16.12.09

Ο σκύλος φάντασμα




Φτυνεις ψηλα, φτυνεις τα μουτρα σου.
Φτυνεις χαμηλα , φτυνεις τ' αρχιδια σου.
Αργυρης Θαλασσιος - πρωην οπιομανης ερασιτεχνης φιλοσοφος,
νυν πεθαμενος. Ημουν φιλος του.




Σταματησα εξω απ’ το περιπτερο. Εσβησα τη μηχανη του αυτοκινητου και βγηκα εξω. Το κρυο ηταν τσουχτερο. Σηκωσα το φερμουαρ του μπουφαν μεχρι το λαιμο και ανασκουμπωθηκα. Δεν ειχε περασει πολύ ωρα απο τη στιγμη που προσγειωθηκε το αεροπλανο και ημουν ακομα μουδιασμενος. Ηταν δυσκολη η αποψινη νυχτα. Αρκετα δυσκολη. Ημουν ομως συνηθισμενος σε αυτα. Καθισα για λιγο στο καπο του αυτοκινητου για να καπνισω το τελευταιο τσιγαρο του πακετου. Η λαμαρινα ηταν ακομα κρυα. Δεν ειχε προλαβει να ζεσταθει. Τραβηξα μια βαθεια ρουφηξια. Παντα μ’ αρεσε να καπνιζω στο κρυο. Κοιταξα τριγυρω. Το βλεμμα μου επεσε σε μια φωτεινη ταμπελα με κοκκινα γραμματα σε σκουρο μπλε φοντο. Ηταν ενα μπαρ. Ακριβως διπλα στο περιπτερο. Παραξενευτηκα. Πως δεν εχω ξαναδει αυτο το μπαρ; σκεφθηκα. Περιεργο. Ισως ανοιξε τωρα που ελειπα σε ταξιδι.
.
Τις σκεψεις μου διεκοψε αποτομα ενα καφε μεγαλοσωμο σκυλι που ηρθε χωρις να το παρω ειδηση και σταματησε μπροστα στα ποδια μου. Με πλησιασε μπουσουλωντας δειλα και, αρχισε να γλειφει τις μυτες απ’ τις μποτες μου. Δεν αντεδρασα. Απλα το κοιταζα. Ποτε ποτε σηκωνε το βλεμμα του και με κοιταζε στα ματια. Συνεχισε για μερικα λεπτα ακομα και μετα σταματησε. Εκανε μερικα βηματα πισω και σταθηκε απεναντι μου. Με κοιταξε και εντελως ξαφνικα αρχισε να κλαιει. Τα δακρυα του ετρεχαν ποταμι ενω τα ουρλιαχτα του μου τρυπουσαν τ’ αυτια. Ανατριχιασα στιγμιαια αλλα δεν εκανα τιποτα. Απλα συνεχιζα να το κοιταζω καταματα. Αυτο κρατησε λιγα λεπτα της ωρας. Μετα, οπως ξαφνικα αρχισε να κλαιει ετσι ξαφνικα σταματησε. Δεν ειχε δακρυα στα ματια. Ηταν εντελως στεγνα. Λες και δεν ειχε κλαψει ποτε. Το τσιγαρο τελειωσε και το πεταξα μπροστα μου. Το πατησα στρουφιζοντας το με τη μυτη της μποτας μου. Προχωρησα προς το περιπτερο. Βγαζοντας τα λεφτα απ’ τη τσεπη του παντελονιου γυρισα το κεφαλι πανω απ’ τον ωμο. Το σκυλι καθοταν στα δυο πισινα του ποδια ακομα εκει. Δεν ειχε κουνησει ουτε χιλιοστο. Εστριψα το κεφαλι μου μπροστα σκυβοντας προς το τζαμενιο παραθυρακι του περιπτερου. Ηταν κλειστο και θαμπωμενο απο τα χνωτα που υπηρχαν στο εσωτερικο του.
.
Μπορεσα να διακρινω μια ανθρωπινη φιγουρα που καθοταν σε ενα χαμηλο καρεκλακι και κουνιοταν ρυθμικα μπρος πισω. Σαν να υπακουε σε καποιο μουσικο αργο ρυθμο. Χτυπησα απαλα με το δαχτυλο. Δεν ακουσε γιατι συνεχισε να κινειται χωρις να αλλαξει στο ελαχιστο το ρυθμο του. Ασυναισθητα γυρισα παλι το κεφαλι μου προς το σκυλι. Ηταν ακομα εκει. Στην ακρη του δρομου να με κοιταζει ισια στα ματια. Γυρισα και ξαναχτυπησα αυτη τη φορα πιο δυνατα. Η κουνιστη φιγουρα πρεπει να με ακουσε γιατι εστριψε το κεφαλι προς το μερος μου. Το κορμι ομως εμεινε σταθερο. Απλωσε το δεξι χερι και εσυρε αργα το τζαμενιο θαμπο πορτακι του μικρου παραθυρου. Η υγρασια απο τα χνωτα που υπηρχε επανω δημιουργησε ενα λεπτο και διαπεραστικο ηχο που με εκανε να ανατριχιασω. Ενοιωσα σαν να μου ξυραφιζαν τη πλατη κατα μηκος της ραχοκοκαλιας. Στο μικρο ανοιγμα εμφανιστηκε το προσωπο ενος πολυ γερου αντρα. Ένα κοκκαλιαρικο, κιτρινο, με ματια χωρις βλεφαρα, γεματο ρυτιδες προσωπο. Το στομα του ηταν μισανοιχτο.Του ελειπαν σχεδον ολα τα δοντια. Ανασαινε βαρια. Παγωσα μολις αντικρυσα αυτο το αποκοσμο προσωπο. Ακουμπησα τα χρηματα που ειχα βγαλει απο τη τσεπη στο πιατακι. Μετα βιας βγηκε η φωνη από το στομα μου. Ζητησα ενα πακετο τσιγαρα, ενα κουτι ασπιρινες, δυο οδοντογλυφιδες και μια λευκη σοκολατα. Χωρις να παρει το βλεμμα του απο πανω μου απλωσε το χερι του στα γυρω ραφακια κατεβασε και ακουμπησε στο πιατακι αυτα που του ειχα ζητησει. Με κοιτουσε επιμονα σαν να περιμενε να ακουσει κατι απο εμενα. Το μυαλο μου σταματησε για μια στιγμη. Δεν ηξερα τι να πω. Μετα, τον ρωτησα το πρωτο πραγμα που μου ‘ρθε στο μυαλο.
«Γερο ,τι ειναι ζωη;»
Ο γερος σαν να περιμενε την ερωτηση μου, με το κεφαλι του μου εκανε νοημα να τον πλησιασω περισσοτερο. Εσκυψε κι αυτος λιγο ακομα, κοιταξε δεξια και αριστερα χωρις να κουνησει το κεφαλι του , ενω το στομα του ακουμπησε σχεδον στο αυτι μου. Μιλησε πολυ αργα και με ψιθυριστη φωνη σαν να φοβοταν μην τον ακουσει καποιος αλλος εκτος απο μενα.
Ειπε δωδεκα λεξεις. Τις μετρησα. Ακριβως δωδεκα λεξεις.
.
Τον κοιταξα αφοβα μεσα στα ματια. Οι κορες των ματιων του ειχαν εξαφανιστει . Ειχε μεινει μονο ενα ξεβαμμενο ασπραδι. Το χερι που απλωσα για να παρω αυτα που ειχα ζητησει, σταματησε. Εμεινε εκει, στον αερα. Τεντωμενο, μετεωρο. Μετα αρχισε να κατεβαινει αργα προς το σημειο που ηταν η αγκραφα της ζωνης του παντελονιου μου, χωρις να αφησω το γερο ουτε μια στιγμη απ’ τα ματια μου. Επιασα σφιχτα το περιστροφο και το τραβηξα . Ενοιωσα τη λαβη παγωμενη. Το σηκωσα, και το εφερα μερικα χιλιοστα απο το ζαρωμενο κουτελο του γερου. Τα ματια του ανοιξαν ελαφρα ενω ενα απροσδιοριστο ελαφρυ μειδιασμα ζωγραφιστηκε στο μικρο σαν τρυπα στομα του.
«Σωστα απαντησες γερο, αλλα δεν πρεπει να το μαθουν οι αλλοι. Μη το παιρνεις προσωπικα» ειπα και τραβηξα τη σκανδαλη. Ακομα και τωρα μπορω να παρω ορκο οτι δεν ακουσα κροτο απο πυροβολισμο και δεν ειδα καμια λαμψη να βγαινει απο την κανη του περιστροφου. Ενοιωσα μοναχα το τρανταγμα. Το σαρανταπενταρι υπακουοντας στην εντολη που του εδωσα , εφτυσε με οση δυναμη ειχε μεσα του ενα μικρο κομματι μολυβι. Αρκετο για να δημιουργησει μια μικρη τρυπουλα στο μετωπο του γερου. Εκεινος αφου ορθανοιξε το στομα του, χωρις να λυγισει το σωμα του εγειρε προς τα πισω , ακουμπωντας απαλα με την πλατη στον ξυλινο τοιχο του περιπτερου. Το κορμι του εμεινε τεντωμενο , σαν ειχε επελθει πληρης δυσκαμψια μεσα σε ελαχιστα δευτερολεπτα. Αν τον ακουμπουσα βαζω στοιχημα οτι θα ηταν ηδη παγωμενος.
.
Πηρα τα πραγματα μου αφησα το χαρτονομισμα και κοιταξα γυρω. Το σκυλι ειχε εξαφανισθει. Στο δρομο δεν υπηρχε ψυχη παρα μονο το αυτοκινητο μου. Μια ψιχαλα με χτυπησε στο μαγουλο. Κοιταξα ψηλα τον ουρανο. Ερχοταν βροχη. Περπατησα μερικα βηματα και βρεθηκα μπροστα στη πορτα του μπαρ. Μουσικη ακουγοταν απο μεσα. Εσπρωξα απαλα τη πορτα και μπηκα. Σταθηκα λιγο για να συνηθισουν τα ματια μου στο χαμηλο φωτισμο. Εκανα ακομα μερικα βηματα και σταματησα. Περιεργαστηκα για λιγο το χωρο και προχωρησα. Δεν υπηρχε κανεις εκει μεσα εκτος απο μια σερβιτορα πισω από τη μπαρα. Διαλεξα ενα τραπεζι σε ενα σημειο που δεν φωτιζοταν σχεδον καθολου. Με εκπληξη συνειδητοποιησα οτι κρατουσα ακομα το περιστροφο. Το αφησα πανω στο τραπεζι, καθισα στην καρεκλα και κοιταξα μηχανικα τις μποτες μου. Ηταν ακομα γυαλισμενες απο τη γλωσσα του σκυλου. Εκεινη τη στιγμη κατεφθασε η σερβιτορα και με ρωτησε τι θα παρω. Της ειπα το ποτο που ηθελα. Εφυγε. Κοιταξα παλι γυρω . Πιο καλα αυτη τη φορα γιατι τα ματια μου ειχαν εξοικειωθει στο μισοσκοταδο. Δεν υπηρχε κανεις. Μονο η σερβιτορα κι εγω. Ξαφνικα η πορτα ανοιξε με δυναμη και χτυπησε πισω στον τοιχο. Καταλαβα οτι εξω ειχε σηκωθει δυνατος αερας με καταρρακτωδη βροχη. Η κοπελα εφερε το ποτο και το ακουμπησε στο τραπεζι απαλα.Το βλεμμα της επεσε στο σιδερικο. Δεν εδειξε καμμια εκπληξη.
.
Γυρισε την πλατη και εφυγε. Σηκωσα το ποτηρι και το ηπια μονορουφι. Ζεσταθηκα λιγο. Με το χερι παρηγγειλα ακομη ενα. Αναψα ενα τσιγαρο και αρχισα να καπνιζω. Η σερβιτορα εφθασε με το ποτο. Το αφησε στο τραπεζι και χωρις να με κοιταξει αυτη τη φορα γυρισε και εφυγε. Το ηπια και αυτο μονορουφι. Μαζεψα το περιστροφο σηκωθηκα και πλησιασα στη μπαρα να πληρωσω. Αφησα ενα χαρτονομισμα και εσβησα το τσιγαρο σε ενα μεγαλο γυαλινο σταχτοδοχειο. Η σερβιτορα με κοιτουσε σαν να παρατηρουσε αυτη τη φορα με προσοχη καθε κινηση μου. Ριχνοντας της μια τελευταια ματια, γυρισα και προχωρησα προς την εξοδο. Ανοιξα την πορτα και βρεθηκα εξω. Ενα μιγμα παγωμενου αερα και δυνατης βροχης με ελουσε. Σηκωσα τα πετα του μπουφαν και ετοιμαστηκα να προχωρησω προς το αυτοκινητο, οταν ειδα δεξια μου το καφε σκυλι να κειτεται στο πεζοδρομιο. Νομιζω οτι διεκρινα καποιο νοημα στα ματια του. Ημουν ετοιμος να μη του δωσω σημασια και να φυγω, οταν παρατηρησα κατι που μου τραβηξε την προσοχη. Στο μετωπο του ειχε ενα σκουρο σημαδι που δεν υπηρχε οταν το συναντησα την πρωτη φορα, πριν λιγη ωρα. Εσκυψα και εβαλα το δαχτυλο πανω στο σημαδι.
.
Το δακτυλο μου χωθηκε μεσα. Διαπιστωσα οτι ηταν μια τρυπα. Το τραβηξα εξω ξαφνιασμενος. Το εβαλα ξανα για να σιγουρευτω. Ηταν πραγματι μια βαθεια τρυπα. Το ξανατραβηξα εξω και το κοιταξα. Δεν υπηρχαν καθολου ιχνη αιματος. Σηκωθηκα πανω σαν ελατηριο και αφηνοντας το σκυλι ξαπλωμενο κατω προχωρησα βιαστικα προς το περιπτερο. Τραβηξα δυνατα το γυαλινο παραθυρακι και κοιταξα με αγωνια μεσα, θελοντας να εξακριβωσω αυτο που ειχα στο μυαλο μου οσο πιο γρηγορα γινοταν. Μια μεσηλικη κυρια καθοταν και διαβαζε ενα περιοδικο. Γυρισε το κεφαλι της και με κοιταξε τρομαγμενη.
«Θελετε κατι κυριε;» με ρωτησε με ξαφνιασμενη.
«Που ειναι ο γερος;» τη ρωτησα κοφτα.
«Ποιος γερος;»
«Ο γερος που ηταν εδω πριν απο σενα ».
«Εδω δεν υπαρχει κανεις γερος».
«Ασε τα ψοφια και πες μου που ειναι ο γερος» ειπα σε αυστηρο τονο.
«Αφου σου εξηγησα οτι δεν υπαρχει κανεις γερος εδω».
Την κοιταξα καλα. Δεν ηξερα τι να κανω.
«Σε ποιον ανηκει το περιπτερο;» την ξαναρωτησα.
«Το περιπτερο μας ανηκει εδω και τριαντα χρονια. Το εδωσε το κρατος στον πατερα μου που ηταν τραυματιας πολεμου και μετα το βιαιο θανατο του, το κληρονομησα εγω. Ο θεος να τον συγχωρεσει που μου αφησε αυτη την τρυπα και ετσι μπορεσα να ζησω με αξιοπρεπεια αλλιως δεν ξερω τι θα ειχα απογινει» ειπε βγαζοντας ενα αναστεναγμο ανακουφισης και κανοντας το σταυρο της.
«Ποτε πεθανε ο πατερας σου;»
«Πριν απο εφτα χρονια, θεος σχωρεστον» αποκριθηκε κι εκανε παλι το σταυρο της.
«Πως πεθανε;»
«Καποιος τον πυροβολησε ενα βραδυ. Του φυτεψε μια σφαιρα στο μετωπο και μετα εξαφανισθηκε. Παντως δεν επροκειτο για ληστεια ενω ο δολοφονος δεν βρεθηκε ποτε»
Εμεινα να την κοιταζω αναυδος. Μολις βρηκα την ψυχραιμια μου τη ρωτησα.
«Παντρεμενη εισαι;».
«Όχι. Δυστυχως δεν παντρευτηκα ποτε. Εδω σταθηκα ατυχη. Ο μοναδικος αντρας που αγαπησα και με αγαπησε, εβαλε μονος του τελος στη ζωη του λιγο πριν περασουμε τα σκαλοπατια της εκκλησιας» αποκριθηκε με θλιμμενο υφος.
«Για ποιο λογο αυτοκτονησε;»
«Του ειχε δημιουργηθει εντονα η ιδεα οτι τον κυνηγουσε ενας σκυλος - φαντασμα» ειπε χαμηλωνοντας το βλεμμα.
«Μιλας σοβαρα;»
«Μιλω για τον ερωτα της ζωης μου , ειναι δυνατον να μην μιλω σοβαρα;»
«Δεν υπαρχει κανεις αλλος που να μενει μαζι σου;»
«Όχι απολυτως κανεις , ειμαι ολομοναχη σε αυτο τον κοσμο».
Δεν ειχα να πω κατι αλλο. Ετοιμαστηκα να φυγω.
«Κανε υπομονη, ολο και καποιος θα νοιαστει για σενα» της ειπα και γυρισα να φυγω.
.
Δεν μου απαντησε. Προχωρησα προς το αυτοκινητο. Πριν βαλω μπροστα τη μηχανη εριξα μια τελευταια ματια τριγυρω. Δεν υπηρχε κανεις. Ακομα και το σκυλι ειχε γινει αφαντο. Γυρισα τη μιζα. Η μηχανη μουγκρισε δυνατα σαν να ηθελε να αποδειξει με αυτό τον τροπο τη δυναμη της. Πατησα αποτομα τερμα το γκαζι. Το αυτοκινητο ορμησε ασυγκρατητο μπροστα σχιζοντας με μισος τη νυχτα. Λιγο πριν παρω τη στροφη για να βγω στο κεντρικο δρομο, ριχνοντας μια πεταχτη ματια στο αριστερο καθρεφτακι μου φανηκε οτι ειδα ενα μεγαλοσωπο καφε σκυλι να στεκει στη μεση του δρομου. Σαστισα για λιγο αλλα συνεχισα πατωντας το γκαζι με οση δυναμη ειχε το ποδι μου. Το μοναδικο πραγμα που αφησα πισω μου ηταν τα σημαδια του καουτσουκ που εμειναν στο δρομο απο τα λαστιχα του αυτοκινητου.

6 σχόλια:

Madame de la Luna είπε...

Καλά απ' τη σωστή παροιμία, φάνηκε το πράγμα. ;)

Γιατί δύο οδοντογλυφίδες;

Οι νουάρ ιστορίες του Κάππα συνεχίζονται και χαίρομαι πολύ.

Άσε το σκύλο να γαυγίζει και πέσε κοιμήσου ;)

Fegia είπε...

Αν αποφασίσεις να εκδώσεις αυτές τις θαυμάσιες noir ιστορίες σου, προσφέρομαι με μεγάλη χαρά να φιλοτεχνήσω το εξώφυλλο...
Ταξιδιάρικες και δυνατές ιστορίες, που διαβάζονται παρέα με Jack Daniels...

Το μουσικό χαλί, πραγματικό "ιπτάμενο", μια εντυπωσιακή διασκευή του μεγαλύτερου rock κομματιού, των τελευταίων χρόνων.

Νάσαι καλά.

γιωργος καππα είπε...

Μανταμ,καμμια παροιμια δεν εχει βγει τυχαια ,οπως σωστα τονισες.
Για τις οδοντογλυφιδες τωρα υπαρχει η εξης ερμηνεια .Ο πρωταγωνιστης της ιστοριουλας επειδη ψιλιαστηκε οτι κατι περιεργο συμβαινει εκει γυρω και οτι ειχε να αντιμετωπισει καποια αφυσικα φαινομενα και, επειδη τα περιπτερα συνηθως δεν πουλανε σκορδα, αποφασισε να προμηθευτει δυο οδοντογλυφιδες για να σχηματισει ενα προχειρο σταυρο για αποτελεσματικη αντιμετωπιση του φαινομενου.!!!χαχαχαχαχαχ

καλο βραδυ

γιωργος καππα είπε...

Αγαπητε φιλε Fegia,θελω να γνωριζεις οτι η προταση σου αποτελει παρα παρα παρα πολυ μεγαλη τιμη για μενα και σ' ευχαριστω πολυ. Δεν σε γνωριζω προσωπικα ,αλλα απο τα δειγματα που εχεις στο δικο σου μπλογκ εχω καταλαβει πολλα πραγματα για σενα .Αυτο που προτεινες για να ειμαι ειλικρινης δεν το 'χα σκεφθει ποτε γιατι απλα δεν ειμαι συγγραφεας. Οτι γραφω εδω το κανω καθαρα απο χομπυ και τιποτα περισσοτερο.
Σ' ευχαριστω και παλι .

νασαι και συ καλα..

Γεφυριστές είπε...

Γιώργη καλημέρα,
από μια λανθασμένη κίνηση σήμερα που πέρασα να προσθέσω κάτι στο σχόλιό μου το διέγραψα και με συγχωρείς. Θα επιχειρήσω να το ξαναγράψω όπως τι θυμάμαι επειδή η ιστορία σου μου άρεσε πολύ. Εξάλλου είμαι φαν των δημιουργιών σου. Λοιπόν ξεκίναγα κάπως έτσι:

So far, so near
Far west, near east

(κάθε ομοιότητα με τραγούδια ή ομάδες είναι εντελώς συμπτωματική)

αυτό μου έφερε στο νου η ιστορία σου. Κράτησα ιδιαίτερα τα δάκρυα των σκύλων ως το κορυφαίο μεταφυσικό ή υπερφυσικό(;) στοιχείο της ιστορίας αλλά και την ξυραφιά στη ραχοκοκκαλιά που όσο κι αν ακούγεται σκληρή πράξη, μπορεί να είναι και μεταφορική φράση που εμένα μου προκαλεί νοσταλγία για διάφορους και άσχετους με το παρόν λόγους. Άλλωστε έχεις το ταλέντο να εκφράζεις κάτι από εμάς, πάντα.
Χθες που την πρωτοδιάβασα και άφησα το σχόλιο έφυγα με μια διάθεση να σπινιάρω με τα μποτάκια μου, στη βόλτα, έχοντας το νου μου αφενός μην λιώσουν τα καουτσούκ στις σόλες μου και αφετέρου να κοιτάξω προσεκτικότερα τα μάτια των σκύλων –αγαπημένη μου συνήθεια.
Τελικά σπινιάρισα και σε μια απότομη στροφή ήρθα αντιμέτωπη με έναν σκύλο θεόρατο που ήταν ξαπλωμένος δίπλα σε μια ζητιάνα με ένα «δείγμα βρέφους» στην αγκαλιά της. Τότε πρόσεξα ότι μπορεί και ο σκύλος να παράγει δάκρυα. Μέχρι να διαβάσω την ιστορία σου νόμιζα ότι οι σκύλοι έκλαιγαν μόνο με φωνή. Αλλά πράγματι είναι τόσα πολλά που νομίζεις ότι έχουν βραχεί πίνοντας νερό από τις λακκούβες του δρόμου.
Καλή σου μέρα και συγγνώμη για το τεχνικό σφάλμα.

υ.γ. Τα σέβη μου στην μνήμη του Αργύρη εξακολουθούν να ισχύουν.

γιωργος καππα είπε...

Αλεκα πρωτα απ' ολα μη μου μιλας για τεχνικα σφαλματα γιατι απο χθες το βραδυ προσπαθω να μπω στο μπλογκ και δεν μπορω. Τι γαμοσταυριδια εχω ριξει δεν λεγεται. Ειμαι και νευρικος απο δικου μου .Αστα να πανε...
Οταν ομως καταφερα , επιτελους , να μπω αποζημιωθηκα διαβαζοντας το πανεξυπνο σχολιο σου . Η διαθεση μου εφτιαξε αμεσως. Τι σου ειναι ο ανθρωπος.!! Απο τις σταυροπαναγιες στα χαμογελακια..
Νασαι παντως καλα που με εφτιαξες πρωι πρωι...


καλη σου μερα..