14.7.09

Ο κροταλίας




Ο ηλιος θα πρεπει να με χτυπουσε στο κεφαλι ολες τις μερες της πεζοποριας μου στο καταραμενο εκεινο μερος. Κρανιου τοπος στην κυριολεξια. Τα σημεια του δερματος μου που ηταν εκτεθειμενα στα λυσσασμενα του δοντια, ειχαν αρχισει να γεμιζουν καψιματα και μετα να μετατρεπονται σε πληγες. Στην αρχη ετσουζαν από τον ιδρωτα του κορμιου μου, αλλα μετα με πονουσαν τρομερα. Ειχα αρχισει να εξαντλουμαι σωματικα και πνευματικα. Eνα βημα πριν την κατάρρευση. Επιστρατευοντας τις τελευταιες μου δυναμεις προσπαθουσα να σταθω ορθιος, στηριζομενος όπως κανουν ολοι αυτοι που βρισκονται στα τελευταια τους σε ένα μονο πραγμα, στην ελπιδα. Ελπιδα όμως για τι πραγμα; Για τη επιβιωση ή για τη λυτρωση; Για ποια λυτρωση; Μα φυσικα για τη λυτρωση του θανατου. Μην ανατριχιαζετε στο ακουσμα της λεξης "θανατος". Πολλες φορες και σε πολλες περιπτωσεις που δεν υπαρχει υπαρκτο διεξοδο ισως αποτελει αναγκαιοτητα. Σε κεινη την κολαση που ειχα βρεθει και στην κατασταση που ήμουν, ισως ο θανατος να ηταν η καλυτερη λυση απο απλως μια στιγμιαια αισθηση επιβιωσης.

Πώς βρεθηκα εκει; Ειλικρινα δεν ξερω. Μπορει ολη αυτη η κατασταση να μου ειχε δημιουργησει ενα ειδος αμνησιας. Δεν θυμομουν τιποτα. Προσπαθησα να συνδυασω την εικονα της περιοχης που βρεθηκα για να ανακαλυψω το κινητρο που με εφερε εδω. Ισως να ηρθα να βρω και να απελευθερωσω τους δεκα χιλιαδες μαυρους σκλαβους, ισως καποιο πιδακα με ιωδιο, ισως τη χαροκαμενη μαννα καποιου νεκρου ηρωα στρατιωτη, ισως το μαχητικο πνευμα του καθιστου βουβαλου. Ισως εψαχνα να βρω τη χρυση τομη δεκαεφτα πολυπλοκων και αλυτων μηχανισμων δημιουργιας αδιεξοδων του κοινωνικου σαρκοβορου τερατος μερος του οποιου αποτελουσα κι εγω. Καποια στιγμη πηγε και το μυαλο μου οτι ισως ημουν εδω για να βρω χρυσαφι και να ξεκινησω αρχικα καποια μικρης εκτασης επανασταση, με προοπτικη να μεγαλωσει αργοτερα. Αυτο το θεωρησα λιγο υπερβολικο γιατι δεν ειχα μαζι μου ουτε αξινα ουτε τρυπιο τηγανι. Επιπλεον, δεν ημουν και ο κλασσικος τυπος του επαναστατη που εχουμε γνωρισει μεσα από τα βιβλια και τις ταινιες. Τι δουλεια ειχα τελος παντων εδω; Ανημπορος να βρω απαντηση το παρεκαμψα και αφοσιωθηκα δινοντας προτεραιοτητα στην επιβιωση μου. Μετα θα εβρισκα χρονο να βρω απαντησεις στα ερωτηματα που με απασχολουσαν στο θεωρητικο, τουλαχιστον, επιπεδο.

Σηκωσα το κεφαλι να δω που βρισκομαι. Δεν περιμενα να δω κατι διαφορετικο. Παντου τεραστια αποκρημνα βραχια ετοιμα να κυλησουν και να με συνθλιψουν με το βαρος τους, ατελειωτα καραφλα βουνα χωρις ιχνος δεντρου, απεραντες εκτασεις διχως την παραμικρη σταγονα νερου. Λες και ειχε αιωνες να βρεξει σε τουτο εδω το μερος. Μεχρι εκει που μπορουσαν να δουν τα ματια μου, ακριβως το ιδιο τοπιο. Γελασα δυνατα. Γελασα με την καρδια μου. Γελασα περιπου για δυο λεπτα. Ο ηχος ταξιδεψε αστραπιαια αναμεσα στις πλαγιες των βουνων, μεσα από τις κοιτες των ξεραμενων ποταμων, εγλυψε ηδονικα τις πλατες των χαραδρων και εκτοξευτηκε μεχρι τα πρωτα συννεφα που περνουσαν με ταχυτητα πανω απ’ το κεφαλι μου. Ηταν γελιο ανθρωπου που βρισκεται εχοντας πληρη συνειδηση, ακομα, στον πασαλειμμένο με σκουρα μπλε μπογια θαλαμο αναμονης, περιμενοντας ναρθει η σειρα του για να περασει και αυτος στο χωρις επιστροφη καταλευκο τουνελ της τρελας. Ειμαι σιγουρος οτι οποιο ον κι αν ακουγε αυτο το γελιο θα ανατριχιαζε και θα προσπαθουσε να απομακρυνθει τρεχοντας με ολη του τη δυναμη, οσο πιο μακρυα μπορουσε. Ακομα και τα αγρια ζωα που ζουν αναμεσα στα βραχια και παραμονευουν κρυμμενα στα λαγουμια τους καποιο θυμα να το ξεσκισουν με τους κοφτερους τους χαυλιοδοντες για να ικανοποιησουν την αιωνια ενστικτωδη πεινα τους , θα αλλαζαν γνωμη τρομοκρατημενα απο αυτο το γελιο.

Σταματησα ακουμπωντας το ενα χερι σε ενα βραχο να γευτω λιγο απο τη σκια του. Βρισκομουν πλεον στο τελικο σταδιο της αφυδατωσης. Ειχα την αισθηση ή μαλλον την παραισθηση, οτι πανω απο το κεφαλι μου πετουσαν χιλιαδες σαρκοφαγα πουλια ετοιμα να κατασπαραξουν τις σαρκες μου στην πρωτη ευκαιρια. Ακουγα τα τιτιβισματα τους να μετατρεπονται σε εντονες διαμαχες για το ποιο θα είναι αυτό που θα γευτει τα ματια μου. Βρισκομουν στο ελεος τους. Η αρχη του τελους ηταν κοντα οσο καμμια αλλη φορα.
.
Λιγο πριν τα γονατα μου λυγισουν ενοιωσα κατι να μου σφιγγει τον αριστερο αστραγαλο. Ημουν σχεδον σιγουρος οτι ακομα φορουσα τις καφε μου μποτες. Επομενως αυτο που μου εσφιγγε τον αστραγαλο θα πρεπει να εσφιγγε και την μποτα μαζι. Το σφιξιμο αρχισε να γινεται τοσο δυνατο μεχρι που νομισα οτι αυτο το πλασμα που το σφιγγει ειχε την προθεση να μου κοψει το ποδι. Εσκυψα να δω τι ηταν αυτο πιο πολυ απο περιεργεια παρα απο αγωνια. Ηταν ενας κροταλιας….

Ο κροταλιας λατρευει το Banjo. Ο θορυβος που κανει η ουρα του κροταλια μου θυμιζει τα ψιθυριστα ερωτικα λογια γκομενας στο αυτι μου. Παντα τον φανταζομουν στις απεραντες πετρωδεις ανυδρες καμμενες απο τον ηλιο εκτασεις της Αριζονα, κρυμμενο κατω απο απο ενα βραχο στην πλαγια ενός λοφου να παρατηρει με τα μικρα αεικινητα ματια του τον απεραντο χωρο που απλωνεται μπροστα του και να ψαχνει με στωικοτητα το επομενο θυμα.
.
Επισης ειμαι βεβαιος οτι ο κροταλιας ακουει Μπλουζ μουσικη. Του παει αυτο το ειδος μουσικης. Ο κροταλιας ειναι Rhythm n’ Blues φιδι. Ο κροταλιας ειναι απο τη φυση του παλικαρι. Δεν εχει αλλη επιλογη απο αυτη. Του κροταλια του αρεσουν τα ειλικρινη παιχνιδια και χαδια. Ειναι χαδιαρης τυπος. Του κροταλια δεν του αρεσει να του λες ψεμματα. Ουτε να προσπαθησεις να τον ξεκανεις με πουστικο τροπο. Θελει να τον κοιταζεις στα ματια πριν τον ντουφεκισεις. Γιατι ο κροταλιας δεν φοβαται τον θανατο. Τον αντιμετωπιζει κοιταζοντας τον ισια στα ματια. Ο κροταλιας κοροιδευει τον θανατο βγαζοντας επιδεικτικα τη γλωσσα εξω απο το στομα του. Ο κροταλιας ειναι ενας μαγκας με τα ολα του. Και ολα αυτα τα λεω χωρις τον παραμικρο δισταγμο γιατι ο κροταλιας μου τα απεδειξε μπροστα μου. Ναι μπροστα μου. Δεν τα εχω ακουσει απο τριτους ή τεταρτους. Τα ειδα με τα ματια μου.
.
Οταν συνηλθα βρισκομουν ξαπλωμενος στο κρεβατι ενος χοτελ στο Αμστερνταμ. Οι πληγες ειχαν εξαφανιστει. Το δερμα μου ηταν παλι λειο και μαλακο. Σαν να μην ειχα περασει ποτε αυτη την περιπετεια. Δεν ενοιωθα καμμια κουραση ή εξαντληση. Ενοιωθα υπεροχα. Κατι αρχισε να κινειται αργα κατω απο το σεντονι διπλα μου. Το σηκωσα και ειδα τον κροταλια. Ενας γυμνος κροταλιας. Ενας κροταλιας οπως τον γεννησε η μαννα του. Σηκωσα λιγο πιο πολυ το σεντονι και χωθηκα απο κατω ολοκληρος. Ενοιωσα το κορμι του να τυλιγεται απαλα γυρω απ’ το δικο μου. Χαλαρωσα και αφεθηκα ολοκληρωτικα στο σφιξιμο του. Δεν ξερω να πω για ποσο διαστημα εμεινα σε αυτη την κατασταση. Ο χρονος σταματησε να κυλαει ακριβως εκει. Δεν υπηρχε χρονος πια για μενα.
.
Καποιο βραδυ που ειχα βγει εξω, γυρνωντας στο δωματιο του χοτελ βρηκα τον κροταλια μου μεσ’ τη μπανιερα. Το αριστερο του χερι κρεμοταν εξω απ’ αυτη, και απο τη φλεβα εσταζαν στο πατωμα οι τελευταιες σταγονες που του ειχαν απομεινει.
.
Πηρα ενα ψαλιδι και εκοψα μια μικρη τουφα απο τις ακρες των μαλλιων της. Την ετριψα για λιγο με τα δακτυλα μου και την εβαλα στη τσεπη του μπουφαν, ανοιξα την πορτα και βγηκα στον διαδρομο, προχωρωντας αργα κοντοσταθηκα για λιγο στην εξοδο του χοτελ, μετα δρασκελησα το σκαλοπατι βγηκα στον δρομο και χαθηκα μεσα στη νυχτα...

1 σχόλιο:

Αλέκα είπε...

Γιώργη σε χαιρετώ,
μου φαίνεται ότι οι θερινές τσάρκες και οι παράξενες για την εποχή δροσιές σε εμπνέουν πολύ! Καλά, με το τσιγάρο ξεράθηκα στο γέλιο αν και μεταξύ μας η δυσκοιλιότητα αποτελεί έναν πολύ σοβαρό λόγο ώστε να μην το κόψουμε!

Όσο για τούτη την ιστορία άσε θα σου γράψω εν καιρώ. Θέλει σκέψη. Έχω έναν κροταλία γι αυτό στο λέω. Μόνο που αυτός δεν τις χαλαλίζει τις φλέβες του. Τις δικές μου φοβάμαι!

Φίλε να περνάς καλά και σε ευχαριστώ, ως αναγνώστης, για το σετάκι: κείμενο-εικόνα-μουσική.