1.8.08

Το καππάκι

Ο παππούς του μικρού Κάππα πέθαινε, είχε πάθει βαρύ εγκεφαλικό μετά από κατανάλωση μιας γαβάθας διαφόρων γλυκισμάτων που του έφεραν κάποιοι γείτονες. Δίπλα του, στο νεκροκρέβατο καθόταν ο μικρός Κάππα ο οποίος κρατώντας του το χέρι παρατηρούσε με περιέργεια την αόρατη παρουσία του θανάτου. Δεν του είχε ξανατύχει να βλέπει άνθρωπο να πεθαίνει.

Ο παππούς του Κάππα, ένας ψηλός άντρας, ογδόντα πέντε χρονών, φαινόταν ήρεμος. Το αριστερό γόνατό του το είχε χτυπήσει στο Οχάιο όταν δούλευε σε μια φάμπρικα, και από τότε δεν το λύγισε ποτέ, ήταν συνεχώς τεντωμένο. Συχνά έλεγε, χαριτολογώντας, ότι καλύτερα να είχε χτυπήσει το καβλί του ώστε αυτό να είχε μείνει όρθιο για πάντα, γιατί αργότερα αντιμετώπισε κάποια προβλήματα στύσης, λόγω ηλικίας απ' ό,τι έλεγε. Είχε έντονη την αίσθηση του χιούμορ, ήταν φαγάς, έπινε σαν νεροφίδα ό,τι έβρισκε, ήταν γλεντζές αλλά και σκεπτόμενο άτομο. Παντρεύτηκε δύο φορές επίσημα και άλλες δύο στη ζούλα, αγαπούσε την country μουσική, κάπνιζε σαν φουγάρο και φορούσε πάντα δερμάτινα παπούτσια.

Ήταν ένας αξιαγάπητος και χαμηλών τόνων άνθρωπος και τους σύνδεε μια ιδιαίτερη σχέση. Τον αγαπούσε γιατί είχε το όνομά του, αλλά πιο πολύ γιατί νόμιζε ότι του έμοιαζε στον χαρακτήρα, μάλιστα του έλεγε ότι του είχε έτοιμη και μια κοπέλα να τον παντρέψει, μόλις ο μικρός καταλάβαινε ότι μπορεί να ανταποκριθεί στις γυναικείες ανάγκες. Τα περισσότερα βράδια κοιμόντουσταν μαζί και τότε ήταν που ο μικρός Κάππα άκουγε τις ωραιότερες ιστορίες του κόσμου. Ο παππούς Γιώργης -ο Σμυρνιός- ήταν γεμάτος περιπέτειες από μακρινές χώρες και ήταν τόσο έντονες οι περιγραφές που ο μικρός τις έβλεπε στα όνειρά του. Αυτός επίσης του έμαθε και τα πρώτα εγγλέζικα.

Τώρα πέθαινε, αλλά φαινόταν τόσο ήρεμος. Σήκωσε λίγο το κεφάλι σαν να ήθελε κάτι να πει. Ο μικρός Κάππα έσκυψε και έφερε το αυτί του κοντά στο στόμα του παππού του:
-Βγάλε τους όλους έξω, είπε ο παππούς.
-Τελευταία επιθυμία;, ρώτησε ο Κάππα.
-Όχι, θέλω κάτι να σου πω, είπε.
Ο μικρός Κάππα σηκώθηκε και τους έβγαλε όλους έξω. Τους κοιτούσαν με ανοιχτό το στόμα.
-Δεν έχει ξαναγίνει αυτό, είπε μια γριά.
Ο μικρός Κάππα έκλεισε την πόρτα και ξαναγύρισε στην θέση του. Τον έτρωγε η περιέργεια.,
-Λοιπόν, άρχισε ο παππούς, έχουμε πει πολλά οι δυο μας.
-Ναι, είπε ο Κάππα.
-Δεν έχω χρόνο να τα ξαναπώ όλα, σε λίγο θα πεθάνω..
-Δεν φοβάσαι;
-Γιατί να φοβάμαι, αφού τώρα που ζω ο θάνατος είναι απών, ενώ όταν θα είναι αυτός εδώ, εγώ θα είμαι απών. Στην ουσία δεν πρόκειται να συναντηθούμε.
-Λογικό ακούγεται, είπε ο Κάππα.
-Άρα συμφωνείς μαζί μου.
-Νοιώθεις κάτι ιδιαίτερο αυτές τις στιγμές;
-Απολύτως τίποτα, μάλλον νοιώθω σαν να θέλω να χέσω μπορεί να είναι η ψυχή που θέλει να φύγει, ίσως τελικά φεύγει με τη μορφή πορδής και όχι εκπνοής, θα δούμε σε λίγο, δώσε μου ένα τσιγάρο.
-Θα σου κάνει κακό, είπε ο μικρός Κάππα
-Αφού πεθαίνω τι κακό θα μου κάνει;
-Σωστά, είπε ο Κάππα.
Του ΄δωσε ένα τσιγάρο, εκείνος τράβηξε μια βαθιά τζούρα, φύσηξε αδύναμα τον καπνό.
-Να μην ξεχάσεις αυτά που σου είπα..
-Ναι, είπε ο Κάππα, μείνε ήσυχος..
-Επειδή ξέρω ότι είσαι λίγο επιπόλαιος σου 'χω γράψει σε ένα κομμάτι χαρτί το μεγάλο μυστικό για να περάσεις καλά στη ζωή σου, αλλά δεν θα το αποκαλύψεις ποτέ σε κανέναν.
-Το υπόσχομαι, πού είναι ;
-Μέσα στο θαλασσί βάζο στην πιατοθήκη. Πήγαινε τώρα και πάρτο.
-Τώρα;
-Τώρα..
ο μικρός σηκώθηκε
-Περίμενε, του είπε ο παππούς, έλα να σε φιλήσω..
Ο μικρός Κάππα έσκυψε, ο παππούς τον φίλησε στο μάγουλο, ένα δάκρυ κύλησε από το δεξί του μάτι.
-Πήγαινε τώρα...

Ο μικρός όπως πήγαινε γύρισε και τον κοίταξε, ο παππούς τον κοιτούσε με ένα περίεργο χαμόγελο, ένα χαμόγελο που ο Κάππα δεν μπόρεσε ποτέ να ερμηνεύσει. Προχώρησε με αργά βήματα, έφτασε στην πιατοθήκη και άνοιξε το θαλασσί βάζο. Ένα μικρό κιτρινισμένο χαρτί υπήρχε μέσα. Το άνοιξε, το διάβασε, δεν υπήρχαν περισσότερες από δέκα λέξεις. Η ανάσα του κόπηκε απότομα, έπαθε σοκ, κρύος ιδρώτας τον έλουσε, έτρεμε ολόκληρος.

-Ώστε αυτό είναι τελικά, ψιθύρισε. Τα πόδια του δεν μπορούσαν να τον στηρίξουν, με όση δύναμη είχε επέστρεψε και κάθισε στη θέση δίπλα στον παππού, έτοιμος να τον ρωτήσει γι΄ αυτά που έγραφε το χαρτί. Το βλέμμα του συνάντησε το ορθάνοιχτο στόμα του παππού του και τα θολά μάτια του. Το μόνο που έκανε ήταν να διώξει μια μύγα που κάτι τσιμπολογούσε καθισμένη στην κάτω μασέλα. Σηκώθηκε, τον φίλησε στο μέτωπο, άνοιξε την πόρτα έχοντας το χέρι ακόμα στην τσέπη, και σφίγγοντας το χαρτί με όση δύναμη διέθετε.

Από τότε το ΄χει πάντα μαζί του, όπου κι αν πήγε, όπου κι αν ταξίδεψε, έκρυψε μέσα του το μεγάλο μυστικό για πάντα. Δεν είναι όμως ακόμα βέβαιος αν θα το πει στο παιδί του. Οι καιροί άλλαξαν από τότε, ίσως να μην έχει τόση σημασία πια...

Δεν υπάρχουν σχόλια: