23.12.09

Ευχές από τον πνευματικό μου καθρέπτη


... σπρωξε, σπρωξε στο τελος κατι θα χωρεσει και για 'μας ...


Χρονια πολλα


.
-Καλησπερα πνευματικε μου καθρεπτη.
-Καλησπερα.
-Βλεπω αφησες μουστακι.
-Δεν ειναι μουστακι, ειναι αφρος μπυρας.
-Που τη βρηκες;
-Σου επεσε καθως εφευγες την τελευταια φορα που με επισκεφθηκες.
-Αδυνατο. Δεν αφηνω τιποτε πισω μου οταν φευγω.
-Τοτε για μια φορα φανηκες απροσεχτος.





Μολις ειχα κατεβει τα σκαλοπατια του σκοτεινου ημιυπογειου δωματιου που νοικιαζα για λογαριασμο του πνευματικου μου καθρεπτη. Ηταν δικη του επιλογη αυτο το μερος. Ενα δωματιο χωρις φωτισμο, επιπλα, κουρτινες, οικιακες συσκευες, τηλεφωνο. Ενας χωρος γυμνος. Ενας χωρος ακαταλληλος για συνενοχους.
.
Στο τελος καθε χρονιας διατηρω τη δυσνοητη συνηθεια, να βρισκομαι ενωπιος ενωπιω με τον πνευματικο μου καθρεπτη. Ο πνευματικος μου καθρεπτης, εχει αναλαβει αυτη τη διαδικασια αυτοκλητα -εχουν περασει τοσα χρονια που δεν θυμαμαι ποιος του εδωσε αυτο το δικαιωμα- για την εκτιμηση της ψυχικης μου συμπεριφορας και καταστασης αλλα και, το πιο σημαντικο, της ψυχικης μου ανατασης, αν απαιτειται.
.
Να σημειωθει εδω με εντονα γραμματα οτι ο πνευματικος μου καθρεπτης δεν ανηκει σε καμμια σχολη, συλλογο, θρησκεια, συνδικατο, απελευθερωτικο μετωπο, ομαδα αιματος, ναυτικο ομιλο, λεσχη απατημενων κουμπαρων και τελος παντων, ολα τα συναφη που εχουν σχεση με την ομαδοποιημενη, συνεπως ελεγχομενη, κοινωνικη συνειδηση. Εκτιμωντας ολα τα προηγουμενα στην αρχη της γνωριμιας μας, απεκτησα, δικαια, την πεποιθηση οτι εχω καθε λογο να εμπιστευομαι την αποψη του και να δινω την πρεπουσα σημασια σ’ αυτη. Οποιος βιαστει και τον χαρακτηρισει ως καθοδηγητη θα κανει τεραστιο λαθος, γι’ αυτο τον συμβουλευω να αποφυγει τα βιαστικα συμπερασματα γιατι θα πεσει σαν κουτορνιθι στην παγιδα του μη αναγκαιου ατοπηματος.

Ετσι λοιπον, χθες λιγο πριν σκοτεινιασει, με τα συννεφα να ‘ναι ακομα κοκκινα στον ουρανο, πηγα και σταθηκα απεναντι του. Με κοιταξε ως συνηθως με υποψιασμενο βλεμμα, μειδιασε ελαφρως ειρωνικα και, ειπε:
-Λοιπον, τι εχουμε φετος; Υπαρχει κατι καινουργιο να μου πεις; Αν ειναι να επαναλαβεις την ιδια μαλακια που μου κοπανας τα τελευταια χρονια, κοψε λασπη. Δεν εχω καμμια ορεξη ν’ ακουσω παλι τα ιδια.
-Ακου, εχουν παρει πολυ αερα τα μυαλα σου. Σου υπενθυμιζω οτι την υπαρξη σου την οφειλεις σε μενα. Διαφορετικα θα ‘σουν μια ξεραμενη κουραδα πεταμενη στην ακρη του δρομου, που ικετευει καποιο απο τα ποδια που περνουν διπλα σου να σε κλωτσησει, ειτε απο τυχη ειτε απο αηδια, για να βρεθεις στον υπονομο, το φυσικο σου περιβαλλον, που περναει απο κατω για να νοιωσεις λιγη δροσια και ανακουφιση.
Ο πνευματικος μου καθρεπτης χαμηλωσε το βλεμμα σκεφτικος. Εδειχνε μελαγχολικος. Δεν μιλησε για λιγο. Ειχε τα χειλη σφιγμενα. Επεσε σιωπη στο αδειο δωματιο. Μετα, ξανασηκωσε τα ματια του και ειπε:
-Ναι ετσι ειναι. Διχως εσενα θα ‘μουν ανυπαρκτος. Αλλα μη ξεχνας οτι και σε μενα οφειλεις πολλα. Ειναι σαφες οτι ο ενας εχει αναγκη τον αλλον.
Εκανα πως δεν ακουσα και δεν αποκριθηκα.
-Εσυ κατι εχεις. Σε βλεπω προβληματισμενο. Ειμαι ολος αυτια. Εξ’ αλλου γι’ αυτο το λογο ηρθες.
-Ναι. Εχω κατι πολυ σοβαρο να σου πω, αλλα δεν ξερω πως να το εκφρασω.
-Πες το οπως σου βγαινει.
-Να, τωρα τελευταια αισθανομαι οτι εχω γινει ....
-Τι εχεις γινει;
-Οτι εχω γινει...
-Απροσεχτος;
-Οχι, οτι εχω γινει..
-Ονειροπολος;
-Οχι, οτι εχω γινει.. πως να το πω..;
-Ματακιας;
-Οχι, οχι τετοιο, θελω να βρω τη σωστη λεξη...
-Πουστης;
-Οχι καμμια σχεση... μμμ ... νομιζω...
-Κουφος;
-Οχι. Το βρηκα!
-Αντε πες το..
-Οτι εχω γινει συναισθηματικος....
-Συναισθηματικος; Ελα τωρα...
-Ναι, αυτο ειναι! Συναισθηματικος..
-Και δυσκολευοσουν να βρεις αυτη τη λεξη;
-Σωστα.
-Γιατι;
-Δεν ξερω.
-Τι σε εκανε να πιστευεις οτι εχεις γινει συναισθηματικος;
-Διαφορα περιστατικα.
-Θα μου πεις καποιο απο αυτα για να εχω μια πιο συγκεκριμενη εικονα;
-Ναι. Πριν μερικες μερες μπροστα στα ματια μου, μεσα στο πληθος καποιος χαστουκισε αγρια τη συντροφο του. Χωρις να το καταλαβω ορμησα αλαφιασμενος και του εχωσα το δαχτυλο οσο πιο βαθεια μπορουσα.
-Που; Στο κωλο;
-Οχι στο ματι.
-Του το εβγαλες ;
-Δεν ξερω γιατι επεσε πανω μου το πληθος και με απομακρυνε απο το χωρο. Ημουν σε εξαλλη κατασταση. Ακομα και τωρα που το σκεφτομαι το νευρικο μου συστημα δεχεται τρομερη δοκιμασια.
-Καλα ηρεμησε. Υπαρχει καποιο αλλο περιστατικο που να στοιχειοθετει την ταση σου για συναισθηματικη εξαρση;
-Θα σου πω ακομα ενα που νομιζω οτι αποτελει πιο χαρακτηριστικο δειγμα.
-Σε ακουω.
-Πριν πεντε μερες ειχα τα γενεθλια μου.
-Να τα εκατοστησεις.
-Ευχαριστω. Εγω φυσικα οπως καθε χρονια το ‘χα ξεχασει εντελως. Προς το τελος της μερας χτυπησε το τηλεφωνο. Ηταν το κοκκινο ειδυλλιο που μου ζητησε να συναντηθουμε επειγοντως. Επειδη η φωνη ακουγοταν λαχανιασμενη, θεωρησα οτι κατι σοβαρο θα συνεβαινε. Εκρινα σκοπιμο να το συναντησω αμεσως. Η συναντηση οριστηκε κατω απο το πετροχτιστο καμπαναριο στην πλατεια της αγιας αικατερινης στις εννια ακριβως, το βραδυ. Θυμαμαι την ωρα γιατι καθως ημουν κατω απο το ρολοι του καμπαναριου εκεινο αρχισε να χτυπαει δαιμονισμενα εννια φορες. Εκανε τετοιο θορυβο που τρομαξα τοσο πολυ που το εβαλα στα ποδια τρεχοντας προς αδιευκρινιστη κατευθυνση. Ευτυχως η φωνη του ειδυλλιου που ακουσα να με καλει καταπραϋνε την τρομαρα μου και σταματησα. Με τα πολλα αφου καταφερα να ριξω τους παλμους της καρδιας μου -με ενα κολπο που μου εμαθε μια νοσοκομα μια φορα κι ενα καιρο- το ειδυλλιο μου αποκαλυψε το λογο που με καλεσε. Επεσα απ’ τα συννεφα. Η χειρονομια που εκανε με αφησε αφωνο. Αφωνο απο συγκινηση. Μου προσφερε ενα υπεροχο δωρο για τα γενεθλια μου. Ενοιωσα μια εκρηξη μεσα μου, σαν φουρνελο σε νταμαρι. Η καρδια μου αρχισε να κτυπαει σαν κομπρεσερ. Με φωνη που ετρεμε ευχαριστησα το κοκκινο ειδυλλιο και το αγκαλιασα. Που; Καταμεσις του δρομου. Ποιος; Εγω! Εγω να αγκαλιασω το ειδυλλιο στη μεση μιας πλατειας γεματη κοσμο! Ανηκουστο. Παντα χαρακτηριζα αυτους που αγκαλιαζονται ερωτικα σε δημοσιους χωρους ως επιδειξιομανεις, κρυοκωλους, φτηνους θεατρινους, ξιπασμενους. Κι ομως να, εκανα ακριβως το ιδιο. Εκεινη τη στιγμη ακριβως διαπιστωσα οτι οι αποχρωσεις ενδειξεις για εντονη ταση συναισθηματικης συμπεριφορας που ειχα το τελευταιο διαστημα, εγιναν χειροπιαστες αποδειξεις. Ηταν βεβαιο οτι κατι ανεπανορθωτο ειχε συμβει στον εσωτερικο μου κοσμο. Απο εκεινη τη στιγμη και μετα νοιωθω διχασμενος. Το παλιο με το καινουργιο δινουν μια λυσσαλεα μαχη για το ποιο θα κυριαρχησει. Ειμαι σε τρομερο αδιεξοδο. Γι’ αυτο το λογο ηρθα να μου δωσεις τη συμβουλη σου, αν και θα ερχομουν ετσι κι αλλιως οπως το συνηθιζω καθε τελος χρονιας.
.
Ο πνευματικος καθρεπτης κουνησε τα ματια του και κοιταξε πισω απ’ την πλατη μου. Σαν να ατενιζε στο απειρο. Εδειχνε αφηρημενος.
-Δωσε μου ενα τσιγαρο.
Του εδωσα ενα τσιγαρο. Αναψα για μενα αλλο ενα. Θα το ειχε καπνισει μεχρι τη μεση οταν γυρισε και μου ειπε.
-Δεν θελω να σε στενοχωρησω αλλα αυτη η αλλαγη που διεκρινες στον χαρακτηρα σου ειναι χαρακτηριστικο δειγμα οτι γερνας. Περνας τη λεπτη γραμμη που περναει καθε αντρας απο μια ηλικια και μετα. Αφηνεις ασυναισθητα πισω ενα κομματι του εαυτου σου που μαζι του εζησες για πολλα χρονια και εγινες ενα με αυτο. Το δυνατο τρανταγμα που ενοιωσες ηταν η δυναμη της αλλαγης που ηρθε και σε βρηκε απροετοιμαστο. Νομιζω οτι τα δυσκολα εφυγαν. Το πρωτο κυμα, το πιο ισχυρο περασε. Τα επομενα ειναι απλοι κυματισμοι που απλως θα στο υπενθυμιζουν. Προσπαθησε να επιπλευσεις πανω τους, δεν εχεις αλλη επιλογη. Αυτα ειχα πω.
.
Εμεινα να τον κοιταζω σκεφτηκος. Μετα χαμογελασα. Εχωσα τα χερια στις τσεπες του παντελονιου μου και τις γυρισα προς τα εξω. Οτι υπηρχε μεσα επεσε το πατωμα. Ο πνευματικος μου καθρεπτης με κοιταζε με περιεργεια. Σιγουρα ειχε καταλαβει το νοημα της κινησης μου.
Χαμογελασε κι αυτος.
-Φευγω τωρα, θα τα πουμε του χρονου παλι.
-Καλα, προσεχε τις ναρκες εκει εξω, ξερεις τι εννοω.
Σηκωσα το χερι και του εκανα κωλοδαχτυλο.
-Αληταμπουρα, ψιθυρισε πισω μου καθως τον αφηνα.
.
Ανεβηκα βιαστικα τα σκαλοπατια, ανοιξα την πορτα, βγηκα εξω, διπλοκλειδωσα τη πορτα πισω μου και βρεθηκα στο πλακοστρωτο μισοσκοτεινο δρομακι. Σταθηκα για λιγο και κοιταξα ψηλα. Τα αστερια ηταν ακομα στη θεση τους. Η νυχτα ειχε προχωρησει. Τραβηξα μια δυνατη εισπνοη απο τη μυτη. Η αιωνια εντονη μυρωδια της σαπιλας διατηρουταν ακομα αναλλοιωτη στην ατμοσφαιρα. Ολα ηταν ακριβως τα ιδια, δεν ειχε αλλαξει τιποτα. Δεν ξερω γιατι, αλλα διαπιστωσα οτι ενοιωσα ικανοποιηση που βρεθηκα παλι σε αυτο το γνωριμο οικειο περιβαλλον.
.
«Υπαρχουν καποια πραγματα που δυσκολα αλλαζουν κι ενα απο αυτα ειναι ο κοσμος που μας πεταξαν να ζησουμε» σκεφθηκα και, βαζοντας τα χερια στις τσεπες απομακρυνθηκα οσο πιο γρηγορα γινοταν απο το ημιυπογειο μικρο δωματιο.

16.12.09

Ο σκύλος φάντασμα




Φτυνεις ψηλα, φτυνεις τα μουτρα σου.
Φτυνεις χαμηλα , φτυνεις τ' αρχιδια σου.
Αργυρης Θαλασσιος - πρωην οπιομανης ερασιτεχνης φιλοσοφος,
νυν πεθαμενος. Ημουν φιλος του.




Σταματησα εξω απ’ το περιπτερο. Εσβησα τη μηχανη του αυτοκινητου και βγηκα εξω. Το κρυο ηταν τσουχτερο. Σηκωσα το φερμουαρ του μπουφαν μεχρι το λαιμο και ανασκουμπωθηκα. Δεν ειχε περασει πολύ ωρα απο τη στιγμη που προσγειωθηκε το αεροπλανο και ημουν ακομα μουδιασμενος. Ηταν δυσκολη η αποψινη νυχτα. Αρκετα δυσκολη. Ημουν ομως συνηθισμενος σε αυτα. Καθισα για λιγο στο καπο του αυτοκινητου για να καπνισω το τελευταιο τσιγαρο του πακετου. Η λαμαρινα ηταν ακομα κρυα. Δεν ειχε προλαβει να ζεσταθει. Τραβηξα μια βαθεια ρουφηξια. Παντα μ’ αρεσε να καπνιζω στο κρυο. Κοιταξα τριγυρω. Το βλεμμα μου επεσε σε μια φωτεινη ταμπελα με κοκκινα γραμματα σε σκουρο μπλε φοντο. Ηταν ενα μπαρ. Ακριβως διπλα στο περιπτερο. Παραξενευτηκα. Πως δεν εχω ξαναδει αυτο το μπαρ; σκεφθηκα. Περιεργο. Ισως ανοιξε τωρα που ελειπα σε ταξιδι.
.
Τις σκεψεις μου διεκοψε αποτομα ενα καφε μεγαλοσωμο σκυλι που ηρθε χωρις να το παρω ειδηση και σταματησε μπροστα στα ποδια μου. Με πλησιασε μπουσουλωντας δειλα και, αρχισε να γλειφει τις μυτες απ’ τις μποτες μου. Δεν αντεδρασα. Απλα το κοιταζα. Ποτε ποτε σηκωνε το βλεμμα του και με κοιταζε στα ματια. Συνεχισε για μερικα λεπτα ακομα και μετα σταματησε. Εκανε μερικα βηματα πισω και σταθηκε απεναντι μου. Με κοιταξε και εντελως ξαφνικα αρχισε να κλαιει. Τα δακρυα του ετρεχαν ποταμι ενω τα ουρλιαχτα του μου τρυπουσαν τ’ αυτια. Ανατριχιασα στιγμιαια αλλα δεν εκανα τιποτα. Απλα συνεχιζα να το κοιταζω καταματα. Αυτο κρατησε λιγα λεπτα της ωρας. Μετα, οπως ξαφνικα αρχισε να κλαιει ετσι ξαφνικα σταματησε. Δεν ειχε δακρυα στα ματια. Ηταν εντελως στεγνα. Λες και δεν ειχε κλαψει ποτε. Το τσιγαρο τελειωσε και το πεταξα μπροστα μου. Το πατησα στρουφιζοντας το με τη μυτη της μποτας μου. Προχωρησα προς το περιπτερο. Βγαζοντας τα λεφτα απ’ τη τσεπη του παντελονιου γυρισα το κεφαλι πανω απ’ τον ωμο. Το σκυλι καθοταν στα δυο πισινα του ποδια ακομα εκει. Δεν ειχε κουνησει ουτε χιλιοστο. Εστριψα το κεφαλι μου μπροστα σκυβοντας προς το τζαμενιο παραθυρακι του περιπτερου. Ηταν κλειστο και θαμπωμενο απο τα χνωτα που υπηρχαν στο εσωτερικο του.
.
Μπορεσα να διακρινω μια ανθρωπινη φιγουρα που καθοταν σε ενα χαμηλο καρεκλακι και κουνιοταν ρυθμικα μπρος πισω. Σαν να υπακουε σε καποιο μουσικο αργο ρυθμο. Χτυπησα απαλα με το δαχτυλο. Δεν ακουσε γιατι συνεχισε να κινειται χωρις να αλλαξει στο ελαχιστο το ρυθμο του. Ασυναισθητα γυρισα παλι το κεφαλι μου προς το σκυλι. Ηταν ακομα εκει. Στην ακρη του δρομου να με κοιταζει ισια στα ματια. Γυρισα και ξαναχτυπησα αυτη τη φορα πιο δυνατα. Η κουνιστη φιγουρα πρεπει να με ακουσε γιατι εστριψε το κεφαλι προς το μερος μου. Το κορμι ομως εμεινε σταθερο. Απλωσε το δεξι χερι και εσυρε αργα το τζαμενιο θαμπο πορτακι του μικρου παραθυρου. Η υγρασια απο τα χνωτα που υπηρχε επανω δημιουργησε ενα λεπτο και διαπεραστικο ηχο που με εκανε να ανατριχιασω. Ενοιωσα σαν να μου ξυραφιζαν τη πλατη κατα μηκος της ραχοκοκαλιας. Στο μικρο ανοιγμα εμφανιστηκε το προσωπο ενος πολυ γερου αντρα. Ένα κοκκαλιαρικο, κιτρινο, με ματια χωρις βλεφαρα, γεματο ρυτιδες προσωπο. Το στομα του ηταν μισανοιχτο.Του ελειπαν σχεδον ολα τα δοντια. Ανασαινε βαρια. Παγωσα μολις αντικρυσα αυτο το αποκοσμο προσωπο. Ακουμπησα τα χρηματα που ειχα βγαλει απο τη τσεπη στο πιατακι. Μετα βιας βγηκε η φωνη από το στομα μου. Ζητησα ενα πακετο τσιγαρα, ενα κουτι ασπιρινες, δυο οδοντογλυφιδες και μια λευκη σοκολατα. Χωρις να παρει το βλεμμα του απο πανω μου απλωσε το χερι του στα γυρω ραφακια κατεβασε και ακουμπησε στο πιατακι αυτα που του ειχα ζητησει. Με κοιτουσε επιμονα σαν να περιμενε να ακουσει κατι απο εμενα. Το μυαλο μου σταματησε για μια στιγμη. Δεν ηξερα τι να πω. Μετα, τον ρωτησα το πρωτο πραγμα που μου ‘ρθε στο μυαλο.
«Γερο ,τι ειναι ζωη;»
Ο γερος σαν να περιμενε την ερωτηση μου, με το κεφαλι του μου εκανε νοημα να τον πλησιασω περισσοτερο. Εσκυψε κι αυτος λιγο ακομα, κοιταξε δεξια και αριστερα χωρις να κουνησει το κεφαλι του , ενω το στομα του ακουμπησε σχεδον στο αυτι μου. Μιλησε πολυ αργα και με ψιθυριστη φωνη σαν να φοβοταν μην τον ακουσει καποιος αλλος εκτος απο μενα.
Ειπε δωδεκα λεξεις. Τις μετρησα. Ακριβως δωδεκα λεξεις.
.
Τον κοιταξα αφοβα μεσα στα ματια. Οι κορες των ματιων του ειχαν εξαφανιστει . Ειχε μεινει μονο ενα ξεβαμμενο ασπραδι. Το χερι που απλωσα για να παρω αυτα που ειχα ζητησει, σταματησε. Εμεινε εκει, στον αερα. Τεντωμενο, μετεωρο. Μετα αρχισε να κατεβαινει αργα προς το σημειο που ηταν η αγκραφα της ζωνης του παντελονιου μου, χωρις να αφησω το γερο ουτε μια στιγμη απ’ τα ματια μου. Επιασα σφιχτα το περιστροφο και το τραβηξα . Ενοιωσα τη λαβη παγωμενη. Το σηκωσα, και το εφερα μερικα χιλιοστα απο το ζαρωμενο κουτελο του γερου. Τα ματια του ανοιξαν ελαφρα ενω ενα απροσδιοριστο ελαφρυ μειδιασμα ζωγραφιστηκε στο μικρο σαν τρυπα στομα του.
«Σωστα απαντησες γερο, αλλα δεν πρεπει να το μαθουν οι αλλοι. Μη το παιρνεις προσωπικα» ειπα και τραβηξα τη σκανδαλη. Ακομα και τωρα μπορω να παρω ορκο οτι δεν ακουσα κροτο απο πυροβολισμο και δεν ειδα καμια λαμψη να βγαινει απο την κανη του περιστροφου. Ενοιωσα μοναχα το τρανταγμα. Το σαρανταπενταρι υπακουοντας στην εντολη που του εδωσα , εφτυσε με οση δυναμη ειχε μεσα του ενα μικρο κομματι μολυβι. Αρκετο για να δημιουργησει μια μικρη τρυπουλα στο μετωπο του γερου. Εκεινος αφου ορθανοιξε το στομα του, χωρις να λυγισει το σωμα του εγειρε προς τα πισω , ακουμπωντας απαλα με την πλατη στον ξυλινο τοιχο του περιπτερου. Το κορμι του εμεινε τεντωμενο , σαν ειχε επελθει πληρης δυσκαμψια μεσα σε ελαχιστα δευτερολεπτα. Αν τον ακουμπουσα βαζω στοιχημα οτι θα ηταν ηδη παγωμενος.
.
Πηρα τα πραγματα μου αφησα το χαρτονομισμα και κοιταξα γυρω. Το σκυλι ειχε εξαφανισθει. Στο δρομο δεν υπηρχε ψυχη παρα μονο το αυτοκινητο μου. Μια ψιχαλα με χτυπησε στο μαγουλο. Κοιταξα ψηλα τον ουρανο. Ερχοταν βροχη. Περπατησα μερικα βηματα και βρεθηκα μπροστα στη πορτα του μπαρ. Μουσικη ακουγοταν απο μεσα. Εσπρωξα απαλα τη πορτα και μπηκα. Σταθηκα λιγο για να συνηθισουν τα ματια μου στο χαμηλο φωτισμο. Εκανα ακομα μερικα βηματα και σταματησα. Περιεργαστηκα για λιγο το χωρο και προχωρησα. Δεν υπηρχε κανεις εκει μεσα εκτος απο μια σερβιτορα πισω από τη μπαρα. Διαλεξα ενα τραπεζι σε ενα σημειο που δεν φωτιζοταν σχεδον καθολου. Με εκπληξη συνειδητοποιησα οτι κρατουσα ακομα το περιστροφο. Το αφησα πανω στο τραπεζι, καθισα στην καρεκλα και κοιταξα μηχανικα τις μποτες μου. Ηταν ακομα γυαλισμενες απο τη γλωσσα του σκυλου. Εκεινη τη στιγμη κατεφθασε η σερβιτορα και με ρωτησε τι θα παρω. Της ειπα το ποτο που ηθελα. Εφυγε. Κοιταξα παλι γυρω . Πιο καλα αυτη τη φορα γιατι τα ματια μου ειχαν εξοικειωθει στο μισοσκοταδο. Δεν υπηρχε κανεις. Μονο η σερβιτορα κι εγω. Ξαφνικα η πορτα ανοιξε με δυναμη και χτυπησε πισω στον τοιχο. Καταλαβα οτι εξω ειχε σηκωθει δυνατος αερας με καταρρακτωδη βροχη. Η κοπελα εφερε το ποτο και το ακουμπησε στο τραπεζι απαλα.Το βλεμμα της επεσε στο σιδερικο. Δεν εδειξε καμμια εκπληξη.
.
Γυρισε την πλατη και εφυγε. Σηκωσα το ποτηρι και το ηπια μονορουφι. Ζεσταθηκα λιγο. Με το χερι παρηγγειλα ακομη ενα. Αναψα ενα τσιγαρο και αρχισα να καπνιζω. Η σερβιτορα εφθασε με το ποτο. Το αφησε στο τραπεζι και χωρις να με κοιταξει αυτη τη φορα γυρισε και εφυγε. Το ηπια και αυτο μονορουφι. Μαζεψα το περιστροφο σηκωθηκα και πλησιασα στη μπαρα να πληρωσω. Αφησα ενα χαρτονομισμα και εσβησα το τσιγαρο σε ενα μεγαλο γυαλινο σταχτοδοχειο. Η σερβιτορα με κοιτουσε σαν να παρατηρουσε αυτη τη φορα με προσοχη καθε κινηση μου. Ριχνοντας της μια τελευταια ματια, γυρισα και προχωρησα προς την εξοδο. Ανοιξα την πορτα και βρεθηκα εξω. Ενα μιγμα παγωμενου αερα και δυνατης βροχης με ελουσε. Σηκωσα τα πετα του μπουφαν και ετοιμαστηκα να προχωρησω προς το αυτοκινητο, οταν ειδα δεξια μου το καφε σκυλι να κειτεται στο πεζοδρομιο. Νομιζω οτι διεκρινα καποιο νοημα στα ματια του. Ημουν ετοιμος να μη του δωσω σημασια και να φυγω, οταν παρατηρησα κατι που μου τραβηξε την προσοχη. Στο μετωπο του ειχε ενα σκουρο σημαδι που δεν υπηρχε οταν το συναντησα την πρωτη φορα, πριν λιγη ωρα. Εσκυψα και εβαλα το δαχτυλο πανω στο σημαδι.
.
Το δακτυλο μου χωθηκε μεσα. Διαπιστωσα οτι ηταν μια τρυπα. Το τραβηξα εξω ξαφνιασμενος. Το εβαλα ξανα για να σιγουρευτω. Ηταν πραγματι μια βαθεια τρυπα. Το ξανατραβηξα εξω και το κοιταξα. Δεν υπηρχαν καθολου ιχνη αιματος. Σηκωθηκα πανω σαν ελατηριο και αφηνοντας το σκυλι ξαπλωμενο κατω προχωρησα βιαστικα προς το περιπτερο. Τραβηξα δυνατα το γυαλινο παραθυρακι και κοιταξα με αγωνια μεσα, θελοντας να εξακριβωσω αυτο που ειχα στο μυαλο μου οσο πιο γρηγορα γινοταν. Μια μεσηλικη κυρια καθοταν και διαβαζε ενα περιοδικο. Γυρισε το κεφαλι της και με κοιταξε τρομαγμενη.
«Θελετε κατι κυριε;» με ρωτησε με ξαφνιασμενη.
«Που ειναι ο γερος;» τη ρωτησα κοφτα.
«Ποιος γερος;»
«Ο γερος που ηταν εδω πριν απο σενα ».
«Εδω δεν υπαρχει κανεις γερος».
«Ασε τα ψοφια και πες μου που ειναι ο γερος» ειπα σε αυστηρο τονο.
«Αφου σου εξηγησα οτι δεν υπαρχει κανεις γερος εδω».
Την κοιταξα καλα. Δεν ηξερα τι να κανω.
«Σε ποιον ανηκει το περιπτερο;» την ξαναρωτησα.
«Το περιπτερο μας ανηκει εδω και τριαντα χρονια. Το εδωσε το κρατος στον πατερα μου που ηταν τραυματιας πολεμου και μετα το βιαιο θανατο του, το κληρονομησα εγω. Ο θεος να τον συγχωρεσει που μου αφησε αυτη την τρυπα και ετσι μπορεσα να ζησω με αξιοπρεπεια αλλιως δεν ξερω τι θα ειχα απογινει» ειπε βγαζοντας ενα αναστεναγμο ανακουφισης και κανοντας το σταυρο της.
«Ποτε πεθανε ο πατερας σου;»
«Πριν απο εφτα χρονια, θεος σχωρεστον» αποκριθηκε κι εκανε παλι το σταυρο της.
«Πως πεθανε;»
«Καποιος τον πυροβολησε ενα βραδυ. Του φυτεψε μια σφαιρα στο μετωπο και μετα εξαφανισθηκε. Παντως δεν επροκειτο για ληστεια ενω ο δολοφονος δεν βρεθηκε ποτε»
Εμεινα να την κοιταζω αναυδος. Μολις βρηκα την ψυχραιμια μου τη ρωτησα.
«Παντρεμενη εισαι;».
«Όχι. Δυστυχως δεν παντρευτηκα ποτε. Εδω σταθηκα ατυχη. Ο μοναδικος αντρας που αγαπησα και με αγαπησε, εβαλε μονος του τελος στη ζωη του λιγο πριν περασουμε τα σκαλοπατια της εκκλησιας» αποκριθηκε με θλιμμενο υφος.
«Για ποιο λογο αυτοκτονησε;»
«Του ειχε δημιουργηθει εντονα η ιδεα οτι τον κυνηγουσε ενας σκυλος - φαντασμα» ειπε χαμηλωνοντας το βλεμμα.
«Μιλας σοβαρα;»
«Μιλω για τον ερωτα της ζωης μου , ειναι δυνατον να μην μιλω σοβαρα;»
«Δεν υπαρχει κανεις αλλος που να μενει μαζι σου;»
«Όχι απολυτως κανεις , ειμαι ολομοναχη σε αυτο τον κοσμο».
Δεν ειχα να πω κατι αλλο. Ετοιμαστηκα να φυγω.
«Κανε υπομονη, ολο και καποιος θα νοιαστει για σενα» της ειπα και γυρισα να φυγω.
.
Δεν μου απαντησε. Προχωρησα προς το αυτοκινητο. Πριν βαλω μπροστα τη μηχανη εριξα μια τελευταια ματια τριγυρω. Δεν υπηρχε κανεις. Ακομα και το σκυλι ειχε γινει αφαντο. Γυρισα τη μιζα. Η μηχανη μουγκρισε δυνατα σαν να ηθελε να αποδειξει με αυτό τον τροπο τη δυναμη της. Πατησα αποτομα τερμα το γκαζι. Το αυτοκινητο ορμησε ασυγκρατητο μπροστα σχιζοντας με μισος τη νυχτα. Λιγο πριν παρω τη στροφη για να βγω στο κεντρικο δρομο, ριχνοντας μια πεταχτη ματια στο αριστερο καθρεφτακι μου φανηκε οτι ειδα ενα μεγαλοσωπο καφε σκυλι να στεκει στη μεση του δρομου. Σαστισα για λιγο αλλα συνεχισα πατωντας το γκαζι με οση δυναμη ειχε το ποδι μου. Το μοναδικο πραγμα που αφησα πισω μου ηταν τα σημαδια του καουτσουκ που εμειναν στο δρομο απο τα λαστιχα του αυτοκινητου.

12.12.09

Κάνε τα λάθη σου ψυχή μου





Αχ αυτα τα λαθη σου! Κυλανε σαν χνουδωτα χαλακια
στο γυαλιστερο περιτυλιγμα της καρδιας μου.
Ερχονται εκεινη την ωρα την σιωπηλη,
την στιγμη που κλεινουν οι πορτες
στη σιωπη να χωθω.

Ειναι εκεινες οι ωρες που επιστρεφει
τα δανεικα της η ζωη.
Ετσι ξαφνικα χρεωνεται ξανα
και γυριζει στα πρωθυστερα.

Αχ αυτα τα λαθη σου! Γαργαρο νερο
στη διψα. Ψωμι στην πεινα.
Την ωρα που σκεφτεσαι πως τιποτα δεν ειναι λαθος
οταν πεινας κι οταν διψας.

Την ωρα που βλεπεις τα χειλη μου, χερσα γη
την αγκαλια μου, αδειο ραφι.
Εκεινη την στιγμη, τη μια τη μοναδικη
που οι σκεψεις μας μοιραστηκαν την αποσταση
να κουβεντιασουν, χωρις εμας, για εμας.


Κανε τα λαθη σου ψυχη μου,
οταν ολοι οι αλλοι ειναι κοντα και μακρια.
Εχουν οι σκεψεις μας θεριεψει
σε πεισμα του «πρεπει».
Κανε τα λαθη σου τα τοσο μικρα και ασημαντα
παρηγορια στη θλιψη.

28.11.09

Το πουλί του ιερέα Μπομπ






«Φρανκ, εισαι τρομερα ατυχος, σ’ εχουν στριμωξει ασχημα δικε μου» ειπε ο νεαρος δικηγορος και κουνησε το κεφαλι του μερικες φορες πανω κατω φανερα προβληματισμενος.
«Δικηγορε, πες μου οτι βλεπω ενα ασχημο ονειρο, εναν εφιαλτη. Δεν ειναι δυνατον να ειναι αληθεια ολη αυτη η ιστορια. Πες μου οτι ειμαι θεατης μιας ταινιας τρομου τριτης διαλογης του αμερικανικου σινεμα. Ολα αυτα που μου προσαπτουν ακουγονται τοσο εξωφρενικα. Πες μου οτι είναι ψέματα γαμω το φελεκι μου...». ειπε παρακαλωντας ο Φρανκ, εκτος απο την τελευταια φραση που την ειπε σχεδον ουρλιαζοντας.
«Φρανκ δυστυχως, για σενα, δεν είναι ψεματα. Μπορει να μοιαζει εφιαλτης αλλα ολα συμβαινουν στην πραγματικοτητα. Για να στο αποδειξω κοιτα...» ειπε ο δικηγορος και αφου επιασε το χερι του, τού δαγκωσε ενα δακτυλο με οση δυναμη διεθεταν τα σαγονια του.
Ο Φρανκ ανοιξε τις μασελες του οσο μπορουσε και ο λαρυγγας του αρχισε να παλλεται σαν ηχειο, απελευθερωνοντας μια τρομερη κραυγη. Τα ντεσιμπελ της καυγης του τρυπησαν τον χοντρο τοιχο του κελιου και εφτασαν μεχρι το προαυλιο της φυλακης υψιστης ασφαλειας που τον ειχαν χωσει. Οσοι απο τους κρατουμενους προαυλιζονταν εκεινη την ωρα ενοιωσαν να τους διαπερνα ενα ισχυρο ριγος κατι σαν ηλεκτρικο ρευμα. Αν και ηταν ολοι τους σκληροι αντρες, με πολύ βεβαρημενο ποινικων αδικηματων ιστορικο, δεν αντισταθηκαν στην αναγκη να κανουν το σταυρο τους (οι χριστιανοι) ή να πεσουν στα γονατα και να προσευχονται προς ενα συγκεκριμενο σημειο του οριζοντα που δυσκολα θα μπορουσε να προσδιορισει καποιος αφου ο ηλιος ηταν καταμεσις του ουρανου.
«Παρα λιγο να μου κοψεις το δαχτυλο γαμημενε, τι ηταν αυτο; Τρελαθηκες;» ειπε εκνευρισμενος ο Φρανκ με δακρυα πονου στα ματια .
«Φρανκ, σε δαγκωσα για να σου αποδειξω οτι δεν κοιμασαι. Αν δεν κερδισουμε τη δικη θα οδηγηθεις στο μονοκλινο κρεβατι, οποτε ενα δακτυλο λιγοτερο δεν θα εχει καμια σημασια για σενα.»
«Τι ειναι αυτα που λες; Με πανικοβαλεις...»
«Μαλλον δεν εχεις συνειδητοποιησει σε τι κατασταση βρισκεσαι, ουτε και σε ποια πολιτεια των States δικαζεσαι. Ξερεις τι σημαινει θανατικη καταδικη στο Τεξας; Ζητω που τη γαμησες . Μερικες φορες ομως μου δινεις την εντυπωση οτι ολα τα πραγματα τα παιρνεις στο χαβαλε. Αδερφι, τωρα ομως πρεπει να σοβαρευτεις γιατι κινδυνευεις σε καταδικη ακομα και σε δις εις θανατον» ειπε ο δικηγορος παιρνοντας το πιο σοβαρο κουστουμι υφους μεχρι εκεινη τη στιγμη.
«Δις εις θανατο; Τι, δηλαδη θα με εκτελεσουν δυο φορες;»
«Οχι ρε μαγκα μου, μην αγχωνεσαι. Το δις ειναι μια τυπικη φραση, ενα κλισε. Απλα δειχνει ποσο σοβαρο ειναι το αδικημα που υπεπεσες. Μια φορα θα εκτελεστεις και μετα τερμα».

Μερικες μερες αργοτερα

Ο ιερεας Μπομπ, ενας τριανταρης καραβλαχος, κατα τ΄ αλλα εξαιρετικος ιππεας, διεταξε με ενα νευμα τον νεωκορο να χτυπησει την καμπανα. Εκεινος υπακουσε αμεσως και αρχισε να τραβαει με υπερβολικο ζηλο το σχοινι. Η μικρη καμπανα αρχισε να χτυπαει δαιμονισμενα. O ιερεας Μπομπ κατεβηκε με επισημο υφος αργα τα ξυλινα σκαλια της παλιας εκκλησιας, εφτασε μεχρι το αυτοκινητο του μια καντιλακ του ΄73 θαλασσι χρωματος, απλωσε το χερι του και χουφτωσε το αλουμινενιο πομολο της πορτας με προθεση να την ανοιξει. Βιαζοταν γιατι ειχε ηδη καθυστερησει. Τον ειχαν ειδοποιησει, δυο μερες πριν, οτι ειχε την ηθικη υποχρεωση να παει να εξομολογησει ενα φυλακισμενο που ειχε καταδικαστει σε θανατο. Οι φυλακες South Texas Parole Confinement Facility ηταν μιση ωρα δρομος. Ο χρονος τον πιεζε ασφυκτικα. Ανοιξε την πορτα και καθισε στη θεση του οδηγου. Πριν την κλεισει εριξε μια πλαγια ματια προς το μερος του νεωκορου. «Χαλαλι τα λεφτα που του δινω, ειναι καλος στη δουλεια του το πουστοπαιδο» σκεφτηκε κι ενα χαμογελο ικανοποιησης ζωγραφιστηκε στο αυστηρο του προσωπο. Εβαλε το κλειδι και γυρισε τη μιζα. Μια τρομερη εκρηξη τιναξε το αυτοκινητο στον αερα, διαμελιζοντας το σε χιλιαδες κομματια. Μια γρια που ειχε βγαλει βολτα το σκυλο της στο απεναντι πεζοδρομιο, απογειωθηκε απο το ωστικο κυμα της εκρηξης και καρφωθηκε στην τζαμαρια ενος καταστηματος (ο σκυλος δυστυχως αγνοειται ακομα). Ο υπολοιπος κοσμος που βρισκοταν τριγυρω, επεσε φαρδυς πλατυς κατω σκεπαζοντας με τα χερια τα κεφαλια του για να προστατευτει απο τις καυτες σαρκες του αυτοκινητου που ειχαν εκτοξευτει ψηλα στον ουρανο και που επεφταν παντου.
Ο μοναδικος που εμεινε αταραχος στη θεση του ηταν ο νεωκορος που συνεχισε να χτυπαει την καμπανα αλλα με λιγοτερο ζηλο, πιο βαριεστημενα θα ηταν ο σωστοτερος χαρακτηρισμος. Θα συνεχιζε να τη χτυπαει, μαλλον, αν δεν συνεβαινε κατι πολυ δυσαρεστο αλλα και σιχαμερο. Ενα κομματι απο τα συντριμια που προξενησε η εκρηξη στο αυτοκινητο, εκτοξευτηκε ψηλα στον αερα και καθως επεφτε στη γη λογω της γνωστης θεωριας της βαρυτητας , ηρθε με τρομερη ταχυτητα και καρφωθηκε στο ανοιχτο, λογω της προσπαθειας που κατεβαλε για να χτυπαει την καμπανα, στομα του φτανοντας μαλιστα μεχρι τον λαρυγγα του. Ο νεωκορος τρομαξε τοσο πολυ, που αφησε ενστικτωδως το σχοινι για να τραβηξει αυτο το αντικειμενο που βρεθηκε μεσα στο στομα του. Με τρομο παρατηρησε αυτο που κρατουσε στο χερι του. Του εκανε ιδιαιτερη εντυπωση οτι ηταν τοσο μεγαλο που δεν χωρουσε στη χουφτα του. Τοτε αντιληφθηκε οτι ηταν το πουλι του ιερεα Bob. Το πεταξε μακρια αηδιασμενος και αρχισε να κλαιει γοερα. Τοτε καταλαβε οτι οι καλες μερες ειχαν περασει ανεπιστρεπτι γι’ αυτον. Προσπαθησε να ξαναπιασει το κομμενο πουλι αλλα ενας διερχομενος σκυλος προλαβε και το αρπαξε με το στομα . Γι’ αυτον δεν ηταν τιποτα περισσοτερο απο ενας μεζες.


Δυο ωρες μετα

Ο διευθυντης των φυλακων South Texas Parole Confinement Facility κοιτουσε συνεχως ανησυχος το ρολοι που κρεμοταν στον τοιχο απεναντι του. Ο νομος που ψηφιστηκε, μετα απο εντονες αντιδρασεις του ρεπουμπλικανικου κομματος, ηταν ξεκαθαρος. Εαν ο καταδικασμενος σε θανατο δεν εξομολογηθει «για οποιονδηποτε λογο» εντος δυο ωρων και δωδεκα λεπτων πριν την ωρα εκτελεσης του, μπορουσε να σηκωθει απο το μονοκλινο κρεαβατι που ειχε ξαπλωσει ανασκελα για να εκτελεστει, να φορεσει το καπελο του και να φυγει προς την ελευθερια χωρις κανεις να μπορει να τον εμποδισει. Ο διευθυντης το ηξερε πολυ καλα αυτο και τον ειχαν ζωσει τα φιδια. Σε τρια λεπτα αυτος ο καταδικος που βρισκοταν μπροστα του θα ηταν σε θεση να κανει πραξη αυτο το γελοιο, για το 44 τοις εκατο των αμερικανων πολιτων, νομο. Αρχισε να τρωει τα νυχια του απ’ την αγωνια ενω ταυτοχρονα χοντρες σταγονες ιδρωτα εμφανιστηκαν στο φαρδυ του μετωπο. Τα λεπτα περνουσαν πολυ γρηγορα για τον διευθυντη και βασανιστηκα αργα για τον θανατοποινιτη.
Οι δεσμοφυλακες κοιτουσαν ο ενας τον άλλο. Τα συναισθηματα τους αναμεικτα. Υπηρχαν καποιοι απ’ αυτους που ειχαν συμπαθησει το λυγεροκορμο ξανθομαλλη νεαρο που κειτονταν αταραχος μπροστα τους. Αν και δημοσια δεν ειχαν εκφραστει, μεσα τους πιστευαν οτι ηταν ενας ακομα αθωος που οδηγουνταν αδικα στο θανατο.
Ξαφνικα ακουστηκε ενας διακριτικος ηχος, σαν να χτυπουσε καποιο ξυπνητηρι. Ο προισταμενος των δεσμοφυλακων, ενας αδυνατος ξερακιανος τυπος κοιταξε διστακτικα τον διευθυντη των φυλακων. Εδειχνε σαν να περιμενε να του πει κατι. Εκεινος κατεβασε ανορεχτα το κεφαλι του αργα . Ο αρχιδεσμοφυλακας προχωρησε προς τον θανατοποινιτη. Μ’ ενα μικρο κλειδι ανοιξε τον μηχανισμο ασφαλειας που ηταν σφιχτα δεμενος. Ο νεαρος σηκωθηκε αμεσως, ετριψε τους καρπους των χεριων του, κοιταξε γυρω ολους τους παρευρισκομενους, τους χαιρετησε εναν προς εναν και ζητησε ενα χαρτομαντιλο. Μολις το πηρε φυσηξε τη μυτη του και αφου ειπε «τα κλιματιστικα θελουν συντηρηση, πρεπει να ‘χουν φραξει τα φιλτρα» με αργα βηματα προχωρησε προς την ελευθερια.

12.9.09

Η Σοράγια στη Βουλή

Πριν απο πεντεξι μηνες αποφασισα πως το κορμι μου χρειαζεται λιγο παραπανω μυικο σφιξιμο. Οχι οτι ειμαι κανενας λαπας, απεναντιας εχω και γαμω τα κορμια, αλλα επειδη ειμαι λατρης της τελειοτητας σαν γνησιος απογονος του Ιωνικου πολιτισμου εκρινα οτι και αυτο το ελαχιστο που χρειαζομουν επρεπε να γινει αμεσα. Ο θειος μου ο Νικητας ο συχωρεμενος μου ελεγε «Γιωργη παιδι μου οταν εχεις να κανεις κατι, ποτε μην το αναβαλεις για αυριο». Παρα πολυ σωστο αυτο που ειπε. Ετσι λοιπον αποφασισα να μη καθυστερησω τη βελτιωση της σωματικης μου ρωμης.

Αρχισα το λοιπον να ρωτω δεξια και αριστερα, ολους τους σχετικους με το ζητημα. Ο καθενας ειχε τη δικη του αποψη μεχρι που στο τελος μπερδευτηκα. Για παραδειγμα ο Μιμης ο Τσιμπλας μου προτεινε να ασχοληθω με τη ριψη ακοντιου, ο Κοσμας ο υδραυλικος με δρομους ημιαντοχης εως και λιγης αντοχης, η Σεβαστη με κολυμπι σε πισινα πενηνταρα και η Αγγελικη με το κλασικο μπαλετο. Απο ολες τις προτασεις η πιο προσιτη μου φανηκε το κλασικο μπαλετο. Το σκεφθηκα πολυ μεχρι που καποια στιγμη θυμηθηκα οτι παλαιοτερα που ειχα ξαναπροσπαθησει να ασχοληθω με αυτο αντιμετωπισα ενα μικρο προβλημα με το σπαγκατο.

Οταν ανοιγα τα ποδια δεν μπορουσα να τα ξανακλεισω μονος και χρειαζομουν τη βοηθεια καποιου για να επανελθω σε ορθια θεση. Το απερριψα και αυτο και απογοητευμενος κλειστηκα στον εαυτο μου. Αυτη η κατασταση διηρκησε καποιο χρονικο διαστημα μεχρι που ενα βραδυ η λυση επεσε σαν μανα εξ ουρανου. Καθως εβγαινα απο ενα οβελιστηριο κρατωντας μια γυροπιτα φουλ εξτρα με τζατζικι και λιγο μαιντανο , ανοιγωντας τις μασελες για να την κατασπαραξω σαν λυσσασμενος λεοντας αντικρισα μια κοπελα που στεκοταν λιγο πιο περα, στη σταση του λεωφορειου. Τη λυπηθηκα γιατι νομισα πως ειχε θλιμμενο υφος. Σκεφτηκα πως κατι σοβαρο ελειπε απο τη ζωη της. Κατι που της δημιουργουσε έναν υπαρξιακο κενο χωρο. Πλησιαζοντας την τη ρωτησα αν ηθελε να την κερασω μια γυροπιτα για να ξεχασει τα βασανα της.

Με κοιταξε και χωρις να φανερωσει καποιο απο τα συνηθισμενα ανθρωπινα συναισθηματα, μου ευχηθηκε «αντε γαμησου». Χαρηκα που αντεδρασε αυθορμητα και της ανταποδωσα αμεσως την ευχη λεγοντας της «μονο μαζι σου» και, καπου εκει εσπασε ο παγος που υπαρχει παντα μεταξυ δυο ανθρωπων που συναντιουνται για πρωτη φορα. Εκεινη ενοιωσε τετοια συγκινηση που επεσε αυθορμητα στην αγκαλια μου ξεσπωντας σε λυγμους. «Υπαρχουν ακομα ανθρωποι με αισθηματα και αυτο ειναι πολύ παρηγορητικο, σ’ ευχαριστω» μου ψιθυρισε στο αυτι. Συγκινηθηκα τοσο πολυ που εξαντλησα και την τελευταια ικμαδα ψυχικης αντιστασης να μη της βαλω χερι.

Πρεπει να εκτιμησε πολυ την αδρανεια μου γιατι αποδεχθηκε αμεσως την προταση μου και καταβροχθισε με λαιμαργια τη γυροπιτα που της προσεφερα. Ακομα και τωρα που εχει περασει λιγος καιρος θυμαμαι τα σαλια που ετρεχαν απο το στομα του Μανολη του σουβλατζη καθως κοιταζε τη κοπελα που ετρωγε μαζι μου στον ημιυπαιθριο χωρο του μαγαζιου. Για να τον βγαλω απο τη δυσκολη θεση τον ρωτησα αν εχει πληρωσει τους φορους που του αναλογουν για το ημιυπαιθριο που διατηρουσε. Με κοιταξε λιγο φοβισμενα – μαλλον θα νομισε ότι ημουν της εφοριας - αλλα αυτο ομως τον εκανε να ξεχασει τον ποθο του για την κοπελα και καθαριζοντας αμηχανα τη μυτη του με το δαχτυλο συνεχισε να κοβει το γυρο με τη ξυριστικη μηχανη που του ειχαν κανει δωρο στη γιορτη του .

Ο λαος λεει «τρωγοντας ερχεται η ορεξη». Καπως ετσι εγινε και με την κοπελα που το ονομα της τελικα ηταν Ευτερπη. Η Ευτερπη σε καμια περιπτωση δεν ηταν μια τυχαια περιπτωση. Με πληροφορησε με σεμνοτητα οτι ειναι η Ευτερπη Μπαρμπαρηκου γνωστη με το καλλιτεχνικο ονομα Σοραγια, ιδιοκτητρια του πασιγνωστου γυμναστηριου «Fitting, lifting and never sitting on a broken chair» που βρισκεται διπλα στο παλιο κλαμπ «Αθηνα» απεναντι απο τη σταση Λιανα, πισω απο το πυριναδικο και λιγο παρακατω απο το φαναρτζιδικο του Χρηστου του Μαριολη.

Η μια κουβεντα εφερε την αλλη. Αφου καταναλωσαμε γυρω στις εξι γυροπιτες φουλ εξτρα νταμπλ σταφ, πινοντας καμια δεκαρια παγωμενες πρασινες μπιρες, συζητωντας το ζητημα που με απασχολουσε, με προσκαλεσε να δοκιμασω την τυχη μου στο μαγαζι της σιγουρη οτι η αεροβια ασκηση που μου προσεφερε ηταν η καλυτερη δυνατη λυση. Αποδεχθηκα αμεσως την προταση της με την προϋποθεση οτι θα δεχοταν να πιει μια βοτκα με τονικ στο σπιτι μου μολις θα φευγαμε απο το οβελιστηριο. Ειπε το «ναι» προθυμα και το νερο, οπως καταλαβαινετε, μπηκε στο αυλακι.

Μετα απο μερικες επισκεψεις στο γυμναστηριο της Σοραγια το κορμι μου αρχισε να βελτιωνεται απροβλεπτα γρηγορα. Σε αυτο βοηθησαν και τα αλλα αλματα που επιχειρουσαμε με απολυτη επιτυχια με την Σοραγια σχεδον καθε βραδυ. Αποφευγαμε για να ειμαι πιο ειλικρινης τα αλματα εις τριπλουν γιατι προκαλουν εξαρθρωσεις κατι που για την ηλικια μου ειναι πολυ επικινδυνο. Λενε οτι οι γεροι πανε ή απο χεσιμο ή απο πεσιμο. Ετσι κρατουσα μια πισινη για παν ενδεχομενο.


Παραλληλα ομως με τις αλλες δραστηριοτητες της, η Ευτερπη ηθελε και ηταν μια ενεργος πολιτης. Θεωρουσε οτι η βελτιωση της κοινωνιας με τελικο προορισμο τον επιστημονικο σοσιαλισμο θα γινοταν πραγματικοτητα μονο μεσα απο τους κοινωνικους αγωνες και την ακτιβιστικη αντιμετωπιση των αντιδραστικων κοινωνικων αντιληψεων. Ετσι, εγινε μελος στο δημοκρατικο κομμα ΛΑ.Ο.Σ. (λαϊκες ορθοδοξες σειρηνες). Η δραση της στο χωρο αυτο υπηρξε αμεση και ουσιωδης. Τα αποτελεσματα των δραστηριοτητων της φανηκαν αμεσως, ετσι ωστε εκ των πραγματων αναγκασαν τον προεδρο του κομματος κυριο Αρισταρχο Καρατσαφλερη να την καλεσει στο γραφειο του και να την συγχαρει με ολες τις δεουσες τιμες που αρμοζουν σε τετοιου ειδους εκδηλωσεις. Της δωρισε μαλιστα και ενα χρυσο σταυρο με μια γαλαζιου χρωματος πολυτιμη πετρα στο κεντρο. Ηταν ομολογουμενως μια συγκινητικη στιγμη για την Ευτερπη, κατι που της εδωσε περισσοτερη δυναμη και κουραγιο ωστε να συνεχισει με περισσοτερη θερμη το δυσκολο εργο της.

Η ζωη κυλουσε μεσα σε αυτο το ευχαριστο κλιμα για την Ευτερπη μεχρι εκεινο το βραδυ που παρα λιγο να τα παρει ο διαολος ολα. Κανεις δεν περιμενε τετοια αρνητικη εξελιξη της καταστασης. Βρισκομουν στο γυμναστηριο σε φαση πληρους εφιδρωσης ενεκα του αεροβιου εξαντλητικου προγραμματος που εκτελουσα, οταν ανοιξε η πορτα και μπηκε η Ευτερπη αλαφιασμενη. Πρωτη φορα την ειχα δει σε τετοια φαση και αμεσως καταλαβα οτι κατι πολυ κακο ειχε συμβει. Ετρεξα προς το μερος της και τη ρωτησα με αγωνια αν την ειχε βιασει κανενας Αλβανος, Συριος ή καποιος αλλος μεταναστης, να παω να του βγαλω το ματι με ενα στιλο. Αφου με καθησυχασε λεγοντας μου οτι δεν ειχε σχεση με αυτο που τη ρωτησα και αρχισε να μου περιγραφει το λογο της αναστατωσης της. Μα την παναγια, αυτο που μου ειπε ηταν τοσο σοβαρο που με εκανε εξαλλο. «Πες μου μαννουλα μου τον πονο σου να ξαλαφρωσεις» την παροτρυνα οσο πιο τρυφερα μου επετρεπε το ασχημο κλιμα που υπηρχε. Τοτε ανοιξε τη χρυση καρδια της και μου τα ειπε ολα. Με το νι και με το σιγμα.

Ο πρωθυπουργος την προηγουμενη νυχτα ειχε εξαγγειλει φανερα στεναχωρημενος την προκηρυξη προωρων εκλογων για λογους που τους ηξερε μονο αυτος -και δεν μας πεφτει κανενας λογος - και ο Σ.Ε.Β φυσικα. Μετα την εξαγγελια μερικα κομματα αρχισαν να συνεδριαζουν για την καταρτιση των ψηφοδελτιων τους με δοκιμασμενα στελεχη, με επιφανη προσωπα της δημοσιας ζωης και καθιερωμενα ταλαντουχα ατομα των μιντια. Φυσικο ηταν η Ευτερπη να περιμενει το αυτονοητο. Αυτονοητο στη προκριμενη περιπτωση δεν υπηρξε. Γιατι που υπαρχει αυτονοητο για να υπαρξει κι εδω; Ο κυρ Αρισταρχος Καρατζαφλερης δεν της εκανε την τιμη να την συμπεριλαβει στο τιμημενο ψηφοδελτιο του κομματος του. Αυτο ηταν σκανδαλο. Δεν ηταν δυνατον. Δεν γινονται αυτα. Και δεν εφτανε μονο αυτο. Το χειροτερο ηταν οτι εβαλε στη πρωτη θεση του ψηφοδελτιου επικρατειας τον ανταγωνιστη της Ευτερπης τον κυρ Ψυχηνακη. «Ελεος!» ειπα. «Τι δουλεια εχει αυτος μεσ’ τους λοκατζηδες;» αναρωτηθηκα δικαιολογημενα. Παρ’ ολο τον εκνευρισμο μου προσπαθησα να συνετισω το μωρο να μην το παρει κατακαρδα. Στο μελλον σιγουρα θα ερχοταν και η σειρα της. Της ειπα και αλλα πολλα που δεν μπορω να τα γραψω επι της παρουσης γιατι αποτελουν προσωπικα δεδομενα. Καταλαβαινεται γιατι ειστε εξυπνα παιδια.Τελος παντων, με τα πολλα η Ευτερπη συνηρθε. Πηγε εβγαλε τα ρουχα της και ηρθε να με βοηθησει να ολοκληρωσω το προγραμμα που ειχα αφησει στη μεση. Μολις τελειωσαμε καναμε ενα ντουζακι χλιαρο, ντυθηκαμε και προκλητικα αγκαλιασμενοι αναχωρησαμε για το σπιτι.

Καθ’ οδον για το τσαρδι εχω την εντυπωση οτι πατησα ενα ποντικο γιατι το αυτοκινητο αναπηδησε ελαφρως ενω την ιδια στιγμη ενα ουρλιαχτο ζωου ακουστηκε απ’ εξω, αλλα δεν εδωσα καμια σημασια. Φτανοντας σπιτι μας περιμενε μια μεγαλη εκπληξη. Στο κεφαλοσκαλο κειτοταν φαρδυ πλατυ ενα κομματι πρασινο χαρτι. Εσκυψα προσεκτικα καλυπτοντας τα νωτα μου, γιατι δεν ηξερα ποιος το ειχε αφησει και που θα μπορουσε ναναι καπου εκει γυρω ακροβολισμενος. Αφου το διαβασα βιαστικα απο μεσα μου, ενω το προσωπο μου πρεπει να ελαμψε γιατι τυφλωθηκα κι εγω ο ιδιος. Η Ευτερπη καταλαβε οτι κατι καλο εγραφε και μου ζητησε να της το διαβασω. Το εκανα με μεγαλη ευχαριστηση. Μολις τελειωσα η Ευτερπη βγαζοντας μια κραυγη θριαμβου και ενεργοποιωντας τον δεξιο τενοντα του ποδιου της απογειωθηκε και επεσε μεσα στα ατσαλινα μου χερια που ειχαν ηδη παρει το σχημα βαρκας. Αφου την εκανα λιγο βαρκα γιαλο, με το ποδι μου εσπρωξα το κατω μερος της πορτας και μπηκαμε μεσα.

Πριν κλεισω τη πορτα εριξα μια τελευταια ματια στο δρομο. Ένα μηχανακι περασε, εκανε μια γαματη σουζα και εστριψε δεξια στη παροδο που οδηγουσε στη οδο Αναπαυσεως. Ηταν καιρος να αναπαυτουμε κι εμεις, με την καλη εννοια ασφαλως. Αφησα το πρασινο χαρτι πανω στο τραπεζι. Η Αϊρις η γατα μου, εδωσε ενα σαλτο νομιζοντας οτι ηταν κατι τραγανιστο. Χαμογελασα νομιζοντας πως την ξεγελασα, αλλα μαλλον αυτη μου την εφερε, γιατι εγω ημουν αυτος που παγωσα απο εκπληξη οταν την ακουσα να διαβαζει δυνατα και με καθαρη φωνη. «Ο Προεδρος του κομματος μας, σας παρακαλει οπως παραβρεθειτε στο γραφειο του αυριο και ωρα τικ τακ, για να σας ανακοινωσει οτι σας συμπεριελαβε στο ψηφοδελτιο νικης. Εμπρος ολοι μαζι για τη νικη. Βιρα τις αγκυρες με φουσκωμενα τα πανια απ' τον αερα της αλλαγης». Πρωτη φορα εβλεπα γατα να ξερει να διαβαζει. Εβγαλα ενα τηγανιτο ψαρι απο την τσεπη του σακακιου που ειχα ξεχασει απο την προηγουμενη μερα και το πεταξα στην Αϊρις. «Πουτανιτσα με κουφανες παλι, τσιμπα το γιατι το αξιζεις» της ειπα και προχωρησα στο διαδρομο που οδηγουσε στο δωματιο του απυθμενου ερωτα. Η μερα ειχε τελειωσει πολυ καλα. Ευτυχως.

10.9.09

Ακολουθία

Νυχτωσε και ειναι η ωρα του.
Απομακρυνθηκες και ειναι η ωρα του.
Δεν θα σ΄ αφησω να χαθεις.


Θηλυκο το γενος μου, βαρια η υπαρξη του.
Γνωριζω ο,τι βαζει ο νους. Και κατι παραπανω για το καθενα.
Το μεγεθος της σκεψης
τη γλωσσα των ματιων σου
Δυσκολο να γυριζεις την πλατη στο φεγγαρι
στηριγμενος στις μυτες των ποδιων.
Με ακολουθει αποψε.


Εσκυψα το βλεμμα χαμηλα,
τραβηξα τις κουρτινες
εσφιξα τα ματια δυνατα
κοκκινισα τις βλεφαριδες,
οπως δαγκωνεις το δαχτυλο
οταν με το μαχαιρι του ψωμιου ματωσει
κι οπως τα χειλη σου ρουφω.
Με ακολουθει αποψε.


Γυρισα τη μπλουζα το κεφαλι να καλυψω,
περασε απο μεσα, παιζοντας
σαν μωρο το πρωτο του παιχνιδι.
Και ναζια, και ερωτα και λυπη
σκορπισε, ασημενιο πιατο του παλιου καιρου
φθαρμενο στον μπουφε των αναμνησεων.
Ειδα το προσωπο σου να χαμογελα
και ξεχασα.
Με ακολουθει αποψε.


Πηρε ο νους μου φωτια να τρεξω πισω.
Θα ελειπες ομως.
Οσο πλησιαζω, τοσο μικραινει η αποσταση
οσο πλησιαζω, τοσο πιο μεγαλη ειναι η απουσια σου.
Στασου, εκει ακινητος και ΄γω θα γυροφερνω
αμωμος ανθρωπος, αλυτρωτη γυναικα.
Νομιζε το φεγγαρι πως επαψε να με θαμπωνει
και βγηκε απο τον λευκο νεφελωδη κρυψωνα του.
Με ακολουθει αποψε.


Ο,τι εκανα μεχρι σημερα το εχει δει
τα αλλα που σκεφτομαι, τα προκαλει.
Πεταει την ασημενια μπογια του στο νερο
δρομο να στρωσει να γυρισω.
Δεν ξερω προσευχες, ειμαι αδυναμη στη φυση
πλανες με τριγυριζουν και πικρα ερωτηματα στραγγιζουν
μεσα μου, καθε φορα.
Με ακολουθει αποψε και μου αρεσει.

4.9.09

Το στερνό αντίο



Τον Καμαρατο τον γνωρισα οταν ακομα το "αβγο" δεν ειχε σπασει. Τις παλιες καλες εποχες δηλαδη. Ο Καμαρατος ηταν το πρωτο επισημο προχωρημενο ατομο στην πολη της εποχης εκεινης. Η μεγαλη του αδυναμια ηταν το κοτοπουλο του ο Νινος. Eνα μεγαλοσωμο, ζωηρο, πολυχρωμο, πλουσιο σε χιουμορ κοτοπουλο. Οπου κι αν πηγαινε το ‘παιρνε μαζι του. Ο Καμαρατος συνηθιζε να του περναει ενα κοκκινο λουρι γυρω απ’ τον λαιμο και να περιφερεται στους δρομους με τελικη καταληξη παντα στο αβγο. Εκει διναμε παντα ραντεβου αργα τη νυχτα. Το αβγο κρατουσε καλα ακομη. Μαζι του κρατουσαμε καλα και ‘μεις. Η παρεα ηταν πληρης. Εγω, ο Καμαρατος, το κοτοπουλο του ο Νινος και οι θαμωνες του αβγου. Ειχε και καποιους «μυστικους» αλλα δεν τους διναμε σημασια, εννοειται.

Ένα βραδυ, αργα, οταν φυγαμε απο εκει μας εκοψε μια φονικη λορδα. Χωρις να το πολυσκεφθω του προτεινα να βρασουμε το Νινο και να τον φαμε. Με κοιταξε διστακτικα, αλλα χωρις να πει τιποτα εβγαλε ενα μικρο σουγια και του ‘κοψε το κεφαλι. Ο Νινος τιναξε για λιγο τα ποδια και μετα εμεινε ακουνητος. Ο Καμαρατος με κοιταξε για λιγο με δακρυα στα ματια, που γρηγορα ομως στεγνωσαν. Δεν του αρεσε να τον βλεπουν ετσι. Τον Νινο τον βρασαμε σε μια κατσαρολα και τον φαγαμε. Ηπιαμε και τρεις μπουκαλες ασπρο κρασι Καμπα (πρεπει να 'χε γυψο αυτο το κρασι γιατι παντα με εκανε σκατα) και μετα κοιμηθηκαμε σπιτι του. Το πρωι που σηκωθηκα οσο κι αν εψαξα για τον Καμαρατο δεν τον βρηκα πουθενα. Ειχε γινει καπνος . Το εκανε συχνα αυτο. Εκεινη τη φορα ομως το εκανε για παντα.

Μετα απο την εξαφανιση του Καμαρατου πολλα πραγματα αλλαξαν. Το αβγο πηγε κατα διαολου μεχρι που το τσοφλι του εγινε χιλια κομματια. Μαζι του κλεισανε το Strobolli και το Blow up. Μαζι με αυτα βαλανε λουκετο και πολλες καρδιες.

Χθες το βραδυ, γυρω στις οχτω χτυπησε το τηλεφωνο. Ηταν ο προεδρος.
-Ελα προεδρε, τι γινεται;
-Γιωργο πεθανε ο Καμαρατος.
-Ποτε;
-Εχουν αυριο τη κηδεια του.
-Ωρα;
-Στις τρεις, στον Αγ. Κωνσταντινο. Θα ‘μαστε λιγοι οπως παντα.
-Γεια.
-Γεια.
Ο Καμαρατος πεθανε. Δεν μπορω να κανω τιποτα γι’ αυτο. Το μονο που μπορω να κανω σαν στερνο αντιο, ειναι να του αφιερωσω ενα απο τα αγαπημενα του τραγουδακια. Τον θυμαμαι να το ακουει κατω απο τα χαμηλα πολυχρωμα φωτακια στο αβγο και να καπνιζει με ματια μισοκλειστα. Σημερα δεν υπαρχει ουτε αβγο ουτε Καμαρατος, ουτε το κοτοπουλο ο Νινος. Εχουν αλλαξει ολα. Εχω αλλαξει και ‘γω. Ιδωμεν.


Κοντευει τρεις… λεω να πηγαινω…

2.9.09

Το κτήνος



Ένα βροχερο χειμωνιατικο βραδυ του χιλια εννιακοσια ογδοντα επτα βρισκομουν στο διαμερισμα μου με μερικους φιλους πινοντας και συζητωντας κοσμια, περι ανεμων -αλλα οχι περι υδατων. Λιγο πριν τις δεκα, για την ακριβεια η ωρα δεκα παρα δεκατρια λεπτα, ακουστηκε ενας τρομερος υποκωφος κροτος, σαν εκρηξη, που εδινε την εντυπωση σαν να εσκασε κατι στα εγκατα της γης και εκτοξευτηκε προς την επιφανεια της.

Την επομενη στιγμη αρχισε να σειεται συθεμελα ολοκληρος ο ντουνιας. Ολοι οσοι βρισκονταν γυρω μου πεταχτηκαν εντρομοι εξω για να σωσουν το φτηνο τομαρι τους. Εγω δεν προλαβα να κανω ουτε μισο βημα, γιατι ενα γεματο μπουκαλι με βοτκα πανω σε ενα ραφι, που περιμενε υπομονετικα τη σειρα του να δροσισει το λαρυγγι μου καποια στιγμη, επεσε με το λαιμο προς τα κατω και καρφωθηκε δυομισι χιλιοστα περιπου στο πανω μερος του κρανιου μου. Φυσικα επεσα λιποθυμος στο πατωμα, ενώ μια μικρη λιμνη αιματος, ομαδας μηδεν-ρεζους θετικου, σχηματιστηκε γυρω απο το κεφαλι μου.

Εκει, στο πατωμα δηλαδη, δεν ειμαι σε θεση να υπολογισω ποσο χρονικο διαστημα εμεινα αναισθητος, κατι που θεωρω απολυτα φυσιολογικο. Αυτόο ομως που ειμαι σε θεση να πω μετα βεβαιοτητας ειναι οτι καποια στιγμη συνηλθα και προσπαθησα να σηκωθω, πραγμα που καταφερα τελικα με υπερανθρωπη προσπαθεια. Κοιταζοντας γυρω μου, ζαλισμενος ακομα, μολις αντικρισα το αιμα που ειχε αρχισει να ξεραινεται, καταλαβα οτι κατι δεν πηγαινε καλα. Τρεκλιζοντας προχωρησα προς τη τουαλετα για να περιεργαστω τον εαυτο μου σε ενα μεγαλο καθρεπτη που ειχα εκει, ωστε να διαπιστωσω σε τι κατασταση βρισκομουν.

Φτανοντας μπροστα στον καθρεφτη, αυτο που αντικρισα με αναγκασε να υποστω ενα ειδος σοκ που σιγουρα θα υπαρχει σαν ορος στην επιστημονικη διαλεκτο των ψυχολογων, κατι που δεν εχω υποψη μου αυτη τη στιγμη για να τον αναφερω και λυπαμαι γι’ αυτο. Ενα μπουκαλι βρισκοταν σφηνωμενο πανω στο καυκαλο του κεφαλιου μου, ενω το περιεχομενο του καπου ειχε χυθει, προφανως στον εγκεφαλο μου, όπως απεδειχθη αργοτερα. Ενα πελωριο διλημμα ξεπηδησε μεσα μου για το που οφειλοταν ο πονοκεφαλος και η σκοτοδινη που ενοιωθα. Στο καρφωμα του μπουκαλιου στο κεφαλι μου ή στο ποτισμα του εγκεφαλου μου με το περιεχομενο μιας ανεπαφης φιαλης με καθαρη βοτκα;

Αποφασισα να ασχοληθω με αυτο το ερωτημα αργοτερα γιατι προειχε η αφαιρεση του μπουκαλιου απο το κρανιο μου. Καθως το επιασα με το χερι μου, με προθεση να το τραβηξω προς τα εξω ακουσα ενα διαπεραστικο τριξιμο απο το λαιμο μου και πανω. Ακουστηκε ενα τριξιμο σαν αυτο που προκαλει ο μεντεσες μιας καταπακτης που εχει παραμεινει κλεισμενη για διακοσια εικοσιοχτω χρονια, όταν προσπαθουμε να την ανοιξουμε. Με το εφιαλτικο αυτο τριξιμο, μου δημιουργηθηκε και ενας επιπλεον φοβος οτι συμφωνα με τα δεδομενα της φυσικης- την οποια λατρευω- ενα αδειο μπουκαλι οταν το τραβαμε για το βγαλουμε από καπου που εχει σφηνωσει, δημιουργει ενα ειδος αναρρόφησης ικανης να ρουφηξει οτιδηποτε παρουσιασει ισχνη αντισταση. Στη φαση εκεινη που βρισκομουν ειναι φανερο ότι δεν ημουν σε θεση να υπολογισω το μετρο αντιστασης του εγκεφαλου μου οποτε αποφασισα να παραιτηθω προς το παρον και απο αυτην την προσπαθεια.

Δεν κρυβω οτι για μια στιγμη περασε μια φοβερη εικονα μπροστα απο τα ματια μου: να κρατω ενα μπουκαλι με τα μυαλα μου μεσα σε αυτο. Δεν ειναι και η καλυτερη εικονα που μπορει να φανταστει καποιος… εννοειται. Αφου εριξα λιγο νερο στο προσωπο μου, πιο πολυ για να ξεπλυνω τα αιματα παρα για να δροσιστω, βγηκα απο την τουαλετα και προχωρησα προς το μικρο χωλ που χρησιμοποιουσα για καθιστικο τις ανεπισημες ωρες της ημερας. Αυτο που αντικρυσα δεν με στενοχωρεσε ιδιαιτερα αλλα μου προκαλεσε την περιεργεια: τι ηταν αυτο που ειχε δημιουργησει ολο αυτο το μακελειο;

Τα παντα ηταν ανω κατω. Λες και ειχε περασει καποιος τυφωνας. Τιποτα δεν ηταν στη θεση του. Τα περισσοτερα αντικειμενα που κοσμουσαν το χωρο, και που τα ειχα αγορασει με χιλιες θυσιες. ηταν σπασμενα. Ακομα και ενα κουτι προφυλακτικα πολυτελειας που τα ειχα αγορασει απο τα Ηλυσια Πεδια δωροδοκωντας μαλιστα και καποιον στο τελωνειο για να τα περασω χωρις περαιτερω δασμους, ηταν ορθανοιχτο με τα πλαστικα αξεσουαρ του πεταμενα εδω και κει. Ακουμπησα με το ενα χερι στον τοιχο για να μη σωριαστω σαν αδειο σακι κατω και κοιτουσα το βομβαρισμενο τοπιο του διαμερισματος μου αναυδος.

Ημουν σιγουρος οτι ολη αυτη η κατασταση δεν ηταν δημιουργημα σεισμου. Καποιος ειχε βαλει το χερι του. Αρα αυτος που το εκανε πρεπει να ηταν ακομα μεσα στο σπιτι. Κατι μου ελεγε οτι δεν ειχε προλαβει ακομα να την κοπανησει. Με αυτη τη σκεψη, και με το μπουκαλι στο κεφαλι, εφτασα μεχρι το μικρο δωματιο που βρισκοταν στο τελος του διαδρομου που χρησιμοποιουσα σαν αποθηκη,ανοιξα την πορτα και χωρις να δυσκολευτω καθολου, επειδη ηξερα τους χωρους ακομα και με κλειστα ματια, αρπαξα μια παλια εξατμιση αυτοκινητου που ειχε ξεχαστει εκει. Ζυγιζοντας την με το χερι προσπαθησα να εξοικειωθω μαζι της κραδαινοντας την στον αερα σαν ξιφομαχος. Μεσα σε λιγα λεπτα αισθανθηκα ετοιμος να ανταποκριθω σε οποιαδηποτε κατασταση μαχης και αν προεκυπτε. Με τονωμενη την αυτοπεποιθηση αρχισα να ψαχνω σε κάθε γωνια του σπιτιου αυτον που δημιουργησε το εφιαλτικο χαος.

Οσο ομως και αν εψαξα δεν βρηκα κανενα. Κοντοσταθηκα για λιγο και το ποτισμενο με βοτκα μυαλο μου ξαφνικα αστραψε. Η ντουλαπα. Ναι, ειχα ξεχασει να ψαξω στο βαθος της ντουλαπας. Πισω απο τα ρουχα. Στις ταινιες εκει συνηθως κρυβονται οι μπαταξηδες. Αφου ασυναισθητα εφερα το χερι στο μπουκαλι πανω απ’ το κεφαλι μου για να διαπιστωσω οτι βρισκεται στη θεση του, με μικρα αλλα σταθερα βηματα εφτασα μπροστα απ’ τη ντουλαπα. Σταματησα και αφουγκραστηκα. Ενα αυτοκινητο περασε απ’ εξω, κορναρε, σπινιαρε πανω στην ασφαλτο και μετα ακολουθησε απολυτη ησυχια. Δεν ακουγονταν απολυτως τιποτα. Τιποτα; Οχι, λαθος. Κατι ακουγοταν. Ακουγοταν μια απαλη ανασα. Ειχα τις αισθησεις μου σε πληρη επιφυλακη. Μεσα σε αυτην την απολυτη ησυχια η ανασα γινοταν στιγμη με στιγμη πιο εντονη. Σαν να ενοιωθε οτι καποιος ειχε ανακαλυψει τον κρυψωνα του. Μετα απο λιγα λεπτα η ανασα ακουγοταν πλεον πολυκαθαρα. Ημουν πια σιγουρος οτι καποιος ηταν χωμενος μεσα στη ντουλαπα.

Το καταλαβε κι αυτος οτι ειχε γινει αντιληπτος γιατι κουνηθηκε απ’ τη θεση του. Φανηκε σαν να ειχε μουδιασει τοση ωρα στην ιδια θεση και αλλαξε σταση. Τοτε αποφασισα οτι το παιχνιδι ειχε πια κριθει γι’ αυτόν και του ειπα με οση αυστηρη φωνη διεθετα :

-Ενταξει... βγες εξω απο κει περα! Βγες εξω!Βγες εξω!Βγες... γιατι θα σε βγαλω εγω! Μ' ακους; Βγες εξω!Βγες εξω αμεσως!
-Κοφ' το! Θα σε μαχαιρωσω, γαμωτο!
-Ακουσε με... ειμαι κουρασμενος. Θελω να ηρεμησω λιγο. Εχω να σου προτεινω κατι... τα ξεχναμε ολα αυτα... εσυ παιρνεις τα συνεργα σου, εξαφανιζεσαι. Και τελος! Συμφωνοι; Συμφωνοι; Με ακους;
-Φωναξες τους μπατσους;
-Οχι.
-Θα τους φωναξεις;
-Αν δε βγεις εξω, θα το κανω. Ενταξει... θα παρω τηλεφωνω στους μπατσους.
-Οχι, μην το κανεις. Σε παρακαλω!
-Τοτε, βγες εξω και χασου!
-Ενταξει, αλλα θα κρατησω το μεταλλικο κουτακι.
-Ποιο μεταλλικο κουτακι;
-Αυτο με τις σφαιρες.
-Αποκλειεται! Τα συνεργα σου και δρομο! Γιατι διαλεξες το σπιτι μου; Γιατι οχι του διπλανου, του κοπανου;
-Εχει σκυλο.
-Γιατι οχι τα αλλα σπιτια της γειτονιας;
-Κι αυτα εχουν σκυλους.
-Ολα εχουν σκυλους;
-Ναι.
-Ολοι οι γειτονες μου εχουν σκυλους;
-Ναι.
-Ελα, σηκω πανω, ωχ γυναικα εισαι; Γυναικα εισαι γαμω το κερατο μου;
-Ναι, και δεν με υπακουν τα ποδια μου.
-Μπορεις να τα κουνησεις;
-Οχι. Δεν τα αισθανομαι.
-Βλεπεις; Μπορεις να τα κουνησεις. Σηκω επανω.
-Με πονανε. Καποιο καταγμα θα εχω.
-Μαλακιες! Σηκω πανω.
-Ποναω, στο ορκιζομαι.
-Γυρισε προς τα μπρος.
-Τι πραγμα;
-Γυρισε προς τα μπρος. Για να δω τα χερια σου. Που ειναι το μαχαιρι σου;
-Δεν εχω μαχαιρι.
-Που ειναι το μαχαιρι;
-Δεν εχω κανενα μαχαιρι!
-Ειπες οτι ειχες.
-Ετσι το ειπα...για να μη με ξυλοφορτωσεις. Σου ορκιζομαι πως δεν εχω. Μην μου ριξεις καμια γρηγορη! Ορκιζομαι πως δεν εχω τιποτα. Μη με ξαναχτυπησεις.
-Δε σε χτυπησα ακομη. Που πονας;
-Εδω.
-Που.. εκει;
-Εδω.
-Δε φωναξα τους μπατσους. Μεινε εκει που εισαι.
-Γιατι;
-Μην κουνηθεις γιατι αλλιως...Πως σε λενε;
-Μαρθα.
-Μαρθα;
-Ναι. Και ειμαι ενα κτηνος με γυναικεια μορφη.

Το κτηνος εμεινε μαζι μου πεντε μηνες. Την ημερα ομως που ενας κομπογιαννιτης μου αφαιρεσε τη μπουκαλα απο το κρανιο, το κτηνος ανεξηγητα εξαφανιστηκε. Εφυγε οπως ακριβως ηρθε. Λες και δεν υπηρξε ποτε. Η πληγη στο κεφαλι μου επουλωθηκε πολυ γρηγορα και τα πραγματα πηραν παλι τον δρομο τους, οπως και πριν.

20.8.09

Ο ακρωτηριασμός




Απ’ τη βεραντα του ξυλινου σπιτιου
των αμμολοφων (πιο πολυ με τροχοσπιτο
μοιαζει) παρατηρουσα μια
ανθρωπινη φιγουρα να
βαδιζει κουρασμενα,
κατω από τον καυτο ηλιο
του μεσημεριου
και, να
ερχεται προς το μερος μου,

εφερα το χερι μου αντηλιο πανω
απ’ τα
φρυδια μου
καταβάλλοντας προσπαθεια να τον
αναγνωρισω, ματαια,
ο ηλιος
ηταν τοσο εκτυφλωτικος,

οταν με πλησιασε στα τρια μετρα,
διεκρινα καθαρα οτι
ηταν
ο Αποστολης που γυριζε
απο καποιο πολεμο,
μαλλον του κολπου πρεπει
να ηταν (δεν ειμαι απολυτα σιγουρος
γι’ αυτό)

φορουσε την πρασινη
πολεμικη στολη του και ηταν
γεματος
ξεραμενα αιματα και σκονη, μια
κιτρινη σκονη,
επισης κρατουσε
ενα γκρι κρανος στ’ αριστερο
του χερι, το δεξι ελειπε
από τον αγκωνα και
κατω,
του ‘λειπε το ένα αυτι ,όπως και
το δεξι του ματι

αφησε το κρανος στην αμμο
με κοιταξε ,σηκωσε το
χερι του (όχι το κομμενο)
με χαιρετησε,
μαλλον αδιαφορα και, μου
ειπε «Έι,τι γινεται Τζωρτζη; Εδώ
τη βγαζεις τωρα;»
«Ναι Αποστολη, εδώ τη βγαζω
τωρα» απαντησα

«Απο μακρυα σε περασα για
ελαιοχρωματιστη, πως απο δω;» τον ρωτησα
«Γυριζω απ’ τον
πολεμο» απαντησε κουρασμενα
«τελειωσε ο πολεμος Αποστολη;»
«Δεν νομιζω, δεν ακουσα
κατι τετοιο,εσυ
γιατι τα
βροντηξες και εφυγες;»
«Εφυγα γιατι κατι με τραβουσε
να ’ρθω προς τα εδω» του ειπα.

«Δεν επρεπε να τα παρατησεις Τζωρτζη,
εφυγες πολυ νωρις. Νομιζω
πως εκανες λαθος» μου ειπε.
«Τουλαχιστον εγω δεν εχασα το
χερι μου σαν εσενα,
γι’ αυτους
τους μαλακες» του ειπα δειχνοντας του
επιδεικτικα τα
δυο μου χερια

«Τζωρτζη μπορει να μην εχασες
τα χερια σου , αλλα
εχασες κατι πιο πολυτιμο για
σενα» ειπε, κοιτάζοντας με
με οικτο.
«Τι είναι αυτο που εχασα ; Θα ‘θελα
πολυ να μαθω» τον ρωτησα ειρωνικα
«Τη ζωη σου Τζωρτζη, τη
ζωη σου» απαντησε και προχωρησε
προσπερνωντας με.

Τον κοιταζα απο πισω καθως
απομακρυνοταν,
καρφωμενος στη
θεση μου,
οταν ειχε
διανυσει μερικα μετρα, το μονο
που βρηκα
να του πω δυνατα ηταν «Αποστολη,
πηγαινε να θυσιασεις και
το αλλο σου χερι, για χαρη αυτων
που
δεν δινουν φραγκο για σενα»

η απαντηση του ηταν αμεση,
πεταξε το κρανος
με οση δυναμη ειχε
στη θαλασσα,
εχωσε τα δακτυλα του
αριστερου του χεριου στο
κωλο του και
εξυσε την
κωλοτρυπιδα του.



13.8.09

Μην μου χαϊδεύεις το πόδι κάτω απ' το τραπέζι




Να σκεφτεσαι οταν μου μιλας
οτι με κατακλυζει το αρωμα
που τρεχει γυρω σου
οσο μακρια κι αν εισαι.


να το σκεφτεσαι αυτο οταν γελας
πως αισθανομαι την ανασα σου
στο προσωπο μου
οσο μακρια κι αν ειμαι.


Οχτω μερες
τυπωμενες σε γυαλιστερο χαρτακι
σαν καρτουλα σε βαφτισι
καμαρωνουν.


Πεντε μερες
για να γευτω το αρωμα σου
να καταπιεις την ανασα μου
πρωι θαναι.


Μην μου χαϊδευεις το ποδι
κατω απ' το τραπεζι
θα φανει στα ματια μου
νυχτα θαναι.


Σημερα λειπεις
κι η μερα απλωσε μπουγαδα
τις σκεψεις μου.
Παω να τις μαζέψω. Σκοτεινιασε.

5.8.09

Αυγουστιάτικη πανσέληνος πάνω σε αμμόλοφο





Σε ειδα ψηλα στο αμμολοφο να κρατας
την κουπαστη της ξυλινης σκαλας
σα να κρατουσες σφιχτα το χερι της ζωης.
Ειδα τα μαλλια σου να ανεμιζουν
την ωρα που τα εστρωνες
σα να χαιδευες το παρελθον σου.
Σα να κοιταγες στα ματια το μελλον σου.


Διεκρινα στα χειλη σου την παυση
το φρεναρισμα να ξαποστασεις
απο το δρομο τον τραχυ, τον γλυκο,
το δρομο τον επικινδυνο, τον ωραιο.
Αδικα ομως κατεβηκες απο το λοφο σου.
Ειδες; βραχηκαν τα ποδια σου
απο το κυμα που επιμενει να σε προκαλει.


Δεν ειναι η ωρα ακομη να γυρισεις πισω.
Αδικα αφησες την κουπαστη.
Αφου ξερεις οτι θα ΄ρχομαι
να σου κρατω συντροφια στην παυση.
Η ασφαλτος η ατιμη ξεθαρρεψε και βγηκε
να σε προϋπαντησει. Ομως ειναι νωρις ακομη.
Το ξερεις και το ξερω. Παντα γυρναμε πισω.


Μην βιαζεσαι να ταξιδεψεις.
Κρατα το στο ονειρο.
Αφου ξερεις οτι θα σε περιμενω
οταν την αγκαλια σου αδεια θα αφησουν.
Στα σκαλακια θα ΄μαι να τιναζω την αμμο
Κρατα την κουπαστη. Ο δρομος δεν τελειωνει ποτε.
Υπαρχει γιατι εμεις τον φτιαχνουμε.


Μονο να μου το θυμισεις τοτε.
Πονανε τα ποδια μου στην ασφαλτο.
Και θελω να τον περπατήσουμε μαζι. Μεχρι το τελος.

1.8.09

Ο παράδεισος δεν είναι για τους μοναχικούς


Οι τιτλοι τελους επεσαν. Μια νοτα πιανου χτυπησε πενθιμα και τα φωτα της αιθουσας αναψαν σιγα σιγα. Ο Τζωρτζης ανοιξε αργα τα ματια του. Νυσταζε ακομη. Ενοιωθε ολο του το σωμα πιασμενο. Τεντωσε τα ποδια του κατω απο το μπροστινο καθισμα τοσο πολυ που φανηκε σαν να ηθελε να τα χωσει στο κωλο του μπροστινου του. Εκανε να απλωσει και τα χερια του προς τα πλαγια αλλα καπου κουτουλησαν και σταματησε. Δεξια του καθοταν ο Βουλης και αριστερα του η Τζουλη. Οσο κι αν ειχε προσπαθησει, η σκοτεινη ατμοσφαιρα του σινεμα του προκαλουσε παντα μια γλυκια ταση για υπνο που δεν μπορουσε να αντισταθει. Οι δυο φιλοι του ειχαν κιολας σηκωθει απο τα καθισματα τους και μαζευαν τα πανωφορια τους. Τους κοιταξε και ενα χαζοχαρουμενο χαμογελο φανηκε στο προσωπο του.
«Και γαμω τα εργα. Τρομερη πλοκη. Αλλα και η θεογκομενα δεν πηγε πισω. Τα ’δωσε ολα. Αυτοι ειναι ηθοποιοι, οχι μαλακιες. Ευχαριστως θα το ξαναβλεπα.» ειπε περιμενοντας την αποψη τους για το, οπως θεωρουσε ο ιδιος, βαθυστοχαστο σχολιο του.
«Ασε ρε Τζώρτζη, αφου κοιμοσουνα σε ολο το εργο. Τι μας λες τωρα;» ειπε ο Βουλης με ειρωνεια.
«Βουλη, τωρα τελευταια εχω διακρινει καποια επιθετικοτητα στη συμπεριφορα σου απεναντι μου ή κανω λαθος ; Τρεχει κατι και δεν μου το λες;» ειπε ο Τζωρτζης.
«Ελατε, παμε, εφυγαν ολοι, τελευταιοι μειναμε» τους διεκοψε η Τζουλη μασωντας ως συνηθως με μανια την τσιχλα της.
«Μιλησε και η κατσικα...» της απαντησε ο Βουλης περιφρονητικα.
«Βουλη πως μιλας ετσι στη Τζουλη. Τι εχεις πάθει; Πολύ τσιτωμενο σε βλέπω, εχεις κατι; » παρεμβηκε ο Τζωρτζης προσπαθωντας να τον ηρεμησει.
«Δεν θα μου υποδειξεις εσυ πως θα μιλαω στη γυναικα μου ... ενταξει;» ειπε ο Βουλης αρπαγμενος.
«Βουλη, πολλες φορες η μαλακια σου χτυπαει ταβανι, κουλαρε λιγο δικε μου»

Ο Τζωρτζης προσπαθησε να δειξει ανωτεροτητα διατηρωντας την ψυχραιμια του, και να μην του ριξει κανα χοντρο μπινελικι. Τουλαχιστον μεχρι να βγουν απο την αιθουσα. Παντως κατι απασχολουσε τον φιλο του, σκεφθηκε. Δεν υπηρχε αμφιβολια γι’ αυτο. Ο Βουλης δεν ηταν κακο παιδι. Ειχε μεγαλωσει μεσα σε ενα μεγαλοαστικο περιβαλλον, χωρις να του λειψει τιποτα. Δεν ειχε γνωρισει ποτε τις στερησεις σαν αλλα παιδια που μεγαλωνουν στις αλανες και στις φτωχογειτονιες. Παραλληλα δεν ηταν και μαμοθρεφτος. Απο νωρις ειχε ομφαλοκοπει απο το περιβαλλον της οικογενειας του. Αυτο συνεβη πιο πολυ οταν αρχισε να κανει παρεα με τον Τζωρτζη. Τον Τζωρτζη το αλανι, οπως συνηθιζε να τον αποκαλει. Ειχε βεβαια τη μουρλα του, μια μουρλα που χαρακτηριζει ολους τους μεγαλους ποιητες. Ο Βουλης ηταν γενικα ενας χαμηλων τονων ανθρωπος, αναμφισβητητα καλλιεργημενος και πολυ γνωστος στη λογοτεχνικη πιατσα ως ποιητης. Για να συμπεριφερεται με αυτο τον τροπο κατι τον απασχολουσε.

Υποτονικα προχωρησαν προς την εξοδο του σινεμα. Κανεις δεν εδειχνε να εχει ορεξη για κουβεντα. Βγηκανε εξω και βρεθηκανε στο πεζοδρομιο μιας μεγαλης και πολυσυχναστης λεωφορου. Ασυναισθητα εμειναν για λιγο ακινητοι μεχρι να συνηθισουν τα ματια τους στα εντονα φωτα της νυχτερινης πολης. Ο Τζωρτζης πεταξε μια ιδεα.
«Παμε να πιουμε κανα ποτο γιατι στεγνωσε το μυαλο μου;».
«Εγω δεν εχω προβλημα, αν θελει κι ο Βουλης..» ειπε η Τζουλη διστακτικα κοιταζοντας τον συζυγο της σαν να περιμενε την εγκριση του.
«Παμε» συμφωνησε ο Βουλης «εχω κατι να πω που μας αφορα ολους».
«Ενταξει Βουλη παμε, κανενα προβλημα» ειπε ο Τζωρτζης κοιταζοντας αυθορμητα την Τζουλη.
Προχωρησαν και οι τρεις μαζι καταλαμβαντας ολο το πλατος του πεζοδρομιου. Ο Τζωρτζης αναψε τσιγαρο και το προσφερε στη Τζουλη. Εκεινη το πηρε αφου τον ευχαριστησε, και τραβηξε μια γενναια ρουφηξια. Ο Τζωρτζης της εριξε μια βιαστικη ματια. Ηταν ομορφη γυναικα η Τζουλη. Την ηξερε καμποσα χρονια. Ηταν μια κοπελα που δεν την εψαχνε πολυ. Αναλαφρη σκεψη, αναλαφρα ηθη, χωρις να δινει ιδαιτερη σημασια στις εσωτερικες αλλα ουτε και στις εξωτερικες αναζητησεις, τυπος δηλαδη του οσα ερθουν και οσα πανε και με μια τσιχλα μονιμα στο στομα να τη μασα μετα μανιας. Της αρεσαν τα μοδατα ρουχα, τα ψηλοτακουνα παπουτσια, το εντονο βαψιμο, οι συχνες κομμωσεις και τα γρηγορα αδεσμευτα γαμησια. Ψεκαστε, σκουσπιστε, τελειωσατε και μετα παλι φιλοι. Γενικα αντιμετωπιζε ολες τις καταστασεις με μια αξιοθαυμαστη, μη φιλοσοφημενη, στωικοτητα. Εκαναν αρκετη παρεα στο παρελθον με τον Τζωρτζη γιατι τον θεωρουσε καθαρο και μπεσαλη τυπο. Αυτος ηταν που την γνωρισε στον Βουλη.
Εκεινος απο την πρωτη στιγμη την ερωτευτηκε με το πηγαιο παθος που χαρακτηριζει συνηθως τους μεγαλους ποιητες. Ντροπαλος οπως ηταν ο Βουλης τον παρακαλεσε να πει μια καλη κουβεντα γι αυτον στη Τζουλη. Ο Τζωρτζης δεν ειχε κανενα λογο να μην το κανει, και το εκανε. Η σχεση προχωρησε πολυ γρηγορα. Οι ενδοιασμοι που ειχε αρχικα η Τζουλη εγιναν καπνος που χαθηκε στον καταγαλανο και καθαρο -γι’ αυτους ακομα- ουρανο. Σε αυτο συντελεσαν και τα ερωτικα ποιηματα που εγραφε για παρτη της ο Βουλης αλλα και η παντα φουσκωμενη τσεπη του. Ο Βουλης εκεινη την εποχη βιωνε μια μακρα και παρατεταμενη περιοδο σεξουαλικης στερησης. Ηταν αφωσιωμενος αποκλειστικα στην τεχνη του. Το τελευταιο μουνι που ειχε δει ηταν οταν βρεθηκε προσκαλεσμενος σε μια βαφτιση πριν μερικα χρονια. Οποτε αυτο ηταν. Επεσε με τα μουτρα. Ειναι γεγονος οτι ηξερε να γραφει καλα ποιηματα. Ηταν τεχνιτης σε αυτο το εκφραστικο ειδος. Εδω τα σιδερα λειωνανε οταν της τα διαβαζε, η τρυφερη - σε τετοιου ειδους περιστασεις - καρδια της Τζουλης θα εμενε απαθης ; Ενα απυθμενο παθος κατελαβε και τους δυο. Οπως συμβαινει παντα στα φρεσκοερωτευμενα ζευγαρια. Τωρα βεβαια, οταν μετα απο καποιο διαστημα η γυναικα μετατρεπεται σε μια κλασσική σπασαρχιδα και αυτος σε ενα τυπικο ραμολιμεντο ειναι ενα αλλο θεμα. Αυτα φυσικα δεν τα ελεγε ο Τζωρτζης στον φιλο του για να μην τον αποθαρρύνει.

Αφου προχωρησαν για αρκετη ωρα χωρις να μιλαει κανεις, μια γρια τσιγγανα βρεθηκε μπροστα τους. Η τσιγγανα παρα τα κιλα της εκανε μια αερινη ντριπλα γυρω απο τον καθετο αξονα του κορμιου της και πηγε και σταθηκε μπροστα στον Τζωρτζη.
«Να σου πω τη μοιρα σου, να σου πω το ριζικο σου;» τον ρωτησε με μιας τελευταιας γενιας μυστικιστικο υφος.
«Δεν πιστευω σε τετοια, παρατα με» ειπε αυτος.
«Αφησε να δουμε τι θα σου πει» πεταξε ο Βουλης «θα 'χει πλακα».
«Αφησε την, Τζωρτζη, ειμαι πολυ περιεργη… σε παρακαλω» ειπε η Τζουλη κοιταζοντας τον σχεδον ικευτετικα.
Ο Τζωρτζης μολις το ζητησε η Τζουλη –της ειχε ακομα καποια αδυναμια εννοειται -ανοιξε το χερι του και η τσιγγανα επιασε δουλεια.
«Βλεπω οτι θα ζησεις πολλα χρονια παλικαρι» ειπε η γρια.
«Αυτα θεια, τα ξερουμε, εχεις κατι καινουργιο;» τη ρωτησε με βαρετο υφος ο Τζωρτζης.
«Βλεπω επισης οτι θα γαμησεις μεσα στις επομενες εικοσι ωρες..» ειπε και κοιταξε πονηρα στα ματια τον Τζωρτζη. Ολοι απορησαν για την χρονικη ακριβεια της γριας μαγισσας.
«Αυτο με ενδιαφερει» της ειπε ο Τζωρτζης και αφου της εδωσε ενα χαρτινο ταληρο τραβηξε το χερι του και προχωρησε. Σταματησε λιγο πιο κει για να τον προλαβουν. Ετσι και εγινε. Το προσωπο του Βουλη παρεμενε ανεκφραστο. Αντιθετα της Τζουλης ηταν πιο χαλαρο με ενα απροσδιοριστο χαμογελο. Κανεις δεν ειπε τιποτα.

Σε λιγο εφτασαν εξω απο ενα καφε. Μπηκαν μεσα, διαλεξαν ενα σεπαρε στο βαθος του μαγαζιου και καθισαν. Απο τη μια μερια ο Τζωρτζης και απεναντι του ο Βουλης με τη Τζουλη. Η σερβιτορα, μια ξανθια ελαφρως γεματουτσικη αλλα γλυκια κοπελα κατεφθασε κουναμενη σειναμενη, περπατουσε λες και εκανε επιδειξη μοδας. Το βαρυ ηδονικο κορμι της κουνιοταν αργα ακομα και οταν επαιρνε την παραγγελια. Ηταν γυναικα δυναμιτης.
«Γεια σας, με λενε Ρανια, τι θα παρετε;» ρωτησε κοιταζοντας τον Τζωρτζη μειδιαζοντας ελαφρα.
«Γεια σου Ρανια, μια μπιρα παγωμενη και ενα χοτ –ντογκ με λιγο κετσαπ για μενα» ειπε .
Ο Βουλης ζητησε μια μπιρα και η Τζουλη ενα γαλλικο καφε σκετο. Η σερβιτορα σημειωσε τη παραγγελια σε ενα μπλοκακι, κοιταξε λαγνα τον Τζωρτζη περασε αργα τη γλωσσα της πανω απο τα χειλη της δινοντας τους μια ελαφρια γυαλαδα, και απομακρυνθηκε οπως ηρθε. Κουναμενη σειναμενη. Λιγο πριν παρει τη τελευταια στροφη για να μπει πισω απο τη μπαρα εκανε ενα τελευταιο προς τα πανω δυνατο τιναγμα του κωλου της γυριζοντας το κεφαλι της και ριχνοντας μια γατισια ματια στον Τζωρτζη. Ο Τζωρτζης χαμογελασε. Μετα εβαλε το δαχτυλο βαθια στο δεξι του ρουθουνι το εστριψε και ξεκινησε να το καθαριζει. Τα κλιματιστικα παντα του βουλωναν τη μυτη. Κανεις δεν ελεγε κουβεντα. Το προσωπο του Βουλη ηταν σκυθρωπο. Η Τζουλη κοιταζε αδιαφορα δεξια αριστερα ενω ο Τζωρτζης καθαριζε επιμελως τα ρουθουνια του. Η σερβιτορα επεστρεψε με το ιδιο ακριβως τεμπο κρατωντας ενα μεγαλο ξυλινο δισκο. Μολις αφησε τις παραγγελιες στο τραπεζι ο Τζωρτζης την επιασε μαλακα απ’ το καρπο του αριστερου της χεριου.

«Ρανια, ελα να το σκασουμε μαζι» της ειπε γλυκα.
«Τι δουλεια κανεις ;» τον ρωτησε.
«Ειμαι εμπειρος μηχανοδηγος αμαξοστοιχιας» ειπε και την κοιταξε λιγο πιο κατω απ’ το λαιμο.
«Προτιμω το αφεντικο μου, βγαζει περισσοτερα» απαντησε εκεινη.
«Αστατη, νομιζα πως με αγαπησες..» ειπε ο Τζωρτζης εμφανως απογοητευμενος.

Η σερβιτορα εφυγε. Ο Τζωρτζης αρχισε να τρωει λαιμαργα το χοτ-ντογκ και να πινει την μπιρα του. Η Τζουλη επινε τον καφε της παρακολουθωντας την κινηση του δρομου μεσα απο την τζαμαρια του καφε. Ο Βουλης κατεβασε μια δυνατη γουλια μπιρας, εβγαλε ενα μπλοκακι με ενα στιλο και τα αφησε πανω στο τραπεζι. Δεν μιλουσε κανεις. Ο Τζωρτζης αφου τελειωσε το χοτ-ντογκ ηπιε μια γουλια μπιρα και αναψε ενα σερτικο. Κοιτουσε αδιαφορα εδω και 'κει μεχρι που καταλαβε να πεφτει πανω του το βλεμμα του Βουλη. Τον κοιταξε και παρα λιγο να του βγει η γουλια απ’ τη μυτη. Τα ματια του Βουλη… ναι, τα ματια του Βουλη ηταν πολυ τρομακτικα. Δεν ειχαν καθολου βαθος, ενω ηταν σαν να τους ειχαν αφαιρεση την κορη. Τον κοιτουσε και νομιζε οτι τον κοιταζει καποιο εξωπραγματικο ον. Ο Βουλης δεν ελεγε τιποτα απλως τον κοιτουσε με αυτο το απαισιο βλεμμα. Το προσωπο του ηταν χλωμο, σαν προσωπο πεθαμενου. Ο Τζωρτζης γυρισε αργα το κεφαλι του και κοιταξε τη Τζουλη. Εκεινη συνεχιζε να πινει αμεριμνη τον καφε της κοιταζοντας μεσα απο την τζαμαρια εξω στο δρομο. Κοιταξε και αυτος εξω. Περιμενε για ένα λεπτο, ξαναγυρισε και κοιταξε τον φιλο του. Ειχε την ελπιδα οτι η εικονα του θα ειχε αποκατασταθει και θα αντικριζε τον φιλο του οπως τον ηξερε. Σκατα. Παλι τα ιδια. Η μεταμορφωση του Βουλη συνεχιζε να υπαρχει ακομα.

«Βουλη, εχεις κατι;» του ειπε «πως εγινες ετσι;»
Ο Βουλης τον κοιτουσε επιμονα με αδεια ματια. Ο Τζωρτζης αρχισε να ανησυχει στα σοβαρα πλεον.
«Μιλα, πες κατι ρε Βουλη, να φωναξουμε κανενα γιατρο ; Σαν πεθαμενος φαινεσαι».
Τοτε ο Βουλης σαν να συνηλθε ξαφνικα απο καποιο ληθαργο ανοιξε το στομα του και μιλησε. Η φωνη βγηκε απο το στομα του με πολυ προσπαθεια. Ηταν πολλη βραχνη, σχεδον αποκοσμη.
«Γαμεις τη Τζουλη, ετσι δεν ειναι;»
«Ποιος, εγω;» ρωτησε ο Τζωρτζης μενοντας με το στομα ανοιχτο.
Η Τζουλη ενω ηταν με το προσωπο στραμενο στη τζαμαρια σαν να τη χτυπησε ηλεκτρικο ρευμα πεταχτηκε προς τα πανω και γυρισε προς το μερος τους.
«Τι ηταν αυτο που ειπες;» επανελαβε με χαμηλη φωνη ο Τζωρτζης.
«Το ‘χω καταλαβει εδω και καιρο. Γαμεις τη γυναικα μου».

Αυτη τη φορα το ειπε λιγο πιο δυνατα και με πιο καθαρη φωνη. Οι πελατες που καθονταν εκει γυρω γυρισαν τα κεφαλια τους και τους κοιταξαν. Ο Τζωρτζης χαμηλωσε το κεφαλι του και κοιταζε το τραπεζι. Δεν ηξερε πώς να αντιδρασει. Ενοιωθε το σωμα του πολυ βαρυ. Αλλα πιο βαρυ αισθανοταν το κεφαλι του. Με κοπο το συγκρατουσε ορθιο στους ωμους του. Το σοκ ηταν μεγαλο γι’ αυτον, οσο και για την Τζουλη. Εκεινη τους κοιταζε μη ξεροντας πώς να αντιδρασει. Μασουσε ακομα με περισσοτερη νευρικοτητα την τσιχλα της. Ακολουθησε λιγη ωρα χωρις να μιλησει κανεις. Τα ματια του Βουλη ειχαν παρει τωρα ενα κοκκινο χρωμα. Φανερωναν τρομερο μισος. Τα δακτυλα των χεριων του ετρεμαν νευρικα και πηγαινοερχονταν πανω το τραπεζι σαν να καθαριζαν φακες.

Μια τεραστια μαυρη μυγα εκανε την εμφανιση της βουιζοντας, κανοντας στην αρχη μεγαλους ομοκεντρους κυκλους και μετα πιο μικρους πανω από τα αποφαγια που εμειναν απο το χοτ ντογκ. Τελικα, εκμεταλλευομενη την ησυχια που επικρατουσε πηρε θάρρος, βουτηξε με ταχυτητα και καθισε πανω σε ενα μικρο απομεινάρι λουκανικου. Ολοι ειχαν στρεψει την προσοχη τους στη μυγα μενοντας εντελως ακινητοι. Αυτη αρχισε να γευεται τα αποφαγια του χοτ ντογκ ευτυχισμενη. Που και που εριχνε καμια κλεφτη ματια για καθε ενδεχομενο, αλλα δεν εδειχνε να ανησυχει ιδιαιτερα. Λες και καταλαβε οτι κανεις δεν θα ασχολιοταν μαζι της. Εκει εκανε το μεγαλο λαθος. Εδειξε εμπιστοσυνη στους ανθρωπους και το πληρωσε ακριβα. Ο Βουλης με μια αστραπιαια κινηση, σηκωσε το χερι του οσο χρειαζοταν για να παρει φορα και το κατεβασε με ταχυτητα φωτος κατα πανω της. Η μυγα διαμελιστηκε κατω απο την παλαμη του. Τα ποτηρια, τα πηρουνια, και ολα οσα βρισκονταν πανω στο τραπεζι χορεψαν σαν τρελα και σταματησαν ζαλισμενα.
Μια σταγονα κετσαπ πεταχτηκε και αφου διεγραψε μια καμπυλη, κολλησε ακριβως κατω απ’ τη γαλλικη μυτη της Τζουλης. Εκεινη μεσ’ τον πανικο της εβγαλε τη γλωσσα της και την τραβηξε μεσα στο στομα της. Το προσωπο της πηρε μια εκφραση σαν αυτη που παιρνουμε οταν τρωμε κατι πολυ ξινο.
«Πώς το τρως αυτο το πραμα Τζωρτζη, ειναι σκετη αηδια » ειπε μαλλον με αφελεια.

Ο Τζωρτζης την κοιταξε. Δεν ειπε τιποτα. Ο Βουλης τραβηξε το χερι του με τη λειωμενη μυγα και το σκουπισε στο παντελονι του.
«Κωλομυγα, να μαθεις την αλλη φορα να μη φυτρωνεις εκει που δεν σε σπερνουν» ειπε θυμωμενος.
«Δεν μπορω να καταλαβω τι σου εφταιγε το αθωο εντομο και του φερθηκες με αυτον τον βαναυσο τροπο. Εισαι ενα κτηνος» του πεταξε εκνευρισμενος ο Τζωρτζης.
«Εσυ να κοιτας τη δουλεια σου. Μη ξεχνας οτι μου χρωστας μια απαντηση σε αυτο που σε ρωτησα» επανηλθε δριμυτερος ο Βουλης.
«Δεν υπαρχει απαντηση , γιατι απλα δεν υφισταται τετοιο θεμα. Εισαι εντελως τρελος»
«Θα σε ρωτησω για τελευταια φορα, και περιμενω εδω και τωρα απαντηση. Γαμεις τη Τζουλη, ετσι δεν ειναι;» ειπε κοιταζοντας τον Τζωρτζη καταματα.
«Εννοεις τωρα ή πριν την παντρευτεις;» ρωτησε ο Τζωρτζης κοιταζοντας αυτη τη φορα προς το μερος της Τζουλης.
«Τζωρτζη, μου το παιζεις χαζος, θα σε κανω να μετανοιωσεις γι’ αυτο..» ειπε ο Βουλης με αναψοκοκκινισμενο προσωπο.
«Τζουλη πες και συ κατι ρε γαμωτο. Δεν βλεπεις οτι ο αντρας σου εχει βαλθει να μας τρελανει;» απευθυνθηκε σε αυτην ο Τζωρτζης.
Η Τζουλη ανοιξε το στομα της, πηγε να πει κατι αλλα δεν προλαβε.
Απο εκεινη τη στιγμη και μετα ολα εγιναν μεσα σε κλασματα του δευτερολεπτου. Ο Βουλης απο το πουθενα βρεθηκε ορθιος, εβαλε το χερι του κατω απο το μπουφαν και τραβηξε ενα ασημενιο πιστολι. Με το αριστερο χερι το οπλισε και σημαδεψε τον Τζωρτζη .
«Πεθανε μουνοπανο ..» ουρλιαξε.
«Περιμενε..!!» του φωναξε πανικοβλητος ο Τζωρτζης. Η Τζουλη σηκωθηκε τραβωντας τα μαλλια της και ουρλιαζε σαν τρελη. Οι πελατες επεσαν ολοι κατω απο τα τραπεζια σκεπαζοντας τα κεφαλια με τα χερια τους.
«Ειναι η τριτη ληστεια που συναντω σημερα… που θα παει αυτη η κατασταση επιτελους! Για ολα φταινε οι μεταναστες…», ακουστηκε η αγανακτισμενη φωνη ενος ηλικιωμενου απο το βαθος του μαγαζιου.
«Δεν ειναι ληστεια παππου, ειναι ξεκαθαρισμα λογαριασμων ... γαμησε τα, μπλεξαμε ασχημα» του απαντησε καποιος αλλος.

Ο Βουλης μετα το «περιμενε» που του φωναξε ο Τζωρτζης σαν να διστασε για ενα δευτερολεπτο. Αυτο ηταν αρκετο για να δωσει ενα σαλτο ο Τζωρτζης και να βρεθει διπλα του. Προσπαθησε να του αποσπασει το οπλο, ανεπιτυχως. Το μονο που καταφερε ηταν να του δωσει μια δυνατη μπουνια στα πλευρα. Ο Βουλης αναπηδησε λιγο απ’ το πατωμα , διπλωσε το κορμι του στα δυο, εβγαλε μια κραυγη πονου, αφησε μια μικρη κλανια και ξαναβρεθηκε ορθιος στο πατωμα. Τωρα φανηκε πιο εξαγριωμενος. Σταματησαν ο ενας απεναντι απο τον αλλο σαν να ζυγιζονταν με τα ματια. Αρχισαν να κανουν μικρα πηδηματακια και οι δυο κυκλικα, παντα απεναντι. Αυτο συνεχιστηκε για καμποση ωρα. Γυρω γυρω ολοι. Ο Τζωρτζης αρχισε να βαριεται. Συνεχισε ομως να κινειται γυρω γυρω. Δεν ειχε να κανει κατι καλυτερο εκεινη την ωρα.

«Αν εισαι αντρας σταματησε, μου ειναι δυσκολο να σημαδεψω κινουμενο στοχο» του ειπε ο Βουλης με ματι που γυαλιζε. Ο Τζωρτζης ακουγοντας την πρωτη φραση του παγωσε και σταματησε. Δεν ανεχοταν να του θιγουν τον ανδρισμο. Ο Βουλης τωρα ειχε ενα σταθερο στοχο. Σηκωσε το περιστροφο και πυροβολησε. Η βολιδα πετυχε τον Τζωρτζη στο κεντρο του στερνου του. Σκουρο αιμα αρχισε να αναβλυζει απο τη τρυπα που του ειχε ανοιξει η σφαιρα. Ο Τζωρτζης τρεκλισε για λιγο και μετα επεσε φαρδυς πλατυς στο πατωμα. Ενας υποκωφος γδουπος ακουστηκε καθως το σωμα του ακουμπησε κατω. Το προσωπο του σκοτεινιασε απ’ τη σκια του θανατου.
«Με ‘φαγες σκυλε» προλαβε να πει λιγο πριν χασει τις αισθησεις του.
Ο Βουλης ειχε μεινει να κρατα το πιστολι με τεντωμενο το χερι. Καπου φαινοταν σαν μη ειχε πιστεψει τι ειχε κανει. Κατι ψελλισε αλλα κανεις δεν μπορεσε να καταλαβει τι ειπε. Η Τζουλη εκει πιο περα ειχε χωσει το προσωπο της αναμεσα στα χερια της κλαιγοντας με αναφιλητα. Ολοι οι πελατες ειχαν παγωσει. Πρωτος συνηλθε ο Βουλης. Εριξε μια βιαστικη ματια γυρω του, ξαναγυρισε το βλεμμα του στο πτωμα του Τζωρτζη και βαζοντας το πιστολι στη τσεπη του μπουφαν ειπε με υφος γκανγκστερ.
«Παρε τα’ αρχιδια μου τωρα μαλακα, πηρες αυτο που σου αξιζε»
Αυτα ηταν και τα τελευταια του λογια πριν βρεθει λιποθυμος στο πατωμα. Ενας θηριωδης τυπος με παχυ μουστακι και ασπρο σκουφακι τον πλησιασε απο πισω πατωντας στα νυχια των δακτυλων του. Τον χτυπησε στο πισω μερος του κεφαλιου με ενα βαρυ χαλκινο τηγανι. Ο ηχος που εκανε το χτυπημα ακουστηκε εβδομηντα μετρα εξω απο το μαγαζι. Ηταν ο μαγειρας.

Ο Βουλης ανοιξε τα ματια του. Κοιταξε γυρω του. Εβλεπε λιγο θολα αλλα καταλαβε ότι βρισκοταν σε δωματιο νοσοκομειου. Ενοιωσε εναν πονο στο πισω μερος του κεφαλιου του. Εφερε το χερι του ψηλαφιζοντας στο σημειο εκεινο. Ενα τεραστιο καρουμπαλο προεξειχε προς τα πανω και λιγο προς τα αριστερα. Κοιταζοντας ευθεια μπροστα διεκρινε δυο ανθρωπινες φιγουρες να καθονται απεναντι του. Το βλεμμα του αρχισε να καθαριζει. Τωρα εβλεπε πολυ καθαροτερα. Εκλεισε με δυναμη τα ματια του και τα ξανανοιξε. Τωρα πια τα εβλεπε όλα πεντακαθαρα. Απεναντι στον καναπε καθοταν ο Τζωρτζης με τη Τζουλη. Του χαμογελασανε.
«Ξυπνα υπναρα, η παρασταση ελαβε τελος» του ειπε ο Τζωρτζης.
Η Τζουλη σηκωθηκε, πηγε κοντα του εσκυψε και φιλωντας τον στο στομα του ειπε «Ξυπνα αγαπη μου, κοιμασαι τοσες ωρες τωρα..»
«Παραλιγο να με αποκεφαλισει αυτος ο μαλακας που με χτυπησε στο κεφαλι. Αυτο δεν το ειχα προβλεψει. Ευτυχως ημουν κωλοφαρδος» ειπε ο Βουλης φανερα ζαλισμενος ακομα.
«Παντως δεν μπορουσε να γινει πιο ρεαλιστικο, ελπιζω να βρεθηκες στην καταλληλη ατμοσφαιρα που δημιουργησαμε με δικη σου ιδεα, για να εμπνευστεις την καινουργια σου ποιητικη συλλογη «Ενας αγανακτισμενος ποιητης», γιατι εγω δεν ξαναμπαινω με τιποτα σε αλλες τετοιες διαδικασιες» συμπληρωσε ο Τζωρτζης κουρασμενα.
«Ναι, ειμαι βεβαιος πως μετα απο αυτην την εμπειρια η καινουργια ποιητικη μου συλλογη θα αποσπασει θετικοτατες κριτικες. Ηταν πρωτογνωρο» απαντησε ο Βουλης ικανοποιημενος.
Εκεινη τη στιγμη ακουστηκε ενα διακριτικο χτυπημα στη πορτα. Η Τζουλη σηκωθηκε και την ανοιξε. Μεσα περασε αργα η σερβιτορα του καφε κρατωντας μια μεγαλη ανθοδεσμη. Πλησιασε το Βουλη και αφου αφησε τα λουλουδια στο κομοδινο τον φιλησε απαλα στο μετωπο.
«Περαστικα, γλυκιε μου» του ειπε. «Πως αισθανεσαι;»
«Αρχιζω να συνερχομαι σιγα σιγα, αλλα και συ Ρανια θα πρεπει να δεχθηκες μεγαλο σοκ..»
«Νομιζα πως σε σκοτωσε ο τρελλομαγειρας»
«Ναι, αυτο δεν το ειχαμε προβλεψει. Αλλα αφου δεν επαθα κατι σοβαρο ας το ξεχασουμε».
Ο Τζωρτζης σηκωθηκε.
«Λεω να πηγαινω. Νοιωθω πολύ κουρασμενος. Θα τα πουμε αυριο» ειπε και προχωρησε αργα προς την πορτα.
«Μπορεις να παρεις τη Τζουλη μαζι σου και να την αφησεις στο σπιτι μας; Φαινεται εξουθενωμενη» ρωτησε ο Βουλης.
«Φυσικα» ειπε ο Τζωρτζης. Η Τζουλη σηκωθηκε, φιλησε τρυφερα τον αντρα της, τους καληνυχτισε και βγηκαν απο το δωματιο μαζι με τον Τζωρτζη.
Μολις εκλεισε η πορτα πισω τους η Ρανια χωρις να χασει χρονο εχωσε το κεφαλι της κατω απο τα σκεπασματα .
«Δεν μας εχουν καταλαβει μωρο μου. Θα σε κανω περδικι τωρα..» .
«Αν το ηξερε αυτο η Τζουλη θα με σκοτωνε στα αληθεια..» ειπε ο Βουλης και αφεθηκε στα τρυφερα φιλια της σερβιτορας.

Ο Τζωρτζης σταματησε το αυτοκινητο εξω απο το σπιτι του Βουλη και της Τζουλης.
Εσβησε τη μηχανη και αναψε ενα τσιγαρο.
«Γεματη μερα η σημερινη», ειπε κοιταζοντας μεσα απο το παρμπριζ ενα σκυλο που κατουρουσε κατω απο ενα δεντρο.
«Ναι, πραγματικα», ειπε η Τζουλη,«θαρθεις για ενα ποτο;»
«Το ‘χω αναγκη αυτη την ωρα».
Βγηκανε απο το αυτοκινητο και μπηκαν στο σπιτι.
«Θελεις να κανεις ενα ντους πριν πιουμε το ποτο μας;» τον ρωτησε η Τζουλη.
«Ενα ντουζακι ειναι ο,τι πρεπει μετα απο ολα αυτα που προηγηθηκαν. Πώς με καταλαβαινεις γλυκια μου..» ειπε και αρχισε να βγαζει τα ρουχα του. Προχωρησε γυμνος και χωθηκε κατω απο το ζεστο νερο. Πισω του μπηκε γυμνη η Τζουλη τυλιξε τα χερια της γυρω απο τη μεση του ενω ενας γλυκος ερωτικος αναστεναγμος βγηκε αυθορμητα απο τα σωθικα της.

27.7.09

Νυχτερινό ερωτικό σονέτο XΧLIII

Φωτο: Ενας νυχτερινος περιπατος


Αποψε ειναι μια νυχτα που ο ανθρωπος μπορει να κανει τα παντα. Εσμιξε απο νωρις το φεγγαρι με τον ουρανο και ηρθε αντιμετωπο με την νυστα του ηλιου. Πηρε απο τη σπιρταδα του, κι οπως ειναι ολογιομο ρουφηξε οση περισσοτερη μπορουσε. Ειναι μια νυχτα αποψε περιεργη. Του εγκληματος νυχτα. Τροφοδοτης των παθων και των πιο μυχιων ποθων. Σερνει γαϊτανακι το κορμι τουτο το φεγγαρι.

Σκεφτηκα πως μια νυχτα σαν κι αυτη φυτρωσαν τ΄ Ανθη του κακου να στρωσουν μαλακα το κρεβατακι του νεογεννητου Εντγκαρ.

Αποψε ειναι μια νυχτα που ολοι μας μπορουμε να τα κανουμε ολα. Μια νυχτα ξεχωριστη απο κεινες που κλεινουν με κερι το στομα να μην προδωσει στην μερα τις ομορφιες της. Αποψε ειναι η νυχτα που μπορεις να παρεις το δρομο εκεινον που δεν εχει επιστροφη παρα μονο μια αλλη νυχτα. Αποψε να αγαπησεις και να αγαπηθεις και τα δαχτυλα των ποδιων σου να αφηνουν σημαδια στα βοτσαλα. Αποψε μπορεις να χασεις και να χαθεις και τα χερια σου να πονανε ο,τι σκληρο σου βαλανε μπροστα για να σε κρατησουν.

Ειναι μια νυχτα που μπορεις να παρεις πισω οσα αφησες να σου παρουν. Εγκλημα; Ναι εγκλημα. Υπαρχει κατι καλυτερο απο αυτο που η κοινωνια ονομασε εγκλημα. Οχι, οχι εκεινο που προσδιορισαν οι δικαστες. Το αλλο που κρυψανε κατω απο τα στρωματα κι εγινε ενα με το σομιε του ξεχαρβαλωμενου κρεβατιου της κοινωνιας. Αλλωστε οι δικαστες δεν ζουν τη νυχτα. Ισως γιαυτο να κακοδικαζουν κιολας. Αλλα και οι αλλοι, αυτοι που μας περιτριγυριζουν, δικαζουν τη νυχτα με ορους ημερας. Τι τραγωδια αληθεια! Τραγωδια να δικαζεις μια τοση ομορφη νυχτα που η παρανομια σηκωνει το κεφαλι της και σε κοιτα στα ματια υποσχομενη να κρατησει στο σκοταδι της, τις αγαπες.

Μια τετοια νυχτα θελω να ακουμπησω διπλα σου. Αποψε ομως ειμαι κοντα σου. Κι εσυ κοντα μου εισαι το νιώθω. Γι αυτο διαλεξαμε να μεινουμε μονοι. Για να σχεδιασουμε την επομενη. Δεν θα αργησει να ερθει. Ο Ποε γιορταζει. Κανει τα γενεθλια του καθε με φεγγαρι. Την αλλη φορα θελω να διαβαζεις φωναχτα τις ιστοριες του. Να σε ακουω. Ξερεις η φωνη σου ειναι νυχτα. Επειδη υποσχεται.

22.7.09

Μια απρόοπτη στάση


Εκεινο το ζεστο βραδυ του Οχτωβρη βαδιζα επι της οδου Αθηνας με προορισμο την Πλακα οπου με περιμεναν μερικοι φιλοι να σκοτωσουμε την ωρα μας, πινοντας κανα ποτο. Συνηθως περπαταω σκυφτος – δεν ξερω γιατι – διχως να δινω σημασια τι γινεται γυρω μου. Εκεινο το βραδυ βαδιζα ακριβως ετσι. Θα 'μουν περιπου στη μεση της Αθηνας, οταν μεσα απο καποιο στενο, κι απ΄τα δεξια μου, πεταχτηκε σαν βολιδα ενας τυπος κατα πανω μου. Τραβηχτηκα απο ενστικτο προς τα πισω και πλαγια αριστερα νομιζοντας, για μια στιγμη, οτι ειχε σκοπο να με μαχαιρωσει. Κοιταζοντάς τον καλυτερα διαπιστωσα, ανακουφισμενος, οτι δεν κρατουσε τιποτα. Αντιθετα ηταν μουσκεμα στον ιδρωτα. Το λευκο του πουκαμισο ηταν κολλημενο στο κορμι του σαν να ειχε κανει μπανιο πριν απο λιγη ωρα με τα ρουχα. Φαινοταν φοβισμενος και κοιταζε με γρηγορες κοφτες ματιες δεξια-αριστερα σαν να προσπαθουσε να βεβαιωθει οτι δεν τον εβλεπε κανεις. Εγω αφου συνηλθα απο την ξαφνικη επισκεψη του, υπολογιζοντας τον , ηρεμησα αφου τον εκοψα οτι ηταν του χεριου μου.
.
Ηταν ενας πολυ κοντος, κακεχτικος, μελαχροινος αντρας. Το προσωπο του ηταν μικρο και στρογγυλο σαν ενα μεγαλο πορτοκαλι. Αυτο που μου εκανε ιδιαιτερη εντυπωση ηταν οτι, τα επισης στρογγυλα, μικρα ματια του ηταν σχεδον κολλημενα το ενα με το αλλο. Τα μαλλια του ηταν περασμενα με τοσο λαδι που μερικες στογονες επεφταν στα αυτια του και μετα γλυστρωντας κατεληγαν στις πλακες του πεζοδρομιου. Ειχε ενα στομα ολοστρογγυλο και μικρο που το πλαισιωνε ενα μικρο μαυρο μουστακι τυπου Ζορο. Απο το ανοιχτο στο πανω μερος πουκαμισο ξεπεταγονταν ατιθασες μαυρες κατσαρες σκληρες τριχες που εφταναν μεχρι σχεδον την καρωτιδα του. Καποια στιγμη σταματησε να κοιταζει δεξια-αριστερα και αφου με πλησιασε περισσοτερο χωρις να με κοιταζει με ρωτησε:
«Ει φιλε , θελεις να γαμησεις;»
«Εσενα;» τον ρωτησα.
«Οχι εμενα, για κοριτσια μιλαω».
«Τι σου ειναι;»
«Τι θελεις να μου ειναι;».
«Ξερω γω..»
«Μηπως εισαι πουστης ;»
«Δεν νομιζω..»
«Δεν νομίζεις η δεν είσαι;»
«Μ’ αρεσουν τα κοριτσια..»
«Ελα τοτε, τι περιμενεις; Εχω τα ωραιοτερα κορίτσια στη πιατσα».
«Σιγουρα δεν εχουνε ερπη;»
«Για τι με περασες; Την δουλεια μου την ξερω καλα. Ολες τσεκαρισμενες».
«Καλα, παμε τοτε..που ειναι;»
«Ακολουθα με».

Ο τυπος αφου εριξε μια βιαστικη ματια γυρω εβαλε τα χερια στις τσεπες του και προχωρησε βιαστικα στο στενο δρομακι. Ακολουθησα ξοπισω του. Μου εκανε εντυπωση το βαδισμα του. Ειχε ενα περιεργο βαδισμα. Σε καθε δευτερο βημα τεντωνε το δεξι του ποδι προς τα πισω και το τιναζε με αποτομες και κοντες κινησεις. Σαν να ηθελε να τιναξει κατι που ειχε κολλησει στο παπουτσι του. Καθως τον ακολουθουσα παρα ποδας εριχνα και μια ματια τριγυρω να δω που βρισκομαι. Με κατι τετοιους τυπους πρεπει ναχεις το νου σου να μη σου τη φερουν. Στηριζομουν στην αρχικη μου εκτιμηση οτι ηταν του χεριού μου αλλα δεν ειναι κακο να κρατας σε εγρηγορση τα αντανακλαστικα σου σε τετοιες καταστασεις.
.
Αφου περπατησαμε καμποσο περνωντας μεσα απο σκοτεινα στενα δρομακια γεματα σκουπίδια και μια ανυποφορη βρωμα, τον ρωτησα αν εχει και αλλο δρομο ακομα γιατι αρχισα να βαριεμαι .
« Μην ανησυχεις, σε μερικα λεπτα θα γαμησεις».
«Ωραια, γιατι αν ο δρομος είναι αλλο τοσος θα χρειαστω κρεβατι για να κοιμηθω απο την κουραση δικε μου». Καπου σκονταψα αλλα δεν εδωσα σημασια. Σε μερικα μετρα ο τυπος σταματησε, κοιταξε πισω του και αφου βεβαιωθηκε για κατι χτυπησε μια ξιλινη, σκουρα πρασινη, παλια πορτα. Χτυπησε τρεις φορες μετα δυο και μετα μια. Μετα παλι μια μετα δυο και μετα τρεις. Περιμενε για λιγο και μετα χτυπησε αλλες τεσσερεις φορες.
«Δικε μου, αν ειναι να χτυπας την πορτα ολη νυχτα πες το να φυγω. Τι μαλακιες ειναι αυτες;» του ειπα με αγανακτηση.
«Σταματα ρε φίλε, μη μιλας, μπερδευτηκα τωρα…γαμω την πουτανα μου!» ειπε τσαντισμενος. «Αντε να ξαναβρω παλι τη σωστη σειρα…εισαι μαλακας; Μη με ξαναδιακοψεις», το μη τιμητικο επίθετο το ειπε βγαζοντας μια υστερικη σχεδον κραυγη.
«Ακου αρχιδι, αν με ξαναπεις ετσι θα σου σπασω τη μυτη. Ξερω καλο καρατε..» του απαντησα προτείνοντας μπροστα στη μουρη του την τεντωμενη παλαμη του δεξιου χεριου μου.
.
Ο τύπος με αγνοησε επιδεικτικα, εξυσε το πισω μερος του κεφαλιου του, κατι μετρησε με τα δακτυλα του και αρχισε παλι να χτυπαει τη πορτα. Ειχε συγκεντρωσει τοσο πολυ την προσοχη του στη προσπαθεια που εκανε να μη ξαναξεχασει τα κωδικοποιημενα χτυπηματα, ωστε δεν πηρε ειδηση το παραθυρο που ανοιξε πισω μας απο ενα διαμερισμα που βρισκοταν στο δευτερο οροφο ενος παλιου κτιριου. Μια ανθρωπινη σκια εκανε την εμφανιση της στο σκοτεινο δωματιο και πλησιασε τοσο κοντα στο παραθυρο που για μια στιγμη νομισα πως θα επεφτε απο κατω. Το περιγραμμά του φανερωνε πως επροκειτο για εναν ευσωμο αντρα. Την επομενη στιγμη ειδα ενα πιδακα υγρου να πεταγεται απο μπροστα και χαμηλα του. Ο τυπος κατουρουσε απο το διαμερισμα του εξω στο δρομο. Λιγα εκατοστα ακομα και θα μας πετυχαινε στο κεφαλι. Δεν ειχα καμμια ορεξη για τετοιου ειδους ντους γι’ αυτο αντεδρασα .
«Ε, φιλε κανε πιο πισω γιατι αυτος εκει πανω θα μας κατουρησει» ειπα πιανοντάς απο τον ωμο τον αλλο.
«Τον ξερω αυτο τον μαλακα. Του εχω πει χιλιες φορες να μην το κανει αυτο μπροστα σε πελατες. Χαλαει την εικονα του μαγαζιου. Εχω χασει πολλα λεφτα εξ’ αιτιας του» απαντησε φανερα αγανακτισμενος.
«Κατι θα πρεπει να κανεις με αυτο, μολυνει τον χωρο» του ειπα.
«Δεν εχεις αδικο αλλα, οπως μου εχει πει, αντιμετωπίζει προβλημα με τον προστατη του. Δεν προλαβαινει να κατεβει στο κατω πατωμα που ειναι ο καμπινες, διαλεγοντας τον πιο γρηγορο δρομο για να κατουρησει. Και το παραθυρο ειναι ο πιο συντομος δρομος που οδηγει στην ανακουφισή του».
Η ογκωδης σκια σταματησε να κατουραει, τιναξε δυνατα μερικες φορες το πουλι του, το εχωσε στο σωβρακο, κοιταξε ψηλα το νυχτερινο ηρεμο ουρανο, εκανε το σταυρο του δυο φορες με το δεξι του χερι, εκλεισε τα παραθυροφυλλα, τραβηξε τις κουρτινες και εξαφανιστηκε. Σηκωσα αδιαφορα τους ωμους μου και τα επομενα δευτερολεπτα τον ειχα ξεχασει εντελως.

Ο δικος μου χτυπουσε ακομα την πορτα, κωδικοποιωντας με διαφορετικο τροπο καθε φορα τα χτυπηματά του. Δοκιμαζε τοσους συνδυασμους που ηταν φανερο οτι ειχε χασει τον λογαριασμο. Η πορτα παρεμενε ερμητικα κλειστη.
«Ρε φιλε , μηπως εκανες λαθος πορτα; Με τοσο θορυβο και κουφος θα ανοιγε» του ειπα.
«Λες μαλακιες» μου απαντησε νευρικα τιναζοντας το δεξι του ποδι για λιγο προς τα πισω.
Ακολουθησε σιωπη για μερικα λεπτα.
«Πως σε λενε ;» τον ρωτησα, ετσι για να πουμε κατι.
«Γιακουμη ..εσενα;»
«Τζωρτζη…».
«Πουστικο ονομα εχεις…χωρις παρεξηγηση».
«Τον παπου μου λεγανε ετσι και δεν ηταν πουστης..»
«Ειπα, χωρις παρεξηγηση…»
«Δεν παρεξηγησα, απλα σου εξηγησα την πηγη του ονοματος μου».
«Και τι δουλεια κανεις Τζωρτζη ;» με ρωτησε συνεχιζοντας να χτυπα την πορτα.
«Ανεργος ιεαραποστολος..»
Γυρισε και με κοιταξε με εκπληξη.
«Δεν την εχω ξανακουσει αυτη τη δουλεια…εχει φραγκα;»
«Για να πω την αληθεια δεν την εχω εξασκησει ποτε. Απο την ωρα που τελειωσα τις σπουδες ψαχνω για δουλεια αλλα οπως ξερεις ολα τα επαγγελματα περνουν κριση σημερα».
« Δεν εχεις αδικο…ρε φιλε τωρα που σε βλεπω καλυτερα νομιζω πως καπου σε εχω ξαναδει »
« Κανεις λαθος, δεν συνηθίζω να κυκλοφορω στα δικα σου στεκια»
«Ειμαι σχεδον σιγουρος οτι σε εχω ξαναδει , στο σινεμα ή στην τηλεοραση»
«Ειχα παιξει παλια σε μια τσοντα, αλλα καποιος το ‘πε στη μαννα μου, εκεινη επαθε καρδιακη προσβολη και αναγκαστηκα να σταματησω. Δεν ειχα αλλη επιλογη».
«Α, ναι τωρα σε θυμηθηκα. Ναι, ησουνα πραγματικα πολύ καλος. Για μια περίοδο σε ειχα προτυπό μου μαλιστα. Δεν επρεπε να σταματησεις. Ειχες μελλον σε αυτη τη δουλεια. Θυμαμαι και τις κριτικες που ειχαν γραφτει για σενα. Ολες εξηραν το μεγαλο σου ταλεντο, τις μοναδικες τεχνικες που χρησιμοποιουσες, αλλα πιο πολυ τα πλουσια φυσικα σου προσοντα. Καποια φυλλαδα ειχε γραψει οτι σου ειχε κανει προταση ενα απο τα μεγαλυτερα κινηματογραφικα στουντιος παραγωγης τσοντας της Αμερικης και την απερριψες.».
«Ναι ετσι ειναι, δεν ηθελα να ξενιτευτω μικρος. Δεν ηξερα και τη γλωσσα. Καταλαβαινεις αυτο μου δημιουργουσε καποιες ανασφαλειες».
«Σε αυτες τις ταινιες δεν χρειαζεται να μιλας πολυ Τζωρτζη, η δουλεια σου ειναι να σπρωχνεις κι εσυ εσπρωχνες καλα, δικε μου».
«Ναι σωστα, δεν το ειχα σκεφθει τοτε, ισως να μη μου το εξηγησε καλα ο ατζεντης μου. Φερει και αυτος την ευθυνη του».
Ακολουθησε παλι για μερικα λεπτα σιωπη. Ο Γιακουμης σταματησε λιγο να ξεκουραστει γιατι τον ειχαν πονεσει τα δακτυλα του απο τα χτυπηματα στην πορτα. Καπου ειχα αρχισει κι εγω να βαριεμαι. Χασμουρηθηκα, εβγαλα ενα τσιγαρο, το αναψα, τραβηξα μια ρουφιξια και εβαλα το πακετο στη τσεπη μου.
«Γιακουμη λεω να πηγαινω, βαρεθηκα να περιμενω να ανοιξει η γαμημενη πορτα» ειπα.
«Δεν μπορεις να περιμενεις ακομα λιγο για να γαμησεις; Μου φαινεται πως θυμηθηκα τον συνδυασμο» μου απαντησε κοιταζοντας με, με την ελπιδα του ανθρωπου που περιμενει να του απαντησεις καταφατικα.
«Καθυστερησα πολύ με ολη αυτη την ιστορια. Με περιμενουν και οι φιλοι στην Πλακα. Μπορει να ανησυχησουν. Μια αλλη φορα.»
«Οπως νομιζεις» ειπε απογοητευμενος. «Παντως οποτε θελεις μπορεις να ερχεσαι εδω τωρα που εμαθες το μερος».
«Να ΄σαι βέβαιος γι΄αυτο Γιακουμη»
Αφου δωσαμε τα χερια χωριστηκαμε. Μετα απο λιγο ειχα βγει παλι επι της Αθηνας. Η κινηση ηταν εμφανως μειωμενη, εστριψα δεξια και τράβηξα για τη Πλακα.
Η νυχτα μολις αρχιζε για μενα, ελπιζοντας χωρις αλλο απροοπτο…..