηνό δωμάτιο ξενοδοχείου να σε περιμένω, ματαίως.

Απ' έξω έβρεχε, έβρεχε, έβρεχε, απ' το παράθυρο, όλα είναι ίδια, μια λάμπα να φωτίζει με το παγωμένο φως τις καμπουριασμένες φιγούρες που τρέχουν για να σωθούν, χωρίς να ξέρουν από τι.

Απ' έξω έβρεχε, έβρεχε, έβρεχε, και έτσι περίμενε ο Κάππα, παρακολουθώντας τις κατσαρίδες να σκαρφαλώνουν με θράσος στα πόδια του.

Θα ΄θελα να ήξερα τις σκέψεις που έκανες, όταν άκουγες όλες αυτές τις σειρήνες να στριγγλίζουν στα αυτιά σου, κοιτάζοντας το ποτάμι να κυλάει δίπλα σου, ένα ποτάμι που το βλέπουν μόνο οι πνιγμένοι.

Μάταια περίμενε ο Κάππα ξαπλωμένος στο κρεβάτι, απ' έξω έβρεχε, έβρεχε, έβρεχε, σηκώθηκε, άνοιξε την πόρτα, κοίταξε το δωμάτιο και έφυγε αθόρυβα, αφήνοντας την βαλίτσα μέσα κλειστή.