26.6.09

Το κλειδί





Με λένε Αμαλία. Από μικρή τα μεσημέρια του καλοκαιριού συνήθιζα να κάθομαι κάτω από τη ροδακινιά. Ήταν θεόρατη κι έβγαζε κάτι αφύσικα μεγάλα ροδάκινα. Γιαρμάδες τους έλεγε η γιαγιά. Αλίμονο όμως οι καρποί της ήταν απαγορευμένοι! Η ροδακινιά είχε φυτρώσει στο πλάι του βόθρου και μόνο με την υποψία ότι οι ρίζες της είχαν φτάσει μέχρι εκεί την καθιστούσε.. φαρμακερή. Παρόλα αυτά κατάφερνα να δοκιμάζω κάθε χρονιά κανα δυο γιαρμάδες και μα την αλήθεια ήταν πεντανόστιμοι. Μάλιστα για να μην με παίρνουν χαμπάρι έβγαζα το άσπρο φανελάκι που μου φορούσαν και κρυβόμουν πίσω από το πηγάδι. Εκεί μετά το απολαυστικό γεύμα, πλενόμουν, ξαναντυνόμουν και γύρναγα αμέριμνη στη σκιά της ροδακινιάς. Αργότερα έμαθα δυο πράγματα. Πρώτον ότι κανείς καρπός δεν είναι τόσο γλυκός όσο ο απαγορευμένος και δεύτερον πως όταν ανακατεύεσαι με τα σκατά ένας τρόπος υπάρχει για να τη γλιτώσεις: να έχεις ασφαλή πηγή για να πλυθείς. Και τα δυο μου φάνηκαν χρήσιμα. Ιδιαίτερα θα έλεγα.

Ο παράδεισός μου δεν είχε μόνο ένα δέντρο. Ούτε μόνο ένα πηγάδι. Είχε ακόμη τρεις συκιές, ένα φοίνικα και ένα δεύτερο πηγάδι. Τα σύκα ήταν «βασιλικά» και ο φοίνικας έμοιαζε έτοιμος να επιτεθεί σε κάθε πιθανό εισβολέα. Όσο για το δεύτερο πηγάδι, αποτελούσε… τόπο χλοερό για τις κούκλες μου, συχνά θύματα των κάφρων αγοριών της γειτονιάς. Εκεί είχαν τελεστεί πολλά μυστήρια στη μνήμη των αδικοχαμένων πλαστικών θηλυκών. Τις περισσότερες φορές το είχαν πληρώσει πολύ ακριβά. Ο ένας μάλιστα που εκτελούσε χρέη παπά κατά την ταφή της Μαριάννας (έτσι έλεγαν την κούκλα) υπέστη το μαρτύριο του λιθοβολισμού από μένα την ίδια. Μια πέτρα ήταν αρκετή για να τον ρίξει στο κρεβάτι του πόνου δυο-τρεις μέρες. Ο «παπα Λάκης» είχε την απερισκεψία να σηκώσει τα ράσα επιδεικνύοντας τα απόκρυφά του. Έξαλλη πλην οπλισμένη ήδη με πέτρα και σφεντόνα τον «τακτοποίησα» δεόντως. Ίσως γι΄ αυτό να σπούδασε και Βιολογία. Αν και κατά τη γνώμη μου έπρεπε να σπουδάσει Ανθρωπολογία.

Στην αυλή είχε και δυο θεόρατα λούκια που έδιωχναν το νερό της βροχής ή της μπουγάδας έξω στο δρόμο. Θυμάμαι μάλιστα πως όταν οι γυναίκες έβαζαν μπουγάδα ο παγωτατζής, που το χειμώνα γινόταν τυροπιτάς, τις κορόιδευε λέγοντάς τους ότι τον ανταγωνίζονται στο… καϊμάκι. Κι εκείνες του πέταγαν τα απόνερα στην μπροστινή ρόδα του τρίκυκλου ζαχαροπλαστείου του κάνοντάς τον να παλαντζάρει σαν τον παγοπώλη στο ψυγείο του. Τίποτε από αυτά που έβλεπα γύρω μου δεν έλειπε από το Αναγνωστικό μου. Όλα ήταν ίδια. Στην αρχή μάλιστα είχα πιστέψει ότι ήταν χρωματισμένες φωτογραφίες. Μέχρι εκείνο το φλεγόμενο πουλί που δέσποζε έξω από τη Χωροφυλακή έτοιμο να σε κατασπαράξει. Μέχρι κι αυτό υπήρχε μέσα στο Αναγνωστικό. Ξεφυλλίζοντάς το έβλεπα τη γειτονιά μου όλες τις εποχές. Κάτι πρόβατα έλειπαν, αλλά η πλατεία ήταν γεμάτη από άσπρους σκύλους.

Εκεί ακριβώς που ξεκίναγε το λούκι τέλειωνε και το σπίτι μου. Ήταν ακριβώς κάτω από το παράθυρο της «σαλοτραπεζαρίας» η οποία πλην των άλλων είχε και ένα σερβάν. Ένα περίεργο ογκώδες έπιπλο, κάτι σαν μπουφές που θεωρούταν απαραίτητο για κάθε καλοπαντρεμένη τη δεκαετία του εξήντα. Αποτελούσε δε το κατεξοχήν εργαλείο για την … άσκησή μου, από τα μωρουδιακά μου ακόμη. Εκεί συνήθιζα να σκαρφαλώνω και να κοιτάζω τη γωνιά πάνω από το λούκι. Μεγαλώνοντας φανταζόμουν ότι εκεί θα έβαζα το γραφείο μου. Μπροστά στο λούκι, στη ροδακινιά, στο πηγάδι και … στο βόθρο έτσι για να μην ξεχνιέμαι!

Τα όνειρα ήταν καλά αλλά η πραγματικότητα μακράν τους. Το πρόβλημα της εποχής ήταν το κλειδωμένο ντουλάπι! Ναι, αυτό το σερβάν είχε ένα κλειδωμένο ντουλάπι το οποίο άνοιγε η γιαγιά κάπου κάπου αλλά μόλις με έβλεπε το κλείδωνε και η τσέπη της κατάπινε το κλειδί. Το άφαντο κλειδί. Και πού δεν είχα ψάξει. Μέχρι τα κεραμίδια. Αυτό το κλειδί δεν βρέθηκε ποτέ. Ποτέ; Χμμ.. αστείο ακούγεται για τη δαιμόνια Αμαλία αυτό το «ποτέ».

Ένα πρωί του Φθινοπώρου, λίγες μέρες μετά το άνοιγμα των σχολείων, ξυπνήσαμε από μια ξαφνική μπόρα. Νερό, πολύ νερό, χτύπαγε τα κεραμίδια, τα τζάμια, τα δέντρα, τα πάντα. Η αυλή είχε γίνει θάλασσα. Όλως περιέργως είχε μαζέψει πολύ νερό. Η γιαγιά και ο μπαμπάς είχαν φύγει για τη δουλειά και η μαμά ετοίμαζε το γάλα και τις τσάντες μας. Έτσι δεν είχε πάρει χαμπάρι τι γινόταν. Ξαφνικά με έπιασε πανικός. Το προηγούμενο απόγευμα είχα στήσει κάτω από το παράθυρο το «γραφείο» που ονειρευόμουν. Το είχα φτιάξει από κούτες «νουνού» που μου είχε χαρίσει ο καλός μας ο μπακάλης. Όχι, όχι δεν ανησυχούσα για το γραφείο. Σιγά τα λάχανα. Εκείνο που με ανησυχούσε ήταν μήπως τα χαρτόνια είχαν βουλώσει το λούκι και είχε γίνει αυτός ο χαλασμός έξω.

Δια της γνωστής μεθόδου: καρέκλα-σερβάν-παράθυρο.. πήδηξα αμέσως στην αυλή. Αυτό που φανταζόμουν είχε γίνει! Απτόητη τραβάω τα χαρτόνια από το λούκι και το νερό άρχισε να φεύγει με ορμή. Σαν φυλακισμένο ψάρι κύλαγε. Αλλά έπρεπε να ήμουν βέβαιη. Έτσι χωρίς να υπολογίζω τον κίνδυνο έβαλα το χέρι μου στο λούκι σκυμμένη να κοιτάζω από το πλάι την τρύπα. Τότε ήταν που είδα κάτι να πηγαινοέρχεται μπρος πίσω με την ορμή του νερού. Το πράγμα απέκτησε εξαιρετικό ενδιαφέρον. Στο πάνω μέρος του σωλήνα κρεμόταν μέσα σε μια σακούλα το κλειδί!

Το σχολείο εκείνη τη μέρα άργησε να τελειώσει. Ή τουλάχιστον έτσι μου φάνηκε εμένα. Με το κλειδί αυτή τη φορά στη δική μου τσέπη δεν έβλεπα την ώρα να τελειώσει. Από την ανυπομονησία μου κούναγα πάνω κάτω το πόδι μου και ακουγόταν σε όλη την τάξη το τρίξιμο του θρανίου. Αυτό μου έμεινε συνήθεια και τα μετέπειτα χρόνια έκανα «κούρμπα» στο κάτω μέρος των σιδερένιων θρανίων που αντικατέστησαν τα ξύλινα μαθητικά καράβια μας.

Η «επιχείρηση σερβάν» εξελίχθηκε το μεσημέρι. Όταν όλοι είχαν γλαρώσει άνοιξα σιγά σιγά το ντουλάπι του μυστηρίου. Λευκά ρούχα, κεντήματα, δαντέλες, όλα μοσχομυριστά καμάρωναν στα ράφια του. Και μαζί με αυτά ένα όμορφο κουτί γεμάτο κοσμήματα, το πρώτο μου δόντι, τον αφαλό μου και ό,τι φυλάνε σε ένα μωρό. Παρασυρμένη άδειασα το κουτί στην ντιβανοκασέλα δίπλα από το σερβάν και περιεργαζόμουν τον.. θησαυρό! Η φωνή του πατέρα δεν άφηνε περιθώρια. Βιαστικά, αλλά μεθοδικά, μάζεψα τα πάντα και τα έβαλα στη θέση τους. Εκείνη την κρίσιμη στιγμή που έβαζα στη θέση του το κουτί έγινε το .. μοιραίο. Τα κεντήματα χύθηκαν στον πάτωμα και μαζί με αυτά μια φωτογραφία. Μια φωτογραφία; Όχι. Για την ακρίβεια μισή φωτογραφία. Και ήταν το μόνο πράγμα που δεν κατάφερα να βάλω ξανά στη θέση του.

Τα χρόνια πέρασαν. Το κλειδί μπήκε στη θέση του. Το σερβάν το πήρε ο παλιατζής και η μαμά με κινήσεις ιέρειας είχε τυλίξει προηγουμένως τα ασπρόρουχα σε ένα σεντόνι. Με χειρουργικές κινήσεις, πιθανόν και για να μην φύγει η φωτογραφία. Η μισή φωτογραφία που παραδόξως ήταν χρωματιστή. Η φωτογραφία που έδειχνε το μισό μιας αντρικής φιγούρας με παράξενα ρούχα. Τότε παράξενα. Σήμερα συνηθισμένα.

-Με συγχωρείτε μπορώ να καθίσω στο τραπέζι σας; Δυστυχώς δεν υπάρχει αλλού θέση.
Αυτή ήταν η τελευταία φράση που ακούμπησε τα αυτιά μου λίγο πριν ταξιδέψω στο παρελθόν. Τώρα άκουγα την ίδια φωνή να μου λέει:
-Αισθάνεστε καλά; Χρειάζεστε βοήθεια; Με ακούτε;
Εκείνος ο άντρας, ολόκληρος αυτή τη φορά, μου μιλούσε προσπαθώντας να καταλάβει που.. ταξίδευα.
-Σας ευχαριστώ μια χαρά είμαι.. απλώς κάτι σκεφτόμουν, του απάντησα και σηκώθηκα πανικόβλητη από το κάθισμα.
-Μα γιατί φεύγετε, δεν θέλω να σας διώξω, είπε εκείνος απορημένος.
-Ευχαριστώ, τελείωσα τον καφέ μου. Μην ανησυχείτε. Δεν οφείλεται σε εσάς το φευγιό μου. Ή τουλάχιστον δεν φταίτε εσείς ο ίδιος, του είπα και προχώρησα.
-Αμαλία;
Ακούγοντας το όνομά μου γύρισα. Την ίδια στιγμή που εκείνος μου πρότεινε το χέρι του. Κρατώντας μια φωτογραφία. Για την ακρίβεια μισή φωτογραφία. Κι ήμουν εγώ με τα ίδια κόκκινα παπούτσια και την ίδια κόκκινη τσάντα που είχα επάνω μου σήμερα.


...της Αμαλίας Κομνηνού , γνωστής ποιήτριας και φίλης μου...

2 σχόλια:

Αλέκα είπε...

Για την ιστορία σηκώνω τα χέρια ψηλά. Της Αμαλίας είναι άλλωστε. Ελπίζω να είδε όμως πόσο ωραία κόσμησες τα λόγια της. Προσωπικά Γιώργη, όταν άναψαν τα φώτα η φωνή του μικρού "φυστίκια πασατέμπο τσιπς, σάμαλι, κορνέ, μπιράλ, προτοκαλάδα" κουδούνισε στα αυτιά μου σαν την ομορφότερη μελωδία. Το μόνο που μένει να κάνω τώρα είναι να βγάλω τα χαλικάκια από τα πέδιλα μου γιατί στην αγωνία μου για το έργο έβαζα τα πόδια μου μέσα τους... κι αυτή η πολυθρόνα μα πόσο αναπαυτική είναι....

Θα επιστρέψω να τα ξαναδιαβάσω όλα αυτά, γιατί αρχίζει το δεύτερο μέρος και δεν μπορώ να σε ακούσω.. κάνει έναν διαολεμένο, αλλά γλυκό, θόρυβο η μπομπίνα.

Επί του παρόντος Καλό Σαββατοκύριακο ή τουλάχιστον καλύτερο από το προηγούμενο.

γιωργος καππα είπε...

Αλεκα οντως η Αμαλια φτιαχνει παπαδες.παντως και το δικο σου σχολιο δεν παει πισω.πολυ ωραια εικονα μας εδωσες με την περιγραφη εκεινων των ανεπαναληπτων στιγμων στα σινεμα..
ελπιζω η Αμαλια να συνεχισει να μου στελνει ιστοριουλες και να τις δημοσιευω...

καλο απογευμα