20.8.09

Ο ακρωτηριασμός




Απ’ τη βεραντα του ξυλινου σπιτιου
των αμμολοφων (πιο πολυ με τροχοσπιτο
μοιαζει) παρατηρουσα μια
ανθρωπινη φιγουρα να
βαδιζει κουρασμενα,
κατω από τον καυτο ηλιο
του μεσημεριου
και, να
ερχεται προς το μερος μου,

εφερα το χερι μου αντηλιο πανω
απ’ τα
φρυδια μου
καταβάλλοντας προσπαθεια να τον
αναγνωρισω, ματαια,
ο ηλιος
ηταν τοσο εκτυφλωτικος,

οταν με πλησιασε στα τρια μετρα,
διεκρινα καθαρα οτι
ηταν
ο Αποστολης που γυριζε
απο καποιο πολεμο,
μαλλον του κολπου πρεπει
να ηταν (δεν ειμαι απολυτα σιγουρος
γι’ αυτό)

φορουσε την πρασινη
πολεμικη στολη του και ηταν
γεματος
ξεραμενα αιματα και σκονη, μια
κιτρινη σκονη,
επισης κρατουσε
ενα γκρι κρανος στ’ αριστερο
του χερι, το δεξι ελειπε
από τον αγκωνα και
κατω,
του ‘λειπε το ένα αυτι ,όπως και
το δεξι του ματι

αφησε το κρανος στην αμμο
με κοιταξε ,σηκωσε το
χερι του (όχι το κομμενο)
με χαιρετησε,
μαλλον αδιαφορα και, μου
ειπε «Έι,τι γινεται Τζωρτζη; Εδώ
τη βγαζεις τωρα;»
«Ναι Αποστολη, εδώ τη βγαζω
τωρα» απαντησα

«Απο μακρυα σε περασα για
ελαιοχρωματιστη, πως απο δω;» τον ρωτησα
«Γυριζω απ’ τον
πολεμο» απαντησε κουρασμενα
«τελειωσε ο πολεμος Αποστολη;»
«Δεν νομιζω, δεν ακουσα
κατι τετοιο,εσυ
γιατι τα
βροντηξες και εφυγες;»
«Εφυγα γιατι κατι με τραβουσε
να ’ρθω προς τα εδω» του ειπα.

«Δεν επρεπε να τα παρατησεις Τζωρτζη,
εφυγες πολυ νωρις. Νομιζω
πως εκανες λαθος» μου ειπε.
«Τουλαχιστον εγω δεν εχασα το
χερι μου σαν εσενα,
γι’ αυτους
τους μαλακες» του ειπα δειχνοντας του
επιδεικτικα τα
δυο μου χερια

«Τζωρτζη μπορει να μην εχασες
τα χερια σου , αλλα
εχασες κατι πιο πολυτιμο για
σενα» ειπε, κοιτάζοντας με
με οικτο.
«Τι είναι αυτο που εχασα ; Θα ‘θελα
πολυ να μαθω» τον ρωτησα ειρωνικα
«Τη ζωη σου Τζωρτζη, τη
ζωη σου» απαντησε και προχωρησε
προσπερνωντας με.

Τον κοιταζα απο πισω καθως
απομακρυνοταν,
καρφωμενος στη
θεση μου,
οταν ειχε
διανυσει μερικα μετρα, το μονο
που βρηκα
να του πω δυνατα ηταν «Αποστολη,
πηγαινε να θυσιασεις και
το αλλο σου χερι, για χαρη αυτων
που
δεν δινουν φραγκο για σενα»

η απαντηση του ηταν αμεση,
πεταξε το κρανος
με οση δυναμη ειχε
στη θαλασσα,
εχωσε τα δακτυλα του
αριστερου του χεριου στο
κωλο του και
εξυσε την
κωλοτρυπιδα του.



13.8.09

Μην μου χαϊδεύεις το πόδι κάτω απ' το τραπέζι




Να σκεφτεσαι οταν μου μιλας
οτι με κατακλυζει το αρωμα
που τρεχει γυρω σου
οσο μακρια κι αν εισαι.


να το σκεφτεσαι αυτο οταν γελας
πως αισθανομαι την ανασα σου
στο προσωπο μου
οσο μακρια κι αν ειμαι.


Οχτω μερες
τυπωμενες σε γυαλιστερο χαρτακι
σαν καρτουλα σε βαφτισι
καμαρωνουν.


Πεντε μερες
για να γευτω το αρωμα σου
να καταπιεις την ανασα μου
πρωι θαναι.


Μην μου χαϊδευεις το ποδι
κατω απ' το τραπεζι
θα φανει στα ματια μου
νυχτα θαναι.


Σημερα λειπεις
κι η μερα απλωσε μπουγαδα
τις σκεψεις μου.
Παω να τις μαζέψω. Σκοτεινιασε.

5.8.09

Αυγουστιάτικη πανσέληνος πάνω σε αμμόλοφο





Σε ειδα ψηλα στο αμμολοφο να κρατας
την κουπαστη της ξυλινης σκαλας
σα να κρατουσες σφιχτα το χερι της ζωης.
Ειδα τα μαλλια σου να ανεμιζουν
την ωρα που τα εστρωνες
σα να χαιδευες το παρελθον σου.
Σα να κοιταγες στα ματια το μελλον σου.


Διεκρινα στα χειλη σου την παυση
το φρεναρισμα να ξαποστασεις
απο το δρομο τον τραχυ, τον γλυκο,
το δρομο τον επικινδυνο, τον ωραιο.
Αδικα ομως κατεβηκες απο το λοφο σου.
Ειδες; βραχηκαν τα ποδια σου
απο το κυμα που επιμενει να σε προκαλει.


Δεν ειναι η ωρα ακομη να γυρισεις πισω.
Αδικα αφησες την κουπαστη.
Αφου ξερεις οτι θα ΄ρχομαι
να σου κρατω συντροφια στην παυση.
Η ασφαλτος η ατιμη ξεθαρρεψε και βγηκε
να σε προϋπαντησει. Ομως ειναι νωρις ακομη.
Το ξερεις και το ξερω. Παντα γυρναμε πισω.


Μην βιαζεσαι να ταξιδεψεις.
Κρατα το στο ονειρο.
Αφου ξερεις οτι θα σε περιμενω
οταν την αγκαλια σου αδεια θα αφησουν.
Στα σκαλακια θα ΄μαι να τιναζω την αμμο
Κρατα την κουπαστη. Ο δρομος δεν τελειωνει ποτε.
Υπαρχει γιατι εμεις τον φτιαχνουμε.


Μονο να μου το θυμισεις τοτε.
Πονανε τα ποδια μου στην ασφαλτο.
Και θελω να τον περπατήσουμε μαζι. Μεχρι το τελος.

1.8.09

Ο παράδεισος δεν είναι για τους μοναχικούς


Οι τιτλοι τελους επεσαν. Μια νοτα πιανου χτυπησε πενθιμα και τα φωτα της αιθουσας αναψαν σιγα σιγα. Ο Τζωρτζης ανοιξε αργα τα ματια του. Νυσταζε ακομη. Ενοιωθε ολο του το σωμα πιασμενο. Τεντωσε τα ποδια του κατω απο το μπροστινο καθισμα τοσο πολυ που φανηκε σαν να ηθελε να τα χωσει στο κωλο του μπροστινου του. Εκανε να απλωσει και τα χερια του προς τα πλαγια αλλα καπου κουτουλησαν και σταματησε. Δεξια του καθοταν ο Βουλης και αριστερα του η Τζουλη. Οσο κι αν ειχε προσπαθησει, η σκοτεινη ατμοσφαιρα του σινεμα του προκαλουσε παντα μια γλυκια ταση για υπνο που δεν μπορουσε να αντισταθει. Οι δυο φιλοι του ειχαν κιολας σηκωθει απο τα καθισματα τους και μαζευαν τα πανωφορια τους. Τους κοιταξε και ενα χαζοχαρουμενο χαμογελο φανηκε στο προσωπο του.
«Και γαμω τα εργα. Τρομερη πλοκη. Αλλα και η θεογκομενα δεν πηγε πισω. Τα ’δωσε ολα. Αυτοι ειναι ηθοποιοι, οχι μαλακιες. Ευχαριστως θα το ξαναβλεπα.» ειπε περιμενοντας την αποψη τους για το, οπως θεωρουσε ο ιδιος, βαθυστοχαστο σχολιο του.
«Ασε ρε Τζώρτζη, αφου κοιμοσουνα σε ολο το εργο. Τι μας λες τωρα;» ειπε ο Βουλης με ειρωνεια.
«Βουλη, τωρα τελευταια εχω διακρινει καποια επιθετικοτητα στη συμπεριφορα σου απεναντι μου ή κανω λαθος ; Τρεχει κατι και δεν μου το λες;» ειπε ο Τζωρτζης.
«Ελατε, παμε, εφυγαν ολοι, τελευταιοι μειναμε» τους διεκοψε η Τζουλη μασωντας ως συνηθως με μανια την τσιχλα της.
«Μιλησε και η κατσικα...» της απαντησε ο Βουλης περιφρονητικα.
«Βουλη πως μιλας ετσι στη Τζουλη. Τι εχεις πάθει; Πολύ τσιτωμενο σε βλέπω, εχεις κατι; » παρεμβηκε ο Τζωρτζης προσπαθωντας να τον ηρεμησει.
«Δεν θα μου υποδειξεις εσυ πως θα μιλαω στη γυναικα μου ... ενταξει;» ειπε ο Βουλης αρπαγμενος.
«Βουλη, πολλες φορες η μαλακια σου χτυπαει ταβανι, κουλαρε λιγο δικε μου»

Ο Τζωρτζης προσπαθησε να δειξει ανωτεροτητα διατηρωντας την ψυχραιμια του, και να μην του ριξει κανα χοντρο μπινελικι. Τουλαχιστον μεχρι να βγουν απο την αιθουσα. Παντως κατι απασχολουσε τον φιλο του, σκεφθηκε. Δεν υπηρχε αμφιβολια γι’ αυτο. Ο Βουλης δεν ηταν κακο παιδι. Ειχε μεγαλωσει μεσα σε ενα μεγαλοαστικο περιβαλλον, χωρις να του λειψει τιποτα. Δεν ειχε γνωρισει ποτε τις στερησεις σαν αλλα παιδια που μεγαλωνουν στις αλανες και στις φτωχογειτονιες. Παραλληλα δεν ηταν και μαμοθρεφτος. Απο νωρις ειχε ομφαλοκοπει απο το περιβαλλον της οικογενειας του. Αυτο συνεβη πιο πολυ οταν αρχισε να κανει παρεα με τον Τζωρτζη. Τον Τζωρτζη το αλανι, οπως συνηθιζε να τον αποκαλει. Ειχε βεβαια τη μουρλα του, μια μουρλα που χαρακτηριζει ολους τους μεγαλους ποιητες. Ο Βουλης ηταν γενικα ενας χαμηλων τονων ανθρωπος, αναμφισβητητα καλλιεργημενος και πολυ γνωστος στη λογοτεχνικη πιατσα ως ποιητης. Για να συμπεριφερεται με αυτο τον τροπο κατι τον απασχολουσε.

Υποτονικα προχωρησαν προς την εξοδο του σινεμα. Κανεις δεν εδειχνε να εχει ορεξη για κουβεντα. Βγηκανε εξω και βρεθηκανε στο πεζοδρομιο μιας μεγαλης και πολυσυχναστης λεωφορου. Ασυναισθητα εμειναν για λιγο ακινητοι μεχρι να συνηθισουν τα ματια τους στα εντονα φωτα της νυχτερινης πολης. Ο Τζωρτζης πεταξε μια ιδεα.
«Παμε να πιουμε κανα ποτο γιατι στεγνωσε το μυαλο μου;».
«Εγω δεν εχω προβλημα, αν θελει κι ο Βουλης..» ειπε η Τζουλη διστακτικα κοιταζοντας τον συζυγο της σαν να περιμενε την εγκριση του.
«Παμε» συμφωνησε ο Βουλης «εχω κατι να πω που μας αφορα ολους».
«Ενταξει Βουλη παμε, κανενα προβλημα» ειπε ο Τζωρτζης κοιταζοντας αυθορμητα την Τζουλη.
Προχωρησαν και οι τρεις μαζι καταλαμβαντας ολο το πλατος του πεζοδρομιου. Ο Τζωρτζης αναψε τσιγαρο και το προσφερε στη Τζουλη. Εκεινη το πηρε αφου τον ευχαριστησε, και τραβηξε μια γενναια ρουφηξια. Ο Τζωρτζης της εριξε μια βιαστικη ματια. Ηταν ομορφη γυναικα η Τζουλη. Την ηξερε καμποσα χρονια. Ηταν μια κοπελα που δεν την εψαχνε πολυ. Αναλαφρη σκεψη, αναλαφρα ηθη, χωρις να δινει ιδαιτερη σημασια στις εσωτερικες αλλα ουτε και στις εξωτερικες αναζητησεις, τυπος δηλαδη του οσα ερθουν και οσα πανε και με μια τσιχλα μονιμα στο στομα να τη μασα μετα μανιας. Της αρεσαν τα μοδατα ρουχα, τα ψηλοτακουνα παπουτσια, το εντονο βαψιμο, οι συχνες κομμωσεις και τα γρηγορα αδεσμευτα γαμησια. Ψεκαστε, σκουσπιστε, τελειωσατε και μετα παλι φιλοι. Γενικα αντιμετωπιζε ολες τις καταστασεις με μια αξιοθαυμαστη, μη φιλοσοφημενη, στωικοτητα. Εκαναν αρκετη παρεα στο παρελθον με τον Τζωρτζη γιατι τον θεωρουσε καθαρο και μπεσαλη τυπο. Αυτος ηταν που την γνωρισε στον Βουλη.
Εκεινος απο την πρωτη στιγμη την ερωτευτηκε με το πηγαιο παθος που χαρακτηριζει συνηθως τους μεγαλους ποιητες. Ντροπαλος οπως ηταν ο Βουλης τον παρακαλεσε να πει μια καλη κουβεντα γι αυτον στη Τζουλη. Ο Τζωρτζης δεν ειχε κανενα λογο να μην το κανει, και το εκανε. Η σχεση προχωρησε πολυ γρηγορα. Οι ενδοιασμοι που ειχε αρχικα η Τζουλη εγιναν καπνος που χαθηκε στον καταγαλανο και καθαρο -γι’ αυτους ακομα- ουρανο. Σε αυτο συντελεσαν και τα ερωτικα ποιηματα που εγραφε για παρτη της ο Βουλης αλλα και η παντα φουσκωμενη τσεπη του. Ο Βουλης εκεινη την εποχη βιωνε μια μακρα και παρατεταμενη περιοδο σεξουαλικης στερησης. Ηταν αφωσιωμενος αποκλειστικα στην τεχνη του. Το τελευταιο μουνι που ειχε δει ηταν οταν βρεθηκε προσκαλεσμενος σε μια βαφτιση πριν μερικα χρονια. Οποτε αυτο ηταν. Επεσε με τα μουτρα. Ειναι γεγονος οτι ηξερε να γραφει καλα ποιηματα. Ηταν τεχνιτης σε αυτο το εκφραστικο ειδος. Εδω τα σιδερα λειωνανε οταν της τα διαβαζε, η τρυφερη - σε τετοιου ειδους περιστασεις - καρδια της Τζουλης θα εμενε απαθης ; Ενα απυθμενο παθος κατελαβε και τους δυο. Οπως συμβαινει παντα στα φρεσκοερωτευμενα ζευγαρια. Τωρα βεβαια, οταν μετα απο καποιο διαστημα η γυναικα μετατρεπεται σε μια κλασσική σπασαρχιδα και αυτος σε ενα τυπικο ραμολιμεντο ειναι ενα αλλο θεμα. Αυτα φυσικα δεν τα ελεγε ο Τζωρτζης στον φιλο του για να μην τον αποθαρρύνει.

Αφου προχωρησαν για αρκετη ωρα χωρις να μιλαει κανεις, μια γρια τσιγγανα βρεθηκε μπροστα τους. Η τσιγγανα παρα τα κιλα της εκανε μια αερινη ντριπλα γυρω απο τον καθετο αξονα του κορμιου της και πηγε και σταθηκε μπροστα στον Τζωρτζη.
«Να σου πω τη μοιρα σου, να σου πω το ριζικο σου;» τον ρωτησε με μιας τελευταιας γενιας μυστικιστικο υφος.
«Δεν πιστευω σε τετοια, παρατα με» ειπε αυτος.
«Αφησε να δουμε τι θα σου πει» πεταξε ο Βουλης «θα 'χει πλακα».
«Αφησε την, Τζωρτζη, ειμαι πολυ περιεργη… σε παρακαλω» ειπε η Τζουλη κοιταζοντας τον σχεδον ικευτετικα.
Ο Τζωρτζης μολις το ζητησε η Τζουλη –της ειχε ακομα καποια αδυναμια εννοειται -ανοιξε το χερι του και η τσιγγανα επιασε δουλεια.
«Βλεπω οτι θα ζησεις πολλα χρονια παλικαρι» ειπε η γρια.
«Αυτα θεια, τα ξερουμε, εχεις κατι καινουργιο;» τη ρωτησε με βαρετο υφος ο Τζωρτζης.
«Βλεπω επισης οτι θα γαμησεις μεσα στις επομενες εικοσι ωρες..» ειπε και κοιταξε πονηρα στα ματια τον Τζωρτζη. Ολοι απορησαν για την χρονικη ακριβεια της γριας μαγισσας.
«Αυτο με ενδιαφερει» της ειπε ο Τζωρτζης και αφου της εδωσε ενα χαρτινο ταληρο τραβηξε το χερι του και προχωρησε. Σταματησε λιγο πιο κει για να τον προλαβουν. Ετσι και εγινε. Το προσωπο του Βουλη παρεμενε ανεκφραστο. Αντιθετα της Τζουλης ηταν πιο χαλαρο με ενα απροσδιοριστο χαμογελο. Κανεις δεν ειπε τιποτα.

Σε λιγο εφτασαν εξω απο ενα καφε. Μπηκαν μεσα, διαλεξαν ενα σεπαρε στο βαθος του μαγαζιου και καθισαν. Απο τη μια μερια ο Τζωρτζης και απεναντι του ο Βουλης με τη Τζουλη. Η σερβιτορα, μια ξανθια ελαφρως γεματουτσικη αλλα γλυκια κοπελα κατεφθασε κουναμενη σειναμενη, περπατουσε λες και εκανε επιδειξη μοδας. Το βαρυ ηδονικο κορμι της κουνιοταν αργα ακομα και οταν επαιρνε την παραγγελια. Ηταν γυναικα δυναμιτης.
«Γεια σας, με λενε Ρανια, τι θα παρετε;» ρωτησε κοιταζοντας τον Τζωρτζη μειδιαζοντας ελαφρα.
«Γεια σου Ρανια, μια μπιρα παγωμενη και ενα χοτ –ντογκ με λιγο κετσαπ για μενα» ειπε .
Ο Βουλης ζητησε μια μπιρα και η Τζουλη ενα γαλλικο καφε σκετο. Η σερβιτορα σημειωσε τη παραγγελια σε ενα μπλοκακι, κοιταξε λαγνα τον Τζωρτζη περασε αργα τη γλωσσα της πανω απο τα χειλη της δινοντας τους μια ελαφρια γυαλαδα, και απομακρυνθηκε οπως ηρθε. Κουναμενη σειναμενη. Λιγο πριν παρει τη τελευταια στροφη για να μπει πισω απο τη μπαρα εκανε ενα τελευταιο προς τα πανω δυνατο τιναγμα του κωλου της γυριζοντας το κεφαλι της και ριχνοντας μια γατισια ματια στον Τζωρτζη. Ο Τζωρτζης χαμογελασε. Μετα εβαλε το δαχτυλο βαθια στο δεξι του ρουθουνι το εστριψε και ξεκινησε να το καθαριζει. Τα κλιματιστικα παντα του βουλωναν τη μυτη. Κανεις δεν ελεγε κουβεντα. Το προσωπο του Βουλη ηταν σκυθρωπο. Η Τζουλη κοιταζε αδιαφορα δεξια αριστερα ενω ο Τζωρτζης καθαριζε επιμελως τα ρουθουνια του. Η σερβιτορα επεστρεψε με το ιδιο ακριβως τεμπο κρατωντας ενα μεγαλο ξυλινο δισκο. Μολις αφησε τις παραγγελιες στο τραπεζι ο Τζωρτζης την επιασε μαλακα απ’ το καρπο του αριστερου της χεριου.

«Ρανια, ελα να το σκασουμε μαζι» της ειπε γλυκα.
«Τι δουλεια κανεις ;» τον ρωτησε.
«Ειμαι εμπειρος μηχανοδηγος αμαξοστοιχιας» ειπε και την κοιταξε λιγο πιο κατω απ’ το λαιμο.
«Προτιμω το αφεντικο μου, βγαζει περισσοτερα» απαντησε εκεινη.
«Αστατη, νομιζα πως με αγαπησες..» ειπε ο Τζωρτζης εμφανως απογοητευμενος.

Η σερβιτορα εφυγε. Ο Τζωρτζης αρχισε να τρωει λαιμαργα το χοτ-ντογκ και να πινει την μπιρα του. Η Τζουλη επινε τον καφε της παρακολουθωντας την κινηση του δρομου μεσα απο την τζαμαρια του καφε. Ο Βουλης κατεβασε μια δυνατη γουλια μπιρας, εβγαλε ενα μπλοκακι με ενα στιλο και τα αφησε πανω στο τραπεζι. Δεν μιλουσε κανεις. Ο Τζωρτζης αφου τελειωσε το χοτ-ντογκ ηπιε μια γουλια μπιρα και αναψε ενα σερτικο. Κοιτουσε αδιαφορα εδω και 'κει μεχρι που καταλαβε να πεφτει πανω του το βλεμμα του Βουλη. Τον κοιταξε και παρα λιγο να του βγει η γουλια απ’ τη μυτη. Τα ματια του Βουλη… ναι, τα ματια του Βουλη ηταν πολυ τρομακτικα. Δεν ειχαν καθολου βαθος, ενω ηταν σαν να τους ειχαν αφαιρεση την κορη. Τον κοιτουσε και νομιζε οτι τον κοιταζει καποιο εξωπραγματικο ον. Ο Βουλης δεν ελεγε τιποτα απλως τον κοιτουσε με αυτο το απαισιο βλεμμα. Το προσωπο του ηταν χλωμο, σαν προσωπο πεθαμενου. Ο Τζωρτζης γυρισε αργα το κεφαλι του και κοιταξε τη Τζουλη. Εκεινη συνεχιζε να πινει αμεριμνη τον καφε της κοιταζοντας μεσα απο την τζαμαρια εξω στο δρομο. Κοιταξε και αυτος εξω. Περιμενε για ένα λεπτο, ξαναγυρισε και κοιταξε τον φιλο του. Ειχε την ελπιδα οτι η εικονα του θα ειχε αποκατασταθει και θα αντικριζε τον φιλο του οπως τον ηξερε. Σκατα. Παλι τα ιδια. Η μεταμορφωση του Βουλη συνεχιζε να υπαρχει ακομα.

«Βουλη, εχεις κατι;» του ειπε «πως εγινες ετσι;»
Ο Βουλης τον κοιτουσε επιμονα με αδεια ματια. Ο Τζωρτζης αρχισε να ανησυχει στα σοβαρα πλεον.
«Μιλα, πες κατι ρε Βουλη, να φωναξουμε κανενα γιατρο ; Σαν πεθαμενος φαινεσαι».
Τοτε ο Βουλης σαν να συνηλθε ξαφνικα απο καποιο ληθαργο ανοιξε το στομα του και μιλησε. Η φωνη βγηκε απο το στομα του με πολυ προσπαθεια. Ηταν πολλη βραχνη, σχεδον αποκοσμη.
«Γαμεις τη Τζουλη, ετσι δεν ειναι;»
«Ποιος, εγω;» ρωτησε ο Τζωρτζης μενοντας με το στομα ανοιχτο.
Η Τζουλη ενω ηταν με το προσωπο στραμενο στη τζαμαρια σαν να τη χτυπησε ηλεκτρικο ρευμα πεταχτηκε προς τα πανω και γυρισε προς το μερος τους.
«Τι ηταν αυτο που ειπες;» επανελαβε με χαμηλη φωνη ο Τζωρτζης.
«Το ‘χω καταλαβει εδω και καιρο. Γαμεις τη γυναικα μου».

Αυτη τη φορα το ειπε λιγο πιο δυνατα και με πιο καθαρη φωνη. Οι πελατες που καθονταν εκει γυρω γυρισαν τα κεφαλια τους και τους κοιταξαν. Ο Τζωρτζης χαμηλωσε το κεφαλι του και κοιταζε το τραπεζι. Δεν ηξερε πώς να αντιδρασει. Ενοιωθε το σωμα του πολυ βαρυ. Αλλα πιο βαρυ αισθανοταν το κεφαλι του. Με κοπο το συγκρατουσε ορθιο στους ωμους του. Το σοκ ηταν μεγαλο γι’ αυτον, οσο και για την Τζουλη. Εκεινη τους κοιταζε μη ξεροντας πώς να αντιδρασει. Μασουσε ακομα με περισσοτερη νευρικοτητα την τσιχλα της. Ακολουθησε λιγη ωρα χωρις να μιλησει κανεις. Τα ματια του Βουλη ειχαν παρει τωρα ενα κοκκινο χρωμα. Φανερωναν τρομερο μισος. Τα δακτυλα των χεριων του ετρεμαν νευρικα και πηγαινοερχονταν πανω το τραπεζι σαν να καθαριζαν φακες.

Μια τεραστια μαυρη μυγα εκανε την εμφανιση της βουιζοντας, κανοντας στην αρχη μεγαλους ομοκεντρους κυκλους και μετα πιο μικρους πανω από τα αποφαγια που εμειναν απο το χοτ ντογκ. Τελικα, εκμεταλλευομενη την ησυχια που επικρατουσε πηρε θάρρος, βουτηξε με ταχυτητα και καθισε πανω σε ενα μικρο απομεινάρι λουκανικου. Ολοι ειχαν στρεψει την προσοχη τους στη μυγα μενοντας εντελως ακινητοι. Αυτη αρχισε να γευεται τα αποφαγια του χοτ ντογκ ευτυχισμενη. Που και που εριχνε καμια κλεφτη ματια για καθε ενδεχομενο, αλλα δεν εδειχνε να ανησυχει ιδιαιτερα. Λες και καταλαβε οτι κανεις δεν θα ασχολιοταν μαζι της. Εκει εκανε το μεγαλο λαθος. Εδειξε εμπιστοσυνη στους ανθρωπους και το πληρωσε ακριβα. Ο Βουλης με μια αστραπιαια κινηση, σηκωσε το χερι του οσο χρειαζοταν για να παρει φορα και το κατεβασε με ταχυτητα φωτος κατα πανω της. Η μυγα διαμελιστηκε κατω απο την παλαμη του. Τα ποτηρια, τα πηρουνια, και ολα οσα βρισκονταν πανω στο τραπεζι χορεψαν σαν τρελα και σταματησαν ζαλισμενα.
Μια σταγονα κετσαπ πεταχτηκε και αφου διεγραψε μια καμπυλη, κολλησε ακριβως κατω απ’ τη γαλλικη μυτη της Τζουλης. Εκεινη μεσ’ τον πανικο της εβγαλε τη γλωσσα της και την τραβηξε μεσα στο στομα της. Το προσωπο της πηρε μια εκφραση σαν αυτη που παιρνουμε οταν τρωμε κατι πολυ ξινο.
«Πώς το τρως αυτο το πραμα Τζωρτζη, ειναι σκετη αηδια » ειπε μαλλον με αφελεια.

Ο Τζωρτζης την κοιταξε. Δεν ειπε τιποτα. Ο Βουλης τραβηξε το χερι του με τη λειωμενη μυγα και το σκουπισε στο παντελονι του.
«Κωλομυγα, να μαθεις την αλλη φορα να μη φυτρωνεις εκει που δεν σε σπερνουν» ειπε θυμωμενος.
«Δεν μπορω να καταλαβω τι σου εφταιγε το αθωο εντομο και του φερθηκες με αυτον τον βαναυσο τροπο. Εισαι ενα κτηνος» του πεταξε εκνευρισμενος ο Τζωρτζης.
«Εσυ να κοιτας τη δουλεια σου. Μη ξεχνας οτι μου χρωστας μια απαντηση σε αυτο που σε ρωτησα» επανηλθε δριμυτερος ο Βουλης.
«Δεν υπαρχει απαντηση , γιατι απλα δεν υφισταται τετοιο θεμα. Εισαι εντελως τρελος»
«Θα σε ρωτησω για τελευταια φορα, και περιμενω εδω και τωρα απαντηση. Γαμεις τη Τζουλη, ετσι δεν ειναι;» ειπε κοιταζοντας τον Τζωρτζη καταματα.
«Εννοεις τωρα ή πριν την παντρευτεις;» ρωτησε ο Τζωρτζης κοιταζοντας αυτη τη φορα προς το μερος της Τζουλης.
«Τζωρτζη, μου το παιζεις χαζος, θα σε κανω να μετανοιωσεις γι’ αυτο..» ειπε ο Βουλης με αναψοκοκκινισμενο προσωπο.
«Τζουλη πες και συ κατι ρε γαμωτο. Δεν βλεπεις οτι ο αντρας σου εχει βαλθει να μας τρελανει;» απευθυνθηκε σε αυτην ο Τζωρτζης.
Η Τζουλη ανοιξε το στομα της, πηγε να πει κατι αλλα δεν προλαβε.
Απο εκεινη τη στιγμη και μετα ολα εγιναν μεσα σε κλασματα του δευτερολεπτου. Ο Βουλης απο το πουθενα βρεθηκε ορθιος, εβαλε το χερι του κατω απο το μπουφαν και τραβηξε ενα ασημενιο πιστολι. Με το αριστερο χερι το οπλισε και σημαδεψε τον Τζωρτζη .
«Πεθανε μουνοπανο ..» ουρλιαξε.
«Περιμενε..!!» του φωναξε πανικοβλητος ο Τζωρτζης. Η Τζουλη σηκωθηκε τραβωντας τα μαλλια της και ουρλιαζε σαν τρελη. Οι πελατες επεσαν ολοι κατω απο τα τραπεζια σκεπαζοντας τα κεφαλια με τα χερια τους.
«Ειναι η τριτη ληστεια που συναντω σημερα… που θα παει αυτη η κατασταση επιτελους! Για ολα φταινε οι μεταναστες…», ακουστηκε η αγανακτισμενη φωνη ενος ηλικιωμενου απο το βαθος του μαγαζιου.
«Δεν ειναι ληστεια παππου, ειναι ξεκαθαρισμα λογαριασμων ... γαμησε τα, μπλεξαμε ασχημα» του απαντησε καποιος αλλος.

Ο Βουλης μετα το «περιμενε» που του φωναξε ο Τζωρτζης σαν να διστασε για ενα δευτερολεπτο. Αυτο ηταν αρκετο για να δωσει ενα σαλτο ο Τζωρτζης και να βρεθει διπλα του. Προσπαθησε να του αποσπασει το οπλο, ανεπιτυχως. Το μονο που καταφερε ηταν να του δωσει μια δυνατη μπουνια στα πλευρα. Ο Βουλης αναπηδησε λιγο απ’ το πατωμα , διπλωσε το κορμι του στα δυο, εβγαλε μια κραυγη πονου, αφησε μια μικρη κλανια και ξαναβρεθηκε ορθιος στο πατωμα. Τωρα φανηκε πιο εξαγριωμενος. Σταματησαν ο ενας απεναντι απο τον αλλο σαν να ζυγιζονταν με τα ματια. Αρχισαν να κανουν μικρα πηδηματακια και οι δυο κυκλικα, παντα απεναντι. Αυτο συνεχιστηκε για καμποση ωρα. Γυρω γυρω ολοι. Ο Τζωρτζης αρχισε να βαριεται. Συνεχισε ομως να κινειται γυρω γυρω. Δεν ειχε να κανει κατι καλυτερο εκεινη την ωρα.

«Αν εισαι αντρας σταματησε, μου ειναι δυσκολο να σημαδεψω κινουμενο στοχο» του ειπε ο Βουλης με ματι που γυαλιζε. Ο Τζωρτζης ακουγοντας την πρωτη φραση του παγωσε και σταματησε. Δεν ανεχοταν να του θιγουν τον ανδρισμο. Ο Βουλης τωρα ειχε ενα σταθερο στοχο. Σηκωσε το περιστροφο και πυροβολησε. Η βολιδα πετυχε τον Τζωρτζη στο κεντρο του στερνου του. Σκουρο αιμα αρχισε να αναβλυζει απο τη τρυπα που του ειχε ανοιξει η σφαιρα. Ο Τζωρτζης τρεκλισε για λιγο και μετα επεσε φαρδυς πλατυς στο πατωμα. Ενας υποκωφος γδουπος ακουστηκε καθως το σωμα του ακουμπησε κατω. Το προσωπο του σκοτεινιασε απ’ τη σκια του θανατου.
«Με ‘φαγες σκυλε» προλαβε να πει λιγο πριν χασει τις αισθησεις του.
Ο Βουλης ειχε μεινει να κρατα το πιστολι με τεντωμενο το χερι. Καπου φαινοταν σαν μη ειχε πιστεψει τι ειχε κανει. Κατι ψελλισε αλλα κανεις δεν μπορεσε να καταλαβει τι ειπε. Η Τζουλη εκει πιο περα ειχε χωσει το προσωπο της αναμεσα στα χερια της κλαιγοντας με αναφιλητα. Ολοι οι πελατες ειχαν παγωσει. Πρωτος συνηλθε ο Βουλης. Εριξε μια βιαστικη ματια γυρω του, ξαναγυρισε το βλεμμα του στο πτωμα του Τζωρτζη και βαζοντας το πιστολι στη τσεπη του μπουφαν ειπε με υφος γκανγκστερ.
«Παρε τα’ αρχιδια μου τωρα μαλακα, πηρες αυτο που σου αξιζε»
Αυτα ηταν και τα τελευταια του λογια πριν βρεθει λιποθυμος στο πατωμα. Ενας θηριωδης τυπος με παχυ μουστακι και ασπρο σκουφακι τον πλησιασε απο πισω πατωντας στα νυχια των δακτυλων του. Τον χτυπησε στο πισω μερος του κεφαλιου με ενα βαρυ χαλκινο τηγανι. Ο ηχος που εκανε το χτυπημα ακουστηκε εβδομηντα μετρα εξω απο το μαγαζι. Ηταν ο μαγειρας.

Ο Βουλης ανοιξε τα ματια του. Κοιταξε γυρω του. Εβλεπε λιγο θολα αλλα καταλαβε ότι βρισκοταν σε δωματιο νοσοκομειου. Ενοιωσε εναν πονο στο πισω μερος του κεφαλιου του. Εφερε το χερι του ψηλαφιζοντας στο σημειο εκεινο. Ενα τεραστιο καρουμπαλο προεξειχε προς τα πανω και λιγο προς τα αριστερα. Κοιταζοντας ευθεια μπροστα διεκρινε δυο ανθρωπινες φιγουρες να καθονται απεναντι του. Το βλεμμα του αρχισε να καθαριζει. Τωρα εβλεπε πολυ καθαροτερα. Εκλεισε με δυναμη τα ματια του και τα ξανανοιξε. Τωρα πια τα εβλεπε όλα πεντακαθαρα. Απεναντι στον καναπε καθοταν ο Τζωρτζης με τη Τζουλη. Του χαμογελασανε.
«Ξυπνα υπναρα, η παρασταση ελαβε τελος» του ειπε ο Τζωρτζης.
Η Τζουλη σηκωθηκε, πηγε κοντα του εσκυψε και φιλωντας τον στο στομα του ειπε «Ξυπνα αγαπη μου, κοιμασαι τοσες ωρες τωρα..»
«Παραλιγο να με αποκεφαλισει αυτος ο μαλακας που με χτυπησε στο κεφαλι. Αυτο δεν το ειχα προβλεψει. Ευτυχως ημουν κωλοφαρδος» ειπε ο Βουλης φανερα ζαλισμενος ακομα.
«Παντως δεν μπορουσε να γινει πιο ρεαλιστικο, ελπιζω να βρεθηκες στην καταλληλη ατμοσφαιρα που δημιουργησαμε με δικη σου ιδεα, για να εμπνευστεις την καινουργια σου ποιητικη συλλογη «Ενας αγανακτισμενος ποιητης», γιατι εγω δεν ξαναμπαινω με τιποτα σε αλλες τετοιες διαδικασιες» συμπληρωσε ο Τζωρτζης κουρασμενα.
«Ναι, ειμαι βεβαιος πως μετα απο αυτην την εμπειρια η καινουργια ποιητικη μου συλλογη θα αποσπασει θετικοτατες κριτικες. Ηταν πρωτογνωρο» απαντησε ο Βουλης ικανοποιημενος.
Εκεινη τη στιγμη ακουστηκε ενα διακριτικο χτυπημα στη πορτα. Η Τζουλη σηκωθηκε και την ανοιξε. Μεσα περασε αργα η σερβιτορα του καφε κρατωντας μια μεγαλη ανθοδεσμη. Πλησιασε το Βουλη και αφου αφησε τα λουλουδια στο κομοδινο τον φιλησε απαλα στο μετωπο.
«Περαστικα, γλυκιε μου» του ειπε. «Πως αισθανεσαι;»
«Αρχιζω να συνερχομαι σιγα σιγα, αλλα και συ Ρανια θα πρεπει να δεχθηκες μεγαλο σοκ..»
«Νομιζα πως σε σκοτωσε ο τρελλομαγειρας»
«Ναι, αυτο δεν το ειχαμε προβλεψει. Αλλα αφου δεν επαθα κατι σοβαρο ας το ξεχασουμε».
Ο Τζωρτζης σηκωθηκε.
«Λεω να πηγαινω. Νοιωθω πολύ κουρασμενος. Θα τα πουμε αυριο» ειπε και προχωρησε αργα προς την πορτα.
«Μπορεις να παρεις τη Τζουλη μαζι σου και να την αφησεις στο σπιτι μας; Φαινεται εξουθενωμενη» ρωτησε ο Βουλης.
«Φυσικα» ειπε ο Τζωρτζης. Η Τζουλη σηκωθηκε, φιλησε τρυφερα τον αντρα της, τους καληνυχτισε και βγηκαν απο το δωματιο μαζι με τον Τζωρτζη.
Μολις εκλεισε η πορτα πισω τους η Ρανια χωρις να χασει χρονο εχωσε το κεφαλι της κατω απο τα σκεπασματα .
«Δεν μας εχουν καταλαβει μωρο μου. Θα σε κανω περδικι τωρα..» .
«Αν το ηξερε αυτο η Τζουλη θα με σκοτωνε στα αληθεια..» ειπε ο Βουλης και αφεθηκε στα τρυφερα φιλια της σερβιτορας.

Ο Τζωρτζης σταματησε το αυτοκινητο εξω απο το σπιτι του Βουλη και της Τζουλης.
Εσβησε τη μηχανη και αναψε ενα τσιγαρο.
«Γεματη μερα η σημερινη», ειπε κοιταζοντας μεσα απο το παρμπριζ ενα σκυλο που κατουρουσε κατω απο ενα δεντρο.
«Ναι, πραγματικα», ειπε η Τζουλη,«θαρθεις για ενα ποτο;»
«Το ‘χω αναγκη αυτη την ωρα».
Βγηκανε απο το αυτοκινητο και μπηκαν στο σπιτι.
«Θελεις να κανεις ενα ντους πριν πιουμε το ποτο μας;» τον ρωτησε η Τζουλη.
«Ενα ντουζακι ειναι ο,τι πρεπει μετα απο ολα αυτα που προηγηθηκαν. Πώς με καταλαβαινεις γλυκια μου..» ειπε και αρχισε να βγαζει τα ρουχα του. Προχωρησε γυμνος και χωθηκε κατω απο το ζεστο νερο. Πισω του μπηκε γυμνη η Τζουλη τυλιξε τα χερια της γυρω απο τη μεση του ενω ενας γλυκος ερωτικος αναστεναγμος βγηκε αυθορμητα απο τα σωθικα της.