12.9.09

Η Σοράγια στη Βουλή

Πριν απο πεντεξι μηνες αποφασισα πως το κορμι μου χρειαζεται λιγο παραπανω μυικο σφιξιμο. Οχι οτι ειμαι κανενας λαπας, απεναντιας εχω και γαμω τα κορμια, αλλα επειδη ειμαι λατρης της τελειοτητας σαν γνησιος απογονος του Ιωνικου πολιτισμου εκρινα οτι και αυτο το ελαχιστο που χρειαζομουν επρεπε να γινει αμεσα. Ο θειος μου ο Νικητας ο συχωρεμενος μου ελεγε «Γιωργη παιδι μου οταν εχεις να κανεις κατι, ποτε μην το αναβαλεις για αυριο». Παρα πολυ σωστο αυτο που ειπε. Ετσι λοιπον αποφασισα να μη καθυστερησω τη βελτιωση της σωματικης μου ρωμης.

Αρχισα το λοιπον να ρωτω δεξια και αριστερα, ολους τους σχετικους με το ζητημα. Ο καθενας ειχε τη δικη του αποψη μεχρι που στο τελος μπερδευτηκα. Για παραδειγμα ο Μιμης ο Τσιμπλας μου προτεινε να ασχοληθω με τη ριψη ακοντιου, ο Κοσμας ο υδραυλικος με δρομους ημιαντοχης εως και λιγης αντοχης, η Σεβαστη με κολυμπι σε πισινα πενηνταρα και η Αγγελικη με το κλασικο μπαλετο. Απο ολες τις προτασεις η πιο προσιτη μου φανηκε το κλασικο μπαλετο. Το σκεφθηκα πολυ μεχρι που καποια στιγμη θυμηθηκα οτι παλαιοτερα που ειχα ξαναπροσπαθησει να ασχοληθω με αυτο αντιμετωπισα ενα μικρο προβλημα με το σπαγκατο.

Οταν ανοιγα τα ποδια δεν μπορουσα να τα ξανακλεισω μονος και χρειαζομουν τη βοηθεια καποιου για να επανελθω σε ορθια θεση. Το απερριψα και αυτο και απογοητευμενος κλειστηκα στον εαυτο μου. Αυτη η κατασταση διηρκησε καποιο χρονικο διαστημα μεχρι που ενα βραδυ η λυση επεσε σαν μανα εξ ουρανου. Καθως εβγαινα απο ενα οβελιστηριο κρατωντας μια γυροπιτα φουλ εξτρα με τζατζικι και λιγο μαιντανο , ανοιγωντας τις μασελες για να την κατασπαραξω σαν λυσσασμενος λεοντας αντικρισα μια κοπελα που στεκοταν λιγο πιο περα, στη σταση του λεωφορειου. Τη λυπηθηκα γιατι νομισα πως ειχε θλιμμενο υφος. Σκεφτηκα πως κατι σοβαρο ελειπε απο τη ζωη της. Κατι που της δημιουργουσε έναν υπαρξιακο κενο χωρο. Πλησιαζοντας την τη ρωτησα αν ηθελε να την κερασω μια γυροπιτα για να ξεχασει τα βασανα της.

Με κοιταξε και χωρις να φανερωσει καποιο απο τα συνηθισμενα ανθρωπινα συναισθηματα, μου ευχηθηκε «αντε γαμησου». Χαρηκα που αντεδρασε αυθορμητα και της ανταποδωσα αμεσως την ευχη λεγοντας της «μονο μαζι σου» και, καπου εκει εσπασε ο παγος που υπαρχει παντα μεταξυ δυο ανθρωπων που συναντιουνται για πρωτη φορα. Εκεινη ενοιωσε τετοια συγκινηση που επεσε αυθορμητα στην αγκαλια μου ξεσπωντας σε λυγμους. «Υπαρχουν ακομα ανθρωποι με αισθηματα και αυτο ειναι πολύ παρηγορητικο, σ’ ευχαριστω» μου ψιθυρισε στο αυτι. Συγκινηθηκα τοσο πολυ που εξαντλησα και την τελευταια ικμαδα ψυχικης αντιστασης να μη της βαλω χερι.

Πρεπει να εκτιμησε πολυ την αδρανεια μου γιατι αποδεχθηκε αμεσως την προταση μου και καταβροχθισε με λαιμαργια τη γυροπιτα που της προσεφερα. Ακομα και τωρα που εχει περασει λιγος καιρος θυμαμαι τα σαλια που ετρεχαν απο το στομα του Μανολη του σουβλατζη καθως κοιταζε τη κοπελα που ετρωγε μαζι μου στον ημιυπαιθριο χωρο του μαγαζιου. Για να τον βγαλω απο τη δυσκολη θεση τον ρωτησα αν εχει πληρωσει τους φορους που του αναλογουν για το ημιυπαιθριο που διατηρουσε. Με κοιταξε λιγο φοβισμενα – μαλλον θα νομισε ότι ημουν της εφοριας - αλλα αυτο ομως τον εκανε να ξεχασει τον ποθο του για την κοπελα και καθαριζοντας αμηχανα τη μυτη του με το δαχτυλο συνεχισε να κοβει το γυρο με τη ξυριστικη μηχανη που του ειχαν κανει δωρο στη γιορτη του .

Ο λαος λεει «τρωγοντας ερχεται η ορεξη». Καπως ετσι εγινε και με την κοπελα που το ονομα της τελικα ηταν Ευτερπη. Η Ευτερπη σε καμια περιπτωση δεν ηταν μια τυχαια περιπτωση. Με πληροφορησε με σεμνοτητα οτι ειναι η Ευτερπη Μπαρμπαρηκου γνωστη με το καλλιτεχνικο ονομα Σοραγια, ιδιοκτητρια του πασιγνωστου γυμναστηριου «Fitting, lifting and never sitting on a broken chair» που βρισκεται διπλα στο παλιο κλαμπ «Αθηνα» απεναντι απο τη σταση Λιανα, πισω απο το πυριναδικο και λιγο παρακατω απο το φαναρτζιδικο του Χρηστου του Μαριολη.

Η μια κουβεντα εφερε την αλλη. Αφου καταναλωσαμε γυρω στις εξι γυροπιτες φουλ εξτρα νταμπλ σταφ, πινοντας καμια δεκαρια παγωμενες πρασινες μπιρες, συζητωντας το ζητημα που με απασχολουσε, με προσκαλεσε να δοκιμασω την τυχη μου στο μαγαζι της σιγουρη οτι η αεροβια ασκηση που μου προσεφερε ηταν η καλυτερη δυνατη λυση. Αποδεχθηκα αμεσως την προταση της με την προϋποθεση οτι θα δεχοταν να πιει μια βοτκα με τονικ στο σπιτι μου μολις θα φευγαμε απο το οβελιστηριο. Ειπε το «ναι» προθυμα και το νερο, οπως καταλαβαινετε, μπηκε στο αυλακι.

Μετα απο μερικες επισκεψεις στο γυμναστηριο της Σοραγια το κορμι μου αρχισε να βελτιωνεται απροβλεπτα γρηγορα. Σε αυτο βοηθησαν και τα αλλα αλματα που επιχειρουσαμε με απολυτη επιτυχια με την Σοραγια σχεδον καθε βραδυ. Αποφευγαμε για να ειμαι πιο ειλικρινης τα αλματα εις τριπλουν γιατι προκαλουν εξαρθρωσεις κατι που για την ηλικια μου ειναι πολυ επικινδυνο. Λενε οτι οι γεροι πανε ή απο χεσιμο ή απο πεσιμο. Ετσι κρατουσα μια πισινη για παν ενδεχομενο.


Παραλληλα ομως με τις αλλες δραστηριοτητες της, η Ευτερπη ηθελε και ηταν μια ενεργος πολιτης. Θεωρουσε οτι η βελτιωση της κοινωνιας με τελικο προορισμο τον επιστημονικο σοσιαλισμο θα γινοταν πραγματικοτητα μονο μεσα απο τους κοινωνικους αγωνες και την ακτιβιστικη αντιμετωπιση των αντιδραστικων κοινωνικων αντιληψεων. Ετσι, εγινε μελος στο δημοκρατικο κομμα ΛΑ.Ο.Σ. (λαϊκες ορθοδοξες σειρηνες). Η δραση της στο χωρο αυτο υπηρξε αμεση και ουσιωδης. Τα αποτελεσματα των δραστηριοτητων της φανηκαν αμεσως, ετσι ωστε εκ των πραγματων αναγκασαν τον προεδρο του κομματος κυριο Αρισταρχο Καρατσαφλερη να την καλεσει στο γραφειο του και να την συγχαρει με ολες τις δεουσες τιμες που αρμοζουν σε τετοιου ειδους εκδηλωσεις. Της δωρισε μαλιστα και ενα χρυσο σταυρο με μια γαλαζιου χρωματος πολυτιμη πετρα στο κεντρο. Ηταν ομολογουμενως μια συγκινητικη στιγμη για την Ευτερπη, κατι που της εδωσε περισσοτερη δυναμη και κουραγιο ωστε να συνεχισει με περισσοτερη θερμη το δυσκολο εργο της.

Η ζωη κυλουσε μεσα σε αυτο το ευχαριστο κλιμα για την Ευτερπη μεχρι εκεινο το βραδυ που παρα λιγο να τα παρει ο διαολος ολα. Κανεις δεν περιμενε τετοια αρνητικη εξελιξη της καταστασης. Βρισκομουν στο γυμναστηριο σε φαση πληρους εφιδρωσης ενεκα του αεροβιου εξαντλητικου προγραμματος που εκτελουσα, οταν ανοιξε η πορτα και μπηκε η Ευτερπη αλαφιασμενη. Πρωτη φορα την ειχα δει σε τετοια φαση και αμεσως καταλαβα οτι κατι πολυ κακο ειχε συμβει. Ετρεξα προς το μερος της και τη ρωτησα με αγωνια αν την ειχε βιασει κανενας Αλβανος, Συριος ή καποιος αλλος μεταναστης, να παω να του βγαλω το ματι με ενα στιλο. Αφου με καθησυχασε λεγοντας μου οτι δεν ειχε σχεση με αυτο που τη ρωτησα και αρχισε να μου περιγραφει το λογο της αναστατωσης της. Μα την παναγια, αυτο που μου ειπε ηταν τοσο σοβαρο που με εκανε εξαλλο. «Πες μου μαννουλα μου τον πονο σου να ξαλαφρωσεις» την παροτρυνα οσο πιο τρυφερα μου επετρεπε το ασχημο κλιμα που υπηρχε. Τοτε ανοιξε τη χρυση καρδια της και μου τα ειπε ολα. Με το νι και με το σιγμα.

Ο πρωθυπουργος την προηγουμενη νυχτα ειχε εξαγγειλει φανερα στεναχωρημενος την προκηρυξη προωρων εκλογων για λογους που τους ηξερε μονο αυτος -και δεν μας πεφτει κανενας λογος - και ο Σ.Ε.Β φυσικα. Μετα την εξαγγελια μερικα κομματα αρχισαν να συνεδριαζουν για την καταρτιση των ψηφοδελτιων τους με δοκιμασμενα στελεχη, με επιφανη προσωπα της δημοσιας ζωης και καθιερωμενα ταλαντουχα ατομα των μιντια. Φυσικο ηταν η Ευτερπη να περιμενει το αυτονοητο. Αυτονοητο στη προκριμενη περιπτωση δεν υπηρξε. Γιατι που υπαρχει αυτονοητο για να υπαρξει κι εδω; Ο κυρ Αρισταρχος Καρατζαφλερης δεν της εκανε την τιμη να την συμπεριλαβει στο τιμημενο ψηφοδελτιο του κομματος του. Αυτο ηταν σκανδαλο. Δεν ηταν δυνατον. Δεν γινονται αυτα. Και δεν εφτανε μονο αυτο. Το χειροτερο ηταν οτι εβαλε στη πρωτη θεση του ψηφοδελτιου επικρατειας τον ανταγωνιστη της Ευτερπης τον κυρ Ψυχηνακη. «Ελεος!» ειπα. «Τι δουλεια εχει αυτος μεσ’ τους λοκατζηδες;» αναρωτηθηκα δικαιολογημενα. Παρ’ ολο τον εκνευρισμο μου προσπαθησα να συνετισω το μωρο να μην το παρει κατακαρδα. Στο μελλον σιγουρα θα ερχοταν και η σειρα της. Της ειπα και αλλα πολλα που δεν μπορω να τα γραψω επι της παρουσης γιατι αποτελουν προσωπικα δεδομενα. Καταλαβαινεται γιατι ειστε εξυπνα παιδια.Τελος παντων, με τα πολλα η Ευτερπη συνηρθε. Πηγε εβγαλε τα ρουχα της και ηρθε να με βοηθησει να ολοκληρωσω το προγραμμα που ειχα αφησει στη μεση. Μολις τελειωσαμε καναμε ενα ντουζακι χλιαρο, ντυθηκαμε και προκλητικα αγκαλιασμενοι αναχωρησαμε για το σπιτι.

Καθ’ οδον για το τσαρδι εχω την εντυπωση οτι πατησα ενα ποντικο γιατι το αυτοκινητο αναπηδησε ελαφρως ενω την ιδια στιγμη ενα ουρλιαχτο ζωου ακουστηκε απ’ εξω, αλλα δεν εδωσα καμια σημασια. Φτανοντας σπιτι μας περιμενε μια μεγαλη εκπληξη. Στο κεφαλοσκαλο κειτοταν φαρδυ πλατυ ενα κομματι πρασινο χαρτι. Εσκυψα προσεκτικα καλυπτοντας τα νωτα μου, γιατι δεν ηξερα ποιος το ειχε αφησει και που θα μπορουσε ναναι καπου εκει γυρω ακροβολισμενος. Αφου το διαβασα βιαστικα απο μεσα μου, ενω το προσωπο μου πρεπει να ελαμψε γιατι τυφλωθηκα κι εγω ο ιδιος. Η Ευτερπη καταλαβε οτι κατι καλο εγραφε και μου ζητησε να της το διαβασω. Το εκανα με μεγαλη ευχαριστηση. Μολις τελειωσα η Ευτερπη βγαζοντας μια κραυγη θριαμβου και ενεργοποιωντας τον δεξιο τενοντα του ποδιου της απογειωθηκε και επεσε μεσα στα ατσαλινα μου χερια που ειχαν ηδη παρει το σχημα βαρκας. Αφου την εκανα λιγο βαρκα γιαλο, με το ποδι μου εσπρωξα το κατω μερος της πορτας και μπηκαμε μεσα.

Πριν κλεισω τη πορτα εριξα μια τελευταια ματια στο δρομο. Ένα μηχανακι περασε, εκανε μια γαματη σουζα και εστριψε δεξια στη παροδο που οδηγουσε στη οδο Αναπαυσεως. Ηταν καιρος να αναπαυτουμε κι εμεις, με την καλη εννοια ασφαλως. Αφησα το πρασινο χαρτι πανω στο τραπεζι. Η Αϊρις η γατα μου, εδωσε ενα σαλτο νομιζοντας οτι ηταν κατι τραγανιστο. Χαμογελασα νομιζοντας πως την ξεγελασα, αλλα μαλλον αυτη μου την εφερε, γιατι εγω ημουν αυτος που παγωσα απο εκπληξη οταν την ακουσα να διαβαζει δυνατα και με καθαρη φωνη. «Ο Προεδρος του κομματος μας, σας παρακαλει οπως παραβρεθειτε στο γραφειο του αυριο και ωρα τικ τακ, για να σας ανακοινωσει οτι σας συμπεριελαβε στο ψηφοδελτιο νικης. Εμπρος ολοι μαζι για τη νικη. Βιρα τις αγκυρες με φουσκωμενα τα πανια απ' τον αερα της αλλαγης». Πρωτη φορα εβλεπα γατα να ξερει να διαβαζει. Εβγαλα ενα τηγανιτο ψαρι απο την τσεπη του σακακιου που ειχα ξεχασει απο την προηγουμενη μερα και το πεταξα στην Αϊρις. «Πουτανιτσα με κουφανες παλι, τσιμπα το γιατι το αξιζεις» της ειπα και προχωρησα στο διαδρομο που οδηγουσε στο δωματιο του απυθμενου ερωτα. Η μερα ειχε τελειωσει πολυ καλα. Ευτυχως.

10.9.09

Ακολουθία

Νυχτωσε και ειναι η ωρα του.
Απομακρυνθηκες και ειναι η ωρα του.
Δεν θα σ΄ αφησω να χαθεις.


Θηλυκο το γενος μου, βαρια η υπαρξη του.
Γνωριζω ο,τι βαζει ο νους. Και κατι παραπανω για το καθενα.
Το μεγεθος της σκεψης
τη γλωσσα των ματιων σου
Δυσκολο να γυριζεις την πλατη στο φεγγαρι
στηριγμενος στις μυτες των ποδιων.
Με ακολουθει αποψε.


Εσκυψα το βλεμμα χαμηλα,
τραβηξα τις κουρτινες
εσφιξα τα ματια δυνατα
κοκκινισα τις βλεφαριδες,
οπως δαγκωνεις το δαχτυλο
οταν με το μαχαιρι του ψωμιου ματωσει
κι οπως τα χειλη σου ρουφω.
Με ακολουθει αποψε.


Γυρισα τη μπλουζα το κεφαλι να καλυψω,
περασε απο μεσα, παιζοντας
σαν μωρο το πρωτο του παιχνιδι.
Και ναζια, και ερωτα και λυπη
σκορπισε, ασημενιο πιατο του παλιου καιρου
φθαρμενο στον μπουφε των αναμνησεων.
Ειδα το προσωπο σου να χαμογελα
και ξεχασα.
Με ακολουθει αποψε.


Πηρε ο νους μου φωτια να τρεξω πισω.
Θα ελειπες ομως.
Οσο πλησιαζω, τοσο μικραινει η αποσταση
οσο πλησιαζω, τοσο πιο μεγαλη ειναι η απουσια σου.
Στασου, εκει ακινητος και ΄γω θα γυροφερνω
αμωμος ανθρωπος, αλυτρωτη γυναικα.
Νομιζε το φεγγαρι πως επαψε να με θαμπωνει
και βγηκε απο τον λευκο νεφελωδη κρυψωνα του.
Με ακολουθει αποψε.


Ο,τι εκανα μεχρι σημερα το εχει δει
τα αλλα που σκεφτομαι, τα προκαλει.
Πεταει την ασημενια μπογια του στο νερο
δρομο να στρωσει να γυρισω.
Δεν ξερω προσευχες, ειμαι αδυναμη στη φυση
πλανες με τριγυριζουν και πικρα ερωτηματα στραγγιζουν
μεσα μου, καθε φορα.
Με ακολουθει αποψε και μου αρεσει.

4.9.09

Το στερνό αντίο



Τον Καμαρατο τον γνωρισα οταν ακομα το "αβγο" δεν ειχε σπασει. Τις παλιες καλες εποχες δηλαδη. Ο Καμαρατος ηταν το πρωτο επισημο προχωρημενο ατομο στην πολη της εποχης εκεινης. Η μεγαλη του αδυναμια ηταν το κοτοπουλο του ο Νινος. Eνα μεγαλοσωμο, ζωηρο, πολυχρωμο, πλουσιο σε χιουμορ κοτοπουλο. Οπου κι αν πηγαινε το ‘παιρνε μαζι του. Ο Καμαρατος συνηθιζε να του περναει ενα κοκκινο λουρι γυρω απ’ τον λαιμο και να περιφερεται στους δρομους με τελικη καταληξη παντα στο αβγο. Εκει διναμε παντα ραντεβου αργα τη νυχτα. Το αβγο κρατουσε καλα ακομη. Μαζι του κρατουσαμε καλα και ‘μεις. Η παρεα ηταν πληρης. Εγω, ο Καμαρατος, το κοτοπουλο του ο Νινος και οι θαμωνες του αβγου. Ειχε και καποιους «μυστικους» αλλα δεν τους διναμε σημασια, εννοειται.

Ένα βραδυ, αργα, οταν φυγαμε απο εκει μας εκοψε μια φονικη λορδα. Χωρις να το πολυσκεφθω του προτεινα να βρασουμε το Νινο και να τον φαμε. Με κοιταξε διστακτικα, αλλα χωρις να πει τιποτα εβγαλε ενα μικρο σουγια και του ‘κοψε το κεφαλι. Ο Νινος τιναξε για λιγο τα ποδια και μετα εμεινε ακουνητος. Ο Καμαρατος με κοιταξε για λιγο με δακρυα στα ματια, που γρηγορα ομως στεγνωσαν. Δεν του αρεσε να τον βλεπουν ετσι. Τον Νινο τον βρασαμε σε μια κατσαρολα και τον φαγαμε. Ηπιαμε και τρεις μπουκαλες ασπρο κρασι Καμπα (πρεπει να 'χε γυψο αυτο το κρασι γιατι παντα με εκανε σκατα) και μετα κοιμηθηκαμε σπιτι του. Το πρωι που σηκωθηκα οσο κι αν εψαξα για τον Καμαρατο δεν τον βρηκα πουθενα. Ειχε γινει καπνος . Το εκανε συχνα αυτο. Εκεινη τη φορα ομως το εκανε για παντα.

Μετα απο την εξαφανιση του Καμαρατου πολλα πραγματα αλλαξαν. Το αβγο πηγε κατα διαολου μεχρι που το τσοφλι του εγινε χιλια κομματια. Μαζι του κλεισανε το Strobolli και το Blow up. Μαζι με αυτα βαλανε λουκετο και πολλες καρδιες.

Χθες το βραδυ, γυρω στις οχτω χτυπησε το τηλεφωνο. Ηταν ο προεδρος.
-Ελα προεδρε, τι γινεται;
-Γιωργο πεθανε ο Καμαρατος.
-Ποτε;
-Εχουν αυριο τη κηδεια του.
-Ωρα;
-Στις τρεις, στον Αγ. Κωνσταντινο. Θα ‘μαστε λιγοι οπως παντα.
-Γεια.
-Γεια.
Ο Καμαρατος πεθανε. Δεν μπορω να κανω τιποτα γι’ αυτο. Το μονο που μπορω να κανω σαν στερνο αντιο, ειναι να του αφιερωσω ενα απο τα αγαπημενα του τραγουδακια. Τον θυμαμαι να το ακουει κατω απο τα χαμηλα πολυχρωμα φωτακια στο αβγο και να καπνιζει με ματια μισοκλειστα. Σημερα δεν υπαρχει ουτε αβγο ουτε Καμαρατος, ουτε το κοτοπουλο ο Νινος. Εχουν αλλαξει ολα. Εχω αλλαξει και ‘γω. Ιδωμεν.


Κοντευει τρεις… λεω να πηγαινω…

2.9.09

Το κτήνος



Ένα βροχερο χειμωνιατικο βραδυ του χιλια εννιακοσια ογδοντα επτα βρισκομουν στο διαμερισμα μου με μερικους φιλους πινοντας και συζητωντας κοσμια, περι ανεμων -αλλα οχι περι υδατων. Λιγο πριν τις δεκα, για την ακριβεια η ωρα δεκα παρα δεκατρια λεπτα, ακουστηκε ενας τρομερος υποκωφος κροτος, σαν εκρηξη, που εδινε την εντυπωση σαν να εσκασε κατι στα εγκατα της γης και εκτοξευτηκε προς την επιφανεια της.

Την επομενη στιγμη αρχισε να σειεται συθεμελα ολοκληρος ο ντουνιας. Ολοι οσοι βρισκονταν γυρω μου πεταχτηκαν εντρομοι εξω για να σωσουν το φτηνο τομαρι τους. Εγω δεν προλαβα να κανω ουτε μισο βημα, γιατι ενα γεματο μπουκαλι με βοτκα πανω σε ενα ραφι, που περιμενε υπομονετικα τη σειρα του να δροσισει το λαρυγγι μου καποια στιγμη, επεσε με το λαιμο προς τα κατω και καρφωθηκε δυομισι χιλιοστα περιπου στο πανω μερος του κρανιου μου. Φυσικα επεσα λιποθυμος στο πατωμα, ενώ μια μικρη λιμνη αιματος, ομαδας μηδεν-ρεζους θετικου, σχηματιστηκε γυρω απο το κεφαλι μου.

Εκει, στο πατωμα δηλαδη, δεν ειμαι σε θεση να υπολογισω ποσο χρονικο διαστημα εμεινα αναισθητος, κατι που θεωρω απολυτα φυσιολογικο. Αυτόο ομως που ειμαι σε θεση να πω μετα βεβαιοτητας ειναι οτι καποια στιγμη συνηλθα και προσπαθησα να σηκωθω, πραγμα που καταφερα τελικα με υπερανθρωπη προσπαθεια. Κοιταζοντας γυρω μου, ζαλισμενος ακομα, μολις αντικρισα το αιμα που ειχε αρχισει να ξεραινεται, καταλαβα οτι κατι δεν πηγαινε καλα. Τρεκλιζοντας προχωρησα προς τη τουαλετα για να περιεργαστω τον εαυτο μου σε ενα μεγαλο καθρεπτη που ειχα εκει, ωστε να διαπιστωσω σε τι κατασταση βρισκομουν.

Φτανοντας μπροστα στον καθρεφτη, αυτο που αντικρισα με αναγκασε να υποστω ενα ειδος σοκ που σιγουρα θα υπαρχει σαν ορος στην επιστημονικη διαλεκτο των ψυχολογων, κατι που δεν εχω υποψη μου αυτη τη στιγμη για να τον αναφερω και λυπαμαι γι’ αυτο. Ενα μπουκαλι βρισκοταν σφηνωμενο πανω στο καυκαλο του κεφαλιου μου, ενω το περιεχομενο του καπου ειχε χυθει, προφανως στον εγκεφαλο μου, όπως απεδειχθη αργοτερα. Ενα πελωριο διλημμα ξεπηδησε μεσα μου για το που οφειλοταν ο πονοκεφαλος και η σκοτοδινη που ενοιωθα. Στο καρφωμα του μπουκαλιου στο κεφαλι μου ή στο ποτισμα του εγκεφαλου μου με το περιεχομενο μιας ανεπαφης φιαλης με καθαρη βοτκα;

Αποφασισα να ασχοληθω με αυτο το ερωτημα αργοτερα γιατι προειχε η αφαιρεση του μπουκαλιου απο το κρανιο μου. Καθως το επιασα με το χερι μου, με προθεση να το τραβηξω προς τα εξω ακουσα ενα διαπεραστικο τριξιμο απο το λαιμο μου και πανω. Ακουστηκε ενα τριξιμο σαν αυτο που προκαλει ο μεντεσες μιας καταπακτης που εχει παραμεινει κλεισμενη για διακοσια εικοσιοχτω χρονια, όταν προσπαθουμε να την ανοιξουμε. Με το εφιαλτικο αυτο τριξιμο, μου δημιουργηθηκε και ενας επιπλεον φοβος οτι συμφωνα με τα δεδομενα της φυσικης- την οποια λατρευω- ενα αδειο μπουκαλι οταν το τραβαμε για το βγαλουμε από καπου που εχει σφηνωσει, δημιουργει ενα ειδος αναρρόφησης ικανης να ρουφηξει οτιδηποτε παρουσιασει ισχνη αντισταση. Στη φαση εκεινη που βρισκομουν ειναι φανερο ότι δεν ημουν σε θεση να υπολογισω το μετρο αντιστασης του εγκεφαλου μου οποτε αποφασισα να παραιτηθω προς το παρον και απο αυτην την προσπαθεια.

Δεν κρυβω οτι για μια στιγμη περασε μια φοβερη εικονα μπροστα απο τα ματια μου: να κρατω ενα μπουκαλι με τα μυαλα μου μεσα σε αυτο. Δεν ειναι και η καλυτερη εικονα που μπορει να φανταστει καποιος… εννοειται. Αφου εριξα λιγο νερο στο προσωπο μου, πιο πολυ για να ξεπλυνω τα αιματα παρα για να δροσιστω, βγηκα απο την τουαλετα και προχωρησα προς το μικρο χωλ που χρησιμοποιουσα για καθιστικο τις ανεπισημες ωρες της ημερας. Αυτο που αντικρυσα δεν με στενοχωρεσε ιδιαιτερα αλλα μου προκαλεσε την περιεργεια: τι ηταν αυτο που ειχε δημιουργησει ολο αυτο το μακελειο;

Τα παντα ηταν ανω κατω. Λες και ειχε περασει καποιος τυφωνας. Τιποτα δεν ηταν στη θεση του. Τα περισσοτερα αντικειμενα που κοσμουσαν το χωρο, και που τα ειχα αγορασει με χιλιες θυσιες. ηταν σπασμενα. Ακομα και ενα κουτι προφυλακτικα πολυτελειας που τα ειχα αγορασει απο τα Ηλυσια Πεδια δωροδοκωντας μαλιστα και καποιον στο τελωνειο για να τα περασω χωρις περαιτερω δασμους, ηταν ορθανοιχτο με τα πλαστικα αξεσουαρ του πεταμενα εδω και κει. Ακουμπησα με το ενα χερι στον τοιχο για να μη σωριαστω σαν αδειο σακι κατω και κοιτουσα το βομβαρισμενο τοπιο του διαμερισματος μου αναυδος.

Ημουν σιγουρος οτι ολη αυτη η κατασταση δεν ηταν δημιουργημα σεισμου. Καποιος ειχε βαλει το χερι του. Αρα αυτος που το εκανε πρεπει να ηταν ακομα μεσα στο σπιτι. Κατι μου ελεγε οτι δεν ειχε προλαβει ακομα να την κοπανησει. Με αυτη τη σκεψη, και με το μπουκαλι στο κεφαλι, εφτασα μεχρι το μικρο δωματιο που βρισκοταν στο τελος του διαδρομου που χρησιμοποιουσα σαν αποθηκη,ανοιξα την πορτα και χωρις να δυσκολευτω καθολου, επειδη ηξερα τους χωρους ακομα και με κλειστα ματια, αρπαξα μια παλια εξατμιση αυτοκινητου που ειχε ξεχαστει εκει. Ζυγιζοντας την με το χερι προσπαθησα να εξοικειωθω μαζι της κραδαινοντας την στον αερα σαν ξιφομαχος. Μεσα σε λιγα λεπτα αισθανθηκα ετοιμος να ανταποκριθω σε οποιαδηποτε κατασταση μαχης και αν προεκυπτε. Με τονωμενη την αυτοπεποιθηση αρχισα να ψαχνω σε κάθε γωνια του σπιτιου αυτον που δημιουργησε το εφιαλτικο χαος.

Οσο ομως και αν εψαξα δεν βρηκα κανενα. Κοντοσταθηκα για λιγο και το ποτισμενο με βοτκα μυαλο μου ξαφνικα αστραψε. Η ντουλαπα. Ναι, ειχα ξεχασει να ψαξω στο βαθος της ντουλαπας. Πισω απο τα ρουχα. Στις ταινιες εκει συνηθως κρυβονται οι μπαταξηδες. Αφου ασυναισθητα εφερα το χερι στο μπουκαλι πανω απ’ το κεφαλι μου για να διαπιστωσω οτι βρισκεται στη θεση του, με μικρα αλλα σταθερα βηματα εφτασα μπροστα απ’ τη ντουλαπα. Σταματησα και αφουγκραστηκα. Ενα αυτοκινητο περασε απ’ εξω, κορναρε, σπινιαρε πανω στην ασφαλτο και μετα ακολουθησε απολυτη ησυχια. Δεν ακουγονταν απολυτως τιποτα. Τιποτα; Οχι, λαθος. Κατι ακουγοταν. Ακουγοταν μια απαλη ανασα. Ειχα τις αισθησεις μου σε πληρη επιφυλακη. Μεσα σε αυτην την απολυτη ησυχια η ανασα γινοταν στιγμη με στιγμη πιο εντονη. Σαν να ενοιωθε οτι καποιος ειχε ανακαλυψει τον κρυψωνα του. Μετα απο λιγα λεπτα η ανασα ακουγοταν πλεον πολυκαθαρα. Ημουν πια σιγουρος οτι καποιος ηταν χωμενος μεσα στη ντουλαπα.

Το καταλαβε κι αυτος οτι ειχε γινει αντιληπτος γιατι κουνηθηκε απ’ τη θεση του. Φανηκε σαν να ειχε μουδιασει τοση ωρα στην ιδια θεση και αλλαξε σταση. Τοτε αποφασισα οτι το παιχνιδι ειχε πια κριθει γι’ αυτόν και του ειπα με οση αυστηρη φωνη διεθετα :

-Ενταξει... βγες εξω απο κει περα! Βγες εξω!Βγες εξω!Βγες... γιατι θα σε βγαλω εγω! Μ' ακους; Βγες εξω!Βγες εξω αμεσως!
-Κοφ' το! Θα σε μαχαιρωσω, γαμωτο!
-Ακουσε με... ειμαι κουρασμενος. Θελω να ηρεμησω λιγο. Εχω να σου προτεινω κατι... τα ξεχναμε ολα αυτα... εσυ παιρνεις τα συνεργα σου, εξαφανιζεσαι. Και τελος! Συμφωνοι; Συμφωνοι; Με ακους;
-Φωναξες τους μπατσους;
-Οχι.
-Θα τους φωναξεις;
-Αν δε βγεις εξω, θα το κανω. Ενταξει... θα παρω τηλεφωνω στους μπατσους.
-Οχι, μην το κανεις. Σε παρακαλω!
-Τοτε, βγες εξω και χασου!
-Ενταξει, αλλα θα κρατησω το μεταλλικο κουτακι.
-Ποιο μεταλλικο κουτακι;
-Αυτο με τις σφαιρες.
-Αποκλειεται! Τα συνεργα σου και δρομο! Γιατι διαλεξες το σπιτι μου; Γιατι οχι του διπλανου, του κοπανου;
-Εχει σκυλο.
-Γιατι οχι τα αλλα σπιτια της γειτονιας;
-Κι αυτα εχουν σκυλους.
-Ολα εχουν σκυλους;
-Ναι.
-Ολοι οι γειτονες μου εχουν σκυλους;
-Ναι.
-Ελα, σηκω πανω, ωχ γυναικα εισαι; Γυναικα εισαι γαμω το κερατο μου;
-Ναι, και δεν με υπακουν τα ποδια μου.
-Μπορεις να τα κουνησεις;
-Οχι. Δεν τα αισθανομαι.
-Βλεπεις; Μπορεις να τα κουνησεις. Σηκω επανω.
-Με πονανε. Καποιο καταγμα θα εχω.
-Μαλακιες! Σηκω πανω.
-Ποναω, στο ορκιζομαι.
-Γυρισε προς τα μπρος.
-Τι πραγμα;
-Γυρισε προς τα μπρος. Για να δω τα χερια σου. Που ειναι το μαχαιρι σου;
-Δεν εχω μαχαιρι.
-Που ειναι το μαχαιρι;
-Δεν εχω κανενα μαχαιρι!
-Ειπες οτι ειχες.
-Ετσι το ειπα...για να μη με ξυλοφορτωσεις. Σου ορκιζομαι πως δεν εχω. Μην μου ριξεις καμια γρηγορη! Ορκιζομαι πως δεν εχω τιποτα. Μη με ξαναχτυπησεις.
-Δε σε χτυπησα ακομη. Που πονας;
-Εδω.
-Που.. εκει;
-Εδω.
-Δε φωναξα τους μπατσους. Μεινε εκει που εισαι.
-Γιατι;
-Μην κουνηθεις γιατι αλλιως...Πως σε λενε;
-Μαρθα.
-Μαρθα;
-Ναι. Και ειμαι ενα κτηνος με γυναικεια μορφη.

Το κτηνος εμεινε μαζι μου πεντε μηνες. Την ημερα ομως που ενας κομπογιαννιτης μου αφαιρεσε τη μπουκαλα απο το κρανιο, το κτηνος ανεξηγητα εξαφανιστηκε. Εφυγε οπως ακριβως ηρθε. Λες και δεν υπηρξε ποτε. Η πληγη στο κεφαλι μου επουλωθηκε πολυ γρηγορα και τα πραγματα πηραν παλι τον δρομο τους, οπως και πριν.