11.7.08

Chicago


Πρώτη νύχτα, μόνος, με τη βαλίτσα ακόμα στο πάτωμα κλειστή, σε ένα φτηνό δωμάτιο ξενοδοχείου να σε περιμένω, ματαίως.

Απ' έξω έβρεχε, έβρεχε, έβρεχε, απ' το παράθυρο, όλα είναι ίδια, μια λάμπα να φωτίζει με το παγωμένο φως τις καμπουριασμένες φιγούρες που τρέχουν για να σωθούν, χωρίς να ξέρουν από τι.

Απ' έξω έβρεχε, έβρεχε, έβρεχε, και έτσι περίμενε ο Κάππα, παρακολουθώντας τις κατσαρίδες να σκαρφαλώνουν με θράσος στα πόδια του.

Θα ΄θελα να ήξερα τις σκέψεις που έκανες, όταν άκουγες όλες αυτές τις σειρήνες να στριγγλίζουν στα αυτιά σου, κοιτάζοντας το ποτάμι να κυλάει δίπλα σου, ένα ποτάμι που το βλέπουν μόνο οι πνιγμένοι.

Μάταια περίμενε ο Κάππα ξαπλωμένος στο κρεβάτι, απ' έξω έβρεχε, έβρεχε, έβρεχε, σηκώθηκε, άνοιξε την πόρτα, κοίταξε το δωμάτιο και έφυγε αθόρυβα, αφήνοντας την βαλίτσα μέσα κλειστή.

Δεν υπάρχουν σχόλια: