28.8.08

25 πόντοι


Ο Κάππα καθόταν στο παλιό δρύινο γραφείο του, άνετος και χαλαρός. Πίσω του, στον τοίχο, κρέμονταν τα πτυχία του. Κάθε μέρα στριφογύριζε καθισμένος στη δερμάτινη πολυθρόνα του και τα καμάρωνε. Ήταν απόφοιτος των καλύτερων αστυνομικών σχολών. Τώρα μετά από 33 χρόνια υπηρεσίας στην αστυνομία εξασκούσε το επάγγελμα του ιδιωτικού ντεντέκτιβ, δηλαδή περισσότερα λεφτά και απόλυτη αυτοδιάθεση.
Το πρωί εκείνο, ο ήλιος που έμπαινε από τις γρίλιες του στορ φώτιζε, το συνήθως σκοτεινό και γεμάτο καπνούς από τα τσιγάρα, δωμάτιο. Ο Κάππα καθισμένος αναπαυτικά και πίνοντας τον καφέ του άκουσε το χτύπημα στην πόρτα.
-Μπρος... φώναξε με τη μαλακή φωνή του.
Η πόρτα άνοιξε και πίσω της φάνηκε το ξανθό κεφάλι μιας όμορφης γυναίκας.
-Κύριε Κάππα έχετε επίσκεψη, είπε η γραμματέας.
-Ποιος είναι, Ασπασία καμάρι μου;
-Μια κυρία θέλει να σας δει για μια υπόθεσή της, λέει ότι είναι ζήτημα ζωής ή θανάτου.
-Αν και δεν έχω λιμάρει ακόμα τα νύχια μου, άφησε την να μπει αφού είναι τόσο σοβαρή υπόθεση. Θα κάνω μια εξαίρεση σήμερα..
-Μάλιστα είπε η γραμματέας και έφυγε.
«Μανάρι μου, πού θα μου πας, θα σε βάλω μια μέρα κάτω και θα σου αλλάξω το καρμπιρατέρ», σκέφτηκε για τη γραμματέα του αλλά γρήγορα σοβάρεψε φέρνοντας στο μυαλό του το εργατικό δίκαιο και τις επιπτώσεις της σεξουαλικής παρενόχλησης. Έξαλλου ήταν άνθρωπος του νόμου και της τάξης.
Ο Κάππα μόλις έκλεισε η πόρτα έγειρε λίγο στο πλάι και άφησε να του φύγει μια σχεδόν αθόρυβη κλανιά, βγάζοντας ταυτόχρονα από το συρτάρι ένα φιαλίδιο αποσμητικού χώρου, ψέκασε γύρω του.
«Αυτοί οι γίγαντες και τα σχετικά μπινελίκια που έφαγα χθες μ' έχουν διαλύσει», σκέφτηκε μειδιάζοντας. Δυσκοίλιος όπως ήταν ο Κάππα χαιρόταν να ακούει αυτούς τους ήχους γιατί τους θεωρούσε προάγγελο επίσκεψής του στη λεκάνη της τουαλέτας.
Η πόρτα άνοιξε, σχεδόν αθόρυβα, και μια γυναίκα πέρασε μέσα. Ήταν γύρω στα 43, μετρίου αναστήματος, κομψό κορμί και πανάκριβα ρούχα.
-Καλημέρα κύριε Κάππα, είπε με μια μελωδικη φωνή
-Καλημέρα κυρία μου, περάστε, καθίστε! της είπε δείχνοντας την πολυθρόνα απέναντί του.
-Όμορφα μυρίζει εδώ μέσα, είπε η γυναίκα, να μου πείτε τι αποσμητικό χρησιμοποιείτε..
Κάθισε με ανάλαφρο στυλ σταυρώνοντας αργά και με περίσσια γυναίκεια χάρη τα μακριά της πόδια.
Ο Κάππα για μια στιγμή νόμισε πως η κυρία δεν φορούσε βρακί. «Ιδέα μου θα ήταν…», σκέφτηκε.
-Τι μπορώ να κάνω για σας; τη ρώτησε, παρατηρώντας το όμορφο πρόσωπό της.
-Κύριε Κάππα, αυτά που θα σας πω παρακαλώ να μείνουν μεταξύ μας στην περίπτωση που δεν δεχτείτε να διαλευκάνετε την υπόθεσή μου. Είμαι γνωστή στους υψηλούς κύκλους της αθηναϊκής κοινωνίας και η γνωστοποίηση του λόγου της επίσκεψής μου μπορεί να έχει ακόμα και σοβαρότατες επιπτώσεις στη σημερινή κυβέρνηση. Είμαι σύζυγος πρωτοκλασάτου υπουργού τέλος πάντων. Καταλαβαίνετε τη σοβαρότητα της κατάστασης...
-Κυρία μου, αν δεν το προσέξατε, η πόρτα του γραφείου μου έχει μια πινακίδα που γράφει «γραφείο ιδιωτικού ντέντεκτιβ "ο τάφος"», οπότε εύκολη καταλαβαίνετε ότι η εχεμύθεια είναι αυτοσκοπός για μένα.
-Γι' αυτό το λόγο ήρθα κύριε Κάππα, έχω ακούσει τα καλύτερα λόγια για σας... και κάτι άλλο..μη σκέφτεστε τα χρήματα, συμπλήρωσε, σταυρώνοντας τα πόδια της από την άλλη μεριά.
«Γαμώ το κέρατό μου», σκέφτηκε ο Κάππα, αυτή εδώ βάζω στοίχημα τη χρυσή μου πίπα ότι δεν φοράει βρακί, την άλλη φορά πρέπει να ΄μαι πιο προσεκτικός!», πάλι δεν ήτανε σίγουρος...
-Λοιπόν, ας ξεκινήσουμε, πείτε μου…. της είπε.
-Ναι, είπε αυτή, η υπόθεση είναι λίγο περίπλοκη γιατί εμπεριέχει ψυχοσωματικές προεκτάσεις.
-Τι ακριβώς εννοείτε;
-Θα σας πω την ιστορία από την αρχή..
-Είμαι όλος αυτιά.
-Την περασμένη εβδομάδα, την Τέταρτη, γύρω στα μεσάνυχτα γυρίζαμε με το σύζυγό μου από κάποιο δείπνο. Μόλις φτάσαμε έξω από το σπίτι ο σύζυγός μου, έδιωξε τη προσωπική φρουρά του, ευτυχώς, έτσι μπήκαμε μόνοι μέσα. Εγώ πήγα στο σαλόνι να πιω κάτι για τις καούρες που είχα από το χαβιάρι που είχα φάει. Ο άνδρας μου προχώρησε στο υπνοδωμάτιο για να κοιμηθεί. Τότε ήταν που άκουσα στην αρχή έναν ανεπαίσθητο θόρυβο, αλλά δεν έδωσα ιδιαίτερη σημασία γιατί το σπίτι φυλάσσεται με τελευταίας τεχνολογίας μέτρα ασφαλείας. Είχα πιει σχεδόν τρία ποτήρια σόδας και ακριβώς στο δεύτερο ρέψιμο μού συνέβη το γεγονός που με έκανε να χάσω το μυαλό μου και τον ύπνο μου. Κύριε Κάππα, δεν έχω κοιμηθεί από τότε, αυτό που έγινε ήταν η προσωπική μου ανάσταση, η ζωή μου απέκτησε το χαμένο νόημά της. Κύριε Κάππα, σας παρακαλώ βοηθήστε με, να πέσω στα πόδια σας, θα κάνω ότι θέλετε, σας παρακαλώ, σας ικετεύω, ψέλλισε.
- Ολοκληρώστε και υπόσχομαι να κάνω ό,τι μπορώ, είπε ψύχραιμα ο Κάππα.
- Ναι, είπε η γυναίκα, στο δεύτερο ρέψιμο λοιπόν, μια σκιά πετάχτηκε πίσω από τις πανάκριβες κουρτίνες μου και μου έκλεισε το στόμα με τη παλάμη του χεριού του. Μου κόπηκε η ανάσα, φοβήθηκα πολύ, ενώ με το άλλο του χέρι μου έσκισε την πανάκριβη βραδινή τουαλέτα μου, χουφτώνοντας τα κωλομέρια μου. Στο σημείο αυτό ο φόβος μού έφυγε ως δια μαγείας και τη θέση του πήρε η περιέργεια. Την επομένη στιγμή το ίδιο χέρι πέρασε μπροστά μου και μου χάιδεψε τη πηγή χαράς κάθε γυναίκας. Άρχισα να λαχανιάζω κι αυτός, μάλλον φοβούμενος, να μη με πνίξει απελευθέρωσε το στόμα μου και ρίχνοντάς με στο πάτωμα μου άνοιξε με δύναμη τα ποδιά και μπήκε μέσα μου. Η λαχανιασμένη ανάσα του ακουγόταν βαριά στο δεξί αυτί μου, αλλά αυτό που μου έκανε εντύπωση, και είναι η αίτια που έχασα τον ύπνο μου, ήταν το μαραφέτι του. Τέτοιο μαραφέτι δεν το έχω νιώσει ποτέ, σκέτη γλύκα! πρέπει να ήταν 25 πόντους το λιγότερο! Αχ, που ΄σαι καλέ μου!! αναστέναξε η κυρία..
Ο Κάππα σηκώθηκε, είχε κοκκινίσει το πρόσωπο του.
-Μισό λεπτό να πάω στη τουαλέτα γιατί έχω κάποια προβλήματα με τον προστάτη τώρα τελευταία..
-Βεβαίως, είπε εκείνη.
«Μ΄ έκανε πύραυλο», είπε ψιθυριστά περνώντας τη πόρτα της τουαλέτας. Έριξε λίγο παγωμένο νερό στο δικό του μαραφέτι, πήρε μερικές βαθιές ανάσες και ξαναγύρισε.
-Μάλιστα, είπε, απ' όσα καταλαβαίνω θέλετε να συλληφθεί ο βιαστής και να οδηγηθεί στη δικαιοσύνη.
-Είστε με τα καλά σας; είπε αυτή θυμωμένα.
- Και τι θέλετε δηλαδή να κάνω;
- Να τον βρείτε και να με φέρετε σε επαφή μαζί του. Θέλω να επαναλάβει αυτό που μου έκανε, είπε η κυρία με καταφανέστατη ηδονή στη φωνή της.
-Είστε σίγουρη;
-Απολύτως!! Γι΄ αυτό ήρθα σε ΄σας, φημίζεστε για την επαγγελματικότητα και την εχεμύθειά σας.
-Σ΄ αυτό έχετε απόλυτο δίκιο, είμαι ο καλύτερος στη πιάτσα, είπε ο Κάππα καμαρώνοντας σαν γύφτικο σκεπάρνι.
- Ο Θεός να σας έχει καλά, είμαι διατεθειμένη να σας πληρώσω όσα μου ζητήσετε.
- Υπογράψτε εδώ αυτή την επιταγή και το απόγευμα θα έχετε το όνομα του βιαστή σας.
- Σοβαρά μιλάτε; ρώτησε με αγωνία στο πρόσωπο, υπογράφοντας την επιταγή χωρίς καν να κοιτάξει το ποσό.
-Η γραμματέας μου στις 18:17 το απόγευμα θα σας τηλεφωνήσει και θα σας πει το όνομά του. Από ΄κει και πέρα δική σας η επιλογή. Αν θέλετε να τον συναντήσετε μόνη ή να τον φέρω εγώ σε ΄σας.
-Σας ευχαριστώ πολύ, τώρα κατάλαβα πως δικαιολογείται η φήμη που σας συνοδεύει, είπε ξεσταυρώνοντας τα πόδια.
Ο Κάππα προσεκτικός αυτή τη φορά, ήταν πια σίγουρος. Η κυρία δεν φορούσε βρακί!
-Καλή σας μέρα κυρία μου, είπε ο Κάππα και σηκώθηκε να τη χαιρετήσει.
Το τελευταίο πράγμα που είδε απ' αυτήν ήταν το χαμόγελο ικανοποίησης στο πρόσωπό της. Γύρισε κι έκατσε στο γραφείο του.
Στο μυαλό του βόλταραν πολλές σκέψεις. Σήκωσε το τηλέφωνο και κάλεσε τη γραμματέα του.
-Με θέλετε; ρώτησε η Ασπασία.
-Ναι καμάρι μου, πάρε τηλέφωνο το απόγευμα στις 18:17 ακριβώς την κυρία που μόλις έφυγε και πες της ότι το πρόσωπο που ψάχνει να βρει είναι ο σύζυγός της.
-Μάλιστα κύριε Κάππα!
Ο Κάππα έγειρε στη δερμάτινη πολυθρόνα του, έβαλε το τσιγάρο στο στόμα, τράβηξε βαθιά μια τζούρα κοίταξε το ταβάνι και σκέφτηκε ότι "αυτό που ψάχνουμε πολλές φορές είναι δίπλα μας αλλά αρνούμαστε να το δούμε…"

26.8.08

Το ξύλινο αλογάκι



«Πολυ ατακτος τυπος αυτος ο καππα... αλλα και κεινη η αλλη, η πως την λενε, δεν παει πισω…εχουν λυσσαξει … απο φασαρια τιποτε αλλο. Ετσι μουρχεται να σηκωθω επανω και οποιον παρει ο Χαρος».

Αυτα σκεφτοταν η Σοφια μεσα στον υπνο της, και ηταν τοσο κουρασμενη που δεν μπορουσε ουτε τα χερια της να κουνησει για να κλεισει τα αυτια της.

Ο καππα και η αλλη, η πως την λενε, αλωνιζανε κυριολεκτικα μεσα στο δωματιο της, μπροστα της, χωρις να υπολογιζουν τιποτε και κανεναν. Χοροπηδαγαν πανω στο κρεβατι, πεταγανε τα παιχνιδια, ουρλιαζαν… κανανε τελος παντων ο,τι κανουν δυο παιδια μονα στο σπιτι. Καθε μερα το ιδιο, το ιδιο, κρυφα χωρις να ρωτανε κανεναν, τρυπωναν στο δωματιο της Σοφιας, που της αρεσε να κοιμαται με το φως του ηλιου, και οργιαζαν.

Και σαν να μην εφτανε αυτο… μια στις δεκα λεξεις που ελεγαν ηταν το ονομα της.

«πλουσια η Σοφια» ο ενας, «φοβερα φορεματα εχει αυτη η Σοφια», η αλλη. Τοχανε παρει σκοινι κορδονι… μα οταν εβλεπαν οτι ο ηλιος πηγαινε για υπνο, τακτοποιουσαν οπως οπως και γινονταν λουηδες.

Μια μερα του Σεπτεμβρη ομως ξεχαστηκανε.. θες επειδη στο τραπεζακι βρηκανε γλυκα, θες επειδη η τυχερη Σοφια ειχε αποκτησει ενα καινουριο παιχνιδι… ξεχαστηκαν...

«Καλα δεν πιαστηκανε τοσες ωρες να κουνιουνται πανω στο ξυλινο αλογακι μου;.. θα το ξεπατωσουν στο τελος» σκεφτοταν η Σοφια μεσα στον υπνο της, «ασε που τα γλυκα τα ρημαξανε».

Εκεινη τη μερα ο ηλιος εφυγε πιο γρηγορα απο τις αλλες φορες. Ο καππα και η αλλη, πως τη λενε, χαμπαρι δεν πηραν μεχρι την ωρα που ακουσαν ενα θροισμα. Γυρνωντας ειδαν στο παράθυρο τεσσερα ποδια να στεκονται σα να περιμεναν κατι.

«ρε καππα, η μανα μου ειναι», ψιθυρισε η αλλη, η πως τη λενε, «και η δικη μου.. αμαν! χαθηκαμε!», συμπληρωσε ο καππα» φανερα πανικοβλημενος.

Τι ακολουθησε δεν περιγραφεται … φαγανε το ξυλο της χρονιας τους και οι δυο. Τοσο που δεν ξαναπατησαν στο δωματιο της Σοφιας. Βρηκανε πιο σοβαρο παιχνιδι. Μετρουσαν τα μπαλωματα απο κατι διαβαταρικες αγελαδες, πρωι και απογευμα.


Η Σοφια ειχε πεθανει πριν λιγα χρονια σε παιδικη ηλικια και βρισκοταν θαμμενη σε οικογενειακο ταφο μαζι με το δωματιο της. Ηταν πολλη πλουσια βλεπετε.

24.8.08

Τελευταίο βαλς στην Αριζόνα


Εκείνος: φαίνεται ότι το κείμενο έχει πάθει την πλάκα του
Εκείνη: δεν πειράζει… εγώ το ακούω κι έτσι… παλιά ροκ είναι ε;
Εκείνος: ναι με το σκάνερ το έφτιαξα
Εκείνη: το βλέπω στο πίσω μέρος … το γράφει στο βουνό πέρα δεν βλέπεις;
Εκείνος: ναι … τελικά θα πάμε; γιατί να μη δοκιμάσουμε και μεις τα αντανακλαστικά μας;
Εκείνη: να πάμε έχει θάλασσα... ωραία και βαθιά
Εκείνος: την ξέρουν και άλλοι;
Εκείνη: σιγά! τυφλοί είναι όλοι…
Εκείνος: απίστευτο. Δεν βλέπουν τη προέκταση;
Εκείνη: όχι νομίζουν ότι είναι ορίζοντας
Εκείνος: ναι γιατί μάθανε ότι η θάλασσα είναι κάτω και το βουνό επάνω
Εκείνη: γι΄ αυτό σε αφήνω να με κάνεις ότι θες
Εκείνος: κι εγώ για αυτό σου ανήκω
Εκείνη: δεν θέλω τίποτα άλλο
Εκείνος: παράξενο φεγγάρι όμως…
Εκείνη: είναι μεγάλο και φαίνονται οι κάκτοι μέσα... το πρόσεξες;
Εκείνος: νόμιζα πως ήταν τα χέρια σου
Εκείνη: μη λυγίσεις
Εκείνος: όχι σε κρατάω γερά δεν χρειάζομαι πια το φράχτη
Εκείνη: οι λύκοι πού είναι απόψε;
Εκείνος: ύποπτο αυτό
Εκείνη: μη με στροβιλίζεις άλλο... δεν θα έρθουν
Εκείνος: για να ξυπνήσεις το κάνω
Εκείνη: νιώθω την ανάσα σου και φεύγει η ψυχρα
Εκείνος: το τελευταίο βράδυ εδώ πρέπει να είναι το καλύτερο… το πιο γλυκό
Εκείνη: είναι και τα ζώα ... τι θα κάνουμε μ΄ αυτά;
Εκείνος: είμαι πολύ χαρούμενος που θάναι κι αυτά ελεύθερα
Εκείνη: δεν το πιστεύω ... μάθανε να ζουν από μας
Εκείνος: με μπέρδεψες τώρα..
Εκείνη: δεν πειράζει .. δεν με νοιάζει τίποτα
Εκείνος: και μένα .. μου φτάνει που είσαι
Εκείνος: δωδεκάχορδες είναι οι λέξεις
Εκείνη: για πάντσο μου μοιάζουν
Εκείνος: πάντως ενα βαλσάκι θα το χορέψουμε πριν φύγουμε
Εκείνη: λες να το καταλάβουν;
Εκείνος: και τι έγινε; ας πάνε για δάνειο
Εκείνη: ναι... άνοιξαν στην πόλη δυο τρεις τράπεζες ζωής
Εκείνος: να μάθουν να φτύνουν κι αυτοί φωτιά
Εκείνη: και να γεύονται διψασμένα χείλη
Εκείνος: πάμε;
Εκείνη: έτοιμη
Εκείνος: έτσι; σκέτα;
Εκείνη: όχι… με αυτό που είπαμε
Εκείνοι: ΔΕΝ ΜΑΣΑΜΕ ΡΕΕ………

21.8.08

I'll exam every inch of u


Οι γατες.. οι γατες ειναι πλασμενες ετσι ωστε κανενα λουρι να μην μπορει να σταθει στο λαιμο τους. Μερικες φορες μου περναει απο το μυαλο πως μπορει να εμφανισθηκαν στη γη μετα την εφευρεση "λουρι", ετσι για να αποδειξουν την ανθρωπινη ανεπαρκεια να υποταξει τη φυση.

Εχετε δει ποτε γατα με λουρι; Δυσκολο... Κι ομως ο καππα μια καλοκαιρινη μερα σε εναν δυτικο τοπο ειδε μια γατα να κοιμαται με ενα σκοινι στο λαιμο. Ηταν απο κεινα τα καραβισια τα θεορατα σχοινια, που αναρωτιεσαι με τι δαχτυλα αραγε να δενουν τους κομπους... Ηθελε, λεει εκεινος που την ειχε, να μην του φυγει. Φαινοταν τυπος για αραξοβολι. Δεν ηταν για πολλα-πολλα. Και ναυτικος να υπηρξε, το πολυ να δουλευε σε κανενα φεριμποτ.

Το λουρι η αληθεια ειναι οτι ηταν μακρυ. Φαινεται για να δινει στη γατα την αισθηση της ελευθεριας. Εκεινη, εμαθε ο καππα, οτι στην αρχη δεν κοιμοταν, παλευε ολη μερα κι ολη νυχτα να βγαλει το πραγμα αυτο απο το λαιμο της. Ο φεριμποτας ομως ολο και το διορθωνε. Ισως η γατα να καταριοταν και την ωρα που πλησιασε τον ανθρωπο. Ποιος ξερει τι σκεψεις μπορει να κανει μια γατα αλλωστε.... Ετσι εγκατελειψε τις προσπαθειες και αρχισε να συνηθιζει στον περιορισμενο χωρο της. Μπορει πια και το βεληνεκες να της φαινοταν οτι ηταν ολος ο κοσμος. Μετα ομως αρχισε να σεργιαναει ολο και λιγοτερο. Και σιγα σιγα περναγε τον καιρο της γυρω απο τα πιατα της.

Οσες φορες και να την πλησιασε ο καππα εκεινη δεν αντεδρασε. Το ιδιο κι οταν την πλησιαζε εκεινος που την κυριευσε. Ο καππα καθοταν εκει ωρες πολλες και παρατηρουσε το αταιριαστο διδυμο. Τιποτα.. εκεινη κοιμοταν και εκεινος τη χαϊδευε, ματαια. Ωσπου ενα πρωι ολα αλλαξαν. Ο ανθρωπος εκλαιγε γοερα και ουρλιαζε για την απροσεξια του. Το λουρι ηταν αδειο... εκει κοντα στο πιατο. Και η γατα του ετρεχε περα μακρια απο τη θαλασσα και το σπιτι της μαζι με μια αλλα γατα... αυτην που περασε εκεινη τη νυχτα απο διπλα της και της εδωσε τη δυναμη να βγει απο το λουρι. Εκεινη που κοιταξε στα μυχια της ψυχης της και σταθηκε στην πισω πλευρα.. στην αναποδη.. εκει που ακομη κυριαρχουσε η γατα και οχι ο φεριμποτας.

Ο καππα χαμογελασε..και τοτε σκεφτηκε πως ετσι κουλουριασμενη που ηταν η γατα, ποτε δεν ειχε προσεξει το φυλο της. Ουτε ζητησε να το μαθει. Μηπως οταν αγοραζουμε ενα λουτρινο ρωταμε το φυλο του; Ετσι ποτε δεν εμαθε ποιος ηταν ο γατος και ποια η γατα. Γιατι; Ειχε καμια σημασια; Ετρεχαν, ηδη, δυο τους... χωρις λουρι.. χωρις ανθρωπους γνωριζοντας ολες τις πτυχες τους... τις δυνατες και τις αδυνατες...

1.8.08

Το καππάκι

Ο παππούς του μικρού Κάππα πέθαινε, είχε πάθει βαρύ εγκεφαλικό μετά από κατανάλωση μιας γαβάθας διαφόρων γλυκισμάτων που του έφεραν κάποιοι γείτονες. Δίπλα του, στο νεκροκρέβατο καθόταν ο μικρός Κάππα ο οποίος κρατώντας του το χέρι παρατηρούσε με περιέργεια την αόρατη παρουσία του θανάτου. Δεν του είχε ξανατύχει να βλέπει άνθρωπο να πεθαίνει.

Ο παππούς του Κάππα, ένας ψηλός άντρας, ογδόντα πέντε χρονών, φαινόταν ήρεμος. Το αριστερό γόνατό του το είχε χτυπήσει στο Οχάιο όταν δούλευε σε μια φάμπρικα, και από τότε δεν το λύγισε ποτέ, ήταν συνεχώς τεντωμένο. Συχνά έλεγε, χαριτολογώντας, ότι καλύτερα να είχε χτυπήσει το καβλί του ώστε αυτό να είχε μείνει όρθιο για πάντα, γιατί αργότερα αντιμετώπισε κάποια προβλήματα στύσης, λόγω ηλικίας απ' ό,τι έλεγε. Είχε έντονη την αίσθηση του χιούμορ, ήταν φαγάς, έπινε σαν νεροφίδα ό,τι έβρισκε, ήταν γλεντζές αλλά και σκεπτόμενο άτομο. Παντρεύτηκε δύο φορές επίσημα και άλλες δύο στη ζούλα, αγαπούσε την country μουσική, κάπνιζε σαν φουγάρο και φορούσε πάντα δερμάτινα παπούτσια.

Ήταν ένας αξιαγάπητος και χαμηλών τόνων άνθρωπος και τους σύνδεε μια ιδιαίτερη σχέση. Τον αγαπούσε γιατί είχε το όνομά του, αλλά πιο πολύ γιατί νόμιζε ότι του έμοιαζε στον χαρακτήρα, μάλιστα του έλεγε ότι του είχε έτοιμη και μια κοπέλα να τον παντρέψει, μόλις ο μικρός καταλάβαινε ότι μπορεί να ανταποκριθεί στις γυναικείες ανάγκες. Τα περισσότερα βράδια κοιμόντουσταν μαζί και τότε ήταν που ο μικρός Κάππα άκουγε τις ωραιότερες ιστορίες του κόσμου. Ο παππούς Γιώργης -ο Σμυρνιός- ήταν γεμάτος περιπέτειες από μακρινές χώρες και ήταν τόσο έντονες οι περιγραφές που ο μικρός τις έβλεπε στα όνειρά του. Αυτός επίσης του έμαθε και τα πρώτα εγγλέζικα.

Τώρα πέθαινε, αλλά φαινόταν τόσο ήρεμος. Σήκωσε λίγο το κεφάλι σαν να ήθελε κάτι να πει. Ο μικρός Κάππα έσκυψε και έφερε το αυτί του κοντά στο στόμα του παππού του:
-Βγάλε τους όλους έξω, είπε ο παππούς.
-Τελευταία επιθυμία;, ρώτησε ο Κάππα.
-Όχι, θέλω κάτι να σου πω, είπε.
Ο μικρός Κάππα σηκώθηκε και τους έβγαλε όλους έξω. Τους κοιτούσαν με ανοιχτό το στόμα.
-Δεν έχει ξαναγίνει αυτό, είπε μια γριά.
Ο μικρός Κάππα έκλεισε την πόρτα και ξαναγύρισε στην θέση του. Τον έτρωγε η περιέργεια.,
-Λοιπόν, άρχισε ο παππούς, έχουμε πει πολλά οι δυο μας.
-Ναι, είπε ο Κάππα.
-Δεν έχω χρόνο να τα ξαναπώ όλα, σε λίγο θα πεθάνω..
-Δεν φοβάσαι;
-Γιατί να φοβάμαι, αφού τώρα που ζω ο θάνατος είναι απών, ενώ όταν θα είναι αυτός εδώ, εγώ θα είμαι απών. Στην ουσία δεν πρόκειται να συναντηθούμε.
-Λογικό ακούγεται, είπε ο Κάππα.
-Άρα συμφωνείς μαζί μου.
-Νοιώθεις κάτι ιδιαίτερο αυτές τις στιγμές;
-Απολύτως τίποτα, μάλλον νοιώθω σαν να θέλω να χέσω μπορεί να είναι η ψυχή που θέλει να φύγει, ίσως τελικά φεύγει με τη μορφή πορδής και όχι εκπνοής, θα δούμε σε λίγο, δώσε μου ένα τσιγάρο.
-Θα σου κάνει κακό, είπε ο μικρός Κάππα
-Αφού πεθαίνω τι κακό θα μου κάνει;
-Σωστά, είπε ο Κάππα.
Του ΄δωσε ένα τσιγάρο, εκείνος τράβηξε μια βαθιά τζούρα, φύσηξε αδύναμα τον καπνό.
-Να μην ξεχάσεις αυτά που σου είπα..
-Ναι, είπε ο Κάππα, μείνε ήσυχος..
-Επειδή ξέρω ότι είσαι λίγο επιπόλαιος σου 'χω γράψει σε ένα κομμάτι χαρτί το μεγάλο μυστικό για να περάσεις καλά στη ζωή σου, αλλά δεν θα το αποκαλύψεις ποτέ σε κανέναν.
-Το υπόσχομαι, πού είναι ;
-Μέσα στο θαλασσί βάζο στην πιατοθήκη. Πήγαινε τώρα και πάρτο.
-Τώρα;
-Τώρα..
ο μικρός σηκώθηκε
-Περίμενε, του είπε ο παππούς, έλα να σε φιλήσω..
Ο μικρός Κάππα έσκυψε, ο παππούς τον φίλησε στο μάγουλο, ένα δάκρυ κύλησε από το δεξί του μάτι.
-Πήγαινε τώρα...

Ο μικρός όπως πήγαινε γύρισε και τον κοίταξε, ο παππούς τον κοιτούσε με ένα περίεργο χαμόγελο, ένα χαμόγελο που ο Κάππα δεν μπόρεσε ποτέ να ερμηνεύσει. Προχώρησε με αργά βήματα, έφτασε στην πιατοθήκη και άνοιξε το θαλασσί βάζο. Ένα μικρό κιτρινισμένο χαρτί υπήρχε μέσα. Το άνοιξε, το διάβασε, δεν υπήρχαν περισσότερες από δέκα λέξεις. Η ανάσα του κόπηκε απότομα, έπαθε σοκ, κρύος ιδρώτας τον έλουσε, έτρεμε ολόκληρος.

-Ώστε αυτό είναι τελικά, ψιθύρισε. Τα πόδια του δεν μπορούσαν να τον στηρίξουν, με όση δύναμη είχε επέστρεψε και κάθισε στη θέση δίπλα στον παππού, έτοιμος να τον ρωτήσει γι΄ αυτά που έγραφε το χαρτί. Το βλέμμα του συνάντησε το ορθάνοιχτο στόμα του παππού του και τα θολά μάτια του. Το μόνο που έκανε ήταν να διώξει μια μύγα που κάτι τσιμπολογούσε καθισμένη στην κάτω μασέλα. Σηκώθηκε, τον φίλησε στο μέτωπο, άνοιξε την πόρτα έχοντας το χέρι ακόμα στην τσέπη, και σφίγγοντας το χαρτί με όση δύναμη διέθετε.

Από τότε το ΄χει πάντα μαζί του, όπου κι αν πήγε, όπου κι αν ταξίδεψε, έκρυψε μέσα του το μεγάλο μυστικό για πάντα. Δεν είναι όμως ακόμα βέβαιος αν θα το πει στο παιδί του. Οι καιροί άλλαξαν από τότε, ίσως να μην έχει τόση σημασία πια...