14.1.09

Το μυστικό του βόθρου (the end)



Οταν συνηλθα απο την προσβολη που μου ειχαν προκαλεσει οι αστραπες απο το δαχτυλιδι σκεφτηκα οτι ο ανακριτης ειχε χτυπησει την πορτα μου με το ποδι. Δεν μπορουσα να αποδωσω καπου αλλου τον μεταλλικο θορυβο που ακουγοταν στο πλατυσκαλο μου λιγες στιγμες πριν. Αλλωστε ο τυπος ειχε χωμενες τις χειροπεδες στην τσεπη του. Παραδοξως ηταν το πρωτο και μοναδικο πραγμα που σκεφτηκα.

Η επομενη στιγμη δεν υπηρξε μαλλον. Εγω κοιταζα μια τα ματια του ανακριτη και μια τα ποδια του. Ομολογουμενως τα δευτερα ειχαν περισσοτερο βαθος και ανταποκρινονταν διαφορετικα στο βλεμμα μου. Εκεινος κουναγε τις χειροπεδες οπως ο παπας τα στεφανα. Οταν ο κυκλος «κοιταγμα» ολοκληρωθηκε ειπα να τον ακολουθησω με το σωβρακο, λογω ζεστης αλλα μετα σκεφτηκα οτι τα ασημενια βραχιολια θα πληγωναν το ταλαιπωρημενο απο τον ιδρωτα δερμα μου σε περιοχες ευαισθητες. Ειχα δει στις αστυνομικες ταινιες οτι τους συλληφθεντες που δεν προβαλλουν αντισταση τους δενουν τα χερια μπροστα.

Ντυμενος, μπαϊλντισμενος και δεμενος ακολουθησα τον ανακριτη που με οδηγουσε προς τα δεξια, τοιχο, τοιχο σε ολο το μηκος του διαδρομου και του κλιμακοστασιου, ωστε να μην πατησω κατι που φωσφοριζε στο πατωμα απο την αλλη πλευρα. Οταν βγηκαμε εξω ειδα οτι το φωσφοριζον σκηνικο συνεχιζοταν κι εξω στο δρομο μεχρι το αυτοκινητο του.

Μπηκαμε μεσα εβαλε μπροστα και λιγο πριν ξεκινησει μας πλευρισε το περιπολικο.
-Καλοριζικη Καππα η λιμουζινα, μου ειπε ο οδηγος
-Καππα απο την αλλη μερια ειναι το τιμονι, αντιγυρισε ο συνοδηγος
«Κωλοπαιδα», σκεφτηκα, «με δουλευετε κι απο πανω!»
-Μην δινεις σημασια, δηλωσε με στομφο ο ανακριτης.

Οταν φτασαμε στο δικαστικο μεγαρο, παρκαρισε απομερα, αν και λογω νυχτας ολες οι θεσεις ηταν κενες. Φαινεται δεν ηθελαν να τον δουν ετσι σκατωμενο και ξυπολυτο. Καθισαμε απεναντι, αναψε το λαμπατερ και το εστρεψε στο προσωπο μου με προφανη σκοπο να με ανακρινει.

-Κυριε Ανακριτη, του ειπα, απο ποτε κανεις και τη δουλεια των μπατσων;
-Απο τοτε που την ξεχασανε εκεινοι, τους ειδες αλλωστε οτι δεν ειχαν καμια διαθεση, μου απαντησε, και με τον ιδιο ταχυδακτυλουργικο τροπο που εβγαλε τις χειροπεδες τραβηξε ενα κιταπι και ενα στυλο απο την τσεπη της λεπτης καλοκαιρινης καπαρντινας του.
-Καππα, οπως δεν σου ειπα, σου εχω απαγγειλει κατηγορια για δυο φονους.
«Σκουρα τα πραγματα» σκεφτηκα, «ο τυπος εχει σαλταρει εντελως και δεν βρηκε που αλλου να ξεσπασει. Ειδες τι γινεται οταν σφιγγουν οι ζεστες; Σφιγγουν οι κωλοι Καππα…»

Κοιτωντας τον στα ματια, προσπαθουσα να συγκρατησω τη διαθεση μου να ξερασω αφου η μποχα απο τα ποδια του ειχε ανακατευτει με τη ζεστη και τη σκονη στο γραφειο δημιουργωντας μια πνιγηρη ατμοσφαιρα.
-Κυριε Ανακριτη, του απαντησα, αν και δεν ξερω σε τι πραγμα αναφερεσαι και περιμενω να το ακουσω, ηθελα να σου πω οτι με αυτη τη ζεστη σου κανει κακο η καπαρντινα.
-Ασε τις νουθεσιες Καππα, δεν θα μου ξεφυγεις. Κατηγορεισαι για τη δολοφονια δυο ανθρωπων φιλε και πιο συγκεκριμενα για την εκρηξη στο βοθρο του δασκαλου.
-Μα τις λες Ανακριτη; Σοβαρολογεις τωρα; Ο δασκαλος εμαθα οτι προχτες το απογευμα πηγε να κοιταξει τη σταθμη του βοθρου του και ασχετος οπως ηταν αναψε τον αναπτηρα του. Αλλωστε ο Προκοπης φημιζοταν για δυο πραγματα: για τα κερατα του και την βλακεια του.
Μολις ξεστομισα τα παραπανω ενιωσα κατι να φουντωνει μεσα μου. Πανικος με κατεκλυσε οταν θυμηθηκα πως λιγες ωρες πριν το ατυχημα και ενω λιγες ώρες πριν ειχα φυγει απο το σπιτι του δασκαλου εχοντας περασει ονειρικες σκηνες στο κρεβατι του με την αχορταγη κυρα δασκαλα (θεος σχωρεστην), εκεινος με ειχε επισκεφθει. Το εκανε μια δυο φορες την εβδομαδα. Του αρεσε να του λεω ιστοριες απο τα νιατα μου, οταν ζουσα στο εξωτερικο. Καποια στιγμη μου ειπε οτι εχει την αισθηση οτι η γυναικα του τον απατα και με χερι τρεμαμενο μου ζητησε φωτια. Προσπαθωντας να του αναψω το τσιγαρο εκεινος ετρεμε ολο και περισσοτερο. Στο τελος αναψε μονος του. Απο κεινη τη στιγμη ειχα χασει τον συλλεκτικο zippo μου που ειχε χαραγμενο επανω του εναν american eagle.

Θολωμενος, κοιταζα τον Ανακριτη ετοιμος να αμυνθω σε καθε του κουβεντα. Εκεινος με ζυγιζε σαν αρπακτικο το θηραμα του.
-Καππα την εκρηξη στο βοθρο την προκαλεσες εσυ.
-Αστειευεσαι Ανακριτη, του απαντησα ενω ο ιδρωτας ηδη ειχε αρχισει να κατρακυλαει στην πλατη μου.
-Καππα, η φωτια που υποτιθεται οτι αναψε ο Προκοπης για να ελεγξει τα τοιχωματα του βοθρου, εχει μπει με τον δικο σου αναπτηρα. Βρεθηκε στον τοπο του εγκληματος. Περασες τον πεταξες μεσα και εγινες Λουης.
-Ε καλα τωρα Ανακριτη, την προηγουμενη μερα ο δασκαλος ειχε ερθει σπιτι μου και κατα λαθος πηρε και τον αναπτηρα μαζι του, του ειπα με αρκετα επιθετικο τροπο για να μην μου παρει και τον αερα.
-Και τα περιτωματα;
-Ποια σκατα, ανακριτη;
-Τα σκατα που οδηγουσαν στο σπιτι σου. Δεν ειδες τη χρυσοσκονη εξω απο το διαμερισμα σου; Βηματα με ανθρωπινα περιττωματα ηταν που ξεκινουσαν απο το βοθρο του Προκοπη και κατεληγαν στο σπιτι σου, μου απαντησε ο Ανακριτης αιφνιαδιαζοντας με προς στιγμην.
-Και παλι δεν ξερω για ποιο πραγμα μιλας ανακριτη. Εγω ουτε πηγα ουτε ηρθα στο σπιτι του δασκαλου. Πολλες ωρες πριν το ατυχημα και μεχρι σημερα.
-Ενω μεχρι τοτε πηγαινες συχνα ε; με ξαναρωτησε αυτη τη φορα με ειρωνικο στυλακι.
-Ναι πηγαινα συχνα.
-Κανει καλο κρεβατι η δασκαλα;
-Γιατι με ρωτας δεν το ξερεις; Και συ περναγες απο κει απο ο,τι εχω καταλαβει.
-Περνουσα κι εγω Καππα. Και τη μερα που ο μαλακας ο Προκοπης αναψε τον αναπτηρα εγω ρουφαγα τους χυμους της δασκαλας. Γι΄ αυτο κατηγορεισαι αλλωστε. Γιατι με σκοτωσες Καππα.

Η αποκαλυψη αυτη με εκανε να χασω τον κοσμο γυρω μου. Θες η ζεστη, θες η αποκαλυψη αυτη, ενιωσα τον κοσμο να γυριζει και χωρις να το καταλαβω βρεθηκα ξαπλα.
-Γιωργο, τι επαθες μωρο μου;
Η φωνη ερχοταν απο κοντα, μαζι με το Chanel no5 που ειχε κατακλυσει την ατμοσφαιρα. Κρατησα λιγο ακομη τα ματια μου κλειστα κανοντας μια ανασκοπηση του συμβαντος. Ο Προκοπης τα ειχε καταφερει για πρωτη και για τελευταια φορα στη ζωη του. Καταφερε να ανατιναξει το βοθρο και το σπιτι του, παρασερνοντας στο θανατο και τον ανιαρο εραστη της κυρας του. Εκεινη φανηκε τυχερη λογω θεσης. Εκσφενδονιστηκε απο το παραθυρο και βρεθηκε καθιστη με το σατεν νεγκλιζε της στην αμμο της απεναντι οικοδομης.

Οταν ανοιξα τα ματια μου πανικοβλητος συνειδητοποιησα οτι η ωρα ειχε περασει και η Ριτσα ηταν νηστικια. Ντυθηκα βιαστικα, φιλησα την κυρα δασκαλα και βγηκα στο δρομο. Ολα κυλουσαν ρολοι. Ολα εκτος απο ενα. Εκεινο το δαχτυλιδι του ΝΒΑ που το κρατουσα δεμενο στα κλειδια μου απο τοτε που εγκατελειψα τη Νεα Υορκη εχει γινει αφαντο απο κεινη τη μερα. Ετσι και μαθω οτι και σε αυτο εχει βαλει το χερι της η Ριτσα αλιμονο της…

5.1.09

Το μυστικό του βόθρου (the beginning)



Ματαια παρακαλουσα εκεινο το μουντο πρωινο, σχεδον γονυπετης, το θεο της βροχης Αρβαχαρ, να σταματησει να μου τα ζαλιζει με την ατελειωτη βροχοπτωση του. Περιμενα να κοπασει καποια στιγμη, για να βγω εξω να κανω κατι δουλειες που ειχαν μεινει πισω. Αφου ειδα και αποειδα οτι τιποτα δεν γινεται, εφτιαξα ενα γαλλικο καφε με αρωμα Κολομβιας και καθισα στην κουνιστη καλαμενια πολυθρονα διπλα στο παραθυρο κοιταζοντας το δρομο που περναει μπροστα απο το τσαρδι μου. Τις κουρτινες τις ειχα κατεβασει για πλυσιμο οποτε δεν χρειαστηκε να τις τραβηξω για να βλεπω εξω. Ολα καλα μεχρι εδω. Το μεγαλο λαθος ειναι αυτο που εκανα απο εδω και περα. Ποτε δεν φανταζομουν την εξελιξη που θα ειχε η αποφαση που πηρα πινοντας το καφεδακι μου. Ελλειψει σοβαρης απασχολησης του κατω κεφαλιου, συνηθως αναλαμβανει δραση το πανω. Αλλα ετσι ειναι η ζωη. Σε παει εκει που θελει αυτη. Ο,τι και να κανεις, ο,τι και να μη κανεις, αυτη ειναι τετοια κουφαλα που σε τραβαει απ’ οπου βρει γιατι ετσι γουσταρει. Ναι, ετσι απλα, γιατι ετσι γουσταρει.

Εκατσα το λοιπον και κοιτουσα εξω το δρομο, αδιαφορα θα ελεγα. Αναψα το τσιγαρο μου και ρουφωντας απολαυστικα τον γευστικο καφε παρατηρουσα τα δακρυα που κυλουσαν ακαταπαυστα στα γυαλινα μαγουλα των παραθυρων. Δεν ειχα τι αλλο να κανω κι ετσι αποφασισα να τακτοποιησω μερικες σκεψεις που ειχαν μεινει ακομα σκορπιες στο μυαλο μου. Για να γινω πιο συγκεκριμενος και περισσοτερο κατανοητος σε σας που με διαβαζετε, οι συγκεριμενες σκεψεις αφορουν ενα και μοναδικο γεγονος που θα προσπαθησω να σας το εξιστορησω παρακατω. Ενα γεγονος που αν και εχουν περασει καμποσοι μηνες βασανιζει ακομα το ηδη κουρασμενο, απο τις καθημερινες εγνοιες, μυαλο μου. Αν και το συγκεκριμενο συμβαν ειχε ηδη παρει το δρομο για το αρχειο των διαλευκασμενων υποθεσεων της τοπικης αστυνομικης διευθυνσης, δεν επαψε να με απασχολει παρ’ ολες τις προσπαθειες να το αποφυγω. Κατι δεν μου αρεσε στην ολη υποθεση. Ενοιωθα πως καποιο κενο υπηρχε, που δεν το ειχε αντιληφθει κανεις απο ολους αυτους που ειχαν ασχοληθει.

Εδω θελω να σημειωσω οτι ενιοτε, κυριως σε φαση γενικης χαλαρωσης όταν δηλαδη δεν με ταλανιζει κατι σοβαρο, χρησιμοποιω ορισμενες τεχνικες που μου εστειλε ενας σοφος φιλος απο ενα ημιορεινο μικρο χωριο-121 κατοικοι συγκεκριμενα- της μακρινης Μπρογκανιας, για να διατηρω το μυαλο μου σε καποια μορφη αντιπηκτικης καταστασης, ας πουμε. Στην επιστολη του εκτος απο τις οδηγιες υποστηριζει οτι αυτες οι τεχνικες αποτελουν το καλυτερο φαρμακο για ενδεχομενη μελοντικη γεροντικη ανοια. Ετσι μου ειπε τελος παντων ο φιλος αποστολεας και δεν ειχα κανενα λογο να μην τον πιστεψω. Μεγαλο ρολο φυσικα επαιξε και η παρεμβαση του θειου Καρτεσιου με το «σκεφτομαι αρα υπαρχω».

Μ΄ αυτα και μ΄ αυτα το ’ριξα στην τακτοποιηση των αδεσποτων αλλα επι συγκεκριμενου αντικειμενου προβληματισμων μου. Εχω διαπιστωσει οτι οταν σκεφτεσαι, πολλες φορες προβληματιζεσαι με τις ιδιες τις σκεψεις σου. Εγω αυτο το αποφευγω γιατι αν ειναι να χαλασω τη διαθεση μου να τη χεσω αυτη τη διαδικασια. Ετσι προτιμω αναλαφρες, γενικα, σκεψεις που μου δημιουργουν μια καλη διαθεση. Κι οταν λεω καλη διαθεση, εννοω μετα το τελος της διαδικασιας να ειμαι χαλαρος και ορεξατος. Να ειμαι δηλαδη ετοιμος για ολα. Ποτε δεν ξερεις τι θα σου συμβει την επομενη στιγμη. Μπορει να ακουσεις καποιο χτυπημα στην πορτα, κι οταν την ανοιξεις να βρεθει μπροστα σου η κοπελα με τον Οδηγητη ή ακομα και καμμια γιαχωβου. Αν τωρα εισαι κουρασμενος ή ακομα χειροτερα ζαλισμενος με δυσνοητες σκεψεις που εκανες προηγουμενως, εχεις πιει την πορτοκαλαδα και χτυπας το κεφαλι σου στον τοιχο για τη σχεδον σιγουρη αποτυχια μιας επικειμενης ερωτικης κατακτησης – καταστασης. Ετσι δημιουργουνται τα ψυχολογικα προβληματα και αντε μετα να τα ξεπερασεις. Μπερδευεσαι με τρελογιατρους, ψυχολογους, παπαδες, μελλοντολογους, παπατζηδες, μεντιουμ, χαρτοριχτρες, καφετζουδες και ολους αυτους τους παλαβιαρηδες, και αφου στα κανουνε ουμπαλα το αποτελεσμα ειναι ενα μελαγχολικο μηδενικο οβαλ σχηματος, για να μη πω κατω απ’ το μηδεν. Γι αυτο ειμαι πολυ προσεχτικος σε αυτα τα ευαισθητα για την ψυχικη υγεια μου θεματα.

Εκεινο ομως το πρωινο δεν ξερω τι ακριβως συνεβηκε και παραβιασα ολους τους κανονες που εγω ο ιδιος εχω θεσει για τον εαυτο μου να ακολουθω με θρησκευτικη ευλαβεια σε αυτες τις καταστασεις. Την πατησα σαν αγραμματος, που λενε. Ενω αφησα ομορφα και χαλαρα τις αναλαφρες, σαν νιφαδες πρωινου χιονιου, σκεψεις να μου χαιδευουν τρυφερα τον ζωτικης σημασιας εγκεφαλικο φλοιο μου, καπου χωρις να το παρω πρεφα αρχισα να περιφερομαι σε δυσβατα και μη ευκολως προσβασιμα μονοπατια, ακροβολισμενα διπλα σε κατι αχανεις πνευματικους γκρεμνους , που σου προκαλουν ιλιγγο και μονο αν τολμησεις εστω και δειλα να βρεις τον πατο τους με το βλεμμα. Αφου περασα ολο σχεδον αυτο το πρωινο μεσα σε αυτο το μαρτυριο, στο τελος ενοιωθα τοσο εξασθενημενος που αναγκαστηκα να καταναλωσω εναμισι πιατο μεσαιου μεγεθους πικαντικο ριζοτο για να επανελθω σε καποια ανεκτη κατασταση. Και μη μου πει κανεις οτι το εναμισι πιατο μεσαιου μεγεθους πικαντικο ριζοτο δεν ειναι το καλυτερο γιατροσοφι μετα απο καποια απροβλεπτη εγκεφαλικη εξασθενιση. Σας το προτεινω ανεπιφυλακτα γιατι το ’χω δοκιμασει πολλες φορες. Κατα συνεπεια οταν θελετε να ασχοληθειτε με εγκεφαλικες δουλειες καταναλωστε πρωτα εναμιση πιατο μεσαιου μεγεθους πικαντικο ριζοτο για καθε ενδεχομενο, και μετα προχωρηστε αφοβα. Για ακομα δε καλυτερα αποτελεσματα μετα το ριζοτο μπορειτε ανετα να ολοκληρωσετε την επανακαμψη του εγκεφαλου σας με δυο φρεσκοψημενα αφρατα γαλακτομπουρεκα.

Καπου εδω αισθανομαι εντονα την αναγκη να σας υπενθυμισω, για να μη ξεχνιομαστε, οτι ολα αυτα δημιουργηθηκαν με αφορμη ενα γεγονος που με αναγκασε, βιαιως θα ελεγα, να χασω ακομα και τον βραδινο υπνο μου. Ειναι περιεργο -αυτο παρακαλω σημειωστε το- αλλα στην καθημερινη μεσημεριανη μου σιεστα δεν αντιμετωπιζω αυτο το προβλημα. Νομιζω οτι αρκετα σας κουρασα με τις φλυαριες μου και ζητω συγνωμη. Ας μπουμε χωρις αλλες περιστροφες στο ψητο. Αυτο δηλαδη που με αναγκασε να κολυμπησω χωρις σωσιβιο με αμεσο τον κινδυνο εγκεφαλικου πνιγμου προακαλωντας μου νυχτερινους απροσκλητους επισκεπτες , γνωστους ως εφιαλτες.

Το καλοκαιρι του σωτηριου ετους 2008 ηταν το πιο ζεστο απο ολα τα προηγουμενα των τελευταιων χρονων. Αυτο το θυμαμαι παρα πολυ καλα γιατι οι θερμες κλιματικες καταστασεις με κανουν και υποφερω πολυ. Ενα αυγουστιατικο βραδυ με το θερμομετρο να εχει φτασει στα υψη, ειχα βρει καταφυγιο στη βεραντα της πολυκατοικιας που κατοικοεδρευω τα τελευταια τρια χρονια. Ηλπιζα οτι εκει καποιο περαστικο απο τη περιοχη μας αερακι, θα μου εκανε τη χαρη να δροσισει λιγο το σμπαραλιασμενο απο τη ζεστη σωμα μου. Ματαια, ειπαμε ομως η ελπιδα πεθαινει τελευταια. Παρακολουθουσα με εκδηλη αγωνια τις λεπτες κορφες των δενδρων που πλαισιωνουν κατα μηκος το δρομο μπροστα και κατω απο το μπαλκονι μου. Για κακη μου τυχη παρεμεναν ακινητες. Σκεφτηκα να κατεβασω μερικα καντηλια ή ακομα και να θυσιασω το κατοικιδιο μου -τη μαιμου, γνωστη ως Ριτσα- στο βωμο καποιας απο τις γνωστες θεοτητες που κυκλοφορουν ευρεως, μηπως με λυπηθει και μου κανει το χατιρι, αλλα απο την εξαντληση που ειχα ουτε και αυτο ημουν ικανος να κανω. Γυρω στις εννεα –εικοσι οχτω λεπτα ακριβως πριν πιω το μελωμενο τσαι μου- και ενω βρισκομουν σε αυτη την απελπιστικη κατασταση, που δεν την ευχομαι ουτε στον χειροτερο εχθρο μου, ακουσα πεντε δυνατα χτυπηματα στη εξωπορτα του διαμερισματος. Μαλιστα σε καποιο απο αυτα διεκρινα και ενα μεταλλικο ηχο, σημαδι οτι αυτος που χτυπουσε φορουσε δακτυλιδι ή κρατουσε καποιο μεταλλικο αντικειμενο. Αν θα ελεγα πως δεν ανησυχησα θα ηταν ψεμα. Εξ’ αλλου δεν περιμενα κανεναν αυτη τη ωρα. Αφαιρεσα προσεκτικα τις παντοφλες απο τα ποδια μου ελαχιστοποιωντας τις πιθανοτητες θορυβου και με τις ακρες των δακτυλων πλησιασα την πορτα βαζοντας το δεξι ματι στο μικρο φινιστρινι για να δω ποιος ηταν απ’ εξω.

Το προσωπο που αντικρισα αν και μου ηταν γνωστο μου προκαλεσε τεραστια εκπληξη. Το στομα μου ανοιξε τοσο πολυ που η κατω σιαγονα καπου μαγκωσε και χρειαστηκε να χρησιμοποιησω το γυμνασμενο απο τα βαρη της ζωης χερι μου για να την ξανακλεισω. Ηταν ο τελευταιος ανθρωπος που περιμενα να αντικρισω. Αμφισβητωντας εντονα το ειδωλο που ειχε δημιουργησει το ματι μου, πηγα γρηγορα στη κουζινα φερνοντας μαζι μου ενα κομματι βρεγμενο χαρτι και καθαρισα το τζαμακι. Ξανακοιταξα, με το αλλο ματι αυτη τη φορα, και ημουν πλεον βεβαιος πως ηταν αυτος. Ακριβως τοτε επαναληφθηκαν πεντε χτυπηματα. Σε ενα απο αυτα και παλι ξεχωρισα το γνωστο μεταλλικο ηχο. Δεν ημουν ομως σιγουρος αν ηταν το δευτερο η το τεταρτο. Παιρνω ορκο ομως οτι ηχησαν δεκα φορες πιο δυνατα απο την προηγουμενη. Προσπαθησα να παρω μια βαθια ανασα αλλα εκεινη τη στιγμη αρχισε ενα τρομακτικος καταιγισμος χτυπηματων, ετσι ωστε η πιεση που ασκουσαν στη πορτα γινοταν πλεον ορατη και με γυμνο ματι (εννοω χωρις ματογυαλια) .. Με λιγα λογια η πορτα κοντευε να ξηλωθει απο τα κασελικια. Δεν ειχα αλλη επιλογη. Την ανοιξα εστω και διστακτικα.

-Καλησπερα κυριε ανακριτη, ειπα με σφιγμενη φωνη.
-Καλησπερα Καππα, απαντησε ο αντρας, με φωνη που δεν φανερωνε φιλικοτητα σε καμια περιπτωση.
-Ποιος καλος ανεμος σε φερνει; ρωτησα προσπαθωντας να δειξω οσο πιο ψυχραιμος γινοταν.
-Φορεσε κατι προχειρο και ελα μαζι μου, συλλαμβανεσαι, οτι πεις θα χρησιμοποιηθει εναντιον σου, ειπε και εβγαλε με ταχυδακτυλουργικη κινηση, που εδειχνε ποσο οικειος ηταν με αυτη, τα ασημενια βραχιολια γνωστα και ως χειροπεδες.

Εμεινα κοκκαλο. Η εικονα ομως που εμεινε ανεξιτηλη στο μυαλο μου απο εκεινη τη σκηνη , ηταν το τεραστιο αστραφτερο δακτυλιδι, τυπου NBA, που ματαια προσπαθουσε να κοσμησει το μεσαιο τριχωτο δακτυλο του ενος απο τα ξυπολυτα και γεματα απο ανθρωπινα περιττωματα ποδια του.

Συνεχιζεται......