27.6.08

Ο κάδος της δημιουργίας

Καθόμουν στο fagoto χαζεύοντας τις βαρκούλες που έμπαιναν στο λιμάνι, ώρα δειλινού, γλυκά χρώματα, πολύχρωμα φωτάκια τρεμόπαιζαν γύρω από το λιμάνι, ο κόσμος κινούνταν ράθυμα λες και ήταν έτοιμος να πέσει κάτω, η παλίρροια της jazz και του αλκοόλ είχε ποτίσει για τα καλά το μυαλό μου, βρισκόμουνα μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας όταν με πλησίασε χωρίς να την καταλάβω.

-Μπορώ να κάτσω; ρώτησε
Της έδειξα την καρέκλα.
-Θα με κεράσεις ποτό; ξέχασα τα λεφτά σπίτι, ρώτησε.
-Τι πίνεις;
-Ουίσκι με σόδα.
Παράγγειλα ένα γι' αυτήν και δύο τεκίλες για μένα γύρισε και κοίταξε το λιμάνι, γύρισα και την κοίταξα, είχε πολύ όμορφο πρόσωπο αλλά θλιμμένο βλέμμα.
-Από δω είσαι; ρώτησε
-Όχι. Εσύ;
-Ναι.
-Ασχολείσαι με κάτι; ρώτησα
-Οδοντίατρος είμαι. Εσύ;
-Αυτή την εποχή ζω με φιλοδωρήματα φίλων.
-Δεν δουλεύεις;
-Δεν έχω χρόνο.
-Σωστά, σήμερα ο χρόνος είναι πολύ περιορισμένος.
-Είσαι πολλή όμορφη.
-Σ' ευχαριστώ.
Γύρισε και ξανακοίταξε προς το λιμάνι, κάτι φάνηκε πως την απασχολούσε.
-Τι σκέφτεσαι; τη ρώτησα
-Για την γεύση και την μυρωδιά.
-Τι εννοείς;
-Νομίζω ότι η γεύση και η μυρωδιά μιας πράξης, οποιασδήποτε πράξης, πηγάζει από τον στόχο της. Αυτό είναι το παράξενο με τις σχέσεις, αυτό που επιθυμεί κάποιος είναι αυτό που τον διαμορφώνει, δεν είναι φτιαγμένος απ' τον εαυτό του, αλλά απ' τα πράγματα που επιθυμεί.
-Έτσι πρέπει να ΄ναι, είπα.
-Αυτή την αίσθηση ενός αμοιβαία σαγηνευτικού κόσμου παρέχει η περιπλανώμενη ζωή.
-Ναι βέβαια, είπα χαμηλώνοντας την φωνή μου.
-Επειδή, συνεχώς, ο κάποιος παρατηρεί και διεισδύει, το ενδιαφέρον του για το αμετάβλητο φθίνει και ο πιο ισχυρός δεσμός του, είναι με τα πράγματα που βρίσκονται πλάι του και ταξιδεύουν μαζί του.
-Μ' αρέσει όπως μιλάς, είπα.
Άφησε να της φύγει ένας αναστεναγμός σαν ένα είδος ανακούφισης.
-Πού μένεις; με ρώτησε
-Εδώ δίπλα στο φρούριο, κάτω απ' το κανόνι.
-Θα πρέπει να είναι υπέροχα το βράδυ εκεί.
-Ναι έχω παρέα τα άστρα.
-Το κανόνι δουλεύει;
-Όχι, αν δούλευε θα το έστρεφα κατά των ανθρώπων.
-Δεν αγαπάς τους ανθρώπους;
-Αγαπώ μόνο όσους γαμιούνται.
-Λογικό το ακούω αυτό.
-Έχω δύο γελαστά, θέλεις το ένα;
-Ναι.

Το λιμάνι άρχισε να απομακρύνεται απ' τα μάτια μου. Γύρισα. Γύρω μου οι ήχοι της τρομπέτας του Miles έπαιζαν δύο οκτάβες χαμηλότερα πια. Εκείνη σηκώθηκε και έκατσε πάνω μου, το πρόσωπο της κόλλησε στο δικό μου, άρχισε να λικνίζεται, αργά, το πάτωμα είχε αρχίσει να γεμίζει με ένα άχρωμο παχύρευστο υγρό, ο Βούδας φορώντας μόνο το σώβρακό του μάς πλησίασε με τον δίσκο στο χέρι και ρώτησε αν είχαμε ανάγκη από κάτι, η διώρυγα του Σουέζ στένευε περισσότερο, μικρά πολύχρωμα ανθρωπάκια μάς πετούσαν άνθη λουσμένα με ροδόνερο. Τότε άκουσα ένα ψίθυρο στο αυτί. Την άκουσα να λέει:

"Ο κάδος της δημιουργίας είναι μία συνεχής ανοδική και καθοδική κίνηση, εάν τα πάντα κινούνται την ίδια στιγμή, τότε τίποτα δεν κινείται".
"Ο ρυθμός καθορίζει τη διαδικασία", σκέφτηκα.
"Ο χρόνος μοιάζει περισσότερο με μία αποτυχημένη νεκρανάσταση, παρά με μέτρο διέλευσης" συνέχισε εκείνη.

Ήμουν πια βέβαιος για όλα, τα νεκρομαντεία δεν είχαν καμιά αξία πλέον, όλα είχαν προκαθοριστεί πολύ καιρό πριν, απλά χρειαζόμουν μία επιβεβαίωση που ήρθε έτσι ξαφνικά χωρίς να την περιμένω.

Το κανόνι θα μπορούσε να περιμένει, τα άστρα θα μπορούσαν να μετακομίσουν, εκείνος είχε πάει Ταϊβάν, και εγώ είχα πάρει απλά τη θέση του, μέχρι κάποιος άλλος να πάρει την δική μου.


Δεν υπάρχουν σχόλια: