23.12.09

Ευχές από τον πνευματικό μου καθρέπτη


... σπρωξε, σπρωξε στο τελος κατι θα χωρεσει και για 'μας ...


Χρονια πολλα


.
-Καλησπερα πνευματικε μου καθρεπτη.
-Καλησπερα.
-Βλεπω αφησες μουστακι.
-Δεν ειναι μουστακι, ειναι αφρος μπυρας.
-Που τη βρηκες;
-Σου επεσε καθως εφευγες την τελευταια φορα που με επισκεφθηκες.
-Αδυνατο. Δεν αφηνω τιποτε πισω μου οταν φευγω.
-Τοτε για μια φορα φανηκες απροσεχτος.





Μολις ειχα κατεβει τα σκαλοπατια του σκοτεινου ημιυπογειου δωματιου που νοικιαζα για λογαριασμο του πνευματικου μου καθρεπτη. Ηταν δικη του επιλογη αυτο το μερος. Ενα δωματιο χωρις φωτισμο, επιπλα, κουρτινες, οικιακες συσκευες, τηλεφωνο. Ενας χωρος γυμνος. Ενας χωρος ακαταλληλος για συνενοχους.
.
Στο τελος καθε χρονιας διατηρω τη δυσνοητη συνηθεια, να βρισκομαι ενωπιος ενωπιω με τον πνευματικο μου καθρεπτη. Ο πνευματικος μου καθρεπτης, εχει αναλαβει αυτη τη διαδικασια αυτοκλητα -εχουν περασει τοσα χρονια που δεν θυμαμαι ποιος του εδωσε αυτο το δικαιωμα- για την εκτιμηση της ψυχικης μου συμπεριφορας και καταστασης αλλα και, το πιο σημαντικο, της ψυχικης μου ανατασης, αν απαιτειται.
.
Να σημειωθει εδω με εντονα γραμματα οτι ο πνευματικος μου καθρεπτης δεν ανηκει σε καμμια σχολη, συλλογο, θρησκεια, συνδικατο, απελευθερωτικο μετωπο, ομαδα αιματος, ναυτικο ομιλο, λεσχη απατημενων κουμπαρων και τελος παντων, ολα τα συναφη που εχουν σχεση με την ομαδοποιημενη, συνεπως ελεγχομενη, κοινωνικη συνειδηση. Εκτιμωντας ολα τα προηγουμενα στην αρχη της γνωριμιας μας, απεκτησα, δικαια, την πεποιθηση οτι εχω καθε λογο να εμπιστευομαι την αποψη του και να δινω την πρεπουσα σημασια σ’ αυτη. Οποιος βιαστει και τον χαρακτηρισει ως καθοδηγητη θα κανει τεραστιο λαθος, γι’ αυτο τον συμβουλευω να αποφυγει τα βιαστικα συμπερασματα γιατι θα πεσει σαν κουτορνιθι στην παγιδα του μη αναγκαιου ατοπηματος.

Ετσι λοιπον, χθες λιγο πριν σκοτεινιασει, με τα συννεφα να ‘ναι ακομα κοκκινα στον ουρανο, πηγα και σταθηκα απεναντι του. Με κοιταξε ως συνηθως με υποψιασμενο βλεμμα, μειδιασε ελαφρως ειρωνικα και, ειπε:
-Λοιπον, τι εχουμε φετος; Υπαρχει κατι καινουργιο να μου πεις; Αν ειναι να επαναλαβεις την ιδια μαλακια που μου κοπανας τα τελευταια χρονια, κοψε λασπη. Δεν εχω καμμια ορεξη ν’ ακουσω παλι τα ιδια.
-Ακου, εχουν παρει πολυ αερα τα μυαλα σου. Σου υπενθυμιζω οτι την υπαρξη σου την οφειλεις σε μενα. Διαφορετικα θα ‘σουν μια ξεραμενη κουραδα πεταμενη στην ακρη του δρομου, που ικετευει καποιο απο τα ποδια που περνουν διπλα σου να σε κλωτσησει, ειτε απο τυχη ειτε απο αηδια, για να βρεθεις στον υπονομο, το φυσικο σου περιβαλλον, που περναει απο κατω για να νοιωσεις λιγη δροσια και ανακουφιση.
Ο πνευματικος μου καθρεπτης χαμηλωσε το βλεμμα σκεφτικος. Εδειχνε μελαγχολικος. Δεν μιλησε για λιγο. Ειχε τα χειλη σφιγμενα. Επεσε σιωπη στο αδειο δωματιο. Μετα, ξανασηκωσε τα ματια του και ειπε:
-Ναι ετσι ειναι. Διχως εσενα θα ‘μουν ανυπαρκτος. Αλλα μη ξεχνας οτι και σε μενα οφειλεις πολλα. Ειναι σαφες οτι ο ενας εχει αναγκη τον αλλον.
Εκανα πως δεν ακουσα και δεν αποκριθηκα.
-Εσυ κατι εχεις. Σε βλεπω προβληματισμενο. Ειμαι ολος αυτια. Εξ’ αλλου γι’ αυτο το λογο ηρθες.
-Ναι. Εχω κατι πολυ σοβαρο να σου πω, αλλα δεν ξερω πως να το εκφρασω.
-Πες το οπως σου βγαινει.
-Να, τωρα τελευταια αισθανομαι οτι εχω γινει ....
-Τι εχεις γινει;
-Οτι εχω γινει...
-Απροσεχτος;
-Οχι, οτι εχω γινει..
-Ονειροπολος;
-Οχι, οτι εχω γινει.. πως να το πω..;
-Ματακιας;
-Οχι, οχι τετοιο, θελω να βρω τη σωστη λεξη...
-Πουστης;
-Οχι καμμια σχεση... μμμ ... νομιζω...
-Κουφος;
-Οχι. Το βρηκα!
-Αντε πες το..
-Οτι εχω γινει συναισθηματικος....
-Συναισθηματικος; Ελα τωρα...
-Ναι, αυτο ειναι! Συναισθηματικος..
-Και δυσκολευοσουν να βρεις αυτη τη λεξη;
-Σωστα.
-Γιατι;
-Δεν ξερω.
-Τι σε εκανε να πιστευεις οτι εχεις γινει συναισθηματικος;
-Διαφορα περιστατικα.
-Θα μου πεις καποιο απο αυτα για να εχω μια πιο συγκεκριμενη εικονα;
-Ναι. Πριν μερικες μερες μπροστα στα ματια μου, μεσα στο πληθος καποιος χαστουκισε αγρια τη συντροφο του. Χωρις να το καταλαβω ορμησα αλαφιασμενος και του εχωσα το δαχτυλο οσο πιο βαθεια μπορουσα.
-Που; Στο κωλο;
-Οχι στο ματι.
-Του το εβγαλες ;
-Δεν ξερω γιατι επεσε πανω μου το πληθος και με απομακρυνε απο το χωρο. Ημουν σε εξαλλη κατασταση. Ακομα και τωρα που το σκεφτομαι το νευρικο μου συστημα δεχεται τρομερη δοκιμασια.
-Καλα ηρεμησε. Υπαρχει καποιο αλλο περιστατικο που να στοιχειοθετει την ταση σου για συναισθηματικη εξαρση;
-Θα σου πω ακομα ενα που νομιζω οτι αποτελει πιο χαρακτηριστικο δειγμα.
-Σε ακουω.
-Πριν πεντε μερες ειχα τα γενεθλια μου.
-Να τα εκατοστησεις.
-Ευχαριστω. Εγω φυσικα οπως καθε χρονια το ‘χα ξεχασει εντελως. Προς το τελος της μερας χτυπησε το τηλεφωνο. Ηταν το κοκκινο ειδυλλιο που μου ζητησε να συναντηθουμε επειγοντως. Επειδη η φωνη ακουγοταν λαχανιασμενη, θεωρησα οτι κατι σοβαρο θα συνεβαινε. Εκρινα σκοπιμο να το συναντησω αμεσως. Η συναντηση οριστηκε κατω απο το πετροχτιστο καμπαναριο στην πλατεια της αγιας αικατερινης στις εννια ακριβως, το βραδυ. Θυμαμαι την ωρα γιατι καθως ημουν κατω απο το ρολοι του καμπαναριου εκεινο αρχισε να χτυπαει δαιμονισμενα εννια φορες. Εκανε τετοιο θορυβο που τρομαξα τοσο πολυ που το εβαλα στα ποδια τρεχοντας προς αδιευκρινιστη κατευθυνση. Ευτυχως η φωνη του ειδυλλιου που ακουσα να με καλει καταπραϋνε την τρομαρα μου και σταματησα. Με τα πολλα αφου καταφερα να ριξω τους παλμους της καρδιας μου -με ενα κολπο που μου εμαθε μια νοσοκομα μια φορα κι ενα καιρο- το ειδυλλιο μου αποκαλυψε το λογο που με καλεσε. Επεσα απ’ τα συννεφα. Η χειρονομια που εκανε με αφησε αφωνο. Αφωνο απο συγκινηση. Μου προσφερε ενα υπεροχο δωρο για τα γενεθλια μου. Ενοιωσα μια εκρηξη μεσα μου, σαν φουρνελο σε νταμαρι. Η καρδια μου αρχισε να κτυπαει σαν κομπρεσερ. Με φωνη που ετρεμε ευχαριστησα το κοκκινο ειδυλλιο και το αγκαλιασα. Που; Καταμεσις του δρομου. Ποιος; Εγω! Εγω να αγκαλιασω το ειδυλλιο στη μεση μιας πλατειας γεματη κοσμο! Ανηκουστο. Παντα χαρακτηριζα αυτους που αγκαλιαζονται ερωτικα σε δημοσιους χωρους ως επιδειξιομανεις, κρυοκωλους, φτηνους θεατρινους, ξιπασμενους. Κι ομως να, εκανα ακριβως το ιδιο. Εκεινη τη στιγμη ακριβως διαπιστωσα οτι οι αποχρωσεις ενδειξεις για εντονη ταση συναισθηματικης συμπεριφορας που ειχα το τελευταιο διαστημα, εγιναν χειροπιαστες αποδειξεις. Ηταν βεβαιο οτι κατι ανεπανορθωτο ειχε συμβει στον εσωτερικο μου κοσμο. Απο εκεινη τη στιγμη και μετα νοιωθω διχασμενος. Το παλιο με το καινουργιο δινουν μια λυσσαλεα μαχη για το ποιο θα κυριαρχησει. Ειμαι σε τρομερο αδιεξοδο. Γι’ αυτο το λογο ηρθα να μου δωσεις τη συμβουλη σου, αν και θα ερχομουν ετσι κι αλλιως οπως το συνηθιζω καθε τελος χρονιας.
.
Ο πνευματικος καθρεπτης κουνησε τα ματια του και κοιταξε πισω απ’ την πλατη μου. Σαν να ατενιζε στο απειρο. Εδειχνε αφηρημενος.
-Δωσε μου ενα τσιγαρο.
Του εδωσα ενα τσιγαρο. Αναψα για μενα αλλο ενα. Θα το ειχε καπνισει μεχρι τη μεση οταν γυρισε και μου ειπε.
-Δεν θελω να σε στενοχωρησω αλλα αυτη η αλλαγη που διεκρινες στον χαρακτηρα σου ειναι χαρακτηριστικο δειγμα οτι γερνας. Περνας τη λεπτη γραμμη που περναει καθε αντρας απο μια ηλικια και μετα. Αφηνεις ασυναισθητα πισω ενα κομματι του εαυτου σου που μαζι του εζησες για πολλα χρονια και εγινες ενα με αυτο. Το δυνατο τρανταγμα που ενοιωσες ηταν η δυναμη της αλλαγης που ηρθε και σε βρηκε απροετοιμαστο. Νομιζω οτι τα δυσκολα εφυγαν. Το πρωτο κυμα, το πιο ισχυρο περασε. Τα επομενα ειναι απλοι κυματισμοι που απλως θα στο υπενθυμιζουν. Προσπαθησε να επιπλευσεις πανω τους, δεν εχεις αλλη επιλογη. Αυτα ειχα πω.
.
Εμεινα να τον κοιταζω σκεφτηκος. Μετα χαμογελασα. Εχωσα τα χερια στις τσεπες του παντελονιου μου και τις γυρισα προς τα εξω. Οτι υπηρχε μεσα επεσε το πατωμα. Ο πνευματικος μου καθρεπτης με κοιταζε με περιεργεια. Σιγουρα ειχε καταλαβει το νοημα της κινησης μου.
Χαμογελασε κι αυτος.
-Φευγω τωρα, θα τα πουμε του χρονου παλι.
-Καλα, προσεχε τις ναρκες εκει εξω, ξερεις τι εννοω.
Σηκωσα το χερι και του εκανα κωλοδαχτυλο.
-Αληταμπουρα, ψιθυρισε πισω μου καθως τον αφηνα.
.
Ανεβηκα βιαστικα τα σκαλοπατια, ανοιξα την πορτα, βγηκα εξω, διπλοκλειδωσα τη πορτα πισω μου και βρεθηκα στο πλακοστρωτο μισοσκοτεινο δρομακι. Σταθηκα για λιγο και κοιταξα ψηλα. Τα αστερια ηταν ακομα στη θεση τους. Η νυχτα ειχε προχωρησει. Τραβηξα μια δυνατη εισπνοη απο τη μυτη. Η αιωνια εντονη μυρωδια της σαπιλας διατηρουταν ακομα αναλλοιωτη στην ατμοσφαιρα. Ολα ηταν ακριβως τα ιδια, δεν ειχε αλλαξει τιποτα. Δεν ξερω γιατι, αλλα διαπιστωσα οτι ενοιωσα ικανοποιηση που βρεθηκα παλι σε αυτο το γνωριμο οικειο περιβαλλον.
.
«Υπαρχουν καποια πραγματα που δυσκολα αλλαζουν κι ενα απο αυτα ειναι ο κοσμος που μας πεταξαν να ζησουμε» σκεφθηκα και, βαζοντας τα χερια στις τσεπες απομακρυνθηκα οσο πιο γρηγορα γινοταν απο το ημιυπογειο μικρο δωματιο.

16.12.09

Ο σκύλος φάντασμα




Φτυνεις ψηλα, φτυνεις τα μουτρα σου.
Φτυνεις χαμηλα , φτυνεις τ' αρχιδια σου.
Αργυρης Θαλασσιος - πρωην οπιομανης ερασιτεχνης φιλοσοφος,
νυν πεθαμενος. Ημουν φιλος του.




Σταματησα εξω απ’ το περιπτερο. Εσβησα τη μηχανη του αυτοκινητου και βγηκα εξω. Το κρυο ηταν τσουχτερο. Σηκωσα το φερμουαρ του μπουφαν μεχρι το λαιμο και ανασκουμπωθηκα. Δεν ειχε περασει πολύ ωρα απο τη στιγμη που προσγειωθηκε το αεροπλανο και ημουν ακομα μουδιασμενος. Ηταν δυσκολη η αποψινη νυχτα. Αρκετα δυσκολη. Ημουν ομως συνηθισμενος σε αυτα. Καθισα για λιγο στο καπο του αυτοκινητου για να καπνισω το τελευταιο τσιγαρο του πακετου. Η λαμαρινα ηταν ακομα κρυα. Δεν ειχε προλαβει να ζεσταθει. Τραβηξα μια βαθεια ρουφηξια. Παντα μ’ αρεσε να καπνιζω στο κρυο. Κοιταξα τριγυρω. Το βλεμμα μου επεσε σε μια φωτεινη ταμπελα με κοκκινα γραμματα σε σκουρο μπλε φοντο. Ηταν ενα μπαρ. Ακριβως διπλα στο περιπτερο. Παραξενευτηκα. Πως δεν εχω ξαναδει αυτο το μπαρ; σκεφθηκα. Περιεργο. Ισως ανοιξε τωρα που ελειπα σε ταξιδι.
.
Τις σκεψεις μου διεκοψε αποτομα ενα καφε μεγαλοσωμο σκυλι που ηρθε χωρις να το παρω ειδηση και σταματησε μπροστα στα ποδια μου. Με πλησιασε μπουσουλωντας δειλα και, αρχισε να γλειφει τις μυτες απ’ τις μποτες μου. Δεν αντεδρασα. Απλα το κοιταζα. Ποτε ποτε σηκωνε το βλεμμα του και με κοιταζε στα ματια. Συνεχισε για μερικα λεπτα ακομα και μετα σταματησε. Εκανε μερικα βηματα πισω και σταθηκε απεναντι μου. Με κοιταξε και εντελως ξαφνικα αρχισε να κλαιει. Τα δακρυα του ετρεχαν ποταμι ενω τα ουρλιαχτα του μου τρυπουσαν τ’ αυτια. Ανατριχιασα στιγμιαια αλλα δεν εκανα τιποτα. Απλα συνεχιζα να το κοιταζω καταματα. Αυτο κρατησε λιγα λεπτα της ωρας. Μετα, οπως ξαφνικα αρχισε να κλαιει ετσι ξαφνικα σταματησε. Δεν ειχε δακρυα στα ματια. Ηταν εντελως στεγνα. Λες και δεν ειχε κλαψει ποτε. Το τσιγαρο τελειωσε και το πεταξα μπροστα μου. Το πατησα στρουφιζοντας το με τη μυτη της μποτας μου. Προχωρησα προς το περιπτερο. Βγαζοντας τα λεφτα απ’ τη τσεπη του παντελονιου γυρισα το κεφαλι πανω απ’ τον ωμο. Το σκυλι καθοταν στα δυο πισινα του ποδια ακομα εκει. Δεν ειχε κουνησει ουτε χιλιοστο. Εστριψα το κεφαλι μου μπροστα σκυβοντας προς το τζαμενιο παραθυρακι του περιπτερου. Ηταν κλειστο και θαμπωμενο απο τα χνωτα που υπηρχαν στο εσωτερικο του.
.
Μπορεσα να διακρινω μια ανθρωπινη φιγουρα που καθοταν σε ενα χαμηλο καρεκλακι και κουνιοταν ρυθμικα μπρος πισω. Σαν να υπακουε σε καποιο μουσικο αργο ρυθμο. Χτυπησα απαλα με το δαχτυλο. Δεν ακουσε γιατι συνεχισε να κινειται χωρις να αλλαξει στο ελαχιστο το ρυθμο του. Ασυναισθητα γυρισα παλι το κεφαλι μου προς το σκυλι. Ηταν ακομα εκει. Στην ακρη του δρομου να με κοιταζει ισια στα ματια. Γυρισα και ξαναχτυπησα αυτη τη φορα πιο δυνατα. Η κουνιστη φιγουρα πρεπει να με ακουσε γιατι εστριψε το κεφαλι προς το μερος μου. Το κορμι ομως εμεινε σταθερο. Απλωσε το δεξι χερι και εσυρε αργα το τζαμενιο θαμπο πορτακι του μικρου παραθυρου. Η υγρασια απο τα χνωτα που υπηρχε επανω δημιουργησε ενα λεπτο και διαπεραστικο ηχο που με εκανε να ανατριχιασω. Ενοιωσα σαν να μου ξυραφιζαν τη πλατη κατα μηκος της ραχοκοκαλιας. Στο μικρο ανοιγμα εμφανιστηκε το προσωπο ενος πολυ γερου αντρα. Ένα κοκκαλιαρικο, κιτρινο, με ματια χωρις βλεφαρα, γεματο ρυτιδες προσωπο. Το στομα του ηταν μισανοιχτο.Του ελειπαν σχεδον ολα τα δοντια. Ανασαινε βαρια. Παγωσα μολις αντικρυσα αυτο το αποκοσμο προσωπο. Ακουμπησα τα χρηματα που ειχα βγαλει απο τη τσεπη στο πιατακι. Μετα βιας βγηκε η φωνη από το στομα μου. Ζητησα ενα πακετο τσιγαρα, ενα κουτι ασπιρινες, δυο οδοντογλυφιδες και μια λευκη σοκολατα. Χωρις να παρει το βλεμμα του απο πανω μου απλωσε το χερι του στα γυρω ραφακια κατεβασε και ακουμπησε στο πιατακι αυτα που του ειχα ζητησει. Με κοιτουσε επιμονα σαν να περιμενε να ακουσει κατι απο εμενα. Το μυαλο μου σταματησε για μια στιγμη. Δεν ηξερα τι να πω. Μετα, τον ρωτησα το πρωτο πραγμα που μου ‘ρθε στο μυαλο.
«Γερο ,τι ειναι ζωη;»
Ο γερος σαν να περιμενε την ερωτηση μου, με το κεφαλι του μου εκανε νοημα να τον πλησιασω περισσοτερο. Εσκυψε κι αυτος λιγο ακομα, κοιταξε δεξια και αριστερα χωρις να κουνησει το κεφαλι του , ενω το στομα του ακουμπησε σχεδον στο αυτι μου. Μιλησε πολυ αργα και με ψιθυριστη φωνη σαν να φοβοταν μην τον ακουσει καποιος αλλος εκτος απο μενα.
Ειπε δωδεκα λεξεις. Τις μετρησα. Ακριβως δωδεκα λεξεις.
.
Τον κοιταξα αφοβα μεσα στα ματια. Οι κορες των ματιων του ειχαν εξαφανιστει . Ειχε μεινει μονο ενα ξεβαμμενο ασπραδι. Το χερι που απλωσα για να παρω αυτα που ειχα ζητησει, σταματησε. Εμεινε εκει, στον αερα. Τεντωμενο, μετεωρο. Μετα αρχισε να κατεβαινει αργα προς το σημειο που ηταν η αγκραφα της ζωνης του παντελονιου μου, χωρις να αφησω το γερο ουτε μια στιγμη απ’ τα ματια μου. Επιασα σφιχτα το περιστροφο και το τραβηξα . Ενοιωσα τη λαβη παγωμενη. Το σηκωσα, και το εφερα μερικα χιλιοστα απο το ζαρωμενο κουτελο του γερου. Τα ματια του ανοιξαν ελαφρα ενω ενα απροσδιοριστο ελαφρυ μειδιασμα ζωγραφιστηκε στο μικρο σαν τρυπα στομα του.
«Σωστα απαντησες γερο, αλλα δεν πρεπει να το μαθουν οι αλλοι. Μη το παιρνεις προσωπικα» ειπα και τραβηξα τη σκανδαλη. Ακομα και τωρα μπορω να παρω ορκο οτι δεν ακουσα κροτο απο πυροβολισμο και δεν ειδα καμια λαμψη να βγαινει απο την κανη του περιστροφου. Ενοιωσα μοναχα το τρανταγμα. Το σαρανταπενταρι υπακουοντας στην εντολη που του εδωσα , εφτυσε με οση δυναμη ειχε μεσα του ενα μικρο κομματι μολυβι. Αρκετο για να δημιουργησει μια μικρη τρυπουλα στο μετωπο του γερου. Εκεινος αφου ορθανοιξε το στομα του, χωρις να λυγισει το σωμα του εγειρε προς τα πισω , ακουμπωντας απαλα με την πλατη στον ξυλινο τοιχο του περιπτερου. Το κορμι του εμεινε τεντωμενο , σαν ειχε επελθει πληρης δυσκαμψια μεσα σε ελαχιστα δευτερολεπτα. Αν τον ακουμπουσα βαζω στοιχημα οτι θα ηταν ηδη παγωμενος.
.
Πηρα τα πραγματα μου αφησα το χαρτονομισμα και κοιταξα γυρω. Το σκυλι ειχε εξαφανισθει. Στο δρομο δεν υπηρχε ψυχη παρα μονο το αυτοκινητο μου. Μια ψιχαλα με χτυπησε στο μαγουλο. Κοιταξα ψηλα τον ουρανο. Ερχοταν βροχη. Περπατησα μερικα βηματα και βρεθηκα μπροστα στη πορτα του μπαρ. Μουσικη ακουγοταν απο μεσα. Εσπρωξα απαλα τη πορτα και μπηκα. Σταθηκα λιγο για να συνηθισουν τα ματια μου στο χαμηλο φωτισμο. Εκανα ακομα μερικα βηματα και σταματησα. Περιεργαστηκα για λιγο το χωρο και προχωρησα. Δεν υπηρχε κανεις εκει μεσα εκτος απο μια σερβιτορα πισω από τη μπαρα. Διαλεξα ενα τραπεζι σε ενα σημειο που δεν φωτιζοταν σχεδον καθολου. Με εκπληξη συνειδητοποιησα οτι κρατουσα ακομα το περιστροφο. Το αφησα πανω στο τραπεζι, καθισα στην καρεκλα και κοιταξα μηχανικα τις μποτες μου. Ηταν ακομα γυαλισμενες απο τη γλωσσα του σκυλου. Εκεινη τη στιγμη κατεφθασε η σερβιτορα και με ρωτησε τι θα παρω. Της ειπα το ποτο που ηθελα. Εφυγε. Κοιταξα παλι γυρω . Πιο καλα αυτη τη φορα γιατι τα ματια μου ειχαν εξοικειωθει στο μισοσκοταδο. Δεν υπηρχε κανεις. Μονο η σερβιτορα κι εγω. Ξαφνικα η πορτα ανοιξε με δυναμη και χτυπησε πισω στον τοιχο. Καταλαβα οτι εξω ειχε σηκωθει δυνατος αερας με καταρρακτωδη βροχη. Η κοπελα εφερε το ποτο και το ακουμπησε στο τραπεζι απαλα.Το βλεμμα της επεσε στο σιδερικο. Δεν εδειξε καμμια εκπληξη.
.
Γυρισε την πλατη και εφυγε. Σηκωσα το ποτηρι και το ηπια μονορουφι. Ζεσταθηκα λιγο. Με το χερι παρηγγειλα ακομη ενα. Αναψα ενα τσιγαρο και αρχισα να καπνιζω. Η σερβιτορα εφθασε με το ποτο. Το αφησε στο τραπεζι και χωρις να με κοιταξει αυτη τη φορα γυρισε και εφυγε. Το ηπια και αυτο μονορουφι. Μαζεψα το περιστροφο σηκωθηκα και πλησιασα στη μπαρα να πληρωσω. Αφησα ενα χαρτονομισμα και εσβησα το τσιγαρο σε ενα μεγαλο γυαλινο σταχτοδοχειο. Η σερβιτορα με κοιτουσε σαν να παρατηρουσε αυτη τη φορα με προσοχη καθε κινηση μου. Ριχνοντας της μια τελευταια ματια, γυρισα και προχωρησα προς την εξοδο. Ανοιξα την πορτα και βρεθηκα εξω. Ενα μιγμα παγωμενου αερα και δυνατης βροχης με ελουσε. Σηκωσα τα πετα του μπουφαν και ετοιμαστηκα να προχωρησω προς το αυτοκινητο, οταν ειδα δεξια μου το καφε σκυλι να κειτεται στο πεζοδρομιο. Νομιζω οτι διεκρινα καποιο νοημα στα ματια του. Ημουν ετοιμος να μη του δωσω σημασια και να φυγω, οταν παρατηρησα κατι που μου τραβηξε την προσοχη. Στο μετωπο του ειχε ενα σκουρο σημαδι που δεν υπηρχε οταν το συναντησα την πρωτη φορα, πριν λιγη ωρα. Εσκυψα και εβαλα το δαχτυλο πανω στο σημαδι.
.
Το δακτυλο μου χωθηκε μεσα. Διαπιστωσα οτι ηταν μια τρυπα. Το τραβηξα εξω ξαφνιασμενος. Το εβαλα ξανα για να σιγουρευτω. Ηταν πραγματι μια βαθεια τρυπα. Το ξανατραβηξα εξω και το κοιταξα. Δεν υπηρχαν καθολου ιχνη αιματος. Σηκωθηκα πανω σαν ελατηριο και αφηνοντας το σκυλι ξαπλωμενο κατω προχωρησα βιαστικα προς το περιπτερο. Τραβηξα δυνατα το γυαλινο παραθυρακι και κοιταξα με αγωνια μεσα, θελοντας να εξακριβωσω αυτο που ειχα στο μυαλο μου οσο πιο γρηγορα γινοταν. Μια μεσηλικη κυρια καθοταν και διαβαζε ενα περιοδικο. Γυρισε το κεφαλι της και με κοιταξε τρομαγμενη.
«Θελετε κατι κυριε;» με ρωτησε με ξαφνιασμενη.
«Που ειναι ο γερος;» τη ρωτησα κοφτα.
«Ποιος γερος;»
«Ο γερος που ηταν εδω πριν απο σενα ».
«Εδω δεν υπαρχει κανεις γερος».
«Ασε τα ψοφια και πες μου που ειναι ο γερος» ειπα σε αυστηρο τονο.
«Αφου σου εξηγησα οτι δεν υπαρχει κανεις γερος εδω».
Την κοιταξα καλα. Δεν ηξερα τι να κανω.
«Σε ποιον ανηκει το περιπτερο;» την ξαναρωτησα.
«Το περιπτερο μας ανηκει εδω και τριαντα χρονια. Το εδωσε το κρατος στον πατερα μου που ηταν τραυματιας πολεμου και μετα το βιαιο θανατο του, το κληρονομησα εγω. Ο θεος να τον συγχωρεσει που μου αφησε αυτη την τρυπα και ετσι μπορεσα να ζησω με αξιοπρεπεια αλλιως δεν ξερω τι θα ειχα απογινει» ειπε βγαζοντας ενα αναστεναγμο ανακουφισης και κανοντας το σταυρο της.
«Ποτε πεθανε ο πατερας σου;»
«Πριν απο εφτα χρονια, θεος σχωρεστον» αποκριθηκε κι εκανε παλι το σταυρο της.
«Πως πεθανε;»
«Καποιος τον πυροβολησε ενα βραδυ. Του φυτεψε μια σφαιρα στο μετωπο και μετα εξαφανισθηκε. Παντως δεν επροκειτο για ληστεια ενω ο δολοφονος δεν βρεθηκε ποτε»
Εμεινα να την κοιταζω αναυδος. Μολις βρηκα την ψυχραιμια μου τη ρωτησα.
«Παντρεμενη εισαι;».
«Όχι. Δυστυχως δεν παντρευτηκα ποτε. Εδω σταθηκα ατυχη. Ο μοναδικος αντρας που αγαπησα και με αγαπησε, εβαλε μονος του τελος στη ζωη του λιγο πριν περασουμε τα σκαλοπατια της εκκλησιας» αποκριθηκε με θλιμμενο υφος.
«Για ποιο λογο αυτοκτονησε;»
«Του ειχε δημιουργηθει εντονα η ιδεα οτι τον κυνηγουσε ενας σκυλος - φαντασμα» ειπε χαμηλωνοντας το βλεμμα.
«Μιλας σοβαρα;»
«Μιλω για τον ερωτα της ζωης μου , ειναι δυνατον να μην μιλω σοβαρα;»
«Δεν υπαρχει κανεις αλλος που να μενει μαζι σου;»
«Όχι απολυτως κανεις , ειμαι ολομοναχη σε αυτο τον κοσμο».
Δεν ειχα να πω κατι αλλο. Ετοιμαστηκα να φυγω.
«Κανε υπομονη, ολο και καποιος θα νοιαστει για σενα» της ειπα και γυρισα να φυγω.
.
Δεν μου απαντησε. Προχωρησα προς το αυτοκινητο. Πριν βαλω μπροστα τη μηχανη εριξα μια τελευταια ματια τριγυρω. Δεν υπηρχε κανεις. Ακομα και το σκυλι ειχε γινει αφαντο. Γυρισα τη μιζα. Η μηχανη μουγκρισε δυνατα σαν να ηθελε να αποδειξει με αυτό τον τροπο τη δυναμη της. Πατησα αποτομα τερμα το γκαζι. Το αυτοκινητο ορμησε ασυγκρατητο μπροστα σχιζοντας με μισος τη νυχτα. Λιγο πριν παρω τη στροφη για να βγω στο κεντρικο δρομο, ριχνοντας μια πεταχτη ματια στο αριστερο καθρεφτακι μου φανηκε οτι ειδα ενα μεγαλοσωπο καφε σκυλι να στεκει στη μεση του δρομου. Σαστισα για λιγο αλλα συνεχισα πατωντας το γκαζι με οση δυναμη ειχε το ποδι μου. Το μοναδικο πραγμα που αφησα πισω μου ηταν τα σημαδια του καουτσουκ που εμειναν στο δρομο απο τα λαστιχα του αυτοκινητου.

12.12.09

Κάνε τα λάθη σου ψυχή μου





Αχ αυτα τα λαθη σου! Κυλανε σαν χνουδωτα χαλακια
στο γυαλιστερο περιτυλιγμα της καρδιας μου.
Ερχονται εκεινη την ωρα την σιωπηλη,
την στιγμη που κλεινουν οι πορτες
στη σιωπη να χωθω.

Ειναι εκεινες οι ωρες που επιστρεφει
τα δανεικα της η ζωη.
Ετσι ξαφνικα χρεωνεται ξανα
και γυριζει στα πρωθυστερα.

Αχ αυτα τα λαθη σου! Γαργαρο νερο
στη διψα. Ψωμι στην πεινα.
Την ωρα που σκεφτεσαι πως τιποτα δεν ειναι λαθος
οταν πεινας κι οταν διψας.

Την ωρα που βλεπεις τα χειλη μου, χερσα γη
την αγκαλια μου, αδειο ραφι.
Εκεινη την στιγμη, τη μια τη μοναδικη
που οι σκεψεις μας μοιραστηκαν την αποσταση
να κουβεντιασουν, χωρις εμας, για εμας.


Κανε τα λαθη σου ψυχη μου,
οταν ολοι οι αλλοι ειναι κοντα και μακρια.
Εχουν οι σκεψεις μας θεριεψει
σε πεισμα του «πρεπει».
Κανε τα λαθη σου τα τοσο μικρα και ασημαντα
παρηγορια στη θλιψη.