27.7.09

Νυχτερινό ερωτικό σονέτο XΧLIII

Φωτο: Ενας νυχτερινος περιπατος


Αποψε ειναι μια νυχτα που ο ανθρωπος μπορει να κανει τα παντα. Εσμιξε απο νωρις το φεγγαρι με τον ουρανο και ηρθε αντιμετωπο με την νυστα του ηλιου. Πηρε απο τη σπιρταδα του, κι οπως ειναι ολογιομο ρουφηξε οση περισσοτερη μπορουσε. Ειναι μια νυχτα αποψε περιεργη. Του εγκληματος νυχτα. Τροφοδοτης των παθων και των πιο μυχιων ποθων. Σερνει γαϊτανακι το κορμι τουτο το φεγγαρι.

Σκεφτηκα πως μια νυχτα σαν κι αυτη φυτρωσαν τ΄ Ανθη του κακου να στρωσουν μαλακα το κρεβατακι του νεογεννητου Εντγκαρ.

Αποψε ειναι μια νυχτα που ολοι μας μπορουμε να τα κανουμε ολα. Μια νυχτα ξεχωριστη απο κεινες που κλεινουν με κερι το στομα να μην προδωσει στην μερα τις ομορφιες της. Αποψε ειναι η νυχτα που μπορεις να παρεις το δρομο εκεινον που δεν εχει επιστροφη παρα μονο μια αλλη νυχτα. Αποψε να αγαπησεις και να αγαπηθεις και τα δαχτυλα των ποδιων σου να αφηνουν σημαδια στα βοτσαλα. Αποψε μπορεις να χασεις και να χαθεις και τα χερια σου να πονανε ο,τι σκληρο σου βαλανε μπροστα για να σε κρατησουν.

Ειναι μια νυχτα που μπορεις να παρεις πισω οσα αφησες να σου παρουν. Εγκλημα; Ναι εγκλημα. Υπαρχει κατι καλυτερο απο αυτο που η κοινωνια ονομασε εγκλημα. Οχι, οχι εκεινο που προσδιορισαν οι δικαστες. Το αλλο που κρυψανε κατω απο τα στρωματα κι εγινε ενα με το σομιε του ξεχαρβαλωμενου κρεβατιου της κοινωνιας. Αλλωστε οι δικαστες δεν ζουν τη νυχτα. Ισως γιαυτο να κακοδικαζουν κιολας. Αλλα και οι αλλοι, αυτοι που μας περιτριγυριζουν, δικαζουν τη νυχτα με ορους ημερας. Τι τραγωδια αληθεια! Τραγωδια να δικαζεις μια τοση ομορφη νυχτα που η παρανομια σηκωνει το κεφαλι της και σε κοιτα στα ματια υποσχομενη να κρατησει στο σκοταδι της, τις αγαπες.

Μια τετοια νυχτα θελω να ακουμπησω διπλα σου. Αποψε ομως ειμαι κοντα σου. Κι εσυ κοντα μου εισαι το νιώθω. Γι αυτο διαλεξαμε να μεινουμε μονοι. Για να σχεδιασουμε την επομενη. Δεν θα αργησει να ερθει. Ο Ποε γιορταζει. Κανει τα γενεθλια του καθε με φεγγαρι. Την αλλη φορα θελω να διαβαζεις φωναχτα τις ιστοριες του. Να σε ακουω. Ξερεις η φωνη σου ειναι νυχτα. Επειδη υποσχεται.

22.7.09

Μια απρόοπτη στάση


Εκεινο το ζεστο βραδυ του Οχτωβρη βαδιζα επι της οδου Αθηνας με προορισμο την Πλακα οπου με περιμεναν μερικοι φιλοι να σκοτωσουμε την ωρα μας, πινοντας κανα ποτο. Συνηθως περπαταω σκυφτος – δεν ξερω γιατι – διχως να δινω σημασια τι γινεται γυρω μου. Εκεινο το βραδυ βαδιζα ακριβως ετσι. Θα 'μουν περιπου στη μεση της Αθηνας, οταν μεσα απο καποιο στενο, κι απ΄τα δεξια μου, πεταχτηκε σαν βολιδα ενας τυπος κατα πανω μου. Τραβηχτηκα απο ενστικτο προς τα πισω και πλαγια αριστερα νομιζοντας, για μια στιγμη, οτι ειχε σκοπο να με μαχαιρωσει. Κοιταζοντάς τον καλυτερα διαπιστωσα, ανακουφισμενος, οτι δεν κρατουσε τιποτα. Αντιθετα ηταν μουσκεμα στον ιδρωτα. Το λευκο του πουκαμισο ηταν κολλημενο στο κορμι του σαν να ειχε κανει μπανιο πριν απο λιγη ωρα με τα ρουχα. Φαινοταν φοβισμενος και κοιταζε με γρηγορες κοφτες ματιες δεξια-αριστερα σαν να προσπαθουσε να βεβαιωθει οτι δεν τον εβλεπε κανεις. Εγω αφου συνηλθα απο την ξαφνικη επισκεψη του, υπολογιζοντας τον , ηρεμησα αφου τον εκοψα οτι ηταν του χεριου μου.
.
Ηταν ενας πολυ κοντος, κακεχτικος, μελαχροινος αντρας. Το προσωπο του ηταν μικρο και στρογγυλο σαν ενα μεγαλο πορτοκαλι. Αυτο που μου εκανε ιδιαιτερη εντυπωση ηταν οτι, τα επισης στρογγυλα, μικρα ματια του ηταν σχεδον κολλημενα το ενα με το αλλο. Τα μαλλια του ηταν περασμενα με τοσο λαδι που μερικες στογονες επεφταν στα αυτια του και μετα γλυστρωντας κατεληγαν στις πλακες του πεζοδρομιου. Ειχε ενα στομα ολοστρογγυλο και μικρο που το πλαισιωνε ενα μικρο μαυρο μουστακι τυπου Ζορο. Απο το ανοιχτο στο πανω μερος πουκαμισο ξεπεταγονταν ατιθασες μαυρες κατσαρες σκληρες τριχες που εφταναν μεχρι σχεδον την καρωτιδα του. Καποια στιγμη σταματησε να κοιταζει δεξια-αριστερα και αφου με πλησιασε περισσοτερο χωρις να με κοιταζει με ρωτησε:
«Ει φιλε , θελεις να γαμησεις;»
«Εσενα;» τον ρωτησα.
«Οχι εμενα, για κοριτσια μιλαω».
«Τι σου ειναι;»
«Τι θελεις να μου ειναι;».
«Ξερω γω..»
«Μηπως εισαι πουστης ;»
«Δεν νομιζω..»
«Δεν νομίζεις η δεν είσαι;»
«Μ’ αρεσουν τα κοριτσια..»
«Ελα τοτε, τι περιμενεις; Εχω τα ωραιοτερα κορίτσια στη πιατσα».
«Σιγουρα δεν εχουνε ερπη;»
«Για τι με περασες; Την δουλεια μου την ξερω καλα. Ολες τσεκαρισμενες».
«Καλα, παμε τοτε..που ειναι;»
«Ακολουθα με».

Ο τυπος αφου εριξε μια βιαστικη ματια γυρω εβαλε τα χερια στις τσεπες του και προχωρησε βιαστικα στο στενο δρομακι. Ακολουθησα ξοπισω του. Μου εκανε εντυπωση το βαδισμα του. Ειχε ενα περιεργο βαδισμα. Σε καθε δευτερο βημα τεντωνε το δεξι του ποδι προς τα πισω και το τιναζε με αποτομες και κοντες κινησεις. Σαν να ηθελε να τιναξει κατι που ειχε κολλησει στο παπουτσι του. Καθως τον ακολουθουσα παρα ποδας εριχνα και μια ματια τριγυρω να δω που βρισκομαι. Με κατι τετοιους τυπους πρεπει ναχεις το νου σου να μη σου τη φερουν. Στηριζομουν στην αρχικη μου εκτιμηση οτι ηταν του χεριού μου αλλα δεν ειναι κακο να κρατας σε εγρηγορση τα αντανακλαστικα σου σε τετοιες καταστασεις.
.
Αφου περπατησαμε καμποσο περνωντας μεσα απο σκοτεινα στενα δρομακια γεματα σκουπίδια και μια ανυποφορη βρωμα, τον ρωτησα αν εχει και αλλο δρομο ακομα γιατι αρχισα να βαριεμαι .
« Μην ανησυχεις, σε μερικα λεπτα θα γαμησεις».
«Ωραια, γιατι αν ο δρομος είναι αλλο τοσος θα χρειαστω κρεβατι για να κοιμηθω απο την κουραση δικε μου». Καπου σκονταψα αλλα δεν εδωσα σημασια. Σε μερικα μετρα ο τυπος σταματησε, κοιταξε πισω του και αφου βεβαιωθηκε για κατι χτυπησε μια ξιλινη, σκουρα πρασινη, παλια πορτα. Χτυπησε τρεις φορες μετα δυο και μετα μια. Μετα παλι μια μετα δυο και μετα τρεις. Περιμενε για λιγο και μετα χτυπησε αλλες τεσσερεις φορες.
«Δικε μου, αν ειναι να χτυπας την πορτα ολη νυχτα πες το να φυγω. Τι μαλακιες ειναι αυτες;» του ειπα με αγανακτηση.
«Σταματα ρε φίλε, μη μιλας, μπερδευτηκα τωρα…γαμω την πουτανα μου!» ειπε τσαντισμενος. «Αντε να ξαναβρω παλι τη σωστη σειρα…εισαι μαλακας; Μη με ξαναδιακοψεις», το μη τιμητικο επίθετο το ειπε βγαζοντας μια υστερικη σχεδον κραυγη.
«Ακου αρχιδι, αν με ξαναπεις ετσι θα σου σπασω τη μυτη. Ξερω καλο καρατε..» του απαντησα προτείνοντας μπροστα στη μουρη του την τεντωμενη παλαμη του δεξιου χεριου μου.
.
Ο τύπος με αγνοησε επιδεικτικα, εξυσε το πισω μερος του κεφαλιου του, κατι μετρησε με τα δακτυλα του και αρχισε παλι να χτυπαει τη πορτα. Ειχε συγκεντρωσει τοσο πολυ την προσοχη του στη προσπαθεια που εκανε να μη ξαναξεχασει τα κωδικοποιημενα χτυπηματα, ωστε δεν πηρε ειδηση το παραθυρο που ανοιξε πισω μας απο ενα διαμερισμα που βρισκοταν στο δευτερο οροφο ενος παλιου κτιριου. Μια ανθρωπινη σκια εκανε την εμφανιση της στο σκοτεινο δωματιο και πλησιασε τοσο κοντα στο παραθυρο που για μια στιγμη νομισα πως θα επεφτε απο κατω. Το περιγραμμά του φανερωνε πως επροκειτο για εναν ευσωμο αντρα. Την επομενη στιγμη ειδα ενα πιδακα υγρου να πεταγεται απο μπροστα και χαμηλα του. Ο τυπος κατουρουσε απο το διαμερισμα του εξω στο δρομο. Λιγα εκατοστα ακομα και θα μας πετυχαινε στο κεφαλι. Δεν ειχα καμμια ορεξη για τετοιου ειδους ντους γι’ αυτο αντεδρασα .
«Ε, φιλε κανε πιο πισω γιατι αυτος εκει πανω θα μας κατουρησει» ειπα πιανοντάς απο τον ωμο τον αλλο.
«Τον ξερω αυτο τον μαλακα. Του εχω πει χιλιες φορες να μην το κανει αυτο μπροστα σε πελατες. Χαλαει την εικονα του μαγαζιου. Εχω χασει πολλα λεφτα εξ’ αιτιας του» απαντησε φανερα αγανακτισμενος.
«Κατι θα πρεπει να κανεις με αυτο, μολυνει τον χωρο» του ειπα.
«Δεν εχεις αδικο αλλα, οπως μου εχει πει, αντιμετωπίζει προβλημα με τον προστατη του. Δεν προλαβαινει να κατεβει στο κατω πατωμα που ειναι ο καμπινες, διαλεγοντας τον πιο γρηγορο δρομο για να κατουρησει. Και το παραθυρο ειναι ο πιο συντομος δρομος που οδηγει στην ανακουφισή του».
Η ογκωδης σκια σταματησε να κατουραει, τιναξε δυνατα μερικες φορες το πουλι του, το εχωσε στο σωβρακο, κοιταξε ψηλα το νυχτερινο ηρεμο ουρανο, εκανε το σταυρο του δυο φορες με το δεξι του χερι, εκλεισε τα παραθυροφυλλα, τραβηξε τις κουρτινες και εξαφανιστηκε. Σηκωσα αδιαφορα τους ωμους μου και τα επομενα δευτερολεπτα τον ειχα ξεχασει εντελως.

Ο δικος μου χτυπουσε ακομα την πορτα, κωδικοποιωντας με διαφορετικο τροπο καθε φορα τα χτυπηματά του. Δοκιμαζε τοσους συνδυασμους που ηταν φανερο οτι ειχε χασει τον λογαριασμο. Η πορτα παρεμενε ερμητικα κλειστη.
«Ρε φιλε , μηπως εκανες λαθος πορτα; Με τοσο θορυβο και κουφος θα ανοιγε» του ειπα.
«Λες μαλακιες» μου απαντησε νευρικα τιναζοντας το δεξι του ποδι για λιγο προς τα πισω.
Ακολουθησε σιωπη για μερικα λεπτα.
«Πως σε λενε ;» τον ρωτησα, ετσι για να πουμε κατι.
«Γιακουμη ..εσενα;»
«Τζωρτζη…».
«Πουστικο ονομα εχεις…χωρις παρεξηγηση».
«Τον παπου μου λεγανε ετσι και δεν ηταν πουστης..»
«Ειπα, χωρις παρεξηγηση…»
«Δεν παρεξηγησα, απλα σου εξηγησα την πηγη του ονοματος μου».
«Και τι δουλεια κανεις Τζωρτζη ;» με ρωτησε συνεχιζοντας να χτυπα την πορτα.
«Ανεργος ιεαραποστολος..»
Γυρισε και με κοιταξε με εκπληξη.
«Δεν την εχω ξανακουσει αυτη τη δουλεια…εχει φραγκα;»
«Για να πω την αληθεια δεν την εχω εξασκησει ποτε. Απο την ωρα που τελειωσα τις σπουδες ψαχνω για δουλεια αλλα οπως ξερεις ολα τα επαγγελματα περνουν κριση σημερα».
« Δεν εχεις αδικο…ρε φιλε τωρα που σε βλεπω καλυτερα νομιζω πως καπου σε εχω ξαναδει »
« Κανεις λαθος, δεν συνηθίζω να κυκλοφορω στα δικα σου στεκια»
«Ειμαι σχεδον σιγουρος οτι σε εχω ξαναδει , στο σινεμα ή στην τηλεοραση»
«Ειχα παιξει παλια σε μια τσοντα, αλλα καποιος το ‘πε στη μαννα μου, εκεινη επαθε καρδιακη προσβολη και αναγκαστηκα να σταματησω. Δεν ειχα αλλη επιλογη».
«Α, ναι τωρα σε θυμηθηκα. Ναι, ησουνα πραγματικα πολύ καλος. Για μια περίοδο σε ειχα προτυπό μου μαλιστα. Δεν επρεπε να σταματησεις. Ειχες μελλον σε αυτη τη δουλεια. Θυμαμαι και τις κριτικες που ειχαν γραφτει για σενα. Ολες εξηραν το μεγαλο σου ταλεντο, τις μοναδικες τεχνικες που χρησιμοποιουσες, αλλα πιο πολυ τα πλουσια φυσικα σου προσοντα. Καποια φυλλαδα ειχε γραψει οτι σου ειχε κανει προταση ενα απο τα μεγαλυτερα κινηματογραφικα στουντιος παραγωγης τσοντας της Αμερικης και την απερριψες.».
«Ναι ετσι ειναι, δεν ηθελα να ξενιτευτω μικρος. Δεν ηξερα και τη γλωσσα. Καταλαβαινεις αυτο μου δημιουργουσε καποιες ανασφαλειες».
«Σε αυτες τις ταινιες δεν χρειαζεται να μιλας πολυ Τζωρτζη, η δουλεια σου ειναι να σπρωχνεις κι εσυ εσπρωχνες καλα, δικε μου».
«Ναι σωστα, δεν το ειχα σκεφθει τοτε, ισως να μη μου το εξηγησε καλα ο ατζεντης μου. Φερει και αυτος την ευθυνη του».
Ακολουθησε παλι για μερικα λεπτα σιωπη. Ο Γιακουμης σταματησε λιγο να ξεκουραστει γιατι τον ειχαν πονεσει τα δακτυλα του απο τα χτυπηματα στην πορτα. Καπου ειχα αρχισει κι εγω να βαριεμαι. Χασμουρηθηκα, εβγαλα ενα τσιγαρο, το αναψα, τραβηξα μια ρουφιξια και εβαλα το πακετο στη τσεπη μου.
«Γιακουμη λεω να πηγαινω, βαρεθηκα να περιμενω να ανοιξει η γαμημενη πορτα» ειπα.
«Δεν μπορεις να περιμενεις ακομα λιγο για να γαμησεις; Μου φαινεται πως θυμηθηκα τον συνδυασμο» μου απαντησε κοιταζοντας με, με την ελπιδα του ανθρωπου που περιμενει να του απαντησεις καταφατικα.
«Καθυστερησα πολύ με ολη αυτη την ιστορια. Με περιμενουν και οι φιλοι στην Πλακα. Μπορει να ανησυχησουν. Μια αλλη φορα.»
«Οπως νομιζεις» ειπε απογοητευμενος. «Παντως οποτε θελεις μπορεις να ερχεσαι εδω τωρα που εμαθες το μερος».
«Να ΄σαι βέβαιος γι΄αυτο Γιακουμη»
Αφου δωσαμε τα χερια χωριστηκαμε. Μετα απο λιγο ειχα βγει παλι επι της Αθηνας. Η κινηση ηταν εμφανως μειωμενη, εστριψα δεξια και τράβηξα για τη Πλακα.
Η νυχτα μολις αρχιζε για μενα, ελπιζοντας χωρις αλλο απροοπτο…..

14.7.09

Ο κροταλίας




Ο ηλιος θα πρεπει να με χτυπουσε στο κεφαλι ολες τις μερες της πεζοποριας μου στο καταραμενο εκεινο μερος. Κρανιου τοπος στην κυριολεξια. Τα σημεια του δερματος μου που ηταν εκτεθειμενα στα λυσσασμενα του δοντια, ειχαν αρχισει να γεμιζουν καψιματα και μετα να μετατρεπονται σε πληγες. Στην αρχη ετσουζαν από τον ιδρωτα του κορμιου μου, αλλα μετα με πονουσαν τρομερα. Ειχα αρχισει να εξαντλουμαι σωματικα και πνευματικα. Eνα βημα πριν την κατάρρευση. Επιστρατευοντας τις τελευταιες μου δυναμεις προσπαθουσα να σταθω ορθιος, στηριζομενος όπως κανουν ολοι αυτοι που βρισκονται στα τελευταια τους σε ένα μονο πραγμα, στην ελπιδα. Ελπιδα όμως για τι πραγμα; Για τη επιβιωση ή για τη λυτρωση; Για ποια λυτρωση; Μα φυσικα για τη λυτρωση του θανατου. Μην ανατριχιαζετε στο ακουσμα της λεξης "θανατος". Πολλες φορες και σε πολλες περιπτωσεις που δεν υπαρχει υπαρκτο διεξοδο ισως αποτελει αναγκαιοτητα. Σε κεινη την κολαση που ειχα βρεθει και στην κατασταση που ήμουν, ισως ο θανατος να ηταν η καλυτερη λυση απο απλως μια στιγμιαια αισθηση επιβιωσης.

Πώς βρεθηκα εκει; Ειλικρινα δεν ξερω. Μπορει ολη αυτη η κατασταση να μου ειχε δημιουργησει ενα ειδος αμνησιας. Δεν θυμομουν τιποτα. Προσπαθησα να συνδυασω την εικονα της περιοχης που βρεθηκα για να ανακαλυψω το κινητρο που με εφερε εδω. Ισως να ηρθα να βρω και να απελευθερωσω τους δεκα χιλιαδες μαυρους σκλαβους, ισως καποιο πιδακα με ιωδιο, ισως τη χαροκαμενη μαννα καποιου νεκρου ηρωα στρατιωτη, ισως το μαχητικο πνευμα του καθιστου βουβαλου. Ισως εψαχνα να βρω τη χρυση τομη δεκαεφτα πολυπλοκων και αλυτων μηχανισμων δημιουργιας αδιεξοδων του κοινωνικου σαρκοβορου τερατος μερος του οποιου αποτελουσα κι εγω. Καποια στιγμη πηγε και το μυαλο μου οτι ισως ημουν εδω για να βρω χρυσαφι και να ξεκινησω αρχικα καποια μικρης εκτασης επανασταση, με προοπτικη να μεγαλωσει αργοτερα. Αυτο το θεωρησα λιγο υπερβολικο γιατι δεν ειχα μαζι μου ουτε αξινα ουτε τρυπιο τηγανι. Επιπλεον, δεν ημουν και ο κλασσικος τυπος του επαναστατη που εχουμε γνωρισει μεσα από τα βιβλια και τις ταινιες. Τι δουλεια ειχα τελος παντων εδω; Ανημπορος να βρω απαντηση το παρεκαμψα και αφοσιωθηκα δινοντας προτεραιοτητα στην επιβιωση μου. Μετα θα εβρισκα χρονο να βρω απαντησεις στα ερωτηματα που με απασχολουσαν στο θεωρητικο, τουλαχιστον, επιπεδο.

Σηκωσα το κεφαλι να δω που βρισκομαι. Δεν περιμενα να δω κατι διαφορετικο. Παντου τεραστια αποκρημνα βραχια ετοιμα να κυλησουν και να με συνθλιψουν με το βαρος τους, ατελειωτα καραφλα βουνα χωρις ιχνος δεντρου, απεραντες εκτασεις διχως την παραμικρη σταγονα νερου. Λες και ειχε αιωνες να βρεξει σε τουτο εδω το μερος. Μεχρι εκει που μπορουσαν να δουν τα ματια μου, ακριβως το ιδιο τοπιο. Γελασα δυνατα. Γελασα με την καρδια μου. Γελασα περιπου για δυο λεπτα. Ο ηχος ταξιδεψε αστραπιαια αναμεσα στις πλαγιες των βουνων, μεσα από τις κοιτες των ξεραμενων ποταμων, εγλυψε ηδονικα τις πλατες των χαραδρων και εκτοξευτηκε μεχρι τα πρωτα συννεφα που περνουσαν με ταχυτητα πανω απ’ το κεφαλι μου. Ηταν γελιο ανθρωπου που βρισκεται εχοντας πληρη συνειδηση, ακομα, στον πασαλειμμένο με σκουρα μπλε μπογια θαλαμο αναμονης, περιμενοντας ναρθει η σειρα του για να περασει και αυτος στο χωρις επιστροφη καταλευκο τουνελ της τρελας. Ειμαι σιγουρος οτι οποιο ον κι αν ακουγε αυτο το γελιο θα ανατριχιαζε και θα προσπαθουσε να απομακρυνθει τρεχοντας με ολη του τη δυναμη, οσο πιο μακρυα μπορουσε. Ακομα και τα αγρια ζωα που ζουν αναμεσα στα βραχια και παραμονευουν κρυμμενα στα λαγουμια τους καποιο θυμα να το ξεσκισουν με τους κοφτερους τους χαυλιοδοντες για να ικανοποιησουν την αιωνια ενστικτωδη πεινα τους , θα αλλαζαν γνωμη τρομοκρατημενα απο αυτο το γελιο.

Σταματησα ακουμπωντας το ενα χερι σε ενα βραχο να γευτω λιγο απο τη σκια του. Βρισκομουν πλεον στο τελικο σταδιο της αφυδατωσης. Ειχα την αισθηση ή μαλλον την παραισθηση, οτι πανω απο το κεφαλι μου πετουσαν χιλιαδες σαρκοφαγα πουλια ετοιμα να κατασπαραξουν τις σαρκες μου στην πρωτη ευκαιρια. Ακουγα τα τιτιβισματα τους να μετατρεπονται σε εντονες διαμαχες για το ποιο θα είναι αυτό που θα γευτει τα ματια μου. Βρισκομουν στο ελεος τους. Η αρχη του τελους ηταν κοντα οσο καμμια αλλη φορα.
.
Λιγο πριν τα γονατα μου λυγισουν ενοιωσα κατι να μου σφιγγει τον αριστερο αστραγαλο. Ημουν σχεδον σιγουρος οτι ακομα φορουσα τις καφε μου μποτες. Επομενως αυτο που μου εσφιγγε τον αστραγαλο θα πρεπει να εσφιγγε και την μποτα μαζι. Το σφιξιμο αρχισε να γινεται τοσο δυνατο μεχρι που νομισα οτι αυτο το πλασμα που το σφιγγει ειχε την προθεση να μου κοψει το ποδι. Εσκυψα να δω τι ηταν αυτο πιο πολυ απο περιεργεια παρα απο αγωνια. Ηταν ενας κροταλιας….

Ο κροταλιας λατρευει το Banjo. Ο θορυβος που κανει η ουρα του κροταλια μου θυμιζει τα ψιθυριστα ερωτικα λογια γκομενας στο αυτι μου. Παντα τον φανταζομουν στις απεραντες πετρωδεις ανυδρες καμμενες απο τον ηλιο εκτασεις της Αριζονα, κρυμμενο κατω απο απο ενα βραχο στην πλαγια ενός λοφου να παρατηρει με τα μικρα αεικινητα ματια του τον απεραντο χωρο που απλωνεται μπροστα του και να ψαχνει με στωικοτητα το επομενο θυμα.
.
Επισης ειμαι βεβαιος οτι ο κροταλιας ακουει Μπλουζ μουσικη. Του παει αυτο το ειδος μουσικης. Ο κροταλιας ειναι Rhythm n’ Blues φιδι. Ο κροταλιας ειναι απο τη φυση του παλικαρι. Δεν εχει αλλη επιλογη απο αυτη. Του κροταλια του αρεσουν τα ειλικρινη παιχνιδια και χαδια. Ειναι χαδιαρης τυπος. Του κροταλια δεν του αρεσει να του λες ψεμματα. Ουτε να προσπαθησεις να τον ξεκανεις με πουστικο τροπο. Θελει να τον κοιταζεις στα ματια πριν τον ντουφεκισεις. Γιατι ο κροταλιας δεν φοβαται τον θανατο. Τον αντιμετωπιζει κοιταζοντας τον ισια στα ματια. Ο κροταλιας κοροιδευει τον θανατο βγαζοντας επιδεικτικα τη γλωσσα εξω απο το στομα του. Ο κροταλιας ειναι ενας μαγκας με τα ολα του. Και ολα αυτα τα λεω χωρις τον παραμικρο δισταγμο γιατι ο κροταλιας μου τα απεδειξε μπροστα μου. Ναι μπροστα μου. Δεν τα εχω ακουσει απο τριτους ή τεταρτους. Τα ειδα με τα ματια μου.
.
Οταν συνηλθα βρισκομουν ξαπλωμενος στο κρεβατι ενος χοτελ στο Αμστερνταμ. Οι πληγες ειχαν εξαφανιστει. Το δερμα μου ηταν παλι λειο και μαλακο. Σαν να μην ειχα περασει ποτε αυτη την περιπετεια. Δεν ενοιωθα καμμια κουραση ή εξαντληση. Ενοιωθα υπεροχα. Κατι αρχισε να κινειται αργα κατω απο το σεντονι διπλα μου. Το σηκωσα και ειδα τον κροταλια. Ενας γυμνος κροταλιας. Ενας κροταλιας οπως τον γεννησε η μαννα του. Σηκωσα λιγο πιο πολυ το σεντονι και χωθηκα απο κατω ολοκληρος. Ενοιωσα το κορμι του να τυλιγεται απαλα γυρω απ’ το δικο μου. Χαλαρωσα και αφεθηκα ολοκληρωτικα στο σφιξιμο του. Δεν ξερω να πω για ποσο διαστημα εμεινα σε αυτη την κατασταση. Ο χρονος σταματησε να κυλαει ακριβως εκει. Δεν υπηρχε χρονος πια για μενα.
.
Καποιο βραδυ που ειχα βγει εξω, γυρνωντας στο δωματιο του χοτελ βρηκα τον κροταλια μου μεσ’ τη μπανιερα. Το αριστερο του χερι κρεμοταν εξω απ’ αυτη, και απο τη φλεβα εσταζαν στο πατωμα οι τελευταιες σταγονες που του ειχαν απομεινει.
.
Πηρα ενα ψαλιδι και εκοψα μια μικρη τουφα απο τις ακρες των μαλλιων της. Την ετριψα για λιγο με τα δακτυλα μου και την εβαλα στη τσεπη του μπουφαν, ανοιξα την πορτα και βγηκα στον διαδρομο, προχωρωντας αργα κοντοσταθηκα για λιγο στην εξοδο του χοτελ, μετα δρασκελησα το σκαλοπατι βγηκα στον δρομο και χαθηκα μεσα στη νυχτα...

10.7.09

Καφές και τσιγάρα




Καποιος φιλος, ο Πελος, που ασχολειται ανελλιπως με την επικαιροτητα σε παγκοσμιο αλλα και εθνικο επιπεδο, μου ειπε οτι ψηφιστηκε αυτες τις μερες ενας νομος που επιβαλει την απαγορευση του καπνισματος σε καποιους συγκεκριμενους χωρους. Οταν τον ρωτησα σε ποιους χωρους, δεν ηταν σε θεση να μου τους αναφρερει λεπτομερως, ετσι ωστε να παρω κι εγω τα μετρα μου. Το προστιμο, οπως μου ειπε, ειναι βαρυ. Μιλαμε για ξεκολιασμα, περιπου σαν καταδικη σε θανατο με ηλεκτρικη καρεκλα.
-Ρε Πελο, του ειπα, μαθε περισσοτερες πληροφοριες και ενημερωσε με.
-Εγινε παλιοφιλε, μεινε ησυχος, με καθησυχασε ο Πελος.
Περασαν οι μερες και δεν ειχα κανενα νεο απο τον Πελο. Ανησυχησα. Αποφασισα να περασω απ' το σπιτι του. Βρηκα μονο τη μαννα του και μου ειπε το κακο μαντατο. Ο Πελος ειχε πεθανει. Οταν τη ρωτησα πως συνεβει το μοιραιο μου ειπε απο καρδιακη προσβολη. Της ειπα οτι μαλλον θα φταιει το τσιγαρο. Καπνιζε πολυ ο Πελος. Απο μικρο παιδι. Εκεινη μου ειπε επισης οτι θα πρεπει να υπηρχε και κληρονομικο γιατι ο πατερας του και αλλοι τρεις συγγενεις την πουλεψαν με τον ιδιο τροπο. Η γρια γυναικα φαινεται πως με συμπαθησε γιατι με παρακαλεσε να κατσω να μου φτιαξει ενα καφε και με την ευκαιρια να μου εξιστορησει το γεγονος. Τα πραγματα εχουν λοιπον ως εξης:

Ο Πελος ενα εξαμηνο πριν κακαρωσει ειχε κοψει το καπνισμα μαχαιρι, και μαζι με το κοψιμο του καπνισματος εκανε την εμφανιση της ο χειροτερος εντερικος εφιαλτης. Απεκτησε δυσκοιλιοτητα. Η γρια του μου ειπε οτι εκανε και δεκα μερες να χεσει καποιες φορες. Το αποτελεσμα ηταν να φουσκωνει η κοιλια του, να γινεται σαν νταουλι και απο το σημειο αυτο και μετα να αρχισουν διαδοχικα τα αλλα προβληματα. Ενος κακου μυρια επονταιπου λενε και οι παλιοι. Ο Πελος στερειτο γενικα αεριων επισης. Μετα απο τετοιο φουσκωμα οταν δεν υπαρχουνε και αερια εκτονωσης το κακο διογκωνεται.
Ετσι εκτος απο το βιολογικο προβλημα απεκτησε και ψυχολογικο αδιεξοδο. Το ψυχολογικο, βεβαια, ηρθε λιγο αργοτερα, περισσοτερο κατα τη διαρκεια αλλεπαλληλων ερωτικων συζευξεων με την αγαπημενη του την Πατριτσια (πρεπει να ηταν ξενη). Προσπαθησε να το ξεπερασει. Η Πατριτσια εδω απεδειξε ποσο πολυ τον αγαπουσε. Τοποθετωντας ειδικα ανατομικα μαξιλαρακια κατω απο τη μεση της. Επαιρνε και καποιες σχετικες στασεις που νομιζε πως θα βοηθουσαν την κατασταση.
Η κοιλια του ομως ηταν τοσο ογκωδης που το αποτελεσμα καθε αλλο ικανοποιουσε και τους δυο, ακαρπη δηλαδη καθε προσπαθεια. Ακαρπος λοιπον ο Πελος, αναγκαστικα ακαρπη και η Πατριτσια που ηθελε διακαως να γινει μητερα και με το δικιο της. Το αποτελεσμα ηταν αυτη να απογοητευτει και να τον χωρισει. Πικραθηκαν και οι δυο. Και αυτη, και αυτος. Η Πατριτσια ομως γρηγορα γνωρισε καποιον αλλο που την γκαστρωσε μεσα σε λιγες μερες. Ετσι αυτη το ξεπερασε περισσοτερο ανωδυνα και πιο γρηγορα απ' οτι ο Πελος. Ο χωρισμος αυτος στοιχισε πολυ στον Πελο με αποτελεσμα να επιβαρυνθει ακομα περισσοτερο η καρδια του οπως και αλλα ζωτικα μελη του σωματος του. Αρχισε να πινει περισσοτερο αλλα τσιγαρο δεν εβαζε στο στομα. Το κακο δεν αργησε να ερθει. Ενα βραδυ που ειχε γυρισει κουρασμενος απο την οικοδομη, εκατσε μπροστα στην τηλεοραση να παρακολουθησει τις ειδησεις των οχτω. Μαζι του εφερε και μια τεραστια λεκανη με τραγανα κερασια Ημαθιας.

Αφου τα εφαγε ολα με λαιμαργια αρχισε να νοιωθει καποια δυσφορια. Ενοιωθε την κοιλια του σαν ηφαιστιο. Νομιζε οτι θα εκραγει. Ειχε πρηστει σαν ενα τεραστιο μπαλονι. Πηγε στην τουαλετα. Καθισε στην λεκανη. Αρχικα προσπαθησε να κλασει ή ακομα καλυτερα να χεσει με την ελπιδα οτι θα ανακουφιστει. Πιεζε με οση δυναμη ειχε. Τιποτα. Στο τελος απογοητευμενος σηκωθηκε, πηγε στο κρεβατι του και ξαπλωσε εξαντλημενος. Καπου εκει τον επισκεφθηκε ο Μιχαλης με τα φτερα στην πλατη και χωρις να τον ρωτησει αν ηθελε ή οχι τον πηρε και φυγανε. Τον βρηκε η μαννα του το πρωι ξεφουσκωμενο. Αλλα ηταν ηδη αργα. Μεσα στην απογνωση της φωναξε απο το απεναντι σπιτι την Καλλιοπη τη μαμη, μηπως και κανει καποιο μαεστρικο και τον συνεφερει. Αυτη απλα της ειπε οτι ο γιος της ειχε πεθανει.

Ολα αυτα η γρια μου τα ελεγε με ματια βουρκωμενα. Προσπαθησα να την παρηγορησω λεγοντας της διαφορα απο αυτα που λενε σε αυτες τις περιπτωσεις. Καποια στιγμη σηκωθηκε και μου εφερε πανω απο ενα παλιο μπουφε μια φωτογραφια.
-Πιστευεις οτι αν συνεχιζε να καπνιζει δεν θα ειχε αυτη την καταληξη; τη ρωτησα.
-Ειμαι βεβαιη γι’ αυτο. Οσο καρο καπνιζε δεν αντιμετωπισε κανενα προβλημα. Επειδη οπως μου λες εισαστε πολυ καλοι φιλοι θα σου δωσω μια φωτογραφια του να την εχεις για να τον θυμασαι, μου ειπε .
Μολις την πηρα στα χερια μου και την κοιταξα εμεινα με το στομα ανοιχτο, γλαρωσα.
-Ποιος ειναι αυτος, τη ρωτησα.
-Ποιος αλλος, ο γιος μου, απαντησε νοσταλγικα η γρια.
-Καλα, ποτε πεθανε ο γιος σου, την ξαναρωτησα με τα ματια μου ετοιμα να πεταχτουν απο τις κοχες.
-Λιγο μετα την πτωση της χουντας.
-Πως τον λεγανε το γιο σου κυρα μου; ρωτησα με το στομα ορθανοιχτο αυτη τη φορα.
-Λελο, απαντησε εκεινη, καλα με κοροιδευεις;
-Και γιατι οταν σε ρωτησα αν μενει εδώ ο Πελος μου ειπες ναι;
-Ειμαι λιγο κουφη παιδι μου, με συγχωρεις.
-Και που μενει ο Πελος; ξαναρωτησα.
-Στο διπλανο σπιτι, απαντησε η γρια.
-Ζει;
-Μια χαρα φαινεται.
-Νομιζω πως εισαι τρελη.
-Να παω να σου φωναξω τον Πελο;
-Οχι ασε καλυτερα, θα παω εγω. Σ’ ευχαριστω. Γεια.
-Γεια σου, και την άλλη φορα θα σου πω μια άλλη ιστορια, ακομα καλυτερη. Αν και αυτη ειχε καποια κενα ειμαι σιγουρη πως την πιστεψες. Ετσι δεν είναι;
Γυρισα και την κοιταξα. Πρεπει να ηταν τρελη. Δεν εξηγειται διαφορετικα. Της γυρισα τη πλατη και χτυπησα το κουδουνι της διπλανης πορτας….