2.9.09

Το κτήνος



Ένα βροχερο χειμωνιατικο βραδυ του χιλια εννιακοσια ογδοντα επτα βρισκομουν στο διαμερισμα μου με μερικους φιλους πινοντας και συζητωντας κοσμια, περι ανεμων -αλλα οχι περι υδατων. Λιγο πριν τις δεκα, για την ακριβεια η ωρα δεκα παρα δεκατρια λεπτα, ακουστηκε ενας τρομερος υποκωφος κροτος, σαν εκρηξη, που εδινε την εντυπωση σαν να εσκασε κατι στα εγκατα της γης και εκτοξευτηκε προς την επιφανεια της.

Την επομενη στιγμη αρχισε να σειεται συθεμελα ολοκληρος ο ντουνιας. Ολοι οσοι βρισκονταν γυρω μου πεταχτηκαν εντρομοι εξω για να σωσουν το φτηνο τομαρι τους. Εγω δεν προλαβα να κανω ουτε μισο βημα, γιατι ενα γεματο μπουκαλι με βοτκα πανω σε ενα ραφι, που περιμενε υπομονετικα τη σειρα του να δροσισει το λαρυγγι μου καποια στιγμη, επεσε με το λαιμο προς τα κατω και καρφωθηκε δυομισι χιλιοστα περιπου στο πανω μερος του κρανιου μου. Φυσικα επεσα λιποθυμος στο πατωμα, ενώ μια μικρη λιμνη αιματος, ομαδας μηδεν-ρεζους θετικου, σχηματιστηκε γυρω απο το κεφαλι μου.

Εκει, στο πατωμα δηλαδη, δεν ειμαι σε θεση να υπολογισω ποσο χρονικο διαστημα εμεινα αναισθητος, κατι που θεωρω απολυτα φυσιολογικο. Αυτόο ομως που ειμαι σε θεση να πω μετα βεβαιοτητας ειναι οτι καποια στιγμη συνηλθα και προσπαθησα να σηκωθω, πραγμα που καταφερα τελικα με υπερανθρωπη προσπαθεια. Κοιταζοντας γυρω μου, ζαλισμενος ακομα, μολις αντικρισα το αιμα που ειχε αρχισει να ξεραινεται, καταλαβα οτι κατι δεν πηγαινε καλα. Τρεκλιζοντας προχωρησα προς τη τουαλετα για να περιεργαστω τον εαυτο μου σε ενα μεγαλο καθρεπτη που ειχα εκει, ωστε να διαπιστωσω σε τι κατασταση βρισκομουν.

Φτανοντας μπροστα στον καθρεφτη, αυτο που αντικρισα με αναγκασε να υποστω ενα ειδος σοκ που σιγουρα θα υπαρχει σαν ορος στην επιστημονικη διαλεκτο των ψυχολογων, κατι που δεν εχω υποψη μου αυτη τη στιγμη για να τον αναφερω και λυπαμαι γι’ αυτο. Ενα μπουκαλι βρισκοταν σφηνωμενο πανω στο καυκαλο του κεφαλιου μου, ενω το περιεχομενο του καπου ειχε χυθει, προφανως στον εγκεφαλο μου, όπως απεδειχθη αργοτερα. Ενα πελωριο διλημμα ξεπηδησε μεσα μου για το που οφειλοταν ο πονοκεφαλος και η σκοτοδινη που ενοιωθα. Στο καρφωμα του μπουκαλιου στο κεφαλι μου ή στο ποτισμα του εγκεφαλου μου με το περιεχομενο μιας ανεπαφης φιαλης με καθαρη βοτκα;

Αποφασισα να ασχοληθω με αυτο το ερωτημα αργοτερα γιατι προειχε η αφαιρεση του μπουκαλιου απο το κρανιο μου. Καθως το επιασα με το χερι μου, με προθεση να το τραβηξω προς τα εξω ακουσα ενα διαπεραστικο τριξιμο απο το λαιμο μου και πανω. Ακουστηκε ενα τριξιμο σαν αυτο που προκαλει ο μεντεσες μιας καταπακτης που εχει παραμεινει κλεισμενη για διακοσια εικοσιοχτω χρονια, όταν προσπαθουμε να την ανοιξουμε. Με το εφιαλτικο αυτο τριξιμο, μου δημιουργηθηκε και ενας επιπλεον φοβος οτι συμφωνα με τα δεδομενα της φυσικης- την οποια λατρευω- ενα αδειο μπουκαλι οταν το τραβαμε για το βγαλουμε από καπου που εχει σφηνωσει, δημιουργει ενα ειδος αναρρόφησης ικανης να ρουφηξει οτιδηποτε παρουσιασει ισχνη αντισταση. Στη φαση εκεινη που βρισκομουν ειναι φανερο ότι δεν ημουν σε θεση να υπολογισω το μετρο αντιστασης του εγκεφαλου μου οποτε αποφασισα να παραιτηθω προς το παρον και απο αυτην την προσπαθεια.

Δεν κρυβω οτι για μια στιγμη περασε μια φοβερη εικονα μπροστα απο τα ματια μου: να κρατω ενα μπουκαλι με τα μυαλα μου μεσα σε αυτο. Δεν ειναι και η καλυτερη εικονα που μπορει να φανταστει καποιος… εννοειται. Αφου εριξα λιγο νερο στο προσωπο μου, πιο πολυ για να ξεπλυνω τα αιματα παρα για να δροσιστω, βγηκα απο την τουαλετα και προχωρησα προς το μικρο χωλ που χρησιμοποιουσα για καθιστικο τις ανεπισημες ωρες της ημερας. Αυτο που αντικρυσα δεν με στενοχωρεσε ιδιαιτερα αλλα μου προκαλεσε την περιεργεια: τι ηταν αυτο που ειχε δημιουργησει ολο αυτο το μακελειο;

Τα παντα ηταν ανω κατω. Λες και ειχε περασει καποιος τυφωνας. Τιποτα δεν ηταν στη θεση του. Τα περισσοτερα αντικειμενα που κοσμουσαν το χωρο, και που τα ειχα αγορασει με χιλιες θυσιες. ηταν σπασμενα. Ακομα και ενα κουτι προφυλακτικα πολυτελειας που τα ειχα αγορασει απο τα Ηλυσια Πεδια δωροδοκωντας μαλιστα και καποιον στο τελωνειο για να τα περασω χωρις περαιτερω δασμους, ηταν ορθανοιχτο με τα πλαστικα αξεσουαρ του πεταμενα εδω και κει. Ακουμπησα με το ενα χερι στον τοιχο για να μη σωριαστω σαν αδειο σακι κατω και κοιτουσα το βομβαρισμενο τοπιο του διαμερισματος μου αναυδος.

Ημουν σιγουρος οτι ολη αυτη η κατασταση δεν ηταν δημιουργημα σεισμου. Καποιος ειχε βαλει το χερι του. Αρα αυτος που το εκανε πρεπει να ηταν ακομα μεσα στο σπιτι. Κατι μου ελεγε οτι δεν ειχε προλαβει ακομα να την κοπανησει. Με αυτη τη σκεψη, και με το μπουκαλι στο κεφαλι, εφτασα μεχρι το μικρο δωματιο που βρισκοταν στο τελος του διαδρομου που χρησιμοποιουσα σαν αποθηκη,ανοιξα την πορτα και χωρις να δυσκολευτω καθολου, επειδη ηξερα τους χωρους ακομα και με κλειστα ματια, αρπαξα μια παλια εξατμιση αυτοκινητου που ειχε ξεχαστει εκει. Ζυγιζοντας την με το χερι προσπαθησα να εξοικειωθω μαζι της κραδαινοντας την στον αερα σαν ξιφομαχος. Μεσα σε λιγα λεπτα αισθανθηκα ετοιμος να ανταποκριθω σε οποιαδηποτε κατασταση μαχης και αν προεκυπτε. Με τονωμενη την αυτοπεποιθηση αρχισα να ψαχνω σε κάθε γωνια του σπιτιου αυτον που δημιουργησε το εφιαλτικο χαος.

Οσο ομως και αν εψαξα δεν βρηκα κανενα. Κοντοσταθηκα για λιγο και το ποτισμενο με βοτκα μυαλο μου ξαφνικα αστραψε. Η ντουλαπα. Ναι, ειχα ξεχασει να ψαξω στο βαθος της ντουλαπας. Πισω απο τα ρουχα. Στις ταινιες εκει συνηθως κρυβονται οι μπαταξηδες. Αφου ασυναισθητα εφερα το χερι στο μπουκαλι πανω απ’ το κεφαλι μου για να διαπιστωσω οτι βρισκεται στη θεση του, με μικρα αλλα σταθερα βηματα εφτασα μπροστα απ’ τη ντουλαπα. Σταματησα και αφουγκραστηκα. Ενα αυτοκινητο περασε απ’ εξω, κορναρε, σπινιαρε πανω στην ασφαλτο και μετα ακολουθησε απολυτη ησυχια. Δεν ακουγονταν απολυτως τιποτα. Τιποτα; Οχι, λαθος. Κατι ακουγοταν. Ακουγοταν μια απαλη ανασα. Ειχα τις αισθησεις μου σε πληρη επιφυλακη. Μεσα σε αυτην την απολυτη ησυχια η ανασα γινοταν στιγμη με στιγμη πιο εντονη. Σαν να ενοιωθε οτι καποιος ειχε ανακαλυψει τον κρυψωνα του. Μετα απο λιγα λεπτα η ανασα ακουγοταν πλεον πολυκαθαρα. Ημουν πια σιγουρος οτι καποιος ηταν χωμενος μεσα στη ντουλαπα.

Το καταλαβε κι αυτος οτι ειχε γινει αντιληπτος γιατι κουνηθηκε απ’ τη θεση του. Φανηκε σαν να ειχε μουδιασει τοση ωρα στην ιδια θεση και αλλαξε σταση. Τοτε αποφασισα οτι το παιχνιδι ειχε πια κριθει γι’ αυτόν και του ειπα με οση αυστηρη φωνη διεθετα :

-Ενταξει... βγες εξω απο κει περα! Βγες εξω!Βγες εξω!Βγες... γιατι θα σε βγαλω εγω! Μ' ακους; Βγες εξω!Βγες εξω αμεσως!
-Κοφ' το! Θα σε μαχαιρωσω, γαμωτο!
-Ακουσε με... ειμαι κουρασμενος. Θελω να ηρεμησω λιγο. Εχω να σου προτεινω κατι... τα ξεχναμε ολα αυτα... εσυ παιρνεις τα συνεργα σου, εξαφανιζεσαι. Και τελος! Συμφωνοι; Συμφωνοι; Με ακους;
-Φωναξες τους μπατσους;
-Οχι.
-Θα τους φωναξεις;
-Αν δε βγεις εξω, θα το κανω. Ενταξει... θα παρω τηλεφωνω στους μπατσους.
-Οχι, μην το κανεις. Σε παρακαλω!
-Τοτε, βγες εξω και χασου!
-Ενταξει, αλλα θα κρατησω το μεταλλικο κουτακι.
-Ποιο μεταλλικο κουτακι;
-Αυτο με τις σφαιρες.
-Αποκλειεται! Τα συνεργα σου και δρομο! Γιατι διαλεξες το σπιτι μου; Γιατι οχι του διπλανου, του κοπανου;
-Εχει σκυλο.
-Γιατι οχι τα αλλα σπιτια της γειτονιας;
-Κι αυτα εχουν σκυλους.
-Ολα εχουν σκυλους;
-Ναι.
-Ολοι οι γειτονες μου εχουν σκυλους;
-Ναι.
-Ελα, σηκω πανω, ωχ γυναικα εισαι; Γυναικα εισαι γαμω το κερατο μου;
-Ναι, και δεν με υπακουν τα ποδια μου.
-Μπορεις να τα κουνησεις;
-Οχι. Δεν τα αισθανομαι.
-Βλεπεις; Μπορεις να τα κουνησεις. Σηκω επανω.
-Με πονανε. Καποιο καταγμα θα εχω.
-Μαλακιες! Σηκω πανω.
-Ποναω, στο ορκιζομαι.
-Γυρισε προς τα μπρος.
-Τι πραγμα;
-Γυρισε προς τα μπρος. Για να δω τα χερια σου. Που ειναι το μαχαιρι σου;
-Δεν εχω μαχαιρι.
-Που ειναι το μαχαιρι;
-Δεν εχω κανενα μαχαιρι!
-Ειπες οτι ειχες.
-Ετσι το ειπα...για να μη με ξυλοφορτωσεις. Σου ορκιζομαι πως δεν εχω. Μην μου ριξεις καμια γρηγορη! Ορκιζομαι πως δεν εχω τιποτα. Μη με ξαναχτυπησεις.
-Δε σε χτυπησα ακομη. Που πονας;
-Εδω.
-Που.. εκει;
-Εδω.
-Δε φωναξα τους μπατσους. Μεινε εκει που εισαι.
-Γιατι;
-Μην κουνηθεις γιατι αλλιως...Πως σε λενε;
-Μαρθα.
-Μαρθα;
-Ναι. Και ειμαι ενα κτηνος με γυναικεια μορφη.

Το κτηνος εμεινε μαζι μου πεντε μηνες. Την ημερα ομως που ενας κομπογιαννιτης μου αφαιρεσε τη μπουκαλα απο το κρανιο, το κτηνος ανεξηγητα εξαφανιστηκε. Εφυγε οπως ακριβως ηρθε. Λες και δεν υπηρξε ποτε. Η πληγη στο κεφαλι μου επουλωθηκε πολυ γρηγορα και τα πραγματα πηραν παλι τον δρομο τους, οπως και πριν.