22.7.09

Μια απρόοπτη στάση


Εκεινο το ζεστο βραδυ του Οχτωβρη βαδιζα επι της οδου Αθηνας με προορισμο την Πλακα οπου με περιμεναν μερικοι φιλοι να σκοτωσουμε την ωρα μας, πινοντας κανα ποτο. Συνηθως περπαταω σκυφτος – δεν ξερω γιατι – διχως να δινω σημασια τι γινεται γυρω μου. Εκεινο το βραδυ βαδιζα ακριβως ετσι. Θα 'μουν περιπου στη μεση της Αθηνας, οταν μεσα απο καποιο στενο, κι απ΄τα δεξια μου, πεταχτηκε σαν βολιδα ενας τυπος κατα πανω μου. Τραβηχτηκα απο ενστικτο προς τα πισω και πλαγια αριστερα νομιζοντας, για μια στιγμη, οτι ειχε σκοπο να με μαχαιρωσει. Κοιταζοντάς τον καλυτερα διαπιστωσα, ανακουφισμενος, οτι δεν κρατουσε τιποτα. Αντιθετα ηταν μουσκεμα στον ιδρωτα. Το λευκο του πουκαμισο ηταν κολλημενο στο κορμι του σαν να ειχε κανει μπανιο πριν απο λιγη ωρα με τα ρουχα. Φαινοταν φοβισμενος και κοιταζε με γρηγορες κοφτες ματιες δεξια-αριστερα σαν να προσπαθουσε να βεβαιωθει οτι δεν τον εβλεπε κανεις. Εγω αφου συνηλθα απο την ξαφνικη επισκεψη του, υπολογιζοντας τον , ηρεμησα αφου τον εκοψα οτι ηταν του χεριου μου.
.
Ηταν ενας πολυ κοντος, κακεχτικος, μελαχροινος αντρας. Το προσωπο του ηταν μικρο και στρογγυλο σαν ενα μεγαλο πορτοκαλι. Αυτο που μου εκανε ιδιαιτερη εντυπωση ηταν οτι, τα επισης στρογγυλα, μικρα ματια του ηταν σχεδον κολλημενα το ενα με το αλλο. Τα μαλλια του ηταν περασμενα με τοσο λαδι που μερικες στογονες επεφταν στα αυτια του και μετα γλυστρωντας κατεληγαν στις πλακες του πεζοδρομιου. Ειχε ενα στομα ολοστρογγυλο και μικρο που το πλαισιωνε ενα μικρο μαυρο μουστακι τυπου Ζορο. Απο το ανοιχτο στο πανω μερος πουκαμισο ξεπεταγονταν ατιθασες μαυρες κατσαρες σκληρες τριχες που εφταναν μεχρι σχεδον την καρωτιδα του. Καποια στιγμη σταματησε να κοιταζει δεξια-αριστερα και αφου με πλησιασε περισσοτερο χωρις να με κοιταζει με ρωτησε:
«Ει φιλε , θελεις να γαμησεις;»
«Εσενα;» τον ρωτησα.
«Οχι εμενα, για κοριτσια μιλαω».
«Τι σου ειναι;»
«Τι θελεις να μου ειναι;».
«Ξερω γω..»
«Μηπως εισαι πουστης ;»
«Δεν νομιζω..»
«Δεν νομίζεις η δεν είσαι;»
«Μ’ αρεσουν τα κοριτσια..»
«Ελα τοτε, τι περιμενεις; Εχω τα ωραιοτερα κορίτσια στη πιατσα».
«Σιγουρα δεν εχουνε ερπη;»
«Για τι με περασες; Την δουλεια μου την ξερω καλα. Ολες τσεκαρισμενες».
«Καλα, παμε τοτε..που ειναι;»
«Ακολουθα με».

Ο τυπος αφου εριξε μια βιαστικη ματια γυρω εβαλε τα χερια στις τσεπες του και προχωρησε βιαστικα στο στενο δρομακι. Ακολουθησα ξοπισω του. Μου εκανε εντυπωση το βαδισμα του. Ειχε ενα περιεργο βαδισμα. Σε καθε δευτερο βημα τεντωνε το δεξι του ποδι προς τα πισω και το τιναζε με αποτομες και κοντες κινησεις. Σαν να ηθελε να τιναξει κατι που ειχε κολλησει στο παπουτσι του. Καθως τον ακολουθουσα παρα ποδας εριχνα και μια ματια τριγυρω να δω που βρισκομαι. Με κατι τετοιους τυπους πρεπει ναχεις το νου σου να μη σου τη φερουν. Στηριζομουν στην αρχικη μου εκτιμηση οτι ηταν του χεριού μου αλλα δεν ειναι κακο να κρατας σε εγρηγορση τα αντανακλαστικα σου σε τετοιες καταστασεις.
.
Αφου περπατησαμε καμποσο περνωντας μεσα απο σκοτεινα στενα δρομακια γεματα σκουπίδια και μια ανυποφορη βρωμα, τον ρωτησα αν εχει και αλλο δρομο ακομα γιατι αρχισα να βαριεμαι .
« Μην ανησυχεις, σε μερικα λεπτα θα γαμησεις».
«Ωραια, γιατι αν ο δρομος είναι αλλο τοσος θα χρειαστω κρεβατι για να κοιμηθω απο την κουραση δικε μου». Καπου σκονταψα αλλα δεν εδωσα σημασια. Σε μερικα μετρα ο τυπος σταματησε, κοιταξε πισω του και αφου βεβαιωθηκε για κατι χτυπησε μια ξιλινη, σκουρα πρασινη, παλια πορτα. Χτυπησε τρεις φορες μετα δυο και μετα μια. Μετα παλι μια μετα δυο και μετα τρεις. Περιμενε για λιγο και μετα χτυπησε αλλες τεσσερεις φορες.
«Δικε μου, αν ειναι να χτυπας την πορτα ολη νυχτα πες το να φυγω. Τι μαλακιες ειναι αυτες;» του ειπα με αγανακτηση.
«Σταματα ρε φίλε, μη μιλας, μπερδευτηκα τωρα…γαμω την πουτανα μου!» ειπε τσαντισμενος. «Αντε να ξαναβρω παλι τη σωστη σειρα…εισαι μαλακας; Μη με ξαναδιακοψεις», το μη τιμητικο επίθετο το ειπε βγαζοντας μια υστερικη σχεδον κραυγη.
«Ακου αρχιδι, αν με ξαναπεις ετσι θα σου σπασω τη μυτη. Ξερω καλο καρατε..» του απαντησα προτείνοντας μπροστα στη μουρη του την τεντωμενη παλαμη του δεξιου χεριου μου.
.
Ο τύπος με αγνοησε επιδεικτικα, εξυσε το πισω μερος του κεφαλιου του, κατι μετρησε με τα δακτυλα του και αρχισε παλι να χτυπαει τη πορτα. Ειχε συγκεντρωσει τοσο πολυ την προσοχη του στη προσπαθεια που εκανε να μη ξαναξεχασει τα κωδικοποιημενα χτυπηματα, ωστε δεν πηρε ειδηση το παραθυρο που ανοιξε πισω μας απο ενα διαμερισμα που βρισκοταν στο δευτερο οροφο ενος παλιου κτιριου. Μια ανθρωπινη σκια εκανε την εμφανιση της στο σκοτεινο δωματιο και πλησιασε τοσο κοντα στο παραθυρο που για μια στιγμη νομισα πως θα επεφτε απο κατω. Το περιγραμμά του φανερωνε πως επροκειτο για εναν ευσωμο αντρα. Την επομενη στιγμη ειδα ενα πιδακα υγρου να πεταγεται απο μπροστα και χαμηλα του. Ο τυπος κατουρουσε απο το διαμερισμα του εξω στο δρομο. Λιγα εκατοστα ακομα και θα μας πετυχαινε στο κεφαλι. Δεν ειχα καμμια ορεξη για τετοιου ειδους ντους γι’ αυτο αντεδρασα .
«Ε, φιλε κανε πιο πισω γιατι αυτος εκει πανω θα μας κατουρησει» ειπα πιανοντάς απο τον ωμο τον αλλο.
«Τον ξερω αυτο τον μαλακα. Του εχω πει χιλιες φορες να μην το κανει αυτο μπροστα σε πελατες. Χαλαει την εικονα του μαγαζιου. Εχω χασει πολλα λεφτα εξ’ αιτιας του» απαντησε φανερα αγανακτισμενος.
«Κατι θα πρεπει να κανεις με αυτο, μολυνει τον χωρο» του ειπα.
«Δεν εχεις αδικο αλλα, οπως μου εχει πει, αντιμετωπίζει προβλημα με τον προστατη του. Δεν προλαβαινει να κατεβει στο κατω πατωμα που ειναι ο καμπινες, διαλεγοντας τον πιο γρηγορο δρομο για να κατουρησει. Και το παραθυρο ειναι ο πιο συντομος δρομος που οδηγει στην ανακουφισή του».
Η ογκωδης σκια σταματησε να κατουραει, τιναξε δυνατα μερικες φορες το πουλι του, το εχωσε στο σωβρακο, κοιταξε ψηλα το νυχτερινο ηρεμο ουρανο, εκανε το σταυρο του δυο φορες με το δεξι του χερι, εκλεισε τα παραθυροφυλλα, τραβηξε τις κουρτινες και εξαφανιστηκε. Σηκωσα αδιαφορα τους ωμους μου και τα επομενα δευτερολεπτα τον ειχα ξεχασει εντελως.

Ο δικος μου χτυπουσε ακομα την πορτα, κωδικοποιωντας με διαφορετικο τροπο καθε φορα τα χτυπηματά του. Δοκιμαζε τοσους συνδυασμους που ηταν φανερο οτι ειχε χασει τον λογαριασμο. Η πορτα παρεμενε ερμητικα κλειστη.
«Ρε φιλε , μηπως εκανες λαθος πορτα; Με τοσο θορυβο και κουφος θα ανοιγε» του ειπα.
«Λες μαλακιες» μου απαντησε νευρικα τιναζοντας το δεξι του ποδι για λιγο προς τα πισω.
Ακολουθησε σιωπη για μερικα λεπτα.
«Πως σε λενε ;» τον ρωτησα, ετσι για να πουμε κατι.
«Γιακουμη ..εσενα;»
«Τζωρτζη…».
«Πουστικο ονομα εχεις…χωρις παρεξηγηση».
«Τον παπου μου λεγανε ετσι και δεν ηταν πουστης..»
«Ειπα, χωρις παρεξηγηση…»
«Δεν παρεξηγησα, απλα σου εξηγησα την πηγη του ονοματος μου».
«Και τι δουλεια κανεις Τζωρτζη ;» με ρωτησε συνεχιζοντας να χτυπα την πορτα.
«Ανεργος ιεαραποστολος..»
Γυρισε και με κοιταξε με εκπληξη.
«Δεν την εχω ξανακουσει αυτη τη δουλεια…εχει φραγκα;»
«Για να πω την αληθεια δεν την εχω εξασκησει ποτε. Απο την ωρα που τελειωσα τις σπουδες ψαχνω για δουλεια αλλα οπως ξερεις ολα τα επαγγελματα περνουν κριση σημερα».
« Δεν εχεις αδικο…ρε φιλε τωρα που σε βλεπω καλυτερα νομιζω πως καπου σε εχω ξαναδει »
« Κανεις λαθος, δεν συνηθίζω να κυκλοφορω στα δικα σου στεκια»
«Ειμαι σχεδον σιγουρος οτι σε εχω ξαναδει , στο σινεμα ή στην τηλεοραση»
«Ειχα παιξει παλια σε μια τσοντα, αλλα καποιος το ‘πε στη μαννα μου, εκεινη επαθε καρδιακη προσβολη και αναγκαστηκα να σταματησω. Δεν ειχα αλλη επιλογη».
«Α, ναι τωρα σε θυμηθηκα. Ναι, ησουνα πραγματικα πολύ καλος. Για μια περίοδο σε ειχα προτυπό μου μαλιστα. Δεν επρεπε να σταματησεις. Ειχες μελλον σε αυτη τη δουλεια. Θυμαμαι και τις κριτικες που ειχαν γραφτει για σενα. Ολες εξηραν το μεγαλο σου ταλεντο, τις μοναδικες τεχνικες που χρησιμοποιουσες, αλλα πιο πολυ τα πλουσια φυσικα σου προσοντα. Καποια φυλλαδα ειχε γραψει οτι σου ειχε κανει προταση ενα απο τα μεγαλυτερα κινηματογραφικα στουντιος παραγωγης τσοντας της Αμερικης και την απερριψες.».
«Ναι ετσι ειναι, δεν ηθελα να ξενιτευτω μικρος. Δεν ηξερα και τη γλωσσα. Καταλαβαινεις αυτο μου δημιουργουσε καποιες ανασφαλειες».
«Σε αυτες τις ταινιες δεν χρειαζεται να μιλας πολυ Τζωρτζη, η δουλεια σου ειναι να σπρωχνεις κι εσυ εσπρωχνες καλα, δικε μου».
«Ναι σωστα, δεν το ειχα σκεφθει τοτε, ισως να μη μου το εξηγησε καλα ο ατζεντης μου. Φερει και αυτος την ευθυνη του».
Ακολουθησε παλι για μερικα λεπτα σιωπη. Ο Γιακουμης σταματησε λιγο να ξεκουραστει γιατι τον ειχαν πονεσει τα δακτυλα του απο τα χτυπηματα στην πορτα. Καπου ειχα αρχισει κι εγω να βαριεμαι. Χασμουρηθηκα, εβγαλα ενα τσιγαρο, το αναψα, τραβηξα μια ρουφιξια και εβαλα το πακετο στη τσεπη μου.
«Γιακουμη λεω να πηγαινω, βαρεθηκα να περιμενω να ανοιξει η γαμημενη πορτα» ειπα.
«Δεν μπορεις να περιμενεις ακομα λιγο για να γαμησεις; Μου φαινεται πως θυμηθηκα τον συνδυασμο» μου απαντησε κοιταζοντας με, με την ελπιδα του ανθρωπου που περιμενει να του απαντησεις καταφατικα.
«Καθυστερησα πολύ με ολη αυτη την ιστορια. Με περιμενουν και οι φιλοι στην Πλακα. Μπορει να ανησυχησουν. Μια αλλη φορα.»
«Οπως νομιζεις» ειπε απογοητευμενος. «Παντως οποτε θελεις μπορεις να ερχεσαι εδω τωρα που εμαθες το μερος».
«Να ΄σαι βέβαιος γι΄αυτο Γιακουμη»
Αφου δωσαμε τα χερια χωριστηκαμε. Μετα απο λιγο ειχα βγει παλι επι της Αθηνας. Η κινηση ηταν εμφανως μειωμενη, εστριψα δεξια και τράβηξα για τη Πλακα.
Η νυχτα μολις αρχιζε για μενα, ελπιζοντας χωρις αλλο απροοπτο…..