29.6.09

Ενας χόμπο περικυκλωμένος από κωλαρούδες

Οσοι με γνωριζουν, ξερουν καλα oτι ειμαι ανθρωπος του χειμωνα. Σε αντιθεση με τα φιδια, το καλοκαιρι πεφτω σε θερινη ναρκη. Παρουσιαζω ελλιπεστατες αντοχες στη ζεστη, στις μυρωδιες προκαλουμενες από μασχαλιαιες εφιδρωσεις και στα κουνουπια ανεξαρτητου μεγεθους, ειδους και επικινδυνοτητας. Επισης επιδεικνυω μια αδυναμια να ακολουθησω τις συνηθεις καλοκαιρινες ασχολιες των συνανθρωπων μου, oπως για παραδειγμα oτι οσο και αν προσπαθησα δεν μπορεσα ποτε να κατανοησω πως αντεχουνε ολοι αυτοι που ξαπλαρουνε ολημερις κατω απ’ τον καυτο ηλιο και τσουρουφλιζονται σαν τηγανhτες πατατες. Ενταξει, δε λεω, αν ειναι καποιο θηλυκο με σχετικα ωραιο κορμι και σωστες αναλογιες που εξιταρουν τις γενετισιες ορμες ενoς αρσενικου, αξιζει τον κοπο να ξεροψηνεται στον ηλιο μηπως και φουκαρωσει κανενα μαγκα που εχει τα αναλογα γουστα, προτιμησεις και βλεψεις, δεν είναι κακο αυτό, καθε αλλο μαλιστα. Αλλα να εκθετεις μια κωλαρα δεκα τετραγωνικα στον ηλιο απο το πρωι μεχρι το βραδυ με προθεση να τη μετατρεψεις σε πυρακτωμενο τηγανι, δεν καταλαβαινω το λογο. Ενας κωλαρος τετοιας εκτασης ειτε ειναι ψημμενος στον ηλιο ειτε οχι η ιδια τυχη νομιζω οτι τον περιμενει. Θα μου πει καποιος, κατσε ρε φιλε, δηλαδη οσες εχουν μεγαλους κωλους δεν εχουν ψυχη; Θα του απαντησω ευθεως οτι είναι εκτος θεματος γιατι εγω εξεταζω καθαρα την αισθητικη πλευρα της παρτιδας. Γι’ αυτο ας αφησουμε στην μπαντα τις παπαριες .

Ολα αυτα τα γραφω γιατι χθες επισκεπτομενος μια παραλια με προθεση οχι να κανω μπανιο αλλα για οφθαλμολουτρο -το παραδεχομαι - υποβληθηκα σε ενα ατελειωτο μαρτυριο, ψυχολογικο αλλα και βιολογικο. Δεν αναφερω το ονομα της παραλιας γιατι μπορει να θεωρηθουν δυσφημιστικα τα σχολια μου και να επηρεασουν καποιους εν δυναμει επισκεπτες -τουριστες, κατι που ισως να αποβει μοιραιο για την οικονομικη αναπτυξη της περιοχης. Ασε που μπορει να θεωρηθω και σαμποτερ της τουριστικης βιομηχανιας της χωρας απο τον Ε.Ο.Τ, αλλα και απο αυτους που κατα καιρους ψαχνουν εξιλαστηρια θυματα για να δικαιολογησουν τα αδικαιολογητα, και να εχω ασχημα ξεμπερδεματα. Στο ρεζουμε τωρα φιλοι μου, αν και διεθετα ισχυροτατα στρατιωτικου τυπου κυαλια για να επεκτεινω την ακτινα δρασης μου, το αποτελεσμα δεν υπεστη καμμια βελτιωση. Τζιφος. Παντου κυριαρχουσαν κωλαρες, κοιλιες ετοιμες να εκραγουν από τα ξιγκια και κατι βυζαρες να κρεμονται μεχρι τα γονατα. Και ολα αυτα εν μεσω της λεγομενης οικονομικης κρισης, που υποτιθεται οτι υπαρχει καποιος σχετικος περιορισμος σε ολες τις δραστηριοτητες μας, αναμεσα σε αυτες και η ελεγχομενη καταναλωση τροφης. Ο Μαρξ σε καποια κρασοκατανυξη τσουγκριζοντας το ποτηρι με ενα συνδαιτυμονα του που καθοταν εξ αριστερων, του ειπε το περιφημο «οτι ολα ειναι πολιτικη». Εγω ασπαζομαι πληρως τη ρηση του. Ναι οντως όλα είναι πολιτικη, γιατι θα μπορουσε καλλιστα καποιο πολιτικο προσωπο της σημερινης κοινοβουλευτικης αντιπροσωπειας που εκπροσωπει αδεκαστα τα συμφεροντα του Ελληνικου λαου, να εθετε το θεμα επι πολιτικης βασης και δεν θα ειχε καθολου αδικο γι’ αυτο. Ας παρουμε για παραδειγμα τον κυριο Καρατζαφερη ή τον κυριο Αδωνη ή καποιον από το κομμα του ΛΑΟΣ, που κατά γενικη ομολογια, ειναι ο μοναδικος πολιτικος σχηματισμος που νοιαζεται και αγωνιζεται για τα πατριωτικα διακυβευιμενα προς εξαφανιση κεκτημενα ,τελος παντων. Αν αντικριζοντας ενας απο αυτους την εικονα που αντικρισα στην παραλια και εθετε το ευλογο ερωτημα που πηγαν ολοι αυτοι οι προγονοι μας με τα αδαμαντινα , σφριγηλα και καλιγραμμα κορμια, που πηγε η Αφροδιτη, ο Ερμης, η Σαπφω, ο Ηρακλης, η ωραια Ελενη, ο Αδωνης και τοσοι αλλοι, θα ειχαν αδικο; Οχι βεβαια, ολα τα δικια του κοσμου δικα τους θα ηταν. Με τι επιχειρημα θα αντικρουσεις τις τσιριχτες διαμαρτυριες τους; Πώς να μην εξαφανισθει ο Ελληνικος πολιτισμος, εκφραστης της σωματικης ρωμης απαραιτητο καταφυγιο ασφαλως του πνευματικου καλους, μεσα σε ολη αυτη τη λαοθαλασσα των κωλαρουδων με τα τεραστια ξιγκατα σωσιβια γυρω απο τη μεση τους, που παρουσιαζει η σημερινη ελληνικη κοινωνια; Απαραδεκτο φιλοι μου! Που να ψαξει να βρει σωστο κορμι ο χι ή ο ψι γλυπτης για να εκφραστει αλλα και να συνεχισει την επιδειξη του συγχρονου ελληνικου καλους; Ο ποιητης; Αυτος και αν ειναι ο μεγαλος χαμενος της υποθεσης. Απο πού να αντλησει τις εμπνευσεις του ο ποιητης; Δεν τους λυπαται κανεις αυτους τους ανθρωπους; Ασε που θα μεινουν ανεργοι. Αυτη ειναι μια αλλη παραμετρος που δεν θα τη σχολιασω, γιατι δεν θελω να ανοιξω άλλες πληγες, φτανει αυτες που εχουμε. Ετσι δημιουργειται η ανεργια και ολοι γκρινιαζουμε. Ολα αυτα τα γραφω με περισση πικρα. Τα σκεφτομαι και πληγωνομαι, για να μην πω ταπεινωνομαι εθνικοπατριωτικα.

Αν καποιος αποπειραθει να πει οτι εκφραζομαι υποτιμητικα ή ρατσιστικα για ολες αυτες τις κωλαρουδες, επαναλαμβανω οτι θετει τον εαυτο του εκτος θεματος. Είναι ρατσισμος να βλεπεις μια νεαρη γυναικα να σερνει την κωλαρα της στο χωμα και να μην προσπαθήσεις να την συνετισεις θιγοντας τον εγωισμο της, τον πατριωτισμο της, τον υπαρκτο κινδυνο που αντιμετωπιζει η αποκατασταση της και γιατι οχι την ελλιπη εως ανυπαρκτη σεξουαλικοτητα της; Ειναι ρατσιστικο να βλεπεις ολοκληρο βουνο από ξιγκια να ξεχειλιζει εξω από ενα λεπτεπιλεπτο στριγκακι και να μην τις κατηγορεις για ελλειψη αισθητικης; Δεν το νομιζω. Ισα ισα. Ελεος!!!




26.6.09

Το κλειδί





Με λένε Αμαλία. Από μικρή τα μεσημέρια του καλοκαιριού συνήθιζα να κάθομαι κάτω από τη ροδακινιά. Ήταν θεόρατη κι έβγαζε κάτι αφύσικα μεγάλα ροδάκινα. Γιαρμάδες τους έλεγε η γιαγιά. Αλίμονο όμως οι καρποί της ήταν απαγορευμένοι! Η ροδακινιά είχε φυτρώσει στο πλάι του βόθρου και μόνο με την υποψία ότι οι ρίζες της είχαν φτάσει μέχρι εκεί την καθιστούσε.. φαρμακερή. Παρόλα αυτά κατάφερνα να δοκιμάζω κάθε χρονιά κανα δυο γιαρμάδες και μα την αλήθεια ήταν πεντανόστιμοι. Μάλιστα για να μην με παίρνουν χαμπάρι έβγαζα το άσπρο φανελάκι που μου φορούσαν και κρυβόμουν πίσω από το πηγάδι. Εκεί μετά το απολαυστικό γεύμα, πλενόμουν, ξαναντυνόμουν και γύρναγα αμέριμνη στη σκιά της ροδακινιάς. Αργότερα έμαθα δυο πράγματα. Πρώτον ότι κανείς καρπός δεν είναι τόσο γλυκός όσο ο απαγορευμένος και δεύτερον πως όταν ανακατεύεσαι με τα σκατά ένας τρόπος υπάρχει για να τη γλιτώσεις: να έχεις ασφαλή πηγή για να πλυθείς. Και τα δυο μου φάνηκαν χρήσιμα. Ιδιαίτερα θα έλεγα.

Ο παράδεισός μου δεν είχε μόνο ένα δέντρο. Ούτε μόνο ένα πηγάδι. Είχε ακόμη τρεις συκιές, ένα φοίνικα και ένα δεύτερο πηγάδι. Τα σύκα ήταν «βασιλικά» και ο φοίνικας έμοιαζε έτοιμος να επιτεθεί σε κάθε πιθανό εισβολέα. Όσο για το δεύτερο πηγάδι, αποτελούσε… τόπο χλοερό για τις κούκλες μου, συχνά θύματα των κάφρων αγοριών της γειτονιάς. Εκεί είχαν τελεστεί πολλά μυστήρια στη μνήμη των αδικοχαμένων πλαστικών θηλυκών. Τις περισσότερες φορές το είχαν πληρώσει πολύ ακριβά. Ο ένας μάλιστα που εκτελούσε χρέη παπά κατά την ταφή της Μαριάννας (έτσι έλεγαν την κούκλα) υπέστη το μαρτύριο του λιθοβολισμού από μένα την ίδια. Μια πέτρα ήταν αρκετή για να τον ρίξει στο κρεβάτι του πόνου δυο-τρεις μέρες. Ο «παπα Λάκης» είχε την απερισκεψία να σηκώσει τα ράσα επιδεικνύοντας τα απόκρυφά του. Έξαλλη πλην οπλισμένη ήδη με πέτρα και σφεντόνα τον «τακτοποίησα» δεόντως. Ίσως γι΄ αυτό να σπούδασε και Βιολογία. Αν και κατά τη γνώμη μου έπρεπε να σπουδάσει Ανθρωπολογία.

Στην αυλή είχε και δυο θεόρατα λούκια που έδιωχναν το νερό της βροχής ή της μπουγάδας έξω στο δρόμο. Θυμάμαι μάλιστα πως όταν οι γυναίκες έβαζαν μπουγάδα ο παγωτατζής, που το χειμώνα γινόταν τυροπιτάς, τις κορόιδευε λέγοντάς τους ότι τον ανταγωνίζονται στο… καϊμάκι. Κι εκείνες του πέταγαν τα απόνερα στην μπροστινή ρόδα του τρίκυκλου ζαχαροπλαστείου του κάνοντάς τον να παλαντζάρει σαν τον παγοπώλη στο ψυγείο του. Τίποτε από αυτά που έβλεπα γύρω μου δεν έλειπε από το Αναγνωστικό μου. Όλα ήταν ίδια. Στην αρχή μάλιστα είχα πιστέψει ότι ήταν χρωματισμένες φωτογραφίες. Μέχρι εκείνο το φλεγόμενο πουλί που δέσποζε έξω από τη Χωροφυλακή έτοιμο να σε κατασπαράξει. Μέχρι κι αυτό υπήρχε μέσα στο Αναγνωστικό. Ξεφυλλίζοντάς το έβλεπα τη γειτονιά μου όλες τις εποχές. Κάτι πρόβατα έλειπαν, αλλά η πλατεία ήταν γεμάτη από άσπρους σκύλους.

Εκεί ακριβώς που ξεκίναγε το λούκι τέλειωνε και το σπίτι μου. Ήταν ακριβώς κάτω από το παράθυρο της «σαλοτραπεζαρίας» η οποία πλην των άλλων είχε και ένα σερβάν. Ένα περίεργο ογκώδες έπιπλο, κάτι σαν μπουφές που θεωρούταν απαραίτητο για κάθε καλοπαντρεμένη τη δεκαετία του εξήντα. Αποτελούσε δε το κατεξοχήν εργαλείο για την … άσκησή μου, από τα μωρουδιακά μου ακόμη. Εκεί συνήθιζα να σκαρφαλώνω και να κοιτάζω τη γωνιά πάνω από το λούκι. Μεγαλώνοντας φανταζόμουν ότι εκεί θα έβαζα το γραφείο μου. Μπροστά στο λούκι, στη ροδακινιά, στο πηγάδι και … στο βόθρο έτσι για να μην ξεχνιέμαι!

Τα όνειρα ήταν καλά αλλά η πραγματικότητα μακράν τους. Το πρόβλημα της εποχής ήταν το κλειδωμένο ντουλάπι! Ναι, αυτό το σερβάν είχε ένα κλειδωμένο ντουλάπι το οποίο άνοιγε η γιαγιά κάπου κάπου αλλά μόλις με έβλεπε το κλείδωνε και η τσέπη της κατάπινε το κλειδί. Το άφαντο κλειδί. Και πού δεν είχα ψάξει. Μέχρι τα κεραμίδια. Αυτό το κλειδί δεν βρέθηκε ποτέ. Ποτέ; Χμμ.. αστείο ακούγεται για τη δαιμόνια Αμαλία αυτό το «ποτέ».

Ένα πρωί του Φθινοπώρου, λίγες μέρες μετά το άνοιγμα των σχολείων, ξυπνήσαμε από μια ξαφνική μπόρα. Νερό, πολύ νερό, χτύπαγε τα κεραμίδια, τα τζάμια, τα δέντρα, τα πάντα. Η αυλή είχε γίνει θάλασσα. Όλως περιέργως είχε μαζέψει πολύ νερό. Η γιαγιά και ο μπαμπάς είχαν φύγει για τη δουλειά και η μαμά ετοίμαζε το γάλα και τις τσάντες μας. Έτσι δεν είχε πάρει χαμπάρι τι γινόταν. Ξαφνικά με έπιασε πανικός. Το προηγούμενο απόγευμα είχα στήσει κάτω από το παράθυρο το «γραφείο» που ονειρευόμουν. Το είχα φτιάξει από κούτες «νουνού» που μου είχε χαρίσει ο καλός μας ο μπακάλης. Όχι, όχι δεν ανησυχούσα για το γραφείο. Σιγά τα λάχανα. Εκείνο που με ανησυχούσε ήταν μήπως τα χαρτόνια είχαν βουλώσει το λούκι και είχε γίνει αυτός ο χαλασμός έξω.

Δια της γνωστής μεθόδου: καρέκλα-σερβάν-παράθυρο.. πήδηξα αμέσως στην αυλή. Αυτό που φανταζόμουν είχε γίνει! Απτόητη τραβάω τα χαρτόνια από το λούκι και το νερό άρχισε να φεύγει με ορμή. Σαν φυλακισμένο ψάρι κύλαγε. Αλλά έπρεπε να ήμουν βέβαιη. Έτσι χωρίς να υπολογίζω τον κίνδυνο έβαλα το χέρι μου στο λούκι σκυμμένη να κοιτάζω από το πλάι την τρύπα. Τότε ήταν που είδα κάτι να πηγαινοέρχεται μπρος πίσω με την ορμή του νερού. Το πράγμα απέκτησε εξαιρετικό ενδιαφέρον. Στο πάνω μέρος του σωλήνα κρεμόταν μέσα σε μια σακούλα το κλειδί!

Το σχολείο εκείνη τη μέρα άργησε να τελειώσει. Ή τουλάχιστον έτσι μου φάνηκε εμένα. Με το κλειδί αυτή τη φορά στη δική μου τσέπη δεν έβλεπα την ώρα να τελειώσει. Από την ανυπομονησία μου κούναγα πάνω κάτω το πόδι μου και ακουγόταν σε όλη την τάξη το τρίξιμο του θρανίου. Αυτό μου έμεινε συνήθεια και τα μετέπειτα χρόνια έκανα «κούρμπα» στο κάτω μέρος των σιδερένιων θρανίων που αντικατέστησαν τα ξύλινα μαθητικά καράβια μας.

Η «επιχείρηση σερβάν» εξελίχθηκε το μεσημέρι. Όταν όλοι είχαν γλαρώσει άνοιξα σιγά σιγά το ντουλάπι του μυστηρίου. Λευκά ρούχα, κεντήματα, δαντέλες, όλα μοσχομυριστά καμάρωναν στα ράφια του. Και μαζί με αυτά ένα όμορφο κουτί γεμάτο κοσμήματα, το πρώτο μου δόντι, τον αφαλό μου και ό,τι φυλάνε σε ένα μωρό. Παρασυρμένη άδειασα το κουτί στην ντιβανοκασέλα δίπλα από το σερβάν και περιεργαζόμουν τον.. θησαυρό! Η φωνή του πατέρα δεν άφηνε περιθώρια. Βιαστικά, αλλά μεθοδικά, μάζεψα τα πάντα και τα έβαλα στη θέση τους. Εκείνη την κρίσιμη στιγμή που έβαζα στη θέση του το κουτί έγινε το .. μοιραίο. Τα κεντήματα χύθηκαν στον πάτωμα και μαζί με αυτά μια φωτογραφία. Μια φωτογραφία; Όχι. Για την ακρίβεια μισή φωτογραφία. Και ήταν το μόνο πράγμα που δεν κατάφερα να βάλω ξανά στη θέση του.

Τα χρόνια πέρασαν. Το κλειδί μπήκε στη θέση του. Το σερβάν το πήρε ο παλιατζής και η μαμά με κινήσεις ιέρειας είχε τυλίξει προηγουμένως τα ασπρόρουχα σε ένα σεντόνι. Με χειρουργικές κινήσεις, πιθανόν και για να μην φύγει η φωτογραφία. Η μισή φωτογραφία που παραδόξως ήταν χρωματιστή. Η φωτογραφία που έδειχνε το μισό μιας αντρικής φιγούρας με παράξενα ρούχα. Τότε παράξενα. Σήμερα συνηθισμένα.

-Με συγχωρείτε μπορώ να καθίσω στο τραπέζι σας; Δυστυχώς δεν υπάρχει αλλού θέση.
Αυτή ήταν η τελευταία φράση που ακούμπησε τα αυτιά μου λίγο πριν ταξιδέψω στο παρελθόν. Τώρα άκουγα την ίδια φωνή να μου λέει:
-Αισθάνεστε καλά; Χρειάζεστε βοήθεια; Με ακούτε;
Εκείνος ο άντρας, ολόκληρος αυτή τη φορά, μου μιλούσε προσπαθώντας να καταλάβει που.. ταξίδευα.
-Σας ευχαριστώ μια χαρά είμαι.. απλώς κάτι σκεφτόμουν, του απάντησα και σηκώθηκα πανικόβλητη από το κάθισμα.
-Μα γιατί φεύγετε, δεν θέλω να σας διώξω, είπε εκείνος απορημένος.
-Ευχαριστώ, τελείωσα τον καφέ μου. Μην ανησυχείτε. Δεν οφείλεται σε εσάς το φευγιό μου. Ή τουλάχιστον δεν φταίτε εσείς ο ίδιος, του είπα και προχώρησα.
-Αμαλία;
Ακούγοντας το όνομά μου γύρισα. Την ίδια στιγμή που εκείνος μου πρότεινε το χέρι του. Κρατώντας μια φωτογραφία. Για την ακρίβεια μισή φωτογραφία. Κι ήμουν εγώ με τα ίδια κόκκινα παπούτσια και την ίδια κόκκινη τσάντα που είχα επάνω μου σήμερα.


...της Αμαλίας Κομνηνού , γνωστής ποιήτριας και φίλης μου...

11.6.09

Ο λαδέμπορος




….αφου πηγαμε και ψηφισαμε,εγω εκει ,εκεινη εκει, αποφασισαμε να παμε να κανουμε ένα μπανακι παρεα με τους απεχοντες στου Λεντα. Λαδι η θαλασσα, λαδι και στα δακτυλα μου . Απλωνοντας το λαδι στην πλατη της, μου ειπε πως μονο ενας Λαδεμπορος ξερει να αλοιφει με τετοια μαεστρια μια γυναικα, ενώ την ιδια στιγμη μου ζητησε ένα μολυβι να γραψει την εμπνευση που ειχε σε ένα χαρτι. Ετρεξα στη μοτο αλλα δεν βρηκα μολυβι. Όταν γυρισα εκεινη το ειχε γραψει στην αμμο με το δαχτυλο της. Ξανατρεξα στη μοτο , εφερα τη Nikon D300 και το φωτογραφισα.

«Νομιζα πως εισαι προλεταριος αγορακι μου, αλλα με τετοιο φωτογραφικο μαραφετι μαλλον εκανα λαθος» μου ειπε σιγανα , ριχνωντας το βλεμμα της σε ένα χωροφυλακα που ηρθε να δροσιστει φορωντας τη στολη του. Την κοιταξα μεσα από τα θαμπωμενα μαυρα Rayban και της ειπα «Ανηκω στην εργατικη αριστοκρατια μωρο μου» . Καθως ρυθμιζα τη φωτογραφικη μηχανη ο χωροφυλακας ειχε βγαλει τη στολη του και ετοιμαζοταν να ορμησει ακαθεκτος στα καθαρα νερα του Λιβυκου πελαγους. Παρατηρησα πως φορουσε "αρχιδοκρεμαστρα," κοινως ταγκα. Κατι πατησε γιατι λιγο πριν βουτηξει ηρθε και με ρωτησε αν εχω πενσα . Αφου απαντησα αρνητικα ,τον ειδα λιγα λεπτα αργοτερα ξαπλωμενο ανασκελα να του αφαιρει ενας ηλιοψημενος Αλβανος με το στομα ένα καρφι από την πατουσα. Μολις σηκωθηκε ανακουφισμενος τους ειδα να απομακρυνονται αγκαζε. «Άλλος ενας που βλεπει σε ‘’βαθος’’ το μεταναστευτικο προβλημα» σκεφθηκα. Γυρισα το βλεμμα στην αμμο να ξαναδιαβασω το ποιημα . Ενα κυμα που επεστρεφε στη αγκαλια της μαννα του το ειχε παρει μαζι του. Ισως μετα από μερικες μερες , να το διαβασει καποιος άλλος, σε καποια άλλη παραλια του κοσμου. Ευτυχως το ειχα φυλαξει στη φωτογραφικη μηχανη και τωρα μου δινεται η ευκαιρια να το μοιραστω μαζι σας. Απολαυστε το…



Άτιμο πράγμα η καρδιά.
Γλιστράει σαν το λάδι
κι άντε να την πιάσεις.
Μαζεύεται σε μια γωνιά
μέχρι να τα χάσει όλα.


Μου φάνηκε ότι τα μαλλιά σου
ήταν πιο εντονα τωρα.
Μη γελάς δεν φταίει το καπέλο.
Ήταν ο ήλιος που σε είχε πάρει στο κατόπι.


Λάδι ήθελε;
Ποιος ξέρει. Ζωντανός είναι κι αυτός
Αν και μου φαίνεται ότι ζηλεύει.
Αλλιώς δε εξηγείται που με τύφλωσε.


Εκείνη τη στιγμή σκέφτηκα:
«Ο λαδέμπορος με τη φωτια στα μαλλιά».
Σε φαντάστηκα στις όχθες του Σηκουάνα
και μετά στο Μανχάταν.


Με το λάδι στα χέρια, σε σκέφτηκα
και με τα ίδια εντονα μαλλιά
Βλέπεις ο ήλιος είναι μοναδικός.
Σαν κι εσένα.


Ύστερα, όταν μου κούνησες το χέρι,
ήρθαν στη σκέψη μου τα χείλη σου.
Και το κορμί σου όταν φωλιάζω πάνω του.
Όταν με φωνάζει.


Πόθοι και πάθη με κατέκλυσαν.
Και κατάλαβα.
Ο λαδέμπορος με τα λιπαρα μαλλιά
γεννήθηκε για να γλιστράει. Μέσα μου.

4.6.09

Ένα ποίημα πίσω από μια αφάνα


Δεν νομιζω οτι υπαρχει καποιος που να αμφισβητει το υψηλο ποσοστο τυχης που ειχα οταν συναντησα, πισω απο την αφανα ενος νεγρου που πουλουσε καβρουμαδες στον πεζοδρομο Κοραη , την πασιγνωστη αλλα και αγαπητη στους λογοτεχνικους κυκλους του Ηρακλειου ποιητρια Αμαλια Κομνηνου. Αυτο ομως που δεν θεωρω ουτε κατα το ελαχιστον τυχαιο ειναι οτι κερδισα με τον ιδρωτα του κορμιου μου το παρακατω ποιημα, που μου αφιερωσε και που μου δινει καθε δικαιωμα να κορδωνομαι σαν γυφτικο σκεπαρνι.

Αμαλια σε ευχαριστω πολυ για το ποιημα ,αλλα νομιζω οτι πραγματικα το αξιζω.Πως να το κανουμε δηλαδη ;


Ένα χάδι που μπορεί να τυλίξει το φεγγάρι

Θέλεις να σου γράψω ένα ποίημα
Θέλεις να ξανακούσεις πώς σ΄ αγαπώ
Θέλω να σου φωνάξω πώς σ΄ αγαπώ
Θέλω να διαβάσεις ένα ποίημα.

Θέλω να προσέξεις τον τόνο στο «πώς»
Έχει σημασία για σένα.
Θέλω να προσέχεις τον τρόπο που σ΄ αγαπώ
Έχει σημασία για μένα.

Έτσι, με αυτήν την απλή σου λογική
πήρα μολύβι και χαρτί.
Ένα κόκκινο μολύβι
Δύο λευκά χαρτιά.

Κι άρχισα να σου γράφω ένα ποίημα
Κι άρχισα να σε ζωγραφίζω.
Μα το ποίημα κουλουριάστηκε
Και η ζωγραφιά μου θόλωσε.

Σκέφτηκα πώς γινόμαστε ένα
Και τρόμαξαν οι λέξεις
Σκέφτηκα την ηδονή μας
Και διαλύθηκε το χρώμα.

Πες μου, ξέρεις εσύ μια λέξη
να περιγράφει την αγκαλιά μας;
Πες μου, ξέρεις εσύ ένα χρώμα
που να βάφει την ένωσή μας;

Δεν θέλω η καρδιά μου να χτυπά όταν σε βλέπω
Θέλω να σταματάει όταν λείπεις.
Έτσι με αυτόν τον τρόπο σ΄ αγαπώ
Το σκέφτηκες ποτέ;

Δεν θέλω να υπάρχει έκπτωση ανάμεσά μας
Θέλω να τα παίρνεις όλα
Έτσι με αυτόν τον τρόπο σ΄ αγαπώ
Αυτό το σκέφτεσαι συχνά.

Μια μεγάλη αγκαλιά αξίζεις
Ένα χάδι που μπορεί να τυλίξει το φεγγάρι
Ένα φιλί που να λιώνει τους πάγους
Έτσι, με αυτόν τον τρόπο σ΄ αγαπώ.


Προς εκτονωση της συγκινησιακης καταστασης που δημιουργηθηκε ενεκα αυτων των υπεροχων στιχων, ας ακουσουμε το τραγουδακι στο βιντεο.