27.12.10

Μελαγχολικό λουλούδι

Ένα πρωινό μιας ηλιόλουστης  μέρας , παραμονές Χριστουγέννων του 19…., ο Νώε Ντελίριος  , ένας  μακροκάνης  μεσήλικας  , φορώντας ένα τριμμένο καφετί  σώβρακο   κάθισε νωχελικά στο κατώφλι του σπιτιού του  να λιάσει  τα γυμνά κοκκαλιάρικα  κανιά του. Μπροστά του απλώνονταν  μια απεριποίητη - περιφραγμένη με χαμηλό μαντρότοιχο - μικρή  αυλή,   που καλυπτόταν  σχεδόν ολόκληρη   από κιτρινοπράσινο ατημέλητο γρασίδι δεύτερης διαλογής. Ο Νώε Ντελίριος  κατέβαζε γερές θορυβώδεις γουλιές  ζεστής σοκολάτας ανακατεμένης με  μία δαχτυλήθρα  ρούμι Ron Zacapa Centenario . Με νοσταλγικό βλέμμα παρακολουθούσε  ένα μικρό σύννεφο που περνούσε αργόσυρτα   πάνω απ’ το κεφάλι του. Ξάφνου  σκέφτηκε κάτι , και σαν να τον τσίμπησε   σκορπιός , τινάχτηκε όρθιος , τέντωσε τα χέρια προς τα κάτω και με φωσκωμένες τις φλέβες στο λαιμό αναστέναξε δυνατά  και είπε : «Γαμώ την πουτάνα μου  , ας γίνει  ένα θαύμα επιτέλους !». Πριν  τελειώσει τη φράση του, από  δεξιά του ακούστηκε  ένα διαπεραστικό  σύριγμα, σαν μπουσούλισμα  κάμπιας σε κόψη ξυραφιού , και την επόμενη στιγμή ο Νώε μεταμορφώθηκε  σε ένα  λευκό κύβο ζάχαρης  , στο μέγεθος μιας  αχυρόμπαλας , που αστραποβολούσε  κάτω από το  φως του  ήλιου.

Μερικοί αδέσποτοι σκύλοι  που έτυχε να περνούν  εκείνη την ώρα από κει , με το που  μπάνισαν το τεράστιο ζαχαρωτό , πεινασμένοι όπως ήταν , δεν το σκέφτηκαν δεύτερη φορά και χύμηξαν  πάνω απ’ τον φράχτη . Με τις  τραχιές σαν γυαλόχαρτο γλώσσες τους άρχισαν να γλύφουν λαίμαργα , ώσπου  ο κύβος της ζάχαρης λειωμένος  κατέληξε στα άδεια στομάχια τους. Πριν προλάβουν να ρευτούν , η κοιλιά τους  φούσκωσε σαν σαμπρέλα , άρχισε να τρίζει και να νοιώθουν  ενοχλητικές ξινίλες , ενώ δύσοσμα   αέρια με συνοδεία δυνατών κρότων που έβγαιναν  ακατάπαυστα από τους πισινούς τους , δημιούργησαν  μία  αποπνικτική  ατμόσφαιρα . Καταϊδρωμένοι από το ζόρι ,   έτρεξαν τρεκλίζοντας  σε μια γωνιά της αυλής  όπου το χώμα φαινόταν πιο αφράτο  και μουγκρίζοντας παραπονιάρικα ανακουφίστηκαν. Μετά εμφανώς ξαλαφρωμένοι, χωρίς να κοιτάξουν πίσω τους έφυγαν με  θλιμμένες μουσούδες   προς άγνωστη κατεύθυνση.  Δεν τους ξαναείδε  κανείς. Το ίδιο βράδυ, παρά τις αντίθετες προβλέψεις της τοπικής μετεωρολογικής υπηρεσίας  ,   έβρεξε με το τουλούμι.

Δεν πέρασαν πολλές  μέρες ,  και στο σημείο όπου είχαν κοπρίσει οι αδέσποτοι σκύλοι  φύτρωσε ένα μελανόμορφο  μελαγχολικό  λουλούδι  . Είχε  λεπτό  δύσκαμπτο κορμό  που καλυπτόταν  εξ’ ολοκλήρου με μικρές λεπτές ίνες ,  σαν τρίχες.  Αντί για φύλλα  είχε ένα  μάτι , ένα στόμα , κι ένα ρουθούνι. Από το μάτι έτρεχε κάθε λίγο και λιγάκι ένα δάκρυ , το ρουθούνι ήταν φραγμένο  από ένα μικρό ψόφιο κιτρινωπό σκαθάρι κι από το στόμα έβγαινε ένας  ακαθόριστος   μακρόσυρτος ελκυστικός ψίθυρος . Εκείνη την  μέρα , λίγο μετά το μεσημέρι πέρναγε έξω από την αυλή μία χειλαρού , κοντοστούπα , αφράτη  , με μεγάλα   αυτιά σαν λαγάνες , κρεμασμένα φουσκωτά μάγουλα και χωρίς πηγούνι , η κυρά Αμέρσα η γεροντοκόρη, που ήταν στα νιάτα της  -όπως φημολογούταν -  μεγάλη μπεκροκανάτα. Τα μεγάλα σαν δαμάσκηνα  μάτια της  γυάλισαν μόλις  κοζάρισαν το λουλούδι. Μία σκέψη – που δεν είμαι  σε θέση να την γνωρίζω - πέρασε σαν αστραπή απ’ το μυαλό της , και αφού λοξοκοίταξε προσεχτικά γύρω της για να βεβαιωθεί ότι δεν την κοιτάζει κανείς ,  σκίζοντας τον αέρα σαν βέλος ,σάλταρε  σβέλτα πάνω απ’ τον μαντρότοιχο και σκυφτή έφτασε λαχανιασμένη  πάνω από το λουλούδι. Είχε ήδη απλώσει το χέρι της και ήταν έτοιμη να το  ξεπατώσει ,   όταν σαστισμένη  από την θέα που αντίκρισε,  κοκκάλωσε. Ξεπερνώντας το  σοκ της πρώτης στιγμής  , περίεργη όπως ήταν,  έσκυψε ακόμα πιο πολύ, τράβηξε το τσεμπέρι προς τα πίσω  και κόλλησε το αυτί της στο στόμα του λουλουδιού για να ξεκαθαρίσει τι ακριβώς ψιθύριζε  . Αυτό που άκουσε θα πρέπει να την επηρέασε πάρα πολύ ,  γιατί παρά την ηλικία και τα παχάκια  της,  τινάχτηκε προς τα πάνω με τέτοια δύναμη , που τα παπούτσια της έμειναν ορφανά από πόδια  στο χώμα . Όταν δε προσγειώθηκε ξανά στη γη ξυπόλυτη πλέον  , άρχισε να βγάζει σπαραχτικές κραυγές , να στηθοδέρνεται   και να τρέχει αλλοπρόσαλλα  πέρα δώθε στην αυλή σαν τρελή , χτυπώντας το κεφάλι της σε όποιο εμπόδιο συναντούσε μπροστά της    και σχίζοντας με τα νύχια  την  χιλιομπαλωμένη ρόμπα που φορούσε,   μέχρι που έμεινε με το μισοφόρι.
 
Οι γείτονες που άκουσαν τις κραυγές της, ξεπρόβαλαν από τα παράθυρα των σπιτιών τους ,  την κοιτούσαν απορημένοι   και κουνούσαν τα κεφάλια τους πάνω κάτω με οίκτο ,  μέχρι που πόνεσε ο σβέρκος τους  και σταμάτησαν να τα κουνάνε. Ένας ηλικιωμένος που φορούσε  ρομπ ντε σαμπρ , τακτοποίησε επιδέξια το τεχνητό  κατωμάσελο του και   τηλεφώνησε δήθεν σε ένα φιλικό του πρόσωπο . Δεν πέρασε λίγη ώρα  και ένα πράσινο μικρό κλειστό φορτηγό στρίβοντας την γωνία κατέφθασε κορνάροντας  , με τη σειρήνα του να ουρλιάζει  δαιμονισμένα. Σταμάτησε φρενάροντας απότομα έξω από την αυλή του  σπιτιού ,  κάτω από τις έντονες ζητωκραυγές   και το ζωηρό χειροκρότημα των πονόψυχων γειτόνων.  Οι πόρτες του άνοιξαν αστραπιαία,  και έξω πετάχτηκαν  με φόρα  δύο σωματώδεις τύποι  με τραβηγμένα τα χαρακτηριστικά  στα πρόσωπα τους που φορούσαν λευκές  φαρδιές πουκαμίσες και κιτρινωπές λαστιχένιες γαλότσες χωρίς τακούνι  ,  με μία φαρδιά κάθετη κόκκινη γραμμή στο πλάι . Με νευρικές επαγγελματικές    κινήσεις έσπασαν με  μία σπρωξιά την ξύλινη αυλόπορτα, άρπαξαν  την κυρά Αμέρσα  παραμάσχαλα και αφού τη έφεραν δύο τούμπες  στον αέρα  προφανώς για να τη ζαλίσουν , την κουβάλησαν βιαστικά και την πέταξαν  με δύναμη στο πίσω μέρος του φορτηγού κλείνοντας με πάταγο την πόρτα πίσω της. Ένας ξερός ήχος σαν σφυριά ακούστηκε μέσα απ’ το όχημα, ένα κόκκαλο ακούστηκε να σπάει  και τις κραυγές της κυράς  Αμέρσας τις διαδέχτηκε ένα πνιχτό κοφτό βογγητό ιδιαίτερα ανατριχιαστικό στο ασυνήθιστο  κοινό αυτί.  Με το που επιβιβάστηκαν και οι ίδιοι  , το φορτηγό μάρσαρε με δύναμη ,  ανέπτυξε ιλιγγιώδη  ταχύτητα και χάθηκε στρίβοντας στη γωνία απ’ όπου είχε έρθει αφήνοντας πίσω του ένα πυκνό γκρίζο σύννεφο  αιθαλομίχλης . Την κυρά Αμέρσα σίγουρα την πήγαν κάπου.

Επειδή ήταν μόνη και έρημη  στον κόσμο  δεν την αναζήτησε κανείς. Τα ίχνη της απορροφήθηκαν  και έσβησαν  στην κεντρομόλο δίνη  του χρόνου. Όσο για το μελαγχολικό  λουλούδι , ούτε γι’ αυτό δεν έγινε γνωστό  τι απόγινε. Εκείνο  που δεν σηκώνει καμία αμφιβολία  και μπορεί να το διαπιστώσει οποιοσδήποτε , είναι ότι στη θέση του σπιτιού του Νώε  υπάρχει τώρα  μία πολυτελής πολυκατοικία με ευρύχωρο υπόγειο παρκινγκ . Για το μοναδικό πράγμα που κάπου κάπου  διαμαρτύρονται οι ένοικοι,   είναι ότι ένας ευχάριστος μελωδικός  ψίθυρος  έρχεται και χώνεται στα αυτιά τους  απαλά σαν δροσερή ανάσα,  χωρίς   όμως να μπορούν να προσδιορίσουν από πού. Οι πιο επιτήδειοι απ’ αυτούς – αν και δεν παίρνουν όρκο - το ερμηνεύουν  σαν ένα φυσιολογικό σύμπτωμα  που οφείλεται στους ιλιγγιώδεις  ρυθμούς που χαρακτηρίζουν τον σύγχρονο τρόπο ζωής .



Πεντέξι  μέρες πριν, συμπλήρωσα 50 χρόνια ζωής , γι’ αυτό ας μου επιτραπεί να αφιερώσω τα τραγουδάκια του βίντεο στο κιτάπι των βιωματικών αναμνήσεων μου. Έτσι για την τιμή των όπλων που λένε.

1.9.10

Το αντίο ενός λέτσου



Τι κι αν ταξίδεψα σε μέρη απόμακρα ,
τι κι αν μάζευα με κόπο κάθε φορά
τη διαμελισμένη ψυχή μου  να γυρίσω
πίσω, στην μοιραία
ρουφήχτρα του πεπρωμένου μου ,
τι κι αν άφηνα πίσω ένα αχνό  ίχνος,
σαν στάμπα
για να  θυμίζει το πέρασμα   μου,
εκείνο ,όμως, που βαθειά αυλάκωσε
τα εσώψυχα  μου , ήταν
το γλυκό  χαμόγελο της πρώτης στιγμής,
 το πικρό χαμόγελο του αποχωρισμού ,
το παραπονιάρικο  υγρό βλέμμα,
πίσω από το θαμπό
με τα θλιμμένα  χνώτα
τζάμι,
να με κοιτάζει να βυθίζομαι,  αργά αργά  ,
και να χάνομαι στη  γαλάζια φορεσιά
της  νύχτας,
ήξερε  ότι δεν θα γύριζα  πίσω ,
-ποτέ δεν γυρίζω πίσω-
κι έκανε μία γαμημένη παγωνιά,
…που ο σταθμός της AMTRAK
έμοιαζε με τροπική χάρτινη
παραλία.




25.8.10

Σαπουνοπερέτα: Το κόντρα παξιμάδι


                                                                                          
                                                                                                          αφιερωμένο στα φτηνά προϊόντα


Ξύπνησα απότομα. Δεν με ξύπνησε κάτι, ούτε είχα δει κάποιο τρομαχτικό όνειρο : ξύπνησα από μόνος μου, τινάχτηκα και ανακάθισα στο κρεβάτι. Ήμουν ιδρωμένος απ’ τη μέση και πάνω, όχι μούσκεμα, απλώς ιδρωμένος και ταραγμένος μαζί. Η καρδιά μου χτυπούσε τόσο δυνατά και γρήγορα, που αν ένας κουφός έσκυβε από πάνω μου θα νόμιζε πως κάποιος παγιδευμένος τρυποκάρυδος πελεκά με μανία από μέσα, προσπαθώντας απελπισμένα να τρυπήσει το στέρνο και να πεταχτεί έξω. Πήρα μερικές γρήγορες βαθιές ανάσες, φτερνίστηκα λίγο άγαρμπα, έκανα μία στράκα με τα δάκτυλα στο ένα αυτί, άλλη μία στράκα στο άλλο, πιστοποίησα ότι όλα δούλευαν καλά και κατέβηκα απ’ το κρεβάτι. Ένοιωθα κάπως καλύτερα τώρα. Πήγα και στάθηκα μπροστά απ’ τον καθρέφτη που υπήρχε στο υπνοδωμάτιο. Φαινόμουν αρκετά καλά, ακόμη και το χρώμα στο πρόσωπό μου έδειχνε φυσιολογικό: εδώ που τα λέμε, αν και το δέρμα πρασίνιζε ελαφρώς έκρινα ότι δεν έχριζε ιδιαίτερης προσοχής και ανησυχίας. Κοίταξα δεξιά. Δίπλα, πιο κει πάνω σε μία καρέκλα, βρισκόταν τακτοποιημένα με περισσή φροντίδα τα ρούχα μου. Όρθιος όπως ήμουν, έσκυψα κι έπιασα το λαδί (προσοχή: όχι λαδωμένο) σώβρακό μου και το φόρεσα. Όταν στάθηκα στο ένα πόδι με ικανοποίηση παρατήρησα πως δεν έχασα την ισορροπία μου. Κατόπιν, με μεγάλη προσοχή για να μη το τσαλακώσω, έπιασα με τις άκρες των δακτύλων και έβαλα το σκούρο καφέ με τη ψιλή μπορντό ρίγα κουστούμι μου. Με ακόμη πιο μεγάλη προσοχή κάθισα στην άκρη της καρέκλας, άνοιξα ένα συρτάρι που βρισκόταν κάτω από τον καθρέφτη, έσκαψα με το χέρι μέσα και βούτηξα τις αγαπημένες μου πορτοκαλί κάλτσες, τις φόρεσα, έβαλα και τις καφέ δερμάτινες μυτερές μπότες, πετάχτηκα σβέλτα απ’ την καρέκλα και είπα: «έτοιμος μάγκα μου». Κοιτάχτηκα στον καθρέφτη και χαμογέλασα ικανοποιημένος: φαινόμουν σένιος, επί του παρόντος τουλάχιστον. Επιτέλους η μεγάλη ώρα είχε φθάσει. Ήμουν καθ’ όλα έτοιμος να συζευχτώ τη γυναίκα  που σαν κουρσάρος είχε λεηλατήσει το σύνολο των αισθήσεών μου. Η συγκίνησή μου ήταν τόσο μεγάλη που ένα μέρος της ξεχείλισε από τα μάτια μου με τη μορφή μερικών δροσερών δακρύων. Με ένα μεταξωτό μαντήλι με το μονόγραμμά μου γύρω απ’ το γείσο τα σκούπισα διακριτικά.

Τότε, χτύπησε το τηλέφωνο. Ένα ρίγος διέσχισε αστραπιαία τη ραχοκοκαλιά μου, τα γόνατα μου λύθηκαν, προσπάθησα να μη σωριαστώ στο πάτωμα και τα κατάφερα. Το κουδούνισμα του τηλεφώνου δε μ’ άρεσε καθόλου. Καταλαβαίνω από το χτύπημα πότε ένα τηλεφώνημα είναι για καλό και πότε είναι για κακό. Και, αυτός ο ήχος είχε κάτι μέσα του που με απωθούσε μακριά από τη συσκευή. Περίεργο, τι άσχημο θα μπορούσε να είχε συμβεί αυτή τη χαρούμενη και μοναδική για μένα ώρα. Το άφησα να χτυπήσει μερικές φορές παραπάνω απ’ όσο συνήθως, με την κρυφή ελπίδα ότι αυτή τη φορά θα έκανα λάθος και ότι το προαίσθημά μου θα αποδεικνύονταν τζούφιο. Έπρεπε να το σηκώσω και αυτό ακριβώς έκανα.
 «Στο διάολο ας πάει, θα το αντιμετωπίσω ότι και να ‘ναι » σκέφθηκα, άπλωσα το χέρι αποφασιστικά και το άρπαξα.
«Μπρος..» είπα με σχεδόν πνιγμένη φωνή.
«Γεια σας…» ακούστηκε μία ψιλή παιχνιδιάρικη φωνή. Εκτός του ότι μιλούσε πολύ λεπτά στο τέλος κάθε λέξης ακολουθούσε ένα μικρό σφύριγμα, που σου έδινε την εντύπωση ότι είχε σφηνωθεί μία σφυρίχτρα στο λαρύγγι του.
«Γεια …» απάντησα συγκρατημένα.
«Είσαι ο Φανούρης Κιβωτός ;»με ρώτησε ευγενικά.
«Ίσως, ποιος ρωτάει;»
«Είσαι ο Φανούρης Κιβωτός ή όχι;» ρώτησε επίμονα η σφυριχτή φωνή.
«Είμαι» απάντησα αποφασιστικά
«Πολύ ωραία. Είμαι από την ασφαλιστική εταιρεία ο Γαλάζιος Άγγελος».
«Α! Μάλιστα. Κοίταξε μαντάμ, την ασφάλεια της βέσπας την έχω πληρωμένη. Μήπως έγινε κάποιο λάθος;» απάντησα δίνοντας ένα ευδιάκριτο τόνο κατανόησης στην φωνή μου.
«Πρώτα πρώτα δεν είμαι μαντάμ. Είμαι άντρας. Λέγομαι Μηνάς Συκοφάς και είμαι ανώτερος υπάλληλος της εταιρείας. Πως σου ήρθε και με αποκάλεσες μαντάμ;» μίλησε εκνευρισμένα η σφυριχτή φωνή.
«Αδέρφι χίλια συγγνώμη ! Ξέρεις… μόλις ξύπνησα.. ε... και… καταλαβαίνεις… δεν είχα πρόθεση να σε προσβάλω, άλλωστε δεν συνάδει με το χαρακτήρα μου. Για όνομα του Χριστού και της Παναγίας. Μάλλον θα πρέπει να επισκεφθώ κάποιον ΩΡΛ να μου τσεκάρει τα αυτιά. Και πάλι συγγνώμη!» αποκρίθηκα δίνοντας στα λόγια μου ένα είδος ειλικρινούς μετάνοιας.
«Τέλος πάντων, ας το πάρει το ποτάμι. Όχι, δεν έγινε κανένα λάθος. Η εταιρεία μας δεν κάνει ποτέ λάθη, να το ξέρετε αυτό. Σε πήρα τηλέφωνο για να σε ενημερώσω ότι σε μία κλήρωση που έκανε η εταιρεία μας, μεταξύ των χιλιάδων αξιότιμων πελατών μας το όνομά σου είναι αυτό που κέρδισε ένα ασύλληπτο δώρο. Είσαι με άλλα λόγια ο μοναδικός τυχερός» είπε πιο μαλακά τώρα ο υπάλληλος με την λεπτή φωνή.
«Αχα! Σοβαρά; Μη μου πεις! Επιτέλους κέρδισα κάτι. Και ποιο είναι αυτό το δώρο; Έχω μεγάλη αγωνία να μάθω. Δε θα μου πεις;» τον ρώτησα.
«Μα γι’ αυτό σε πήρα τηλέφωνο, για να στο πω. Λοιπόν κάθισε κάπου για να μην πέσεις κάτω όταν θα ακούσεις αυτό που θα σου πω. Είσαι πάρα πολύ τυχερός άνθρωπος κύριε Φανούρη».
«Έκατσα, είμαι έτοιμος ακούσω, μόνο λίγο γρήγορα γιατί δεν έχω πολύ χρόνο μπροστά μου. Με περιμένουν στην εκκλησία. Σε λίγο παντρεύομαι».
«Σοβαρά; Μπράβο και συγχαρητήρια. Τότε το δώρο της εταιρείας μας σου ήρθε κουτί, εκεί που θα πας μπορείς να πάρεις μαζί και τη σύζυγό σου. Τι σύμπτωση!».
«Ευχαριστώ πολύ και στα δικά σου. Τώρα σε ακούω».
«Ναι βέβαια, καθυστερήσαμε πολύ με τα προκαταρτικά. Λοιπόν κέρδισες ένα ταξίδι ανάβασης με άλογο, στο μοναδικής ομορφιάς βουνό της Πίνδου, με τελικό προορισμό τη ψηλότερη κορυφή που λέγεται Καμήλα. Τέτοιου είδους εμπειρίες δεν τις έχεις κάθε μέρα. Φυσικά, όλα τα έξοδα πληρωμένα από ‘μας».
«Ρε συ πλάκα μου κάνεις; Τι ‘ναι πάλι αυτό; Τι δουλειά έχω στα κατσάβραχα; Γι’ αυτή τη μαλακία μιλάμε τόση ώρα; Άκου ανάβαση με άλογο!» του είπα εμφανώς νευριασμένος.
«Δηλαδή θέλεις να πεις ότι αρνείσαι την προσφορά; Σκέψου καλά πριν απαντήσεις».
Έκλεισα το τηλέφωνο με δύναμη.

Κοίταξα το ρολόι. Έπρεπε να βιαστώ. Είχαν μείνει μερικά λεπτά της ώρας. Έκατσα στην καρέκλα και προσπάθησα να συγκεντρωθώ. Άναψα ένα τσιγάρο, τράβηξα μία τζούρα, το άφησα στο τασάκι και σηκώθηκα να φέρω μία μπίρα. Ήπια μία γερή γουλιά απ’ το μπουκάλι και ένοιωσα καλύτερα. Ένας τέτοιος μαλάκας σαν κι αυτόν στο τηλέφωνο είναι αρκετό να σου σπάσει τα νεύρα χωρίς λόγο. Το χειρότερο είναι πως αυτοί οι μαλάκες μέρα με τη μέρα πολλαπλασιάζονται με γεωμετρική πρόοδο. Τέλος πάντων, ας δώσω τόπο στην οργή. Κοίταξα έξω μέσα απ’ τη λεπτή κουρτίνα που κάλυπτε τη μπαλκονόπορτα. Ο ήλιος είχε αρχίσει να παίρνει τη κατηφόρα. Έσβησα το τσιγάρο, τέλειωσα με τρεις γουλιές τη μπίρα και σηκώθηκα να φύγω. Βγήκα από την κρεβατοκάμαρα και προχώρησα στην εξώπορτα.
Έπιασα το χερούλι και το έστριψα. Είχα μισανοίξει την πόρτα όταν χτύπησε το τηλέφωνο.
«Νάτο πάλι, αυτός ο ηλίθιος θα ‘ναι. Έχει βάλει σκοπό να μου σπάσει και το τελευταίο νεύρο» σκέφτηκα.
Γύρισα προς το εσωτερικό του σπιτιού και κατευθύνθηκα προς το μέρος που ήταν το τηλέφωνο. Λίγο πριν το σηκώσω κοντοστάθηκα και αφουγκράστηκα με προσοχή τον μακρόσυρτο ήχο του τηλεφώνου. Αυτή τη φορά μου φάνηκε διαφορετικό. Εντελώς διαφορετικό.
«Αυτό δεν μου φαίνεται κακό, ακούγεται φυσιολογικό για να μη πω χαρούμενο και φανεί υπερβολικό» σκέφτηκα και το σήκωσα χωρίς το παραμικρό σφίξιμο μέσα μου.
«Μπρος, ποιος;» ρώτησα καγχάζοντας με διακριτικότητα.
«Φανούρη, εσύ ‘σαι;» ακούστηκε στην άλλη άκρη της γραμμής η φωνή της Μπέμπας.
Νομίζω πως διέκρινα μια δόση θλίψης στο τόνο της φωνής της ή μήπως έκανα λάθος; Δεν έδωσα ιδιαίτερη σημασία, ίσως ήταν ιδέα μου. Πάντως, όποτε άκουγα τη φωνή της Μπέμπας ένοιωθα ένα τράβηγμα ανάμεσα στα πόδια. Το ίδιο ένοιωσα και τώρα. Τελικά αυτό που έχω διαπιστώσει από τη μέχρι τώρα πλούσια εμπειρία μου, είναι πως αυτό που με εξιτάρει πιο πολύ σε μία γυναίκα είναι η φωνή της. Δε λέω, και τα υπόλοιπα έχουν τη σημασία τους, άλλα περισσότερο και άλλα λιγότερο, όμως μπορώ να πω με απόλυτη βεβαιότητα και υπευθυνότητα ότι το φωνητικό κάλος μιας γυναίκας με (τον) απογειώνει κυριολεκτικά. Αυτό ακριβώς συνέβαινε και με τη Μπέμπα.
Θυμάμαι σαν να ‘ναι τώρα: Πρώτα άκουσα τη φωνή της και την ερωτεύτηκα παράφορα και μετά τη γνώρισα από κοντά. Απίστευτο κι όμως πέρα για πέρα αληθινό.
«Και βέβαια εγώ είμαι! Μπέμπα, ποιος θα ‘θελες να ‘ναι; Ο Σταμάτης Κόκοτας; Ετοιμάζομαι για το μυστήριο. Δεν έχουμε πολύ χρόνο στη διάθεσή μας, όπου να ‘ναι θα σημάνουν οι καμπάνες. Άντε βιάσου, άντε- άντε» απάντησα δίνοντας ένα εύθυμο τόνο στη φωνή μου.
Η Μπέμπα σαν να μην άκουσε αυτά που είπα, αποκρίθηκε με πνιγμένη φωνή:
«Φανούρη, θέλω να σου πω κάτι, που είναι πολύ σοβαρό και πρέπει να στο πω τώρα γιατί μετά θα είναι πολύ αργά».
«Μπέμπα, συνέβη κάτι κακό; Η μαμά, ο μπαμπάς, ο παππούς, η γιαγιά, ο σκύλος, το καναρίνι, είναι όλοι καλά; Σε παρακαλώ μη με κρατάς σε αγωνία» ρώτησα με έκδηλο τον πανικό στη φωνή μου.
«Φανούρη, είναι όλοι τους μια χαρά. Αυτό που θέλω να σου πω αφορά εμάς τους δύο και κανένα άλλον» είπε και της έφυγε ( άθελά της;) ο πρώτος λυγμός.
«Μπέμπα, μίλα επιτέλους, θέλεις να με σκάσεις;» ρώτησα καθώς το μυαλό μου προσπαθούσε να μαντέψει για τι πράγμα επρόκειτο.
«Φανούρη, επειδή δεν θέλω να σε βασανίζω και να βασανίζομαι θα στο πω ξερά: Θέλω να χωρίσουμε» είπε με αποφασιστική φωνή.
Πρέπει να της έφυγε ο δεύτερος λυγμός, όμως δεν είμαι βέβαιος γιατί εκείνη τη στιγμή κάτω απ’ το παράθυρο περνούσε ένα μηχανάκι  με κομμένη την εξάτμιση και δεν άκουσα καλά. Τέλος πάντων. Αυτό που έχει σημασία είναι πως έμεινα άναυδος. Δεν περίμενα ποτέ τέτοια εξέλιξη. Καλά τώρα βρήκε να μου το πει; Ή μήπως κάνει πλάκα; Λες; Λοιπόν είμαι σίγουρος ότι μου κάνει πλάκα. Τις συνηθίζει κάτι τέτοιες χαριτωμένες κρυάδες.
«Αχα! Ώστε έτσι; Θέλεις να χωρίσουμε; Καλό! Ωραιότερο αστείο δεν θα μπορούσες να σκαρφιστείς. Νομίζεις ότι το ‘χαψα;» της είπα σχεδόν χαχανίζοντας.
«Φανούρη δε σου κάνω πλάκα. Χωρίζουμε. Τελικό» είπε πνιχτά, φυσώντας (θελημένα;) ταυτόχρονα τις μύξες της.
«Ας πούμε ότι μιλάς σοβαρά, έτσι; Ωραία, πες μου τουλάχιστο το λόγο που μου ζητάς να χωρίσουμε. Ξέρεις πολύ καλά ότι ποτέ δεν κάνω σκηνές. Η αξιοπρέπεια, η περηφάνια και ο εγωισμός είναι τα βασικά χαρακτηριστικά του χαρακτήρα μου. Τις αρνητικές πτυχές δεν θα τις αναφέρω γιατί δεν έχουν καμιά σχέση με το ζήτημα κι ούτε θέλω να τις ανασύρω στην επιφάνεια επειδή μπορεί να επηρεάσουν τις όποιες αποφάσεις και συμπεριφορές, κάτι το οποίο αποστρέφομαι. Σε ακούω ψύχραιμος, μίλα…» είπα και την άφησα να μιλήσει αλλά την ξανά ‘κοψα γιατί θυμήθηκα κάτι.
«Μισό λεπτό… θα ‘θελα να τελειώσω θυμίζοντάς σου κάτι σημαντικό. Πού πήγε ο χαλκέντερος, όπως τον έλεγες, έρωτάς μας; Ο σφυρηλατημένος με τις καυτές ανάσες μας, τον  ιδρώτα των κορμιών μας, τα βογγητά μας, τα χαχανίσματα μας, τα ψιθυρίσματα μας (εδώ κόβω λίγο γιατί έχει αρχίσει να …καταλαβαίνεται …). Πού πήγε λοιπόν αυτός ο έρωτας; Ε; πού πήγε; Σε ακούω …» είπα με ανάσα ασθματικού.
Έπεσε σιωπή. Δεν ακουγόταν φύλλο. Για μια στιγμή νόμισα πως είχε κλείσει το τηλέφωνο, μέχρι που άκουσα τη φωνή της και χαλάρωσα λίγο. Μίλησε σχεδόν ψιθυριστά και ένοιωσα πάλι το γνωστό τράβηγμα ανάμεσα στα πόδια.

«Φανούρη, άκουσε καλά αυτό που θα πω. Είμαι σίγουρη πως θα καταλάβεις και θα πειστείς ότι έχω δίκιο. Πρέπει να χωρίσουμε γιατί όταν δύο εραστές αρχίζουν να μιλάνε ο έρωτάς τους έχει πάει περίπατο. Αυτό ακριβώς συνέβη και μ’ εμάς τους δύο. Το ‘χαμε ρίξει πολύ στη πάρλα τελευταία. Έχω άδικο; Το σκέφθηκα πάρα πολύ και μη νομίζεις πως δεν με πλήγωσε αυτή η απόφαση. Σκέψου το λίγο και θα δεις».
Έπεσε πάλι σιωπή. Λίγο περισσότερο. Γενικά δεν είμαι αργόστροφος αλλά ήταν μία σημαντική στιγμή κι έπρεπε να σκεφτώ λίγο παραπάνω αυτή τη φορά.
Έβηξα ελαφρώς καθαρίζοντας το λαρύγγι μου, κάθισα στην άκρη της καρέκλας, άναψα ένα τσιγάρο, φύσηξα μαλακά τον καπνό προς τα πάνω και αριστερά, και της απάντησα με σταθερή και σικάτη φωνή.
«Ναι συμφωνώ, έχεις δίκιο. Τώρα τελευταία δεν κάναμε τίποτα άλλο παρά να μιλάμε. Πολύ ώριμη η απόφασή σου και την αποδέχομαι. Αυτά είχα να πω. Α! να μην το ξεχάσω, πάρε τηλέφωνο αυτούς που περιμένουν στην εκκλησία και πες τους να πάνε κάπου άλλου να σκοτώσουν την ώρα τους… τα λέμε..».
«Το ήξερα ότι θα καταλάβαινες… ναι θα τους ειδοποιήσ…..» πήγε να τελειώσει τη φράση της η Μπέμπα, αλλά εγώ είχα ήδη κλείσει το τηλέφωνο.

Έμεινα για λίγο καθισμένος μέχρι που τελείωσα το τσιγάρο μου. Δεν σκεφτόμουν τίποτα. Απολύτως τίποτα. Μετά σηκώθηκα έβγαλα τα ρούχα μου και πήγα στο μπάνιο. Κάθισα κάτω απ’ το νερό αρκετή ώρα απολαμβάνοντας το χάδι του. Όταν βγήκα χωρίς να σκουπιστώ χώθηκα στο κρεβάτι. Σκεπάστηκα με το σεντόνι μέχρι το λαιμό κι έκλεισα τα μάτια. Ξαφνικά κάτι ένοιωσα να ξύνει την άκρη της μύτης μου. Άνοιξα απαλά τα μάτια και αντίκρισα δύο μύγες να γαμιούνται με στυλ. Δεν τις ενόχλησα. Ο μύγας σε ένα από τα δυνατά σπρωξίματά του μου έκλεισε το μάτι και χαμογέλασε πονηρά. Η μύγα αναστέναξε και συνέχισε αδιαμαρτύρητα. Τις παρακολουθούσα μέχρι που τα βλέφαρά μου βάρυναν και έκλεισαν.
«Η ζωή συνεχίζεται φιλάρα» πρόλαβα να σκεφτώ πριν με πάρει ο ύπνος.

17.7.10

Μία εκδοχή






ΟΙ ΤΥΨΕΙΣ ΥΠΟΔΗΛΩΝΟΥΝ ΤΗΝ
ΕΝΟΧΗ ΓΙΑ ΚΑΤΙ ΠΟΥ ΚΑΝΟΥΜΕ
ΕΜΕΙΣ ΟΙ ΙΔΙΟΙ. ΓΙΑ ΚΑΤΙ –ΚΑΛΟ Ή
ΚΑΚΟ- ΠΟΥ ΤΟ ΑΠΟΛΑΜΒΑΝΟΥΜΕ
ΕΓΩΙΣΤΙΚΑ. ΑΥΤΗ Η ΕΚΔΟΧΗ ΕΙΝΑΙ
ΚΑΙ Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΑΠΟΜΕΙΝΟΥΣΑ
ΠΑΡΗΓΟΡΙΑ ΤΩΡΑ ΠΟΥ ΤΑ
ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ ΤΕΛΕΙΩΣΑΝ ΜΑΖΙ ΜΕ
ΤΑ ΚΛΕΙΔΙΑ…


30.6.10

Μπιτς πάρτυ




(Σκηνικό) Ανάμεσα σε κάτι ψηλά δέντρα, σε ένα ξέφωτο, γίνεται μέσες άκρες ο παρακάτω διάλογος.
………………………………………………………………………………………………
ΟΙΔΙΠΟΥΣ: Ιοκάστη, αγαπημένη μου γυναίκα,
γιατί μ’ έκραξες όξω εδώ απ’ το σπίτι;
ΙΟΚΑΣΤΗ: Άκου το γέρο αυτόν, κι ύστερα κοίτα
του θεού οι σεβαστοί χρησμοί πως βγαίνουν.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ : Αυτός ποιος είναι, και τι νέα φέρνει;
ΙΟΚΑΣΤΗ : Με μήνυμα απ’ την Κόρινθο ήρθε, ο Χάρος
τον πατέρα σου Πόλυβο πως πήρε.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ : Τι, ξένε; Πες το κι ο ίδιος να τ’ ακούσω.
ΑΓΓΕΛΟΣ : Σαν πρέπει ν’ αρχινήσω απ’ αυτό, μάθε
πως πήρε το στρατί του κάτω κόσμου.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ : Πώς; Πήγε από φονιά χέρι, ή απ’ αρρώστια;
ΑΓΓΕΛΟΣ : Γέρικο σώμα άχνα αλαφρή σωριάζει.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ : Έσβησε ο άμοιρος, φαίνεται, απ’ αρρώστια.
ΑΓΓΕΛΟΣ : Ναι, μα κι απ’ τα βαριά τα γερατειά του.
ΙΟΚΑΣΤΗ : Δε σ’ τα ‘λεγα όλα αυτά εγώ, καιρό τώρα;
ΟΙΔΙΠΟΥΣ : Τα ‘λεγες, ναι, μα με πλάνευε ο φόβος.
ΙΟΚΑΣΤΗ : Μη βαραίνεις μ’ αυτά πια την καρδιά σου.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ : Πώς να μην τρέμω της μάνας την κοίτη;
ΙΟΚΑΣΤΗ : Γιατί ο θνητός να φοβάται, που η τύχη
τον κυβερνά, όχι η μάταιη πρόβλεψή του;
Κάλλιο άσκοπα να ζει κανείς, ως μπορεί, καθένας….

(ακολουθεί εικαστική παρέμβαση εκ του άνωθεν )

… πριν προλάβει να τελειώσει τη φράση της η Ιοκάστη ακούγεται να έρχεται από ψηλά ήχος ελικοπτέρου. Οι τραγικές φιγούρες σηκώνουν το ξαφνιασμένο βλέμμα τους και αντικρίζουν ένα ελικόπτερο να αιωρείται πάνω από τα κεφάλια τους. Η Ιοκάστη προσπαθεί να προφυλαχτεί από το δυνατό ρεύμα αέρα που προκαλεί ο έλικας του ιπτάμενου αντικειμένου και με τα χέρια σπρώχνει προς τα κάτω το φόρεμά της για να μη φανούν τα γυμνά της πόδια.
Απ’ το ελικόπτερο μία ανεμόσκαλα πέφτει και αρχίζει να κατεβαίνει ένα φραμπαλάς τύπος με κόκκινη βερμούδα και μία ντουντούκα στο χέρι. Σταματάει στη μέση της σκάλας, βάζει την άκρη της ντουντούκας στο στόμα του και λέει.
- Ει, αφήστε τα τώρα αυτά, δεν πρόκειται να βγάλετε άκρη. Ανεβείτε στο ελικόπτερο. Έχει μπιτς πάρτυ στον Τσούτσουρο. Ένας ένας όμως , γιατί η σκαλωσιά δε σηκώνει παραπάνω.
Όλοι τα ‘χουν χαμένα. Πρώτος μιλάει ο Οιδίπους που φαίνεται ο πιο θαρραλέος απ’ όλους.
- Να 'ρθει μαζί και ο Χορός;
-Αμέ, όλοι οι καλοί χωράνε εδώ, απαντάει ο τύπος με την κόκκινη βερμούδα και τη ντουντούκα.
Η Ιοκάστη ρωτάει διστακτικά.
-Επειδή ακούω πρώτη φορά περί μπιτς πάρτυ, τι ακριβώς είναι;
Ο τύπος με τη βερμούδα της πετάει μία παγωμένη μπιρίτσα, η Ιοκάστη την αρπάζει στον αέρα, κατεβάζει μία δυνατή γουλιά και το πρόσωπό της φωτίζεται από ικανοποίηση.
-Και γαμώ τα υγρά, φύγαμε!! Δίνει το σύνθημα προς τους άλλους και γραπώνει την άκρη της ανεμόσκαλας.
Την ακολουθούν οι υπόλοιποι.
Όταν ανεβαίνουν όλοι, ο τύπος με την κόκκινη βερμούδα και τη ντουντούκα τραβάει τη ανεμοσκαλωσιά, το ελικόπτερο γκαζώνει και αναρριχάται στα ουράνια.
Σε λίγες ώρες οι τραγικές αυτές φιγούρες, με μερικές παγωμένες μπιρίτσες θα ξεχάσουν το ζήτημα που τους βασάνιζε. Έτσι είναι η ζωή.

(Βέβαια, μέσα στο ελικόπτερο ακολούθησε πικάντικος διάλογος μεταξύ του τύπου με τη βερμούδα και την Ιοκάστη αλλά δεν θα τον αποκαλύψω γιατί μπορεί να θεωρηθεί μικροαστικός και ανούσιος για τους κουλτουρόμαγκες. Πάντως απέδωκε αποτέλεσμα).

23.6.10

Καλημέρα σκύλε

Παχυδερμία

Ποτέ μου δε συνάντησα γυναίκα που να με κάνει
να νιώσω άσχημα επειδή γεννήθηκα άντρας
Παρακαλώ πολύ να μην το θεωρήσετε αυτό σαν κολακεία



Άλφα στερητικό

Τα πόδια –όλοι οι δάσκαλοι της Φυσικής το ξέρουνε καλά-
Είναι τα πρώτα που ανοίγουμε
Ενώ τα χέρια, υπάρχουνε κυρίες ευγενείς
Που (εδώ και κάμποσο καιρό) τα θεωρούνε άχρηστα
Και, μα την πίστη μου, θαρρώ πως έχουν δίκιο.


Αυτό, από άποψη κοινωνική και οικονομική,
Πάει να πει πως καταργούνται δαχτυλίδια και βραχιόλια
Τα τατουάζ στο μπράτσο
Τα νάυλον εσώρουχα και τα νιου-λουκ φορέματα.


Και θα ΄πρεπε να θεσπιστεί
Με απόφαση του Δήμου
Η χρήση του κορμού-γυναίκας για τους άπορους.


Θα πρέπει

Θα πρέπει, δυστυχώς, να το παραδεχτούμε
Πως οι ωραίες γυμνές γυναίκες δεν συμπίπτουνε
Με τις ωραίες ντυμένες
Υπάρχουν εξαιρέσεις φυσικά
Και πρώτη απ΄ όλες η γυναίκα μου.
Καθώς και η δικιά σας
Ας είστε σεις που γράψατε ετούτες τις γραμμές
Όμως δεν το πιστεύω, είμαι απολύτως βέβαιος
Ότι δεν λέτε την αλήθεια.


Καλημέρα σκύλε

Βλέπω στο δρόμο ένα σκυλί
Του λέω: καλημέρα σκύλε;
Φαντάζεστε ποτέ να μ΄ απαντούσε;
Όχι; Ε, να λοιπόν που ωστόσο μ΄ απαντάει
Αν και γι΄ αυτό βεβαίως εσείς δε δίνετε πεντάρα

Έτσι ότι βλέπω γύρω μου ανθρώπους
Να προσπερνάνε τα σκυλιά χωρίς καν ένα βλέμμα
Νιώθω βαθιά ντροπή για τους γονιούς
Γιατί μια τόσο φοβερή ανατροφή
Προϋποθέτει τρεις γενιές –δεν υπερβάλλω διόλου!-
Σύφιλη κληρονομική
Όμως προσθέτω
-Μη τυχόν και ταραχτεί κανένας-
Όταν τα πιο πολλά σκυλιά συνήθως δε μιλάνε.



Με γεμάτα χέρια

Στους αθώους
Αν κάποιος σας ρωτούσε παθιασμένα
Η αθωότητα είν΄ αρετή;
Εγώ, δε θα απαντούσα.
Θα έβρισκα μια υπεκφυγή
Θα έλεγα: «Διαβάσατε Σεζάν;».

Σε άλλους δεν περνάει απ΄ το μυαλό
Να πούνε ψέματα και απαντούν «Δεν ξέρω!».
Κανένας δεν μπορεί να τους πιέσει.


Μα, φυσικά, η αθωότητα δεν είναι αρετή.
Η θειά μου ήταν στολισμένη με αρετές.
Τις έχει ακόμα. Και είναι γριά.

Οι Έλληνες ήταν κι αυτοί ενάρετοι
Μα οι Έλληνες δεν ήταν αθώοι
Σκοτώσαν, λόγου χάρη, τον Σωκράτη.
Βέβαια είναι δύσκολο να κρίνουμε

Δεν ήμασταν παρόντες.
Πάντως το ασφαλέστερο, σε τέτοιες περιπτώσεις
Είναι να μην αποκριθείς
Να βρεις μια υπεκφυγή…

Αν πάλι δεν σου βρίσκεται καμιά
Στο κάτω-κάτω της γραφής, μπορείς να αυτοκτονήσεις.






ΜΠΟΡΙΣ ΒΙΑΝ

(10 Μαρτίου 1920 - 23 Ιουνίου 1959)

μτφ. Α. Φωστιέρης και Θ. Νιάρχος






19.6.10

Tζόγος


Άπλωσα τα τραπουλόχαρτα στο τραπέζι

οι φιγούρες χαμογελούσαν συνωμοτικά

κρυφοκοιτάζοντας η μία την άλλη

κρατώντας τα σκήπτρα τους.

Αδιάφοροι κοκκινόμαυροι, οι αριθμοί

έπαιζαν ένα ατέλειωτο παιχνίδι συνδυασμών

έχοντας την πεποίθηση της αιωνιότητας.

Την ώρα που συνειδητοποιούσα το λόγο

της σιγουριάς τους, την απουσία του μηδενός,

εκείνος ο μπαγάσας ο βαλές άπλωσε το χέρι του

σαν να ήθελε να μοιράσει και όχι να μοιραστεί.

Ακόμη νιώθω το άγγιγμά του στο χέρι μου

κι ας το έχω γαντοφορεμένο.





10.6.10

Στο ίδιο τραπέζι





Σε κοιτούσα στα στενά σοκάκια
χωρίς ρολόι.
Ήταν την ώρα που πίναμε καφέ
στο ίδιο τραπέζι.
Τη στιγμή που ακούμπησα το χέρι σου
χωρίς να κοιτάξω γύρω.

Δεν ξέρω τι ήταν πιο όμορφο.
Εσύ ή ο ελεύθερος ουρανός
που κατέγραφε τη ζωή μας.

Σε κοιτούσα τη νύχτα να χορεύεις
περπατώντας.
Ήταν την ώρα που γελούσαμε
ακουμπισμένοι δίπλα.
Τη στιγμή που χάιδευες το μέτωπό μου
να διώξεις τις ρυτίδες.

Δεν ξέρω τι ήταν πιο ελεύθερο.
Εσύ ή το βλέμμα των ανθρώπων
που φωνάζει: είμαστε εδώ.

Σε κοιτούσα να κινείσαι στις λεωφόρους
με την ταχύτητα που αγαπάς.
Ήταν την ώρα που ταξιδεύαμε
με μια ford του ΄78.
Τη στιγμή που η θάλασσα έστελνε αλμύρα
να γυρίσει τα νιάτα μας.

Δεν ξέρω τι ήταν πιο όμορφο.
Εσύ ή το όνειρο που εξελισσόταν
μαζί σου.

Τελικά δεν έχω κοιτάξει τίποτα
πριν από σένα.

Τελικά δεν ξέρω τίποτα
παρεκτός εσένα.

Όταν ξεφυλλίζεις το μέλλον
υπάρχει ακόμα ελπίδα.

5.6.10

Τσιμεντένιος Ουρανός





Είμαι ένας γέρικος κοκαλιάρης σκύλος
που φοβάται την ίδια του τη σκιά, μέχρι που

σε κάποια πόλη του αιώνιου νότου,
μία γυναίκα μου είπε πως τυφλωνόταν
σταδιακά,
την άρπαξα απ’ το μανίκι και την οδήγησα
απέναντι,
αντί για ευχαριστώ, γύρισε και μ’ έφτυσε
στο πρόσωπο,
μετά, έβγαλε ένα μεταξένιο μαντήλι
και μου ‘δωσε να σκουπιστώ,
«ξεκουμπίσου τώρα» ψιθύρισε, και
μ’ έσπρωξε ελαφρώς βίαια, τι

παράξενος κόσμος, σκέφθηκα, καθώς
κοιτούσα κάποια που περνούσε
ξυστά μου, είχε ένα
πελώριο τσιγκελωτό μουστάκι από γιαούρτι, φορούσε
ένα λουλουδάτο νυχτικό,
το θέαμα φαινόταν αρκετά σοβαρό,
τουλάχιστο είχε κατακόκκινα χείλη, κι αυτό
με καθησύχασε κάπως, όταν

ένα μικρό τηλεκατευθυνόμενο αυτοκινητάκι
ξέφυγε απ’ ένα παιδικό χέρι,
κύλησε αθόρυβα και μπερδεύτηκε
στα πόδια μου, σκόνταψα κι έπεσα κάτω,
σκόνταψε κι έπεσε και η σκιά μου, όταν
την είδα κατάχαμα,
γέλασα δυνατά, πολύ δυνατά,
γέλασα τρανταχτά,

είμαι ένας γέρικος κοκαλιάρης σκύλος
που δεν φοβάται πλέον τη σκιά του,
με ξεφορτώθηκε…

31.5.10

Τρέχουν τα σάλια μου, γλυκιά μου!




Καλοκαιριάτικη άπνοη νύχτα απόψε,
τα πάθη μου που έχουν πάρει φωτιά,
βίαια με αναγκάζουν να
ξεμυτίσω απ΄ τις σκοτεινές σελίδες ενός
παραμυθιού, που είμαι
χρόνια χωμένος,

επίσης,
πίσω απ' τη σκονισμένη βιτρίνα του
μυαλού μου, στιβάζονται
ανάκατα μεταξύ τους
φαντάσματα, λιμοκοντόροι, τσαρλατάνοι,
ημίθεοι και υπνωτιστές,

επίσης,
στο τέλος του σκοτεινού διαδρόμου
υπάρχει ένα αναμμένο φανάρι
σ' ένα χέρι που τρέμει, από αγωνία
για την έκβαση που νοιώθει πως
πλησιάζει αθόρυβα,

επίσης,
το καθετί κρέμεται πια
από φουστάνια που σιγοψιθυρίζουν,
για μια γυναίκα που καθάριζε,
τις βρώμικες σκάλες ενός ορφανοτροφείου,
χωρίς βρακί και άρωμα πίσω
απ' το αυτί της,

επίσης,
μπροστά μου ο βοριάς, πίσω μου ο νότος,
δεξιά κι αριστερά τεράστιες λίμνες
από σκατούλες, που επιπλέουν περήφανες
για την ύπαρξή τους, σίγουρα
η ελπίδα και ο φόβος θα με οδηγήσουν
αναγκαστικά σ' ένα από τα
τέσσερα σημεία του ορίζοντα,

μαέστρο φιλάρα!
Δε χώνεις τη μπαγκέτα στον κώλο σου
να τελειώσει επιτέλους αυτή η γελοία
παράσταση,
κατάντησε αφόρητα πληκτική...


Από την ποιητική μου συλλογή "Θάνατος: Ένα μπαούλο γεμάτο πεινασμένα σκουλίκια", που απέσπασε με την αξία της και χωρίς οποιοδήποτε μέσον το διεθνές βραβείο BONGO.

26.5.10

Η ρεμίζα



Ο Γιάννης Δαμάσκος άφησε τ’ αμάξι ένα τετράγωνο πιο κάτω από την πολυκατοικία που έμενε. Γύριζε απ’ τη δουλειά και αισθανόταν κουρασμένος. Στο δρόμο που έμενε δύσκολα έβρισκες ρεμίζα, γιατί ήταν ο πιο πολυσύχναστος δρόμος της πόλης. Όταν πρωτοέφτασε στην πόλη, δύο χρόνια πριν, στην αρχή παρκάριζε το αμάξι έξω από μία μικρή παλιά κιτρινωπή μονοκατοικία, όπου ο χώρος έμενε πάντα άδειος. Κάθε φορά που πήγαινε να το πάρει έβρισκε κλαταρισμένο κάποιο λάστιχο, μ’ ένα μεγάλο καρφί στο πλάι του . Στην αρχή νόμισε πως ήταν τυχαίο το γεγονός, αλλά μετά συλλογίστηκε ότι η επανάληψη κάθε άλλο τυχαία μπορεί να χαρακτηριστεί. Του έκανε μεγάλη εντύπωση ότι κανένας δεν άφηνε το αμάξι του εκεί, ενώ γινόταν σκοτωμός σε όλο το δρόμο για μία τρύπα. Ένα απόγευμα παραμόνεψε και βρήκε τι έφταιγε. Το καρφί το κάρφωνε μια γριά που έμενε μόνη της στην κίτρινη παλιά μονοκατοικία. Είχε φαίνεται εξοικειωθεί τόσο πολύ να κάνει αυτή τη δουλειά, που χτυπώντας το με το κάτω μέρος της παντόφλας, τρεις τέσσερις φορές το πολύ, το λάστιχο ξεφούσκωνε σφυρίζοντας αδιάφορα. Ο Γιάννης μόλις το είδε πετάχτηκε σαν αστραπή από το σημείο που ήταν κρυμμένος και έβαλε τις φωνές στη γριά.
-Τι κάνεις εκεί τρελόγρια; φώναξε θυμωμένα.
-Τρυπάω το λάστιχο, είπε ατάραχη η γριά.
-Γιατί; ρώτησε.
-Γιατί εδώ παρκάρει ο γιος μου, είπε με ήρεμη φωνή η γριά.
Έκανε ακόμη δύο βήματα και την πλησίασε. Στάθηκε μπροστά της, η ανάσα της βρώμαγε ούζο. Έδειχνε να είναι στουπί στο μεθύσι. Τα μακριά άσπρα σαν χιόνι αχτένιστα μαλλιά της κάλυπταν τους πεσμένους ώμους της. Το χλωμό ρυτιδιασμένο πρόσωπο της, με τα θαμπά βαθουλωτά μάτια, και το σουφρωμένο άδειο στόμα με τα πετσωμένα ούλα, του θύμισε θάνατο. Τα μάτια της δεν επρόκειτο να τα ξεχάσει ποτέ, έμοιαζαν με ανοιχτό τάφο έτοιμο να τον καταπιεί. Κάτι δεν του άρεσε στο ύφος της. Χωρίς να το θέλει μαλάκωσε.
-Που είναι ο γιος σου κυρά μου; ρώτησε.
-Θα ‘ρθει από στιγμή σε στιγμή, είπε και κοίταξε γύρω της σαν να τον έψαχνε με τα μάτια.
-Και ο γιος σου να ‘ρθει, δεν γνωρίζεις ότι ο δρόμος είναι δημόσιος; τη ρώτησε. Να ψάξει να βρει ρεμίζα όπως κάνουμε όλοι.

Βέβαια, του είχε κάνει εντύπωση ότι όσο καιρό περνούσε από ‘κει δεν είδε πότε κάποιο αυτοκίνητο σταματημένο. Εντελώς ξαφνικά, μια ανθρώπινη σκιά πετάχτηκε σαν βέλος πίσω από ένα δέντρο κατά πάνω του, τον έπιασε με το ένα χέρι από το γιακά και με το άλλο του άστραψε ένα δυνατό χαστούκι, μετά έκανε μεταβολή και εξαφανίστηκε τρέχοντας προς το μέρος απ’ όπου είχε βγει. Ο εγκέφαλος του Γιάννη χόρεψε σαν γυάλινη μπίλια μεσ’ το κεφάλι του. Δεν πρόλαβε να συνέλθει από το σοκ και η γριά ουρλιάζοντας άρπαξε ένα μεγάλο καρφί από την τσέπη της ποδιάς της και του το κάρφωσε στο μπούτι. Ο πόνος ήταν άμεσος και αφόρητος ενώ στιγμιαία ένοιωσε το πόδι του να παραλύει. Τα είχε χαμένα, δεν ήξερε από πού να προφυλαχτεί. Κατάλαβε πως τα πράγματα ήταν εκτός ελέγχου. Η γριά είχε λυσσάξει, το στόμα της είχε γεμίσει αφρούς που έσταζαν στα ρούχα της, δεν το ‘χε σε τίποτα να τον γεμίσει τρύπες. Μία εσωτερική παρότρυνση τον ώθησε να της ρίξει μια μπουνιά και να την ξαπλώσει κάτω, αλλά συγκρατήθηκε επειδή δύο μέρες πριν είχε υποσχεθεί στον εαυτό του να αλλάξει και να γίνει καλός άνθρωπος.

Δίνοντας τόπο στη οργή, αποφάσισε να φύγει. Τράβηξε το καρφί από τη ρόδα, μπήκε στο αυτοκίνητο, έβαλε μπροστά και πάτησε απαλά το γκάζι. Το αυτοκίνητο κύλισε αργά. Η γριά βαδίζοντας με την όπισθεν μπήκε στο σπίτι της κι έκλεισε την πόρτα. Με την άκρη του ματιού του πρόλαβε να τη δει καθώς τραβούσε ελαφρά την κουρτίνα στο παράθυρο που ήταν δίπλα στην εξώπορτα, και να κοιτάζει έξω ανήσυχα και νευρικά. Ο Γιάννης χωρίς να ξέρει το γιατί, δεν ένοιωσε μεγάλο θυμό γι’ αυτή την ηλικιωμένη γυναίκα. Αντίθετα θα έλεγε πως αυτό που ένοιωσε εκείνη τη στιγμή, κάποιοι επιτήδειοι ορθολογιστές θα το ονόμαζαν αδικαιολόγητη συμπόνια.

Την άλλη μέρα ο Γιάννης ξύπνησε γύρω στο μεσημέρι. Καθώς έβγαινε από το διαμέρισμά του να αγοράσει τσιγάρα, γλίστρησε στις σκάλες και βρέθηκε καταγής. Ακούστηκε ένα ξερό κρακ. Με ψυχραιμία υπέθεσε ότι ο κόκκυγάς του θα είχε γίνει θρύψαλα. Ευτυχώς ο ήχος προήλθε από ένα καρύδι που ήταν ξεχασμένο στην κωλότσεπη του παντελονιού του εδώ και κάτι μέρες. Δεν θυμάται πως βρέθηκε εκεί. Μία πόρτα άνοιξε απότομα. Αναγνώρισε τη διαχειρίστρια της πολυκατοικίας. Άκουσε φαίνεται το θόρυβο και πετάχτηκε έξω να δει τι συνέβη. Στη γειτονιά είχε τη φήμη του στριμμένου άντερου και επειδή είχε σκοπό να τη ρωτήσει τι τρέχει με τη γριά , για να την καλοπιάσει έψαξε ενστικτωδώς τις τσέπες του. Βρήκε ένα κουτί με ληγμένες παστίλιες για το λαιμό, μισό ακαθάριστο ξινόμηλο, ένα εμβόλιο ανεμευλογιάς, μία σακοράφα και μία αίτηση ανανέωσης διπλώματος οδήγησης. Της τα έδωσε και τη ρώτησε για τη γριά. Το πρησμένο από τον ύπνο πρόσωπο της διαχειρίστριας πήρε αυθόρμητα μία έκφραση πόνου. Πρότεινε στον Γιάννη να την ακολουθήσει στο διαμέρισμά της για να τα πούνε με την ησυχία τους. Τον οδήγησε στην κουζίνα, καθίσανε, του προσέφερε ένα ποτήρι δροσερό νερό και του εξιστόρησε χωρίς να βιάζεται την ιστορία της γριάς. Μιλούσε ακατάπαυστα για μισή ώρα περίπου και το νόημα που έβγαλε ο Γιάννης ήταν λίγο πολύ το εξής: Η γριά είχε ένα γιο ναυτικό. Εντελώς ξαφνικά σε ένα από τα μακρινά ταξίδια που έκανε, χάθηκαν τα ίχνη του. Δεν ξαναπαρουσίασε σημεία ζωής, έγινε καπνός. Οι υπόλοιποι ναυτικοί του καραβιού γύρισαν στα σπίτια τους και στις οικογένειες τους, όπως τις άλλες φορές. Κανείς τους δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει τι απέγινε ο γιος της γριάς. Το μόνο που δήλωσαν στις αρμόδιες αρχές ήταν ότι ένα πρωί καταμεσής της θάλασσας , διαπίστωσαν την απουσία του. Όσο κι αν έψαξαν στο καράβι δεν τον βρήκαν πουθενά. Το βασικό συμπέρασμα από τις καταθέσεις τους τα λέει όλα: άνοιξε η θάλασσα και τον κατάπιε. Η γριά όταν το έμαθε κλείστηκε στον εαυτό της και δεν μιλούσε σε κανένα. Συνέχιζε να πλένει τα ρούχα του γιου της, να τα απλώνει στη μικρή αυλή της, και να καρφώνει πρόκες στα λάστιχα των αυτοκινήτων που παρκάριζαν μπροστά απ’ το σπίτι της. Έδειχνε σαν να περίμενε το γυρισμό του γιου της. Οι δημόσιες υπηρεσίες που ασχολούνται με αυτού του είδους τα ζητήματα της είπαν ψέματα ότι, το καράβι που ταξίδευε ο γιος της είχε εξαφανιστεί ως δια μαγείας κάπου στα ανοιχτά της Ινδίας και κανείς από το πλήρωμα δεν βρέθηκε ποτέ. Εκείνη δεν το πίστεψε και περίμενε κάθε στιγμή ότι θα εμφανιστεί θα της χτυπήσει την πόρτα. Τα χρόνια περνούσαν και η γριά συνέχιζε το βιολί της. Η ζωής της είχε γίνει κόλαση. Τελειώνοντας την αφήγηση της η διαχειρίστρια είπε κάτι που του έκανε μεγάλη εντύπωση: Μόνο ο θάνατος θα λύτρωνε την κακομοίρα τη γριά.

Ο Γιάννης εκείνο το βράδυ δεν μπορούσε να κλείσει μάτι. Στριφογύριζε στο κρεβάτι, σηκωνόταν να καπνίσει, άδειασε μισό μπουκάλι βότκα, αλλά τίποτα. Το μυαλό του ήταν καρφωμένο στη γριά. Ο πόνος της είχε γίνει και δικός του πόνος. Η δυστυχισμένη της ύπαρξη θα βασανιζόταν μέχρι να αφήσει την τελευταία της πνοή. Τότε πήρε την απόφαση. Σηκώθηκε, ντύθηκε, γέμισε ακόμη ένα ποτήρι με βότκα, το κατέβασε μονορούφι και βγήκε απ’ το διαμέρισμά του. Κατέβηκε τις σκάλες όσο πιο ήσυχα γινόταν και βρέθηκε στο δρόμο. Περπατώντας ζαλισμένος έφθασε έξω από το σπίτι της γριάς. Με ένα λεπτό λαμάκι, μαθημένος από προηγούμενες δουλειές που είχε κάνει στο παρελθόν, άνοιξε εύκολα το μισοχαλασμένο μάνταλο της ετοιμόρροπης πόρτας του σπιτιού της. Την είδε να κοιμάται στη γωνιά του τοίχου πάνω σε ένα στενό κρεβάτι. Το αδύναμο φως του καντηλιού που αναβόσβηνε δίπλα της φώτιζε αμυδρά το χώρο. Την πλησίασε πατώντας στις μύτες των παπουτσιών και βρέθηκε ακριβώς από πάνω της. Οι τρύπες των ματιών της ήταν ορθάνοιχτες. Δίστασε και έκανε να φύγει. Η γριά τινάχτηκε και τον άρπαξε απ’ το μανίκι. Τον τράβηξε προς το μέρος της τόσο πολύ που το πρόσωπό του κόλλησε στο δικό της. Άνοιξε το φαφούτικο στόμα της με τα πετσωμένα ούλα. Η ανάσα της βρώμαγε ούζο. Κάτι ψιθύρισε. Δεν είναι σίγουρος αλλά νομίζει ότι του είπε, σε παρακαλώ. Δεν περίμενε άλλο. Με το ένα χέρι της τράβηξε το κεφάλι προς τα πίσω, ενώ με το άλλο έβγαλε το ξυράφι από την τσέπη του και της έκοψε το λαιμό. Την άφησε να σπαρταράει στο κρεβάτι καθώς εκείνος έμπαινε τρέχοντας στην τουαλέτα. Έσκυψε πάνω απ’ τη λεκάνη και έκανε εμετό. Το μέτωπο του έκαιγε. Έριξε λίγο νερό στη μούρη του, ξέπλυνε το ξυράφι, σκουπίστηκε με μία πετσέτα και βγήκε. Πέρασε βιαστικά δίπλα απ’ το κρεβάτι που ήταν ξαπλωμένη η γριά χωρίς να την κοιτάξει. Άνοιξε τη εξώπορτα, βρέθηκε στο δρόμο και άρχισα να τρέχει σαν κυνηγημένος προς το διαμέρισμά του. Σε λίγα λεπτά ήταν εκεί. Έπιασε το μπουκάλι με τη βότκα και το κατέβασε μονορούφι. Πλάνταξε. Αφού συνήλθε από το βήχα, έκλεισε τα φώτα και χώθηκε με τα ρούχα στο κρεβάτι. Δεν θυμάται σε πόση ώρα τον πήρε ο ύπνος.

Τον ξύπνησε ένα δυνατό χτύπημα στην πόρτα. Άνοιξε τα μάτια με ένα σπασμό στο κορμί. Είχε ξημερώσει και οι αχτίνες του ήλιου που κατάφεραν να περάσουν από μία χαραμάδα που άφηναν οι κουρτίνες, έπεφταν στα μάτια του και τον τύφλωναν. Σηκώθηκε και άνοιξε την πόρτα χωρίς να ρωτήσει ποιος ήταν. Το ύφος του δήλωνε φανερά παραίτηση. Στην πόρτα στεκόταν η διαχειρίστρια, του πρότεινε να πάνε στο χώρο της για καφέ. Ο Γιάννης χωρίς μιλήσει κούνησε το κεφάλι καταφατικά και την ακολούθησε. Αυτή τη φορά τον οδήγησε στο σαλόνι. Τον ρώτησε τι καφέ πίνει και όταν αυτός της είπε, εκείνη κατευθύνθηκε στη κουζίνα αφήνοντας τον να χαζεύει διάφορες φωτογραφίες που υπήρχαν με τάξη πάνω σε ένα παλιό μπουφέ. Η διαχειρίστρια επέστρεψε σε λίγα λεπτά κρατώντας ένα μικρό δίσκο με τους καφέδες. Μόλις αντίκρισε τον Γιάννη άφησε βιαστικά το δίσκο σε ένα τραπεζάκι και έτρεξε κοντά του. Ο Γιάννης βρισκόταν γονατιστός στο πάτωμα. Στα χέρια του κρατούσε μία φωτογραφία. Ολόκληρο το κορμί του παλλόταν ρυθμικά ενώ ένα σιγανό απόκοσμο βουητό έβγαινε απ’ το στόμα του. Μετά από πολύ προσπάθεια κατάφερε να ρωτήσει.
-Ποια είναι αυτή η ηλικιωμένη γυναίκα;
Η διαχειρίστρια ακουμπώντας το χέρι της στοργικά στο κεφάλι του, και με δάκρυα στα μάτια είπε με θλιμμένη φωνή.
-Η μητέρα μου και σ’ ευχαριστώ!
Πριν τελειώσει τη φράση της ο Γιάννης Δαμάσκος είχε πέσει στο πάτωμα λιπόθυμος.

22.5.10

Αρραβωνιάστηκα



Εκεί, δίπλα στο ρείθρο του δρόμου
βρήκα ένα δαχτυλίδι,
ξάπλωσα ανάσκελα και κοίταζα τους
περαστικούς,
ήρθε και στάθηκε πάνω απ’ το
κεφάλι μου,
κόντεψε να με πατήσει,
είδα τα τεράστια πόδια της ,ιλιγγιώδη ύψη,
οι τρίχες που ξεπρόβαλαν
ανάμεσα τους
χρυσή γενειάδα αρχαίου θεού,
σήκωσα το κεφάλι και το έχωσα κάτω
απ’ το φουστάνι,
δάγκωσα με δύναμη ,
ξιαφνιασμένη τινάχτηκε προς τα πάνω κι
έκλασε.

«Ω, συγγνώμη» είπε,
«Δεν πειράζει» είπα, και της
φόρεσα το δαχτυλίδι στο μικρό δάχτυλο.
«Πολύ όμορφο!» είπε.
«Είναι αρραβώνας» είπα.
Φεύγοντας από ‘κει, κατέφθανε
ο σκουπιδιάρης με το καροτσάκι και
τη σκούπα.

Ήταν λοιπόν ζήτημα λίγων
λεπτών.


Από την ποιητική μου συλλογή "Το βαμμένο πουλί"

11.5.10

Η τρύπα του λιονταριού

Ήταν ξημερώματα όταν τα φώτα έσβησαν και έφυγα τελευταίος από το DRAFT. Λίγα βήματα απ΄ την πόρτα στη γωνία του πάρκου και στο πυκνό σκοτάδι της νύχτας ένα δροσερό χέρι μου έπιασε τον καρπό και τον έσφιξε απαλά. Κοντοστάθηκα ξαφνιασμένος. Γύρισα να δω ποιος είναι. Με κοίταζε με ένα παράξενο χαμόγελο ζωγραφισμένο στο πρόσωπό της. Λυπημένο αλλά και χαρούμενο μαζί. Έβγαλε ένα κομμάτι χαρτί από τη μικρή τσάντα που κρατούσε και μου το έδωσε. Τότε θυμήθηκα ότι μερικές ώρες πριν είχα ξεμείνει από ψιλά και ήταν η μόνη που με φιλοδώρησε με μερικές μπύρες. Δίχως αυτήν θα είχα μείνει «στεγνός». Πήρα το χαρτί, έκανα μερικά μέτρα, στάθηκα κάτω από το αμυδρό φως ενός φανοστάτη, και άρχισα να το διαβάζω. Με το που τελείωσα έστρεψα το κεφάλι στο σημείο που την είχα αφήσει. Είχε φύγει.
Έβαλα το χαρτί στην τσέπη του παντελονιού και προχώρησα αργά στο σημείο που είχα αφήσει τη βέσπα. Περνώντας έξω από τη βασιλική του Αγίου Μάρκου μία μελωδία έφθασε στ’ αυτιά μου. Κάτι με έσπρωξε και ανέβηκα τα σκαλοπάτια. Δίπλα στη πόρτα ένα ορθογώνιο πανό ενημέρωνε τον επισκέπτη με μεγάλα καλλιγραφικά γράμματα «Τυχαία συνάντηση τριών βιολιών και δύο τσέμπαλων με θέμα: Άνοιξη». Η πόρτα άνοιξε και μία γυναίκα με ασημένια στολίδια στα μαλλιά με παρότρυνε χαμογελαστή να περάσω. Έστριψα ένα τσιγάρο, μου έδωσε φωτιά, το άναψα και μπήκα. Τη στιγμή που η πόρτα έκλεινε πίσω μου άρχισαν να παίζουν τα πέντε όργανα συγκινημένα από την τυχαία συνάντηση τους. Ο χώρος ήταν ασφυκτικά γεμάτος από πλήθος. Καθιστοί και όρθιοι. Η κυρία για να μην διαταράξει την αυτοσυγκέντρωση των πέντε οργάνων, με οδήγησε πατώντας στις μύτες των ποδιών της σε ένα κάθισμα της πρώτης σειράς, με αποτέλεσμα να νοιώσω ως το τιμώμενο πρόσωπο της μουσικής βραδιάς. Η μαέστρος νοιώθοντας την παρουσία μου, πίσω της, και συνεχίζοντας να κουνά το ραβδί της στον αέρα για να μη χαθεί ο ειρμός της μουσικής αλληλουχίας, γύρισε και μου χαμογέλασε καλοσυνάτα. Της ανταπέδωσα το χαμόγελο. Μετά με πήρε ένας γλυκός ύπνος. Ξύπνησα από τα συγκρατημένα χειροκροτήματα του εκστασιασμένου πλήθους. Η γυναίκα που μου είχε ανοίξει την πόρτα, ανέβηκε στο βήμα, σήκωσε ελαφρώς τα χέρια της και το μουσικόφιλο πλήθος σταμάτησε απότομα να χειροκροτεί. Με κοίταξε και με ευγενική φωνή, αφού με παρουσίασε στο κόσμο, με παρακάλεσε να ανέβω δίπλα της και να χαιρετήσω βγάζοντας ένα λόγο στην πολιτιστική εκδήλωση. Για μία στιγμή δίστασα. Μετά θυμήθηκα το χαρτί με το κείμενο που είχα στην τσέπη μου, κάτι που με ενθάρρυνε. Ανέβηκα στη σκηνή νωχελικά, όπως κάνουν όλοι οι διάσημοι. Έβγαλα το χαρτί που μου έδωσε το κορίτσι έξω από το DRAFT, και άρχισα να διαβάζω δυνατά τον τίτλο του κειμένου: Η τρύπα του λιονταριού.

Ακολουθεί το ακριβές αντίγραφο του κειμένου που διάβασα ……

Η φωτισμένη προβλήτα μου δημιουργεί πάντα ένα δέος και ένα αίσθημα ελευθερίας έτσι όπως απλώνεται μέσα θάλασσα κατακτητικά για περισσότερο από ένα χιλιόμετρο. Τη διασχίζω πάντα με ένα ευχάριστο συναίσθημα το οποίο οφείλεται μάλλον στη συνενοχή, προς τις σκέψεις και τις πράξεις μου, που δείχνουν τα πορτοκαλί φώτα, παραταγμένα σαν φλεγόμενοι θάμνοι κατά μήκος της παραλίας. Πολλές φορές έχω γυρίσει να ακουμπήσω επάνω τους για να δω αν είναι ριζωμένα και πού είναι, τελικά, φυτεμένα. Διάφοροι μπεκρήδες και πλανόδιοι πωλητές συνηθίζουν να κάνουν ακολασίες επάνω τους, ωστόσο για μένα αποτελούν πραγματικά προσκυνητάρια.

Ο Τζέρι ο διανοούμενος ένα ατυχές πλάσμα, κακομοιριασμένο και μαδημένο σαν αλεπού κυνηγημένη από Άγγλους αριστοκράτες, μου έχει διηγηθεί ότι στην προβλήτα αυτή στεκόταν τα παλιά χρόνια ένα πέτρινο λιοντάρι το οποίο είχαν θεμελιώσει Βενετοί καραβοκύρηδες. Μετά, λέει ο Τζέρι, όταν βαρέθηκαν τον τόπο το ξήλωσαν και το πήραν μαζί τους και οι ντόπιοι φτιάξανε ένα ίδιο που με τα χρόνια όμως και με τις ακολασίες των περαστικών δεν βλεπότανε. Κι έτσι όταν το γκρεμίσανε πήρανε διάφοροι τα κομμάτια του και τα έβαλαν στα παρτέρια τους για διακόσμηση. Όμως όταν έπαιρνε αέρας ακουγόταν ένας βρυχηθμός και μη αντέχοντας το φόβο πήρανε ξανά τα κομμάτια και τα πέταξαν στη θάλασσα. Ο Τζέρι λέει ότι τα καλοκαίρια όταν έχει πανσέληνο μπορείς να το δεις ολόκληρο στον πάτο της θάλασσας. Όχι ακριβώς ολόκληρο γιατί έχει μια τρύπα κάπου στο θώρακα επειδή το μάρμαρο διαβρώθηκε από τις ακολασίες, όπως σας είπα. Πάντως εγώ δεν έχω καμιά όρεξη τα βραδάκια του καλοκαιριού να κυνηγάω φαντάσματα στον πάτο της θάλασσας, όταν τα κορίτσια γύρω μου κουνιούνται έτοιμες για όλα.

Τον τελευταίο καιρό έχω αρχίσει να διαπιστώνω κάποια προβλήματα κόπωσης, προφανώς οφειλόμενα στην ηλικία. Ένα βράδυ μάλιστα που είχε λίγο ψυχρούλα την ώρα που έβηξα ένιωσα έναν σφάχτη στα πλευρά. Στιγμιαία μού πέρασε από το μυαλό ότι ανακατεύτηκαν τα παΐδια μου και ψιλοπανικοβλήθηκα, αλλά σε λίγα λεπτά συνήλθα και συνέχισα το βραδινό κυνήγι μου. Ξοπίσω μου ακολουθούσαν όλα τα λιγούρια μπας και βρουν καμιά γκομενίτσα, κι αυτοί, από εκείνες που με ορέγονται καθημερινά. Κατά τα ξημερώματα είδα από μακριά να έρχεται, καμαρωτή, μια άγνωστη. Η περίπτωση μου κίνησε το ενδιαφέρον παρόλο που τα πονάκια στην πλάτη εξακολουθούσαν. Κοντοστάθηκα όταν με πλησίασε, το ίδιο έκανε κι αυτή και τα λιγούρια οπισθοχώρησαν. Αφήνοντας το σημάδι της, ακουμπισμένη σε ένα από τα φωτεινά προσκυνητάρια, με κοίταξε, με χάιδεψε για την ακρίβεια με τα μάτια της και πήγε κι έκατσε στην άκρη της προβλήτας κοιτώντας τον βυθό. Γύρισα να κοιτάξω τον ουρανό κι εκείνη τη στιγμή διαπίστωσα ότι μια πανσέληνος έπαιρνε το δρόμο του ύπνου.

Ζω πολλά χρόνια μοναχικά αν και πολλές φορές έχω σκεφτεί πως θα μπορούσα να έχω ένα όμορφο σπίτι και οικογένεια. Μια δυο φορές έκανα προσπάθεια αλλά η απόδραση ήταν εκ προτέρων μέσα στο κεφάλι μου. Γνώριζα πολύ καλά πως όταν έβγαινα έξω δεν υπήρχε αρσενικό που να μην με κοιτάζει με δέος και θηλυκό που να μην με ονειρεύεται. Έτσι αποφάσισα να περνώ τη ζωή μου τριγυρνώντας κυρίως τις νύχτες αρχηγός και εραστής κι όσο για δουλειά ούτε συζήτηση. Εξάλλου πάει πακέτο με την οικογένεια. Αυτή τη φορά όμως θες η σουβλιά στα παΐδια, θες η τύπισσα κάτι κουνήθηκε μέσα μου. Την επόμενη νύχτα εκείνη δεν φάνηκε. Ασφαλώς δεν μπορούσα να περιμένω το επόμενο φεγγάρι. Περνώντας από το σημείο που στεκόταν χθες με πήρε το άρωμά της. Έκανα μια παύση και οργάνωσα το σχέδιο. Μετά από λίγη ώρα τη βρήκα να κάθεται σε μια καρέκλα στο μεγάλο μαγαζί του λιμανιού. Με είδε κι εκείνη αλλά έκανε ότι δεν με γνώριζε. Στην αρχή τουλάχιστον γιατί όταν την πλησίασα αίφνης γίναμε ένα.

Η ιστορία συνεχίστηκε με τον ίδιο ρυθμό. Ακολουθώντας το άρωμά της βρισκόμασταν όταν οι ρεμπεσκέδες με άφηναν ήσυχο. Εδώ που τα λέμε, και μεταξύ μας, δεν ήταν μόνο οι ρεμπεσκέδες αλλά και οι άλλες «ανησυχίες» που όσο και να το κάνεις ομορφαίνουν τη ζωή. Μια νύχτα όμως με φεγγάρι που ολόκληρη η προβλήτα ήταν σκεπασμένη από τη μυρωδιά της εκείνη δεν σηκώθηκε όταν με είδε. Ή για να σας δώσω να καταλάβετε σηκώθηκε και απομακρύνθηκε! Το κολιέ της λαμπίριζε στο φως που βγάζουν η νύχτα και η μέρα μαζί, και η θλίψη ήταν ζωγραφισμένη στα βήματά της. Οπισθοχωρώντας ακούμπησα στο γνωστό δικό μας σημείο και τη στιγμή που έστρεψε το κεφάλι της να με αποχαιρετίσει σηκώνοντας το αριστερό μου πόδι άφησα το δικό μου σημάδι επάνω στο δικό της. Ήρθε και στάθηκε δίπλα μου και βαδίζοντας κόντρα στον ήλιο που σηκωνόταν γερά, πια, ακούσαμε δυο μπεκρήδες να μουρμουρίζουν:
-Ρε μαλάκα, πού τη βρήκε τέτοια σένια γκόμενα και με λουρί, στα γεράματα ο Ρεξ; Και μετά σου λένε…σκυλίσια ζωή.
-Δεν ξέρω τι μου λες εσύ.. εγώ από το μεθύσι μου βλέπω το λιοντάρι ολόκληρο και καθαρό να στέκεται απέναντί μας…


Στην επόμενη συνάντησή μας θα σας περιγράψω τι ακολούθησε στη Βασιλική του Αγίου Μάρκου μετά το τέλος της ανάγνωσης …Καλή νύχτα!

6.5.10

Τριαντάφυλλο ανάμεσα στα δόντια




Ο μεγαλόσωμος κόκκινος αδέσποτος σκύλος σηκώθηκε όρθιος στα πισινά του πόδια, ακούμπησε τα μπροστινά στο πρεβάζι του παραθύρου και κοίταξε με τα μεγάλα στρογγυλά μάτια του στο εσωτερικό της χαμηλής παλιάς, ενός δωματίου, μονοκατοικίας. Αυτό που αντίκρισε του τράβηξε το ενδιαφέρον και για να μην γίνει αντιληπτός τράβηξε λίγο προς τα κάτω το κεφάλι.

Μέσα στο δωμάτιο, εκτός από ένα μονόκλινο ξέστρωτο ράντζο που στεκόταν ακουμπισμένο στον τοίχο, υπήρχε ένα παλιό ψυγείο, ένας νεροχύτης, ένα μεσαίου μεγέθους καθίκι, ένας μικρός καθρέπτης κρεμασμένος στον τοίχο, μία τηλεόραση και ένα στρογγυλό τραπέζι ακριβώς στη μέση του χώρου. Γύρω από το στρογγυλό τραπέζι καθόταν τρεις γέροι και μία κουφή γριά. Όλοι κρατούσαν στο αριστερό χέρι από ένα ρεπάνι και στο δεξί ένα ποτήρι. Σε κάθε δαγκωνιά που έριχναν στο ζαρζαβατικό, έπιναν χωρίς να τσουγκρίζουν τα ποτήρια τους μία γουλιά κρασί, εκτός από τη γριά που έπινε μηλόξυδο. Η γριά που και που ρουφούσε τόσο δυνατά τη μύτη της που τρανταζόταν ολόκληρο το κορμί της. Το περιεχόμενο το έφτυνε στο πάτωμα, ανάμεσα στα πόδια της.

Ήταν ήδη προχωρημένο απόβραδο και αυτοί καθισμένοι από το πρωί γύρω από το στρογγυλό τραπέζι χωρίς να έχουν ανταλλάξει την παραμικρή λέξη, είχαν τα γουρλωμένα μάτια τους καρφωμένα στην τηλεόραση που βρισκόταν ακριβώς απέναντι τους. Περίμεναν με μεγάλη αγωνία την στιγμή που θα έβγαινε ο πρωθυπουργός της εύπλαστης πλειοψηφίας να αναγγείλει τα νέα οικονομικά μέτρα που ήταν αναπόφευκτα για την δημοσιονομική αποτελμάτωση της χώρας. Και οι τέσσερεις ένοιωθαν δυσβάσταχτες ενοχές, θεωρούσαν τους εαυτούς τους ως κύριους υπεύθυνους για το τέλμα που βρέθηκε η χώρα τους. Γέμισαν πάλι τα ποτήρια και τα κατέβασαν μονορούφι, δάγκωσαν ένα κομμάτι ρεπάνι, έσυραν όλοι μαζί τις καρέκλες πιο κοντά στο τραπέζι και συνέχιζαν να κοιτούν απερίσπαστοι τον τηλεοπτικό δέκτη. Ο πιο γέρος απ’ όλους κοίταξε το ρολόι και μία ανησυχία ζωγραφίστηκε αυθόρμητα ανάμεσα στα φρύδια του. Οι άλλοι δεν του έδωσαν σημασία συνεχίζοντας να κατεβάζουν το κρασί τους.

Πρώτος μίλησε ο πιο καραφλός γέρος.
-Ο πατέρας μου κάθε πρωί πριν φύγει για δουλειά διάβαζε ένα μικρό απόσπασμα από τις αλλόκοτες ιστορίες του Μιλίου. Νόμιζε πως με αυτό τον τρόπο αποκτούσε υπερφυσικές δυνάμεις, ώστε να μπορέσει να αντεπεξέλθει επαρκώς στις δυσκολίες της ημέρας, που τον περίμεναν στην εξόρυξη λιγνίτη όπου εργαζόταν. Εξ’ άλλου έπρεπε να περπατήσει με την αξίνα στην πλάτη πέντε χιλιόμετρα ως το νταμάρι. Τα είχε καταφέρει περίφημα έως ότου ένα πρωί καθώς βημάτιζε βιαστικά καθυστερημένος για τη δουλειά, σκόνταψε και η σιδερένια μύτη της αξίνας με τη δύναμη της απότομης πτώσης, καρφώθηκε στην πλάτη του ξεπροβάλλοντας από το στήθος. Έμεινε στον τόπο. Πάντως δεν έχουμε παράπονο από την εργοδοσία του, όχι μόνο μας έστειλε συλλυπητήριο τηλεγράφημα, αλλά μας κατέβαλε την αποζημίωση μισής αργίας, ενώ στην κηδεία παρέστησαν με τα σχολιανά τους ρούχα, ο δεύτερος τη τάξη επιστάτης μαζί με άλλους δύο υψηλόβαθμους εργάτες. Νοιώσαμε πολύ περήφανοι εκείνες τις δυσβάσταχτες ώρες. Η συγκίνηση ήταν διάχυτη και ειλικρινής στα πρόσωπα όλων των μελών της οικογένειας. Πραγματικά αξέχαστες στιγμές!

Δεύτερος μίλησε ο λιγότερο καραφλός γέρος.
-Ο πατέρας μου κάθε πρωί πριν φύγει για τη δουλειά ανέβαινε στην ταράτσα και έπινε τον καφέ του, βλέποντας τον ήλιο να ανατέλλει. Δεν ήταν ιδιαίτερα ρομαντικός, απλά κάπου είχε ακούσει ότι οι πρώτες πρωινές αχτίνες του ήλιου εκπέμπουν θεραπευτικές ιδιότητες για τα αρθριτικά. Πράγματι ποτέ δεν παραπονέθηκε για πόνους στις κλειδώσεις, στα αυχενικά ή να έχει τριξίματα στις μασέλες. Ποτέ! Πέθανε όταν ένα πρωί βγαίνοντας στην ταράτσα ζαλίστηκε, έπεσε στο κενό και έσκασε κάτω στον δρόμο. Ήταν πολύ τυχερός γιατί εκείνη την ώρα περνούσε τυχαία ένας παπάς γιατί πριν αφήσει την τελευταία του πνοή, πρόλαβε να τον εξομολογήσει, να τον ευλογήσει, και να του δώσει άφεση αμαρτιών. Αναμφισβήτητα σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις φαίνεται το μεγαλείο και η μεγαλοψυχία Εκείνου. Πώς βρέθηκε από το πουθενά εκείνη τη στιγμή ο παπάς; Το επιμελήθηκε Εκείνος. Άρα, επρόκειτο για θαύμα! Πώς να μην πιστεύει στον μεγαλοδύναμο μετά κανείς;

Τρίτος μίλησε ο γέρος που είχε μία μικρή καλοχτενισμένη τούφα λευκών μαλλιών στη δεξιά πλευρά του κεφαλιού του. Φαινόταν απ’ όλους ο πιο σοβαρός.
-Ο πατέρας μου κάθε πρωί πριν φύγει για τη δουλειά συνήθιζε να κάνει έρωτα με τη κυρά του. Θεωρούσε ότι όταν μετά αποδείξεως αποδίδει σωστά το ορμονικό σύστημα, δουλεύει καλά ολόκληρος ο οργανισμός, ψυχή τε σώματι. Ένα πρωί κάτι απρόοπτο τού απέσπασε την προσοχή, ξέχασε να ελέγξει τις ορμόνες του και το απόγευμα μάς τον έφεραν πεθαμένο τυλιγμένο σε ένα λευκό σεντόνι. Ο υπάλληλος από την Επιθεώρηση Εργασίας που διερεύνησε το εργατικό ατύχημα μας ανέφερε με πόνο ψυχής, ότι δεν λειτούργησαν τα αντανακλαστικά του όπως θα περίμενε κανείς. Έτσι αντί να βιδώσει μία λάμπα σε ένα ντουί, έχωσε μέσα το δάχτυλό του και το ρεύμα τον τίναξε τρία μέτρα μακριά κάνοντάς τον κάρβουνο. Ο ιατροδικαστής αποφάνθηκε ότι εάν είχε ακολουθήσει τη γνωστή σε όλους καθημερινή πρωινή συνήθειά του θα ήταν ακόμη ζωντανός. Κρίμα γιατί ήταν καλός άνθρωπος, συνεπής στις οικογενειακές και κοινωνικές του υποχρεώσεις. Τι να πει κανείς; Άτυχη στιγμή; Προβοκάτσια της εργοδοσίας; Τρέχα γύρευε, άκρη δεν βγάζεις…

Η κουφή γριά σαν να ξύπνησε από λήθαργο ρώτησε με πολύ δυνατή φωνή.
-Για τι πράγμα μιλάτε; Για την επικείμενη εξαγγελία του πρωθυπουργού της εύπλαστης πλειοψηφίας;
Δεν της απάντησε κανείς. Δάγκωσαν ένα κομμάτι ρεπάνι και κατέβασαν μία δυνατή γουλιά κρασί εκτός από τη γριά που κατέβασε μία γουλιά μηλόξυδο.
-Σιωπή! φώναξε ξαφνικά με στεντόρεια φωνή που τράνταξε το δωμάτιο ο πιο καραφλός γέρος. Βγαίνει στην τηλεόραση ο πρωθυπουργός της εύπλαστης πλειοψηφίας. Τσιμουδιά!

Πραγματικά στην οθόνη εμφανίστηκε ένας τύπος ψηλός, με σφιγμένα χείλια, σοβαρό ύφος και εμφανώς βουρκωμένος. Στάθηκε μπροστά από ένα μικρόφωνο, έξυσε αμήχανα το μάγουλό του. Φαινόταν λίγο διστακτικός, κοίταξε προς την κάμερα, έξυσε το μέτωπό του αυτή τη φορά και μισάνοιξε το στόμα του για να εκστομίσει αυτά που τον πρόσταζε το καθήκον να πει για το καλό της πατρίδας. Η εικόνα που παρουσίαζε έπειθε και τον πιο αδαή πως είχε πλήρη συναίσθηση των ευθυνών του. Όμως, πριν αρθρώσει ακόμη την πρώτη λέξη το ύφος του άλλαξε άρδην. Το πρόσωπό του πήρε μία σκληρή έκφραση, οι σάρκες στα μάγουλά του τραβήχτηκαν προς τα αυτιά καθώς το βλέμμα του άρχισε να εκτοξεύει οπτικούς μύδρους κατά παντός υπευθύνου. Οι τέσσερεις ηλικιωμένοι άθελά τους ανατρίχιασαν. Μήπως θεωρούσε τους ίδιους αποκλειστικά υπεύθυνους της τρομερής αυτής εθνικής τραγωδίας; Έκαναν οι τέσσερεις θεατές ταυτόχρονα την ίδια βασανιστική σκέψη. Ανακάθισαν νευρικά στις καρέκλες τους και κοίταξαν με μάτια έτοιμα να πεταχτούν από τις κόχες τους τον τηλεοπτικό δέκτη. Κατάλαβαν πως η ετυμηγορία που θα τους απεύθυνε ο πρωθυπουργός της εύπλαστης πλειοψηφίας ήταν, πια, προ των πυλών. Από κάπου ακούστηκε ένα τρίξιμο. Κοίταξαν δειλά ο ένας τον άλλο και διαπίστωσαν πως το τρίξιμο προήλθε από τα κόκκαλα της γριάς. Ανατρίχιασαν πάλι και ξαναγύρισαν τα μαδημένα κεφάλια τους στην οθόνη της τηλεόρασης.

Ο πρωθυπουργός της εύπλαστης πλειοψηφίας βάζοντας το χέρι μπροστά από το στόμα του, έβηξε με λεπτότητα καθαρίζοντας το λαρύγγι του, κοίταξε μία αριστερά, μία δεξιά, ευθυγράμμισε το κεφάλι του προς την κάμερα και άρχισε να αρθρώνει την πρώτη του λέξη. Από το σημείο αυτό και μετά, αυτά που επακολούθησαν εκτυλίχθησαν κυριολεκτικά με κινηματογραφική ταχύτητα. Με το που άρχισε να μιλάει, η γριά ρούφηξε τόσο πολύ δυνατά τη μύτη της που κόντεψε να πνιγεί. Τελικά κατάφερε να ξεκολλήσει αυτό που είχε φρακάρει στο λαιμό της και να το φτύσει με ανεξέλεγκτη δύναμη στο πάτωμα, σχηματίζοντας κάτι που έμοιαζε με αυγό μελάτο. Προσπάθησε να το σκουπίσει με το πόδι της αλλά για κακή της τύχη το συμβάν είχε γίνει ήδη αντιληπτό.

Ο πρωθυπουργός της εύπλαστης πλειοψηφίας βλέποντας την κίνησή της, με μία φοβερή κραυγή πετάχτηκε σαν τρελός μέσα από την τηλεόραση και την έπιασε απ’ το λαιμό. Το γκρίζο ρυτιδιασμένο πρόσωπο της γριάς πυρακτώθηκε. Ο τελευταίος αέρας που είχε εγκλωβιστεί στους πνεύμονες της, απέδρασε ο μισός σφυρίζοντας από τα ρουθούνια της, ενώ ο υπόλοιπος με ήχο παραπονιάρικης τρομπέτας από τον κοκκαλιάρικο πισινό της, δίνοντας την εντύπωση τρυπημένης σαμπρέλας που ξεφουσκώνει από δύο σημεία εκτόνωσης βιαίως δημιουργημένα. Ο φέρων στις πλάτες του τις ευθύνες ενός ολόκληρου έθνους της έσφιγγε το λαιμό όλο και πιο δυνατά. Τα χέρια του έμοιαζαν με δαγκάνες φτιαγμένες από μαντέμι. Τα μάτια της γριάς είχαν πεταχτεί σχεδόν ολόκληρα έξω από τις τρύπες τους.

Ήταν πλέον θέμα δευτερολέπτων να παραδώσει το κουρασμένο από τα χρόνια πνεύμα της στον βαρκάρη που θα το μετέφερε στον άλλο κόσμο. Οι γέροι άρχισαν να κλαίνε με λυγμούς φωνάζοντας ο ένας στον άλλο βοήθεια. Προσπάθησαν να αποσπάσουν τη γριά από τα χέρια του αφηνιασμένου πρωθυπουργού της εύπλαστης πλειοψηφίας αλλά η προσπάθειά τους απέβη άκαρπη. Απογοητεύτηκαν και ξανακάθισαν στις καρέκλες. Χοντρά δάκρυα ανάβλυζαν από τα γέρικα μάτια τους που καθώς κυλούσαν σαν ρυάκια μέσα στις βαθιές ρυτίδες τους, έπεφταν σαν καταρράκτες στο πάτωμα. Ο επικεφαλής της κυβερνητικής αγέλης γύρισε και τους κοίταξε σαν δάσκαλος που ετοιμάζεται να υποβάλει στους μαθητές του την πιο αυστηρή ποινή που του επιτρέπει ο νοσηρός απηρχαιωμένος εκπαιδευτικός κανονισμός. Οι γέροι φοβήθηκαν τόσο πολύ που άρχισαν να χειροκροτούν με ψεύτικο ενθουσιασμό. Εν τω μεταξύ η γριά ήταν στα τελευταία της. Η στεγνή γλώσσα της είχε πεταχτεί και κρεμόταν άψυχη απ’ το στόμα της. Το μίσος και η μανία είχαν τυφλώσει τόσο πολύ τον πρωθυπουργό της εύπλαστης πλειοψηφίας που για να την αποτελειώσει, άφησε το λαιμό της, την άρπαξε από το σβέρκο και τα πόδια, την σήκωσε ψηλά στον αέρα, και άρχισε να την χτυπάει λυσσασμένα στο πάτωμα. Η γριά άρχισε να απλώνεται σαν χταπόδι. Ένας ρόγχος ακούστηκε να βγαίνει από το στόμα της.

Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε από κάπου ένα απειλητικό γρύλισμα. Οι γέροι σταμάτησαν να χειροκροτούν. Παραξενεμένοι κοίταξαν γύρω. Προτού προλάβουν να καταλάβουν από πού προήλθε, ακούστηκε ένα φοβερό ουρλιαχτό. Σείστηκε συθέμελα το σύμπαν. Τα τζάμια του παράθυρου έσπασαν και μία κόκκινη βολίδα εισέβαλε μέσα. Όρμησε μουγκρίζοντας κατά πάνω τους, τους προσπέρασε και άρπαξε με τα σιδερένια σαγόνια του τον πρωθυπουργό της εύπλαστης πλειοψηφίας απ’ τον σβέρκο. Τον σήκωσε σαν πούπουλο στον αέρα, τον ξετίναξε σαν σκονισμένο ρούχο και τον πέταξε με δύναμη στον τοίχο. Εκείνος, σαν μεθυσμένο αεροπλάνο προσγειώθηκε άγαρμπα, ουρλιάζοντας με κραυγές πληγωμένου ζώου ξαπλωμένος στο πάτωμα.

Ο κόκκινος σκύλος πήγε και στάθηκε από πάνω του απειλητικός. Κόλλησε το ανοιχτό στόμα του με τα γεμάτα σάλια δόντια στο πρόσωπο του τρομοκρατημένου εκπροσώπου της εύπλαστης πλειοψηφίας. Η καυτή ανάσα του σκύλου τού έκαιγε σαν αυγουστιάτικος λίβας το πρόσωπο. Έμεινε ακίνητος. Μετά ανασηκώθηκε δειλά δειλά και γονατίζοντας σε στάση προσευχής άρχισε κλαίγοντας να εκλιπαρεί. Ο σκύλος μαλάκωσε, τον λυπήθηκε, τον σιχάθηκε. Έκανε ένα βήμα πίσω, κοντοστάθηκε, κάτι σκέφθηκε, τον ξαναπλησίασε από το πλάι σήκωσε το πίσω πόδι και τον κατούρησε στη μούρη. Αφού στράγγιξε εντελώς την κύστη του, γύρισε, πήρε φόρα και πηδώντας πέρασε μέσα από το παράθυρο. Πήρε πάλι τη στάση που είχε και πρώτα και συνέχιζε να κοιτάζει μέσα. Ένα χαμόγελο ικανοποίησης σχηματίστηκε στο φαρδύ του στόμα.

Οι τρεις γέροι αφού συνήλθαν από το σοκ που τους προκάλεσε το γεγονός, σηκώθηκαν άρπαξαν με θάρρος τον πρωθυπουργό της εύπλαστης πλειοψηφίας, τον πέταξαν σαν άδειο τσουβάλι μέσα στην οθόνη της τηλεόρασης, έβγαλαν το καλώδιο από την πρίζα και τη γύρισαν να κοιτάζει προς τον τοίχο. Τώρα πια το κουτί δεν τους χρησίμευε σε τίποτα. Η γριά άρχισε σιγά σιγά να κουνάει πάλι. Σε λίγα λεπτά αφού σηκώθηκε όρθια, προχώρησε αργά και κάθισε στην καρέκλα της. Ίσιωσε τα μαλλιά της που είχαν ανακατευθεί και κοίταξε μειδιάζοντας τους τρεις γέρους, της χαμογέλασαν και αυτοί με συμπάθεια. Όλοι μαζί άρπαξαν με το ένα χέρι τα ρεπάνια που είχαν μείνει πάνω στο τραπέζι και με το άλλο χούφτωσαν τα ποτήρια με το κρασί και το μηλόξυδο. Αφού έριξαν μια γερή δαγκωνιά στα ζαρζαβατικά, τσούγκρισαν στον αέρα με ενθουσιασμό τα ποτήρια και τα κατέβασαν μονορούφι. Γύρισαν και κοίταξαν προς το παράθυρο. Ο κόκκινος σκύλος ήταν ακόμα εκεί.

24.4.10

Το χαμένο πετράδι


Η ιστορία που θα επιχειρήσω να σας διηγηθώ είναι μεν πραγματική, ταυτόχρονα δε υπερβολική, εξωφρενική και πολλή όμορφη για να αποδοθεί από τον πεζό λόγο. Ας είναι, η προσπάθεια μετράει.

Ήταν η εποχή που μόλις είχα αποδράσει από τον ιστό μιας μεγάλης και δυνατής αράχνης. Ακολούθησε μία μακρά περίοδος αδρανοποίησης. Κλείστηκα στο σπίτι μου και αφοσιώθηκα σε κάποιες απαραίτητες εσωτερικές αναζητήσεις που τις είχα παραμελήσει και έπρεπε κάποτε να αποκαταστηθούν και κυρίως να διευκρινιστούν. Επίσης, για να μην χάσω έστω και ένα μέρος του βιολογικού ρυθμού μου, δηλαδή της φόρμας μου, τριγυρνούσα από δωμάτιο σε δωμάτιο και σκότωνα μύγες. Αυτό το μέτρο το βρήκα αρκετά αποτελεσματικό γιατί όταν έλαβα την επιστολή – πρόσκληση από τον καθηγητή εφαρμοσμένης φυσικής σερ Τσάκ Αμάν ( προφανώς αραβικής καταγωγής) βρισκόμουν σε πολύ καλή φυσική κατάσταση.

Ο τρόπος που είχε αποτυπώσει στο χαρτί τα λόγια του ο καθηγητής δεν μου άφηνε περιθώρια άρνησης. Την ίδια μέρα αμπαλάρισα βιαστικά τα μπογαλάκια μου, μπήκα στο πρώτο αεροπλάνο που βρήκα και βρέθηκα στο μακρινό Ντέιτον του Οχάιο. Κατά τη διάρκεια του πολύωρου ταξιδιού είχα την ευκαιρία να ξαναδιαβάσω πιο προσεκτικά και με περισσότερη άνεση αυτά που έγραφε ο καθηγητής στην επιστολή του. Με λίγα λόγια είχε διοργανωθεί από μία μη κυβερνητική ανιδιοτελή πολιτιστική, παύλα, οικολογική οργάνωση με την ονομασία «Σκέψου καλά, η πράσινη ομπρέλα σε προφυλάσσει από την όξινη βροχή», το κυνήγι ενός χαμένου στα βάθη των αιώνων ανεκτίμητου θησαυρού και συγκεκριμένα ενός ανεκτίμητου πολύτιμου λίθου με την κωδική ονομασία «Η χιονισμένη γενειάδα του Μανιτού».

Ο θρύλος που κυκλοφορούσε με δέος από στόμα σε στόμα εδώ και αιώνες ανάμεσα στις ινδιάνικες φυλές της αμερικανικής ηπείρου, έλεγε ότι το ανεκτίμητο αυτό πετράδι είχε ύψος δύο μέτρα και πλάτος εβδομήντα έξι εκατοστά. Ο ίδιος θρύλος ανέφερε επίσης ότι ήταν θαμμένο σε ένα μυστικό μέρος κάπου στη βραχώδη πολιτεία της Μοντάνα. Ο μοναδικός που γνώριζε το ακριβές σημείο ήταν ο μάγος της φυλής Απάτσι, ένας παράξενος και μυστηριώδης τύπος με το συμβολικό όνομα «Ρίξε λάδι στο τηγάνι», που είχε όμως αποχαιρετήσει τα εγκόσμια εδώ και ενάμιση αιώνα! Επομένως όλα τα στοιχεία του ακριβούς σημείου που ήταν κρυμμένο αυτό το πετράδι τα είχε πάρει μαζί στον τάφο του. Λέγεται, αν και δεν το πιστεύω, ότι κάποιος προφανώς ηλίθιος ή μεθυσμένος κυνηγός του πολύτιμου λίθου επί σειρά ετών, ένα βράδυ μεσ΄ στην απελπισία του που είχε προκληθεί από τις άκαρπες προσπάθειες μιας ολόκληρης ζωής για την εύρεσή του, άνοιξε τον τάφο που είχαν θάψει τον ινδιάνο μάγο, έβγαλε τον σκελετό και άρχισε να τον καρφώνει με ένα κατσαβίδι νομίζοντας ότι με αυτό τον τρόπο θα του αποσπούσε το μυστικό. Ο σκελετός σαν να τον γαργάλισε το κατσαβίδι κροτάλισε για λίγο. Πέρα από το κροτάλισμα του σκελετού ο κυνηγός δεν απέσπασε απολύτως τίποτα, απεναντίας συνελήφθη από τον τοπικό σερίφη Ρόι Ο’ Μπράιαν, ο οποίος οφείλουμε να παραδεχθούμε δεν του φέρθηκε βίαια, και πέρασε όλη τη νύχτα στο κρατητήριο. Το πρωί αφού ζήτησε συγγνώμη, έφυγε αγκαλιά με μια πόρνη που γνώρισε στο κελί εκείνο το βράδυ, αγαπήθηκαν, και όπως γράφτηκε σε μία τοπική εφημερίδα περιορισμένης κυκλοφορίας, μετά από λίγες μέρες παντρεύτηκαν. Όπως ήταν αναμενόμενο, οι κατά κόρον συνηθισμένες συνθήκες του έγγαμου βίου τον ανάγκασαν πολύ σύντομα να ξεχάσει το κυνήγι του χαμένου πολύτιμου λίθου. Αυτό όμως είναι μία άλλη ιστορία που δεν μας αφορά, επί του παρόντος τουλάχιστον.

Αυτά μέσες άκρες σκεφτόμουν, κατά τη διάρκεια του εναέριου ταξιδιού και βυθίστηκα σε ένα γλυκό ύπνο. Ξύπνησα όταν πια το αεροπλάνο είχε προσγειωθεί και είχε παρκάρει στο χώρο στάθμευσης- αποβίβασης. Προχωρώντας προς την έξοδο του αεροσκάφους πίσω από τους υπόλοιπους επιβάτες και χαμένος ακόμα στη θολούρα του βαθύ ύπνου που είχε προηγηθεί, δεν ξέρω γιατί, αυθόρμητα άρπαξα απ΄ το σβέρκο μία αεροσυνοδό και της έδωσα ένα ρουφηχτό υγρό φιλί στο στόμα. Την ίδια στιγμή που εκείνη άρχισε να στριγγλίζει σαν τρελή, όλοι οι άντρες ασφαλείας έπεσαν πάνω μου και με ακινητοποίησαν δένοντας με χειροπόδαρα με κάτι πλαστικά κορδονάκια.

Η υπηρεσία εσωτερικών υποθέσεων των Ηνωμένων Πολιτειών βιάστηκε να με χαρακτηρίσει τρομοκράτη, αλλά αργότερα που κατάλαβαν το λάθος τους όχι μόνο μου ζήτησαν συγγνώμη αλλά επιπλέον αποκατέστησαν την υπόληψη μου παρουσία εισαγγελέα, με κέρασαν μηλόπιτα και με άφησαν ελεύθερο. Δεν τους παρεξήγησα για την ταλαιπωρία που μου επέβαλαν, τους χαιρέτησα φιλικά, όχι εγκάρδια, βγήκα από την κεντρική πύλη του αεροδρομίου και μπήκα σε ένα ταξί για το ξενοδοχείο που είχα κάνει κράτηση.

Με το συμπάθιο όμως, κάπου εδώ θα σταματήσω γιατί έχουν μείνει στη μέση κάποιες δουλειές που δεν σηκώνουν παράταση. Θα συνεχίσω με την πρώτη ευκαιρία.

Υ.Γ.: Παρεπιπτόντως να ευχαριστήσω τους φίλους και τις φίλες για τις ευχές που έστειλαν λόγω της ονομαστικής μου γιορτής. Τιμή μου.

21.4.10

Το μυστήριο ενός τραγικού συμβάντος

Ο Παντελής Μπιζόλιος σε πρόσφατη φωτογραφία του, προβληματισμένος...


Ο Παντελής Μπιζόλιος, ένας ταυραμπάς (μεγαλόσωμος) άντρας, φρενάς αυτοκινήτων στο επάγγελμα, ηλικιακά και νοητικά ώριμος άνθρωπος, παντρεμένος με την κυρία Καίτη Μπουρμπούλη και πατέρας τριών παιδιών, τίμιος, ντόμπρος και καραμπουζουκλής στην πιάτσα, μεσοαστός και περιορισμένα προοδευτικός στις πολιτικές του πεποιθήσεις, οικονομικά καλοστεκούμενος με δική του πιλοτή για δύο αυτοκίνητα, θρησκευόμενος αλλά όχι απαραίτητα φανατικός, εκείνη τη ζεστή φθινοπωριάτικη νύχτα του Σεπτέμβρη, καθώς κοιμόταν βαθειά, χέστηκε πατόκορφα στον ύπνο του.

Τι ήταν αυτό που τον ανάγκασε να πάθει αυτό το τρομερό κακό;
Τι ήταν αυτό που τον ανάγκασε να υποστεί αυτόν τον οικτρό εξευτελισμό;

Μην ήταν εγκεφαλικό;
Μην ήταν ένα τρομακτικό όνειρο;
Μην ήταν από χαρά;
Μην ήταν από δηλητηρίαση;
Μην ήταν τυχαίο;
Μην ήταν λόγω οικονομικής κρίσης;
Μην ήταν απόπειρα δολοφονίας;
Μην αφουγκράστηκε κάτι στον ύπνο του , που ήταν πέρα των φυσικών δυνάμεων του;
Μην ήταν από χαλάρωση του πρωκτικού σφιγκτήρα;
Μην ήταν κάποιος αδιόρατος φόβος;
Μην ήταν τύψεις συνειδήσεως;

Τι ήταν; Τι;


Σε λίγες μέρες η απάντηση που αλλού ; ΕΔΩ!!!

Μέχρι τότε υπομονή….

Μείνετε συντονισμένοι, υποψιασμένοι αλλά όχι ανυπόμονοι…

9.4.10

Χασίς




Ο Έκτωρ εκείνο το πρωί είχε ξυπνήσει έχοντας έναν τρομερό πονοκέφαλο. Σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι, έβαλε τις υφασμάτινες παντόφλες που του είχαν δωρίσει στα γενέθλια του, πήγε και άνοιξε το παράθυρο της κουζίνας που έβλεπε στον ακάλυπτο. Έπιασε μία καρέκλα, κάθισε απέναντι από το ανοιχτό παράθυρο και άρχισε να παίρνει βαθιές εισπνοές από τη μύτη, ελπίζοντας ότι με αυτό τον τρόπο θα περνούσε ο πονοκέφαλος. Μετά από λίγη ώρα απογοητεύτηκε επειδή ο πονοκέφαλος δεν υποχωρούσε. Σηκώθηκε αναστενάζοντας, άνοιξε την μπαλκονόπορτα και βρέθηκε στο μπαλκόνι. Γράπωσε τα κάγκελα και σηκώνοντας το βλέμμα κοίταξε κατάματα τον ήλιο. Τυφλώθηκε αλλά συνέχισε να τον κοιτά με πείσμα. Σε ελάχιστο χρόνο μια άσπρη κηλίδα κάλυψε την όρασή του κι έκλεισε με δύναμη τα μάτια. Όταν τα ξανάνοιξε έβλεπε και πάλι όπως πρώτα καθαρά. Ο πονοκέφαλος όμως ήταν ακόμα εκεί. Τον βασάνιζε ανελέητα. Σε μια γωνία υπήρχε μία μεταλλική σκάλα. Κοιτάζοντάς την του ήρθε μία ιδέα. Να μπει στο πατάρι! Ο σκοτεινός αυτός χώρος ίσως του έκανε καλό. Σήκωσε τη σκάλα και την μετέφερε στο εσωτερικό του διαμερίσματος. Την έστησε ακριβώς κάτω από το πατάρι που χρησιμοποιούσε σαν αποθήκη και ανέβηκε με προσοχή στο τελευταίο σκαλοπάτι. Άπλωσε το χέρι, άνοιξε το ξύλινο πορτάκι και χώθηκε μέσα. Στην αρχή ρίγησε απ’ την υγρασία αλλά ένιωσε λίγο καλύτερα. Περίμενε εκεί μερικά λεπτά. Ο πονοκέφαλος όμως και πάλι δεν υποχωρούσε.

Στο ημίφως άπλωσε τα χέρια του ακουμπώντας διάφορα αντικείμενα που αγνοούσε ήδη την ύπαρξή τους. Ήταν κυρίως εργαλεία που χρησιμοποιούσε για τη συντήρηση του αυτοκινήτου, της βέσπας αλλά και για δουλειές του σπιτιού. Με την αφή αναγνώρισε ένα, και αφού το περιεργάστηκε προσεχτικά με τα δάχτυλα διαπίστωσε ότι ήταν μία ματσόλα. Χωρίς να ξέρει γιατί την έπιασε σφιχτά τη σήκωσε ψηλά και άρχισε να χτυπάει δυνατά το πάνω μέρος του κεφαλιού του. Έκπληκτος ανακάλυψε ότι ο ήχος που έβγαινε από τα χτυπήματα ήταν ασυνήθιστος. Σταμάτησε να χτυπάει το κεφάλι του, επιστράτευσε όσο μπορούσε την αίσθηση της ακοής και ζυγίζοντας επιμελώς στην παλάμη του τη ματσόλα έδωσε ένα πολύ δυνατό χτύπημα ακριβώς στο κέντρο του κεφαλιού του. Τα μάτια του και το στόμα του άνοιξαν διάπλατα σχηματίζοντας τρία ασύμμετρα όμικρον. Ναι, δεν είχε κάνει λάθος. Ο ήχος έμοιαζε σαν αυτόν που προκαλείται όταν χτυπάμε έναν άδειο τενεκέ. Καμπανάτος και κενός. Σταμάτησε να χτυπάει το κεφάλι του και κάθισε οκλαδόν. Η στάση αυτή πάντα τον βοηθούσε να σκεφθεί καλύτερα, του την είχε μάθει πολύ παλιά ένας τυφλός Ινδός καλόγερος.

«Για να βγαίνει τέτοιος ήχος σημαίνει ότι μέσα στο κεφάλι μου δεν υπάρχει τίποτα, δηλαδή είναι άδειο», σκέφθηκε.
«Αλλά αφού είναι άδειο πως είναι δυνατό να έχω πονοκέφαλο; Ένα άδειο κεφάλι είναι δυνατό να έχει πονοκέφαλο;», ξανασκέφθηκε παραξενεμένος.
«Αυτό όμως που με προβληματίζει βέβαια πιο πολύ είναι ότι αφού ακούγεται σαν κούφιος ντενεκές το κρανίο μου πως μπορώ να σκέφτομαι και να διερωτώμαι ότι το κεφάλι μου είναι άδειο. Γιατί αν το κεφάλι μου είναι κούφιο, έστω και από τα στοιχειώδη υλικά που απαιτούνται, δεν θα ήμουν σε θέση να κάνω καμία σκέψη. Κάτι ανεξήγητο συμβαίνει εδώ...», ψέλλισε σιγανά αυτή τη φορά.

Αποφάσισε να κατέβει από το πατάρι. Αφού πήρε μαζί του τη ματσόλα, το άδειο του κεφάλι, τον πονοκέφαλό του, βγήκε με την όπισθεν, πάτησε και πάλι προσεχτικά στη σκάλα, έκλεισε το πορτάκι του παταριού και κατέβηκε κάτω. Αν τον παρατηρούσε κάποιος θα έβλεπε ότι όλες οι κινήσεις του ήταν απόλυτα φυσιολογικές. Προχώρησε στο μικρό τραπεζάκι που βρισκόταν δίπλα στη πόρτα εισόδου και στάθηκε πάνω απ’ το τηλέφωνο. Αποφάσισε να τηλεφωνήσει στον φίλο του τον Λέκτορα που ήταν γιατρός, γνωστός ως ειδικός ωτορινολαρυγγολόγος. Σχημάτισε τον αριθμό στο καντράν του τηλεφώνου και περίμενε κοιτάζοντας το πρόσωπό του στον καθρέφτη που κρεμόταν στον τοίχο μπροστά του. Μία βαθειά ρυτίδα σαν μελαγχολικό χαμόγελο είχε σχηματισθεί στο μέτωπό του. Έστρεψε αλλού το βλέμμα όταν άκουσε τη φωνή του γιατρού στην άλλη άκρη της γραμμής. Ο γιατρός τον άκουγε χωρίς να τον διακόπτει. Μόλις τελείωσε αυτά που είχε να πει, κατέβασε το ακουστικό. Ο φίλος του τον είχε διαβεβαιώσει ότι σε λίγα λεπτά θα ήταν εκεί. Του συνέστησε μάλιστα με αυστηρό ύφος να ξαπλώσει και να προσπαθήσει να μη σκέφτεται τίποτα. Αυτό ακριβώς έκανε ο Έκτωρ. Ξάπλωσε, έκλεισε τα μάτια και προσπάθησε να μην σκέφτεται απολύτως τίποτα. Νόμισε πως τώρα αισθανόταν ελαφρώς καλύτερα, παρόλο που ο πονοκέφαλος δεν περνούσε.

Ο ειδικός επιστήμονας Λέκτωρ κατέφθασε κάθιδρος και λαχανιασμένος. Εξωτερικά δεν θύμιζε σε τίποτα επιστήμονα. Περισσότερο έμοιαζε με νεκροθάφτη. Κατά γενική ομολογία, όμως, ήταν ένας πολύ καλός γιατρός. Στο ένα του χέρι κρατούσε σφιχτά, λες και φοβόταν μη του πέσει, ένα μακρύ και λεπτό σκουρόχρωμο πλαστικό εύκαμπτο σωληνάκι, ενώ στο άλλο μία δερμάτινη ιατρική τσάντα καφέ χρώματος. Ο Έκτωρ με το που τον είδε ανατρίχιασε. Ενστικτωδώς, σαν τρομοκρατημένο ζώο, πήγε και μαζεύτηκε δίπλα στο ανοιχτό παράθυρο της κουζίνας σε στάση που δήλωνε έτοιμος να πηδήσει απ’ έξω σε περίπτωση που κάτι δεν θα του άρεσε στη συμπεριφορά του γιατρού. Ο γιατρός το κατάλαβε και προσπάθησε να τον καθησυχάσει. Είχε συνηθίσει σε τέτοιου είδους συμπεριφορές ασθενών. Τον πλησίασε ήρεμα και τον έπιασε στοργικά απ’ το χέρι. Τον έσυρε απαλά και τον έβαλε μαλακά να καθίσει σε μία καρέκλα.
Ο Έκτωρ είχε συνεχώς τα μάτια του καρφωμένα στον επιστήμονα. Παρατηρούσε κάθε του κίνηση. Η έκφραση του δήλωνε καχυποψία, αγωνία, καρτερικότητα αλλά και ανυπομονησία. Ο γιατρός χωρίς να βγάλει άχνα με προσεκτικές και επιμελημένες κινήσεις έπιασε το πλαστικό σωληνάκι και το πασπάλισε με κρέμα που μύριζε βούτυρο και έμοιαζε με σαντιγί . Το τίναξε ελαφρά για να φύγουν κάποια υπολείμματα που δεν τα θεωρούσε απαραίτητα και ετοιμάσθηκε να προχωρήσει στην εξέταση του φίλου και πελάτη του. Κοίταξε τον Έκτορα και με σαγηνευτική φωνή του είπε:
- Αυτό το σωληνάκι θα σου το χώσω στο αυτί για να δω τι υπάρχει μέσα στο κεφάλι σου. Μη φοβάσαι, δεν θα πονέσεις πολύ. Θα τσούξει λίγο αλλά να έχεις υπόψη σου ότι είναι η πιο αξιόπιστη μέθοδος. Αν παρατηρήσεις προσεχτικά, θα δεις ότι στην άκρη του υπάρχει μία κάμερα ψείρα. Μέσα απ’ αυτή θα εξερευνήσω κάθε πτυχή του κρανίου σου. Προτού όμως γίνει αυτό είναι απαραίτητο να ακούσω με τα αυτιά μου τον παράξενο ήχο που προκαλεί το κεφάλι σου. Δεν γίνεται να στηριχθώ μόνο στην περιγραφή που μου έκανες απ’ το τηλέφωνο. Έχε μου απόλυτη εμπιστοσύνη. Ξέρω πολύ καλά τι κάνω.
Έσκυψε και άνοιξε την ιατρική δερμάτινη τσάντα και έβγαλε από μέσα ένα ειδικό μεταλλικό σφυρί με αρκετά πλατύ κεφάλι. Το εναπόθεσε προσεχτικά στο τραπέζι και με μεγάλες δρασκελιές πήγε και άνοιξε την πόρτα της εισόδου. Επέστρεψε φέρνοντας μαζί του ένα ασημένιο καινούργιο άδειο τενεκέ χωρητικότητας είκοσι πέντε κιλών περίπου. Κοίταξε βλοσυρός τον Έκτορα και του είπε με επιστημονικό ύφος:
-Λοιπόν άκουσε με προσεχτικά. Θα σου ρίξω μία σφυριά στο κεφάλι και μετά θα χτυπήσω τον άδειο τενεκέ. Αν οι δύο ήχοι παρουσιάζουν ομοιότητες θα προχωρήσω στο επόμενο και πιο σημαντικό στάδιο της εξέτασης με το πλαστικό σωληνάκι. Συνεννοηθήκαμε;

Ο Έκτωρ τον κοίταξε αμίλητος και ανόρεχτα κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. Ο Λέκτωρ έπιασε το ιατρικό σφυρί, στάθηκε πάνω από τον Έκτορα, άνοιξε λίγο τα πόδια, πάτησε γερά στο πάτωμα για να έχει την απαραίτητη σταθερότητα, σήκωσε ψηλά το σφυρί και το κατέβασε με δύναμη στο κεφάλι του Έκτορα. Ένα τρίξιμο ακούστηκε συνοδευόμενο με το γνωστό καμπανάτο και κούφιο ήχο. Πριν ακόμα σβήσει ο ήχος από το κεφάλι του ασθενή με μία γρήγορη κίνηση χτύπησε τον άδειο τενεκέ. Τέντωσε το κορμί και τα αυτιά του και αφουγκράστηκε, ,σαν να ήθελε να συγκρίνει τους δύο αυτούς ήχους. Περίμενε για λίγο και αφού έσβησαν και οι δύο ήχοι, με ύφος χιλίων καρδιναλίων απεφάνθη :
-Φίλε μου είχες δίκιο, και οι δύο ήχοι είναι ίδιοι και απαράλλακτοι. Προχωράμε στο επόμενο στάδιο δίχως καθυστέρηση.
Άρπαξε αποφασιστικά το πλαστικό σωληνάκι και το έχωσε εμφανώς άγαρμπα στο δεξί αυτί του Έκτορα. Εκείνος άνοιξε διάπλατα το στόμα του και έβγαλε μία τρομερή κραυγή. Ο πόνος που ένοιωσε ήταν αφόρητος. Δάκρυα άρχισαν να κυλάνε στα μάγουλά του . Η απόγνωση τον κατέκλυσε αλλά δεν είπε κουβέντα. Ο γιατρός δεν του έδωσε την παραμικρή σημασία: ήταν απασχολημένος. Έχωνε συνεχώς πιο βαθειά το σωληνάκι μέχρι που η άκρη του άρχισε να ξεπροβάλει από το άλλο αυτί. Ο γιατρός απτόητος συνέχισε να το σπρώχνει μέχρι που το σωληνάκι είχε βγει για τα καλά από το άλλο αυτί. Σταμάτησε, δάγκωσε το δείκτη του χεριού του και είπε σοβαρά.
-Φίλε, οι πρώτες ενδείξεις φαίνεται πως δικαιώνουν τις εκτιμήσεις μας. Αλλά, για να είμαστε εκατό τοις εκατό σίγουροι θα χρησιμοποιήσω την κάμερα ψείρα. Ετοιμάσου για την τελική επιστημονική διάγνωση.

Τράβηξε προς τα μέσα το σωληνάκι και από ένα γυάλινο μάτι παρατηρούσε με μεγάλη προσοχή το εσωτερικό του κεφαλιού του Έκτορα. Που και που κάτι μουρμούριζε, προφανώς σε επιστημονική ορολογία, κάτι που φυσικά κανείς ασθενής δεν θα καταλάβαινε. Μετά από λίγο σταμάτησε, κοίταξε με μάτια που γυάλιζαν τον Έκτορα και του είπε χωρίς περιστροφές:
-Το κεφάλι σου είναι εντελώς κούφιο. Αποτελείς παγκόσμιο φαινόμενο. Ενώ είσαι κουφιοκέφαλος, μπορείς να βλέπεις, να μιλάς, να ακούς, να αισθάνεσαι, αλλά κυρίως να σκέφτεσαι. Μπορείς να μου πεις πως στο διάολο γίνεται αυτό;
-Εσύ είσαι ο επιστήμονας, εσύ πρέπει να βρεις την απάντηση… είπε χεσμένος από το φόβο του ο Έκτωρ.
-Σωστά. Λοιπόν, πρώτα απ’ όλα πρέπει να ανακαλύψουμε την αιτία που προκάλεσε αυτό το φαινόμενο. Γιατί όπως καταλαβαίνεις περί φαινομένου μιλάμε, και μάλιστα ανεξήγητου, μέχρι στιγμής τουλάχιστον. Το ανησυχητικό θα είναι εάν πρόκειται περί κάποιου άγνωστου βακτηριδίου και μάλιστα μεταδοτικού. Καταλαβαίνεις τι θα επακολουθήσει, περιττό να στο πω. Ας τα πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά. Θέλω να μου πεις πού και πώς κοιμήθηκες χθες το βράδυ κι αν παρατήρησες κάτι ασυνήθιστο στον ύπνο σου. Πρόσεξε, η παραμικρή λεπτομέρεια μπορεί να αποδειχτεί ζωτικής σημασίας.
-Κοιμήθηκα όπως κοιμάμαι πάντα. Δεν έκανα τίποτα ιδιαίτερο. Άκουσα μουσική, κάπνισα λίγο χασίς, παρακολούθησα μία ταινία πορνό, μετά ήρθε η καλή μου, ξαπλώσαμε στο κρεβάτι και αγαπηθήκαμε, ως συνήθως. Φυσιολογικά πράγματα όπως βλέπεις.
-Ναι, απολύτως φυσιολογικά. Μία διευκρίνιση μόνο, όταν λες αγαπηθήκατε εννοείς ότι γαμηθήκατε;
-Ακριβώς , απλώς εσύ το εκφράζεις πιο επιστημονικά..
-Μμμμ… μάλιστα, λοιπόν τώρα θα πάω να ελέγξω το κρεβάτι σου, εσύ μείνε εδώ, μην το κουνήσεις ρούπι…
Ο ειδικός επιστήμονας Λέκτωρ προχώρησε και μπήκε στην κρεβατοκάμαρα. Φαινόταν ανήσυχος. Οποιοσδήποτε ήταν σε θέση να καταλάβει ότι κάτι σοβαρό τον απασχολούσε . Τι ήταν όμως αυτό;

Ξαφνικά από την κρεβατοκάμαρα ακούστηκαν ασυνήθιστοι θόρυβοι. Λες και κάποιος με τα χέρια του χτυπούσε με μανία το στρώμα. Μετά από λίγη ώρα οι θόρυβοι σταμάτησαν απότομα. Στην πόρτα της κρεβατοκάμαρας εμφανίστηκε ο Λέκτωρ με μία παράξενη έκφραση στο πρόσωπό του. Η εμφάνιση του δήλωνε ένα μείγμα από απογοήτευση, θυμό, απόγνωση, αλλά και ικανοποίηση. Στάθηκε μπροστά στον Έκτορα τείνοντας την ανοιχτή παλάμη του μπροστά στο πρόσωπό του.
-Να, εδώ έχω την απάντηση, φώναξε με ύφος πανηγυρικό.
-Δηλαδή; ρώτησε πνιγμένος στην αγωνία ο Έκτωρ.
-Ανακάλυψα τι σου εξαφάνισε τον εγκέφαλο. Εδώ αυτό που βλέπεις στην παλάμη μου είναι ο εγκέφαλος σου συρρικνωμένος. Τον βρήκα πάνω στο μαξιλάρι σου να τον ξερογλείφουνε ένα σωρό μύγες. Προσπάθησα να τις σκοτώσω αλλά το κακό είχε γίνει. Πρόλαβα να μαζέψω ότι είχε απομείνει απ’ αυτόν. Δυστυχώς η ποσότητα αυτή δεν μου επιτρέπει εργαστηριακά να αποδείξω τίποτα απολύτως. Ξέρω όμως πάρα πολύ καλά τι ακριβώς συνέβη.
-Μππ..οο..ρεις να μου πεις; τραύλισε ο Έκτωρ.
-Ναι. Θα σου εξηγήσω όσο πιο απλά γίνεται για να καταλάβεις. Εκτιμώ, για να μην πω πως είμαι απόλυτα βέβαιος και θεωρηθεί εγωκεντρικό, ότι κάποιο αγνώστου προελεύσεως βακτηρίδιο εισέβαλε στον οργανισμό σου σε ανύποπτη στιγμή και συγκεκριμένα στον εγκέφαλο σου. Τη νύχτα, κατά τη διάρκεια που κοιμόσουν βρήκε την ευκαιρία και σου ρούφηξε το μυαλό. Και αφού απορρόφησε όλα τα θρεπτικά συστατικά που είχε ανάγκη για να διατηρηθεί ζωντανό, κατά ένα περίεργο και αδιευκρίνιστο τρόπο, μετέτρεψε ότι είχε απομείνει σε ένα μικρό κομμάτι μύξας. Η μύξα στη συνέχεια στρογγυλοποιήθηκε και κατρακύλησε λόγω κατηφόρας σε ένα από τα δύο ρουθούνια σου. Δεν έχει σημασία ποιο. Είμαι σίγουρος πως το πρωί που ξύπνησες φύσηξες τη μύτη σου νομίζοντας ότι έχεις αρπάξει κάποιο συνάχι . Έτσι δεν είναι;
-Πράγματι, κάτι είχε φρακάρει στο ρουθούνι μου και το φύσηξα. Αυτό που έφυγε πρέπει να έπεσε στο μαξιλάρι…
-Φίλε μου, πάρα πολύ σωστά. Αυτό που φύσηξες από τη μύτη σου για να την καθαρίσεις, νομίζοντας ότι είναι κάποιο κάκαδο μύξας, ήταν ο εγκέφαλος σου.
-Μα τι είναι αυτά που λες; Είσαι τρελός; Είναι δυνατό να γίνονται τέτοια πράγματα; είπε ο Έκτωρ κοιτάζοντας έκπληκτος τον επιστήμονα.
-Κοίτα τώρα ότι έγινε έγινε. Είμαι στη δυσάρεστη θέση να σου ανακοινώσω ότι το μέλλον σου δεν διαγράφεται και πολύ αισιόδοξο, είπε κυνικά όπως άλλωστε κάθε καταρτισμένος επιστήμονας, ο Λέκτωρ.
-Τι εννοείς ;
-Θα σου προτείνω τις λύσεις που έχουμε στη διάθεσή μας και συ θα διαλέξεις μία απ’ αυτές. Δυστυχώς ο αριθμός είναι εξαιρετικά περιορισμένος όπως αντιλαμβάνεσαι, δεν έχουμε πολλά περιθώρια. Αυτό έγκειται στο ότι η περίπτωσή σου αποτελεί όπως σου ανέφερα παγκόσμια πρωτοτυπία. Είσαι ο μοναδικός άνθρωπος στον πλανήτη που δεν διαθέτει εγκέφαλο και όμως μπορεί να συμπεριφέρεται σαν φυσιολογικός.
-Μπορώ σε παρακαλώ να ακούσω τις προτάσεις σου;
-Αν δεν ήμαστε φίλοι, θα ήμουν αναγκασμένος να ενημερώσω την ιατρική κοινότητα, με αποτέλεσμα να καταλήξεις σε κάποιο μυστικό πειραματικό εργαστήριο να σε πετσοκόβουν για να ανακαλύψουν που οφείλεται αυτό το φαινόμενο. Φυσικά θα καρπωνόμουν κι εγώ δόξα και χρήμα που σε ανακάλυψα πρώτος. Το όνομά μου θα γραφόταν αν όχι με χρυσά γράμματα σίγουρα με ασημένια, στον κατάλογο των επιστημόνων που προσέφεραν στην παγκόσμια ιατρική εξέλιξη. Ίσως κάποτε κατηγορηθώ από την παγκόσμια κοινή γνώμη, ότι δεν επιτέλεσα το καθήκον μου και ότι αθέτησα τον όρκο μου στον Ιπποκράτη με το να σε προφυλάξω από αυτές τις επώδυνες διαδικασίες. Μην σου διαφεύγει ούτε για μία στιγμή πως το βακτηρίδιο για το οποίο μιλάμε είναι εξαιρετικά επικίνδυνο και η διάδοσή του μπορεί να εξελιχτεί σε πανδημία. Αν συμβεί αυτό ο πληθυσμός ολόκληρης της γης θα βρεθεί προ των πυλών του αφανισμού. Όλα αυτά θα αποφευχθούν ριζικά εφαρμόζοντας τη δεύτερη και τελευταία λύση, και αυτή είναι να πεθάνεις, να εξαφανιστείς από προσώπου γης, σαν να μην υπήρξες ποτέ..

Ο Έκτωρ τον κοίταζε σύξυλος. Το στόμα του είχε στεγνώσει. Η γλώσσα του είχε κολλήσει στον ουρανίσκο και τα αυτιά του βούιζαν. Τα δάχτυλα των άνω και κάτω άκρων μυρμήγκιασαν. Οι αιμορροΐδες του άνοιξαν και το σώβρακο του πλημύρισε με αίμα. Στους νεφρούς του ένοιωσε φοβερές σουβλιές αλλά ευτυχώς δεν είχαν μεγάλη διάρκεια. Παρόλα αυτά, εκείνος κατάφερε να σκάσει ένα αθώο χαμόγελο και με συγκινημένη φωνή είπε.
-Ο πονοκέφαλος μου πέρασε εντελώς.
Ο ειδικός επιστήμονας τον κοίταξε και κουνώντας τα χέρια με νευρικότητα, ίσως χάνοντας και λίγο ένα μέρος της αυτοκυριαρχίας του είπε αυστηρά.
-Άκου να δεις, σου εξήγησα ότι η κατάσταση είναι πάρα πολλή σοβαρή. Μάλλον δεν έχεις συναίσθηση της ευθύνης σου έναντι της ανθρωπότητας. Κατανοώ πλήρως τη δυσκολία της θέσης σου αλλά πρέπει να φερθείς όπως αρμόζει σε ένα υπεύθυνο, ηθικό και αξιοπρεπή άνθρωπο. Αυτές τις ώρες ξεχωρίζουν οι άντρες από τους κουνιστούς. Μήπως είσαι κουνιστός και δεν το ξέρω; Μία ένεση είναι όλη κι όλη και τελειώσαμε. Ούτε πόνο θα νοιώσεις ούτε σπασμούς ούτε τσιμπήματα στη βουβωνική χώρα. Δείξε ότι είσαι άντρας. Θέλεις να εξαπλωθεί η αρρώστια σου και να πάρει ο διάολος όλο τον πλανήτη;

Ο Έκτωρ είχε γίνει κίτρινος σαν λεμόνι. Έβγαλε έξω τη γλώσσα από το στόμα σαν βάτραχος που προσπαθεί να πιάσει ένα κουνούπι. Υποκρινόταν ότι ήθελε να πάρει βαθειά ανάσα αλλά στην ουσία σκοπός του ήταν να κερδίσει λίγο χρόνο. Ήξερε όμως καλά πως δεν είχε περιθώρια για υπεκφυγές. Εισέπνευσε βαθειά απ’ τη μύτη καιαφού ξεφούσκωσε το στήθος βγάζοντας με δύναμη τον αέρα απ’ το στόμα , πήρε ύφος παραίτησης και είπε.
-Αν είναι έτσι ας τελειώνουμε, δε γαμιέται…
Ο ειδικός επιστήμονας, δείχνοντας μία ανεξήγητη βιασύνη, έβγαλε από την ιατρική δερμάτινη τσάντα του μια ένεση, και τη δοκίμασε πατώντας τη ελαφρά. Ελάχιστη ποσότητα κίτρινου υγρού τινάχτηκε από την άκρη της βελόνας. Ο Έκτωρ έκλεισε τα μάτια και άπλωσε το αριστερό του χέρι. Ο Λέκτωρ του κάρφωσε τη βελόνα στη πιο χοντρή φλέβα που βρήκε μπροστά του. Μέτρησε από μέσα του μέχρι το οχτώ. Στο έξι το κεφάλι του Έκτορα έγειρε μπροστά ενώ η γλώσσα του κρεμόταν άψυχη έξω από το στόμα του. Ο Λέκτωρ ενώ έπαιρνε μια βαθειά ανάσα ανακούφισης, η πόρτα πίσω του άνοιξε και μπήκε μία γυναίκα. Τον πλησίασε από πίσω και έφερε τα χέρια της γύρω απ’ τη μέση του. Εκείνος έστριψε το κεφάλι και τη φίλησε γλυκά στο στόμα. Μετά χαμογέλασαν και οι δύο ικανοποιημένοι.

Αν ζούσε ο Έκτωρ θα έβλεπε με μεγάλη θλίψη ότι η γυναίκα που φίλησε τρυφερά τον ειδικό επιστήμονα ήταν η ίδια γυναίκα που έκανε έρωτα το προηγούμενο βράδυ μαζί του.