15.7.08

Η πολιορκία

Ο Κάππα σταμάτησε έξω απ' το περίπτερο, τι περίπτερο δηλαδή, σαν υπαίθριο μίνι μάρκετ ήταν, εδώ σταματούσε σχεδόν κάθε βράδυ για να πάρει τσιγάρα, μέσα μια γυναίκα γύρω στα πενήντα, μπορεί και λίγο παραπάνω, ανύπαντρη, με πρόσωπο κουρασμένο, γεμάτο ρυτίδες, σαν ράγες τρένων που πέρασαν και δεν σταμάτησαν ποτέ.

-Καλησπέρα, είπε.
-Πάλι εσύ;
-Έχω την εντύπωση ότι δεν χαίρεσαι και πολύ άμα με βλέπεις..
-Θα σε βλέπω καλύτερα όταν θα πληρώσεις αυτά που μου χρωστάς, έχεις να μου δώσεις έστω μερικά απόψε;
-Φοβάμαι πως όχι, αλλά αύριο περιμένω μια επιταγή.
-Έτσι λες κάθε βράδυ..
-Απόψε όμως έχω κάτι για σένα, κάτι ξεχωριστό...
Η γυναίκα τον κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω με περιέργεια
-Κάππα, μην αρχίσεις τα γνωστά, δεν έχω όρυξη απόψε, έχω πονοκέφαλο.
-Τότε έχω το καλύτερο φάρμακο.
-Κι ποιο είναι αυτό;
-Έγραψα ένα ποίημα για να εκφράσω τα συναισθήματά μου για σένα.
-Μωρέ τι μας λες, θέλεις να με καλοπιάσεις με αυτά για να σου χαρίσω τα χρέη.
-Μη με προσγειώνεις έτσι ανώμαλα..
-Καλά σε ακούω λοιπόν..

Ο Κάππα σήκωσε το βλέμμα του στο σκοτεινό ουρανό, τέντωσε το χέρι του προς την γυναίκα, εκείνη του έδωσε ένα πακέτο τσιγάρα, τ' άνοιξε, πήρε ένα και το άναψε, τράβηξε μια βαθειά ρουφηξιά, ο χρόνος σταμάτησε, κάθε κίνηση γύρω του είχε παγώσει, άνοιξε το στόμα του, έβηξε λίγο, η μπασάτη φωνή του ακούστηκε απαλά.

"Θα μπορούσα, ανάμεσα σε χιλιάδες καλλονές να σε ξεχωρίσω, η μύτη σου απολήγει τόσο ομαλά στο μέτωπό σου, η ελιά στο μάγουλό σου, σημείο επίθεσης σε πολεμικό χάρτη που το δείχνουν αυθόρμητα δεκαεπτά στρατηγοί ταυτόχρονα, τα ματοτσίνορα σου, τόσο μακριά και καμπυλόγραμμα ώστε να παρέχουν την ιδανική σκιά στο βλέμμα σου, ο λαιμός σου, λαιμός αγάλματος που υπήρξε πριν το μοντέλο του, τα μπούτια σου, μεταξένια μαξιλάρια για το φτωχό κεφάλι μου, που δεν έχει άλλη επιλογή από το να σε ονειρεύεται, η καρδιά σου, μες στο στήθος σου, δίνει τον τέλειο ρυθμό για το νανούρισμα που χρειάζομαι πριν κοιμηθώ, η τρυφερή κοιλιά σου, κοιλάδα που όλοι οι άντρες θα ΄θελαν να περπατήσουν, τα πόδια σου, ό,τι πιο πολύτιμο κυκλοφορεί στους επικίνδυνους δρόμους της σύγχρονης ζωής. Θέλω να αντιληφθείς επιτέλους πόσο σε αγαπώ, πόσο υποφέρω για σένα, το δωμάτιό μου στενεύει και οι τοίχοι με συνθλίβουν όταν σε σκέφτομαι. Έλα επιτέλους να περπατήσουμε ξυπόλυτοι, το στρωμένο με ροδοπέταλα μονοπάτι του έρωτα, δεν είσαι μόνο το ουράνιο τόξο με τα εφτά λαμπερά χρώματα, είσαι ο ήλιος που με φωτίζει και με ζεσταίνει τις παγωμένες νύχτες που σε σκέφτομαι. Είναι φρικτό να αγαπάς έτσι, να πεθαίνεις από έρωτα, πόση λαχτάρα έχω για σένα, αγάπη μου".

Γύρισε και την κοίταξε, νόμισε πως την είδε δακρυσμένη.
- Είχα άλλη άποψη για τους γραφιάδες, είπε.
-Δηλαδή;
-Νόμιζα ότι οποιοσδήποτε προλετάριος που μεγαλώνει σ' ένα φτωχόσπιτο, βλέπει τον κόσμο πιο καθαρά από οποιονδήποτε γραφιά...
-Και τι άποψη έχεις για ένα προλετάριο ερωτευμένο γραφιά;
Χαμογέλασε, έπιασε ένα ακόμα πακέτο τσιγάρα, του τα έδωσε,
-Αυτό για τον προλετάριο. Έσκυψε και τον φίλησε χώνοντας την χοντρή γλώσσα της μέσα στο στόμα του.
-Αυτό για τον ερωτευμένο.
-Για τον γραφιά τίποτα; ρώτησε ο Κάππα.
Μια μούντζα χούφτωσε τη μούρη του.
-Αυτή για τον γραφιά, είπε εκείνη.
-Καληνύχτα, είπε ο Κάππα.
-Καληνύχτα...

Ο Κάππα πήρε τα τσιγάρα και έφυγε, γύρισε και κοίταξε πάνω απ' τον ώμο του, δεν τον ακολουθούσε κανείς. Για μια στιγμή ένοιωσε σαν να είχε βγει ζωντανός από ένα πόλεμο...

Δεν υπάρχουν σχόλια: