28.7.08

Χωρίς τίτλο

Οχτώ άνθρωποι έχασαν την ζωή τους, οχτώ εργάτες, οχτώ μεροκαματιάρηδες, οχτώ βιοπαλαιστές έγιναν στάχτη, εξαϋλώθηκαν μπροστά στα μάτια άλλων όμοιων τους, οχτώ μανάδες κλαίνε σπαρακτικά, τα ουρλιαχτά τους μου τρυπάνε τ΄ αυτιά, προσπαθώ να τα βουλώσω με χαρτιά, βαμβάκι, μολύβια, τσιγάρα, ό,τι βρω μπροστά μου, αλλά οι κραυγές τους σουβλίζουν όλη μου την ύπαρξη δεν το αντέχω, τρελαίνομαι, οργίζομαι, κλαίω, σιχαίνομαι...

Οχτώ οικογένειες έμειναν δίχως πατέρα, δίχως σύζυγο, δίχως έρωτα, δίχως αγάπη, δίχως στήριγμα, δίχως ελπίδα, πόσα παιδιά από αυτές τις οικογένειες δεν θα ξαναδούν, δεν θα νοιώσουν τη σιγουριά, τη ζεστασιά, την ασφάλεια στην αγκαλιά των πατεράδων τους, πόσα παιδικά ματάκια δεν θα μουσκέψουν το μαξιλάρι τους τις νύχτες πριν κοιμηθούν, αν μπορούν να κοιμηθούν.
Πόνος, πόνος, πόνος...

Και όλα στο βωμό του κέρδους, παλιά θυσίαζαν ανθρώπους στο βωμό των θεών, τώρα οι θυσίες των ανθρώπων γίνονται στο βωμό του κέρδους, αυτός είναι ο αληθινός θεός σήμερα, το κέρδος, κέρδος, λεφτά, κέρδος, λεφτά, λεφτά, πόσα θέλετε επιτέλους ρε καργιόληδες για να χορτάσετε; πόσα, πόσα; αχόρταγοι, κανίβαλοι, ελεεινοί, υπάνθρωποι.

Οχτώ άνθρωποι έχασαν την ζωή τους, οχτώ εργάτες, οχτώ μεροκαματιάρηδες, οχτώ βιοπαλαιστές έγιναν στάχτη, εξαϋλώθηκαν μπροστά στα μάτια άλλων ομοίων τους, και όμως όλα τα μέσα ενημέρωσης αφιέρωσαν τόσο λίγο απ' το χρόνο τους γι' αυτό το γεγονός, δεν πουλάει τέτοιου είδους προϊόν πια, οι καταναλωτές δεν το προτιμούν, προτιμούν άλλα πιο ανάλαφρα, πιο ανούσια, πιο κενά.
Γιατί; γιατί τόση αδιαφορία; Γιατί;

Οχτώ άνθρωποι έχασαν την ζωή τους, οχτώ άνθρωποι κάηκαν σαν τα ποντίκια, έλιωσε η σάρκα τους, τα κόκκαλά τους, την ψυχή τους όμως δεν πρέπει να την αφήσουμε να λιώσει, γιατί άμα λιώσει και αυτή δεν θα υπάρχει ελπίδα για ένα πιο ανθρώπινο αύριο, για κανένα από εμάς και κυρίως για τα παιδιά μας..

Προχθές ήταν οι οχτώ, αύριο θα είμαστε εμείς...

25.7.08

Μία ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη

Το νεαρό κορίτσι κοιτώντας το πάτωμα έκλαιγε με λυγμούς, ο νεαρός δίπλα της φαίνονταν πιο ψύχραιμος. Ο Κάππα τους κοίταζε χωρίς να λέει λέξη, η σιωπή, όμως, δεν μπορούσε να οδηγήσει πουθενά.

-Πάλι τα ίδια, είπε ο Κάππα, πού θα πάει αυτή η ιστορία;
-Συγγνώμη κύριε Κάππα, είπε ο νέος.
-Είναι η τρίτη φορά που ζητάς συγγνώμη για τον ίδιο λόγο, νομίζω ότι το ΄χεις παρακάνει.
-Ήταν ατύχημα, δεν το ΄θελα.
-Για τρίτη φορά και ατύχημα, λίγο κουφό μου φαίνεται.
-Τότε τι μπορεί να είναι; είπε χαμηλώνοντας το κεφάλι ο νέος.
-Θα το έλεγα αδιαφορία, ερασιτεχνισμό ή ότι είσαι ακόμα και γκαβός. Τόσες φορές σας έχω εξηγήσει πώς να γαμιέστε και είναι η τρίτη φορά που μου την φέρνεις γκαστρωμένη. Φυσικά έχει και αυτή τις ευθύνες της.
-Εγώ τι φταίω κύριε Κάππα, αυτός δεν τραβιέται όταν πρέπει.
-Μην βγάζεις απ' έξω την ουρά σου μουσίτσα, οι ευθύνες βαραίνουν και σένα, σας τα έχω εξηγήσει τόσες φορές, και να πάλι το αποτέλεσμα.
Σιωπή πάλι έπεσε, βαριά σιωπή, η ατμόσφαιρα μύριζε ιδρωτίλα και ξινισμένο γάλα. Ο Κάππα έβγαλε ένα μαντήλι από την κωλότσεπη και σκούπισε το ιδρωμένο του κούτελο, έπρεπε κάτι να κάνει, έπρεπε να πάρει αποφάσεις, δεν υπήρχε διαθέσιμος χρόνος μπροστά τους,
-Λοιπόν, ακούστε με, θα τηλεφωνήσω στον δικό μου, όπως και τις άλλες φορές δηλαδή. Όλα θα κανονιστούν όπως πρέπει.
-Δεν έχουμε λεφτά κύριε Κάππα.
-Μη σε απασχολεί αυτό, θα τα βάλω εγω, ξέφραξα χθες τα λούκια στο μπάνιο μιας κυρίας και μου χρωστάει κάποια λεφτά.
-Είστε ο καλύτερος άνθρωπος του κόσμου, είπε η νεαρή.
-Αφήστε τον κόσμο ήσυχο, και ακούστε για τελευταία φορά αυτά που σας έχω ξαναπεί τόσες φορές και δεν τα εφαρμόσατε, έχω αρχίσει να αμφιβάλω για τα μυαλά σας.
-Υπόσχομαι ότι θα είναι η τελευταία φορά που θα μας τα πεις, την επομένη φορά θα τα εφαρμόσουμε κατά γράμμα, είπε ο νέος.
-Την επόμενη φορά που θα ξανάρθετε σε αυτή την κατάσταση θα σας πετάξω εξω, είπε με αυστηρό ύφος ο Κάππα.
-Πόσες φορές δεν σας είπα ότι παίρνοντας τα σωστά μέτρα αποφεύγουμε κάποιες δυσάρεστες συνέπειες; Εσένα, Πελαγία, πόσες φορές δεν σου είπα ότι οι γυναίκες δυο πράγματα πρέπει να φοβούνται, την κακή φήμη και την εγκυμοσύνη. Για το πρώτο δεν νομίζω να υπάρχει θέμα, αλλά για το δεύτερο έχεις ευθύνες. Ξέρεις πολύ καλά ότι οι γυναίκες γκαστρώνονται από την ηλιθιότητα του άντρα. Σου έχω αποδείξει τόσες φορές, εξηγώντας σου ότι είναι πανεύκολο να αποφύγεις μια ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη. Τέλος πάντων, ας συνοψίσουμε επαναλαμβάνοντας ακόμα μια φορά ότι έχουμε πει τόσες και τόσες άλλες φορές.
-Έχουμε τα αυτιά μας ορθάνοικτα
-Σκατά, ακούτε λοιπόν, ο άντρας με τη σκέψη ή με την θέα μιας γυναίκας έρχεται στην κατάσταση που είναι απαραίτητη για την ερωτική πράξη, το αίμα, το μυαλό, ο μυς, κάνουν το πουλί του να πρήζεται και να σκληραίνει, κοινώς καυλώνει δηλαδή. Έτσι αν θέλουν και οι δυο παίρνουν αμέσως θέση. Το πουλί του άντρα ωθείται και εφαρμόζεται στον κόλπο της γυναίκας, το καταλάβατε μέχρι τώρα;
-Μάλιστα.
-Ωραία, έτσι λόγω κεκτημένης ταχύτητας και φυσικά λόγω της αμοιβαίας τριβής των δυο συντρόφων, το σπέρμα προετοιμάζεται και μπαίνει στη διαδικασία της εκτόξευσης. Η εκτόξευση επιτυγχάνεται ταυτόχρονα με το απόγειο της απόλαυσης. Μπήκαμε πλέον στη φάση που το ζωτικό υγρό είναι στην διάθεση της φύσης να κυλήσει και να χυθεί. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, ο σωστός εραστής αποσύρει το πουλί του από τη φωλιά της ερωμένης του ή ακόμα καλύτερα το χέρι της ερωμένης με απαλές κινήσεις καταφέρει να ολοκληρώσει την εκσπερμάτιση εκτός της ζώνης κινδύνου. Δεν υπάρχει περίπτωση εγκυμοσύνης υπό αυτές τις συνθήκες. Μονάχα ο άντρας, ο βλάκας, ο ζωώδης, σπρώχνει αντίθετα μέχρι το βάθος του κόλπου και εκεί ψεκάζει ανεξέλεγκτα. Αυτός είναι άξιος της μοίρας του. Κακό του κεφαλιού της γυναίκας που έχει επιλέξει ένα τέτοιο βλήμα για εραστή.
-Αυτή τη φορά είσαστε πολύ κατατοπιστικός κύριε Κάππα.
-Και τις άλλες φορές ακριβώς τα ίδια σας είπα, αλλά όπως αποδείχτηκε το κάτω κεφάλι φάνηκε να υπερισχύει του πάνω. Αυτή την πρακτική την έχω επαληθεύσει πάνω από εκατό φορές και μονάχα μια φορά απέτυχε.
-Ευχαριστούμε για τη διδασκαλία κύριε Κάππα.
-Ετοιμαστείτε λοιπόν γιατί αύριο σας περιμένει μια δύσκολη μέρα. Πελαγία, θα ήθελα να σε ρωτήσω αν η μητέρα σου είναι μόνη στο σπίτι ή με τον σύζυγό της;
-Όχι, μπαμπά, είναι μόνη της και μου είπε ότι σε περιμένει ξαπλωμένη στο κρεβάτι....

Ο Κάππα άναψε ένα τσιγάρο, κοίταξε τους δυο νέους που έφευγαν και ετοιμάσθηκε να πάει και ΄κείνος στο ραντεβού του.. Όπως έκλεινε την πόρτα, του ήρθε στο μυαλό η μια και μοναδική φορά που δεν πρόλαβε να τραβηχτεί, του είχε σημαδέψει ολόκληρη τη ζωή...

21.7.08

Μια κλανιά μεσ' το σκοτάδι

Να ΄μαι λοιπόν τώρα μόνος στον κόσμο, χωρίς αδελφό, χωρίς φίλο, δίχως καμία συντροφιά εκτός από τον εαυτό μου, ο πιο κοινωνικός και αρεστός άνθρωπος έχει απομονωθεί απ' όλους. Ανακάλυψαν τα πιο σκληρά βασανιστήρια για την ευαίσθητη ψυχή μου, σπάζοντας όλες τις κλωστές που με έδεναν μαζί τους, τα έργα τους απογοήτευσαν την τρυφερότητά μου. Έτσι, έγιναν ολοκληρωτικά ξένοι για μένα, δεν υπάρχουν πια για μένα, τους έχω γράψει στ' αρχίδια μου, ναι αυτό μόνο μπορώ να κάνω, για την ώρα, αλλά, αποκομμένος από τον κόσμο καθώς είμαι, τι είμαι;

Σε αυτό προφανώς πρέπει να επικεντρώσω τις σκέψεις μου τώρα, μάλλον, μετά από δεκαπέντε χρόνια και παραπάνω θα ΄λεγα, που αυτή η παράξενη κατάσταση έχει διαρκέσει, εξακολουθώ να φαντάζομαι ότι υποφέρω από δυσπεψίες, δυσκοιλιότητα και ότι βλέπω ένα άσχημο όνειρο, απ' όπου θα ξυπνήσω με τον πόνο να μου έχει φύγει και να βρεθώ πάλι ανάμεσα στους φίλους μου, ναι, θα πρέπει να γλίστρησα άθελά μου από την εγρήγορση στον ύπνο, ή μάλλον από τη ζωή στον θάνατο, ναυαγισμένος, έξω από το φυσικό καθεστώς.

Είμαι βυθισμένος σε ένα ακατανόητο χάος, απ' όπου δεν μπορώ να βγάλω άκρη και όσο περισσότερο σκέφτομαι την κατάσταση τόσο δεν μπορώ να βγάλω άκρη, πως θα μπορούσα να την αντιμετωπίσω ακόμη και σήμερα που έχω σε αυτή υποκύψει; Η συγκίνηση και η αγανάκτηση με βύθισαν σ' ένα πυρετό που χρειάστηκε περισσότερο από δεκαπέντε χρόνια για να καταλαγιάσει, ενώ στο διάστημα αυτό, σκόνταφτα από σφάλμα σε σφάλμα, από λάθος σε λάθος, από τρέλα σε τρέλα, συμπεριφορά που έδινε δικαίωμα σε όλους αυτούς που έλεγχαν την μοίρα μου, να μεταχειριστούν με τον πιο έξυπνο τρόπο και να ρυθμίζουν το πεπρωμένο μου. Για κάποιο καιρό πρόβαλα σθεναρή αντίσταση, μερικές φορές βίαιη μεν, άκαρπη δε, δίχως θάρρος, δίχως ευστροφία, δίχως πονηριά, αλλά ειλικρινής, ανοιχτός, και παρορμητικός, δεν έκανα τίποτα άλλο παρά να φθείρω μόνο τον εαυτό μου στην προσπάθεια μου να είμαι όσο περισσότερο ελεύθερος, τελικά, κατάλαβα ότι όλες μου οι προσπάθειες ήταν μάταιες, ότι το μαρτύριο μου δεν θα είχε τέλος, έτσι ακολούθησα τον μοναδικό δρόμο που μου απόμεινε, να υποταχτώ δηλαδή στη μοίρα μου και να πάψω να εναντιώνομαι στο αναπόφευκτο.

Έτσι, αυτή η υποταγή μου πρόσφερε την πνευματική γαλήνη, μία ψυχική ηρεμία που σε καμιά περίπτωση δεν θα μπορούσε να συγκριθεί με την αδιάκοπη κούραση και εξάντληση ενός αγώνα, που ήτανε τόσο επίπονος αλλά και μάταιος...

15.7.08

Η πολιορκία

Ο Κάππα σταμάτησε έξω απ' το περίπτερο, τι περίπτερο δηλαδή, σαν υπαίθριο μίνι μάρκετ ήταν, εδώ σταματούσε σχεδόν κάθε βράδυ για να πάρει τσιγάρα, μέσα μια γυναίκα γύρω στα πενήντα, μπορεί και λίγο παραπάνω, ανύπαντρη, με πρόσωπο κουρασμένο, γεμάτο ρυτίδες, σαν ράγες τρένων που πέρασαν και δεν σταμάτησαν ποτέ.

-Καλησπέρα, είπε.
-Πάλι εσύ;
-Έχω την εντύπωση ότι δεν χαίρεσαι και πολύ άμα με βλέπεις..
-Θα σε βλέπω καλύτερα όταν θα πληρώσεις αυτά που μου χρωστάς, έχεις να μου δώσεις έστω μερικά απόψε;
-Φοβάμαι πως όχι, αλλά αύριο περιμένω μια επιταγή.
-Έτσι λες κάθε βράδυ..
-Απόψε όμως έχω κάτι για σένα, κάτι ξεχωριστό...
Η γυναίκα τον κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω με περιέργεια
-Κάππα, μην αρχίσεις τα γνωστά, δεν έχω όρυξη απόψε, έχω πονοκέφαλο.
-Τότε έχω το καλύτερο φάρμακο.
-Κι ποιο είναι αυτό;
-Έγραψα ένα ποίημα για να εκφράσω τα συναισθήματά μου για σένα.
-Μωρέ τι μας λες, θέλεις να με καλοπιάσεις με αυτά για να σου χαρίσω τα χρέη.
-Μη με προσγειώνεις έτσι ανώμαλα..
-Καλά σε ακούω λοιπόν..

Ο Κάππα σήκωσε το βλέμμα του στο σκοτεινό ουρανό, τέντωσε το χέρι του προς την γυναίκα, εκείνη του έδωσε ένα πακέτο τσιγάρα, τ' άνοιξε, πήρε ένα και το άναψε, τράβηξε μια βαθειά ρουφηξιά, ο χρόνος σταμάτησε, κάθε κίνηση γύρω του είχε παγώσει, άνοιξε το στόμα του, έβηξε λίγο, η μπασάτη φωνή του ακούστηκε απαλά.

"Θα μπορούσα, ανάμεσα σε χιλιάδες καλλονές να σε ξεχωρίσω, η μύτη σου απολήγει τόσο ομαλά στο μέτωπό σου, η ελιά στο μάγουλό σου, σημείο επίθεσης σε πολεμικό χάρτη που το δείχνουν αυθόρμητα δεκαεπτά στρατηγοί ταυτόχρονα, τα ματοτσίνορα σου, τόσο μακριά και καμπυλόγραμμα ώστε να παρέχουν την ιδανική σκιά στο βλέμμα σου, ο λαιμός σου, λαιμός αγάλματος που υπήρξε πριν το μοντέλο του, τα μπούτια σου, μεταξένια μαξιλάρια για το φτωχό κεφάλι μου, που δεν έχει άλλη επιλογή από το να σε ονειρεύεται, η καρδιά σου, μες στο στήθος σου, δίνει τον τέλειο ρυθμό για το νανούρισμα που χρειάζομαι πριν κοιμηθώ, η τρυφερή κοιλιά σου, κοιλάδα που όλοι οι άντρες θα ΄θελαν να περπατήσουν, τα πόδια σου, ό,τι πιο πολύτιμο κυκλοφορεί στους επικίνδυνους δρόμους της σύγχρονης ζωής. Θέλω να αντιληφθείς επιτέλους πόσο σε αγαπώ, πόσο υποφέρω για σένα, το δωμάτιό μου στενεύει και οι τοίχοι με συνθλίβουν όταν σε σκέφτομαι. Έλα επιτέλους να περπατήσουμε ξυπόλυτοι, το στρωμένο με ροδοπέταλα μονοπάτι του έρωτα, δεν είσαι μόνο το ουράνιο τόξο με τα εφτά λαμπερά χρώματα, είσαι ο ήλιος που με φωτίζει και με ζεσταίνει τις παγωμένες νύχτες που σε σκέφτομαι. Είναι φρικτό να αγαπάς έτσι, να πεθαίνεις από έρωτα, πόση λαχτάρα έχω για σένα, αγάπη μου".

Γύρισε και την κοίταξε, νόμισε πως την είδε δακρυσμένη.
- Είχα άλλη άποψη για τους γραφιάδες, είπε.
-Δηλαδή;
-Νόμιζα ότι οποιοσδήποτε προλετάριος που μεγαλώνει σ' ένα φτωχόσπιτο, βλέπει τον κόσμο πιο καθαρά από οποιονδήποτε γραφιά...
-Και τι άποψη έχεις για ένα προλετάριο ερωτευμένο γραφιά;
Χαμογέλασε, έπιασε ένα ακόμα πακέτο τσιγάρα, του τα έδωσε,
-Αυτό για τον προλετάριο. Έσκυψε και τον φίλησε χώνοντας την χοντρή γλώσσα της μέσα στο στόμα του.
-Αυτό για τον ερωτευμένο.
-Για τον γραφιά τίποτα; ρώτησε ο Κάππα.
Μια μούντζα χούφτωσε τη μούρη του.
-Αυτή για τον γραφιά, είπε εκείνη.
-Καληνύχτα, είπε ο Κάππα.
-Καληνύχτα...

Ο Κάππα πήρε τα τσιγάρα και έφυγε, γύρισε και κοίταξε πάνω απ' τον ώμο του, δεν τον ακολουθούσε κανείς. Για μια στιγμή ένοιωσε σαν να είχε βγει ζωντανός από ένα πόλεμο...

11.7.08

Chicago


Πρώτη νύχτα, μόνος, με τη βαλίτσα ακόμα στο πάτωμα κλειστή, σε ένα φτηνό δωμάτιο ξενοδοχείου να σε περιμένω, ματαίως.

Απ' έξω έβρεχε, έβρεχε, έβρεχε, απ' το παράθυρο, όλα είναι ίδια, μια λάμπα να φωτίζει με το παγωμένο φως τις καμπουριασμένες φιγούρες που τρέχουν για να σωθούν, χωρίς να ξέρουν από τι.

Απ' έξω έβρεχε, έβρεχε, έβρεχε, και έτσι περίμενε ο Κάππα, παρακολουθώντας τις κατσαρίδες να σκαρφαλώνουν με θράσος στα πόδια του.

Θα ΄θελα να ήξερα τις σκέψεις που έκανες, όταν άκουγες όλες αυτές τις σειρήνες να στριγγλίζουν στα αυτιά σου, κοιτάζοντας το ποτάμι να κυλάει δίπλα σου, ένα ποτάμι που το βλέπουν μόνο οι πνιγμένοι.

Μάταια περίμενε ο Κάππα ξαπλωμένος στο κρεβάτι, απ' έξω έβρεχε, έβρεχε, έβρεχε, σηκώθηκε, άνοιξε την πόρτα, κοίταξε το δωμάτιο και έφυγε αθόρυβα, αφήνοντας την βαλίτσα μέσα κλειστή.