31.1.10

Μεταλλαγμενος θανατος

Δυσκολη νυχτα αποψε. Πολλη δυσκολη. Τα αγορακια με τα λεφτα του μπαμπα εκαναν παλι την εμφανιση τους. Οπως παντα κακομαθημενα και δειλα. Πανε ολα μαζι σαν αγελη απο πεινασμενα κορακια, ετοιμα να κατασπαραξουν σαρκες. Και ηταν πολλα τα κορακια αποψε, γυρω στα εφτα. Και ημουν μονος. Αλλα τα καταφερα. Καποιος τραβηξε σουγια και μου χαρακωσε ελαφρα το δερμα αλλα δεν μου ‘σκισε την ψυχη, αυτη εμεινε ανεπαφη. Ενα ακομη σημαδι απο τα πολλα που εχουν χαραχθει στο κορμι μου. Εχω συνηθισει και δεν εχω συνηθισει. Μετα, επεσε ενας κεραυνος και τα φωτα εσβησαν. Ακουγονταν μοναχα κραυγες, ουρλιαχτα και βογγητα. Δεν εδειξα ελεος. Δεν πρεπει να δειχνεις ελεος σε αυτα τα καθαρματα. Μπορει και να τους εξιταρει η ελλειψη οικτου. Μπορει. Δεχτηκα καποια χτυπηματα. Τα πιο πολλα απο πισω. Δε λυγισα. Σταθηκα στα ποδια μου και αντισταθηκα. Ειναι υπουλα σαν τις ακριδες. Πεφτουν ολα μαζι πανω σου. Πονταρουν στην ενστικτωδη κινηση να προστατευσεις το κεφαλι με τα χερια. Τοτε χτυπουν χαμηλα μεχρι να σου κοπει η ανασα. Τα ξερω αυτα τα κολπα. Τα ‘χω μαθει απ’ εξω. Σαν θλιμμενο τραγουδακι φυλακης γραμμενο προχειρα σε τοιχο βρωμικου κελιου. Ακουστηκαν σειρηνες.


Οι γειτονες ειναι οι καλυτεροι χαφιεδες. Κυριως αυτοι που εχουν σκυλια για προστασια των περιφραγμενων κατοικιων τους με τα σαθρα θεμελια. Αυτοι φοβουνται περισσοτερο απ’ ολους. Να μην χασουν τις ασημαντες περιουσιες τους. Τις ασημαντες ζωες τους. Ολη τους η ζωη ενας φοβος. Μια ανασφαλεια. Υπευθυνοι ρεμουλας για τις ζωες των αλλων. Προσποιουνται πως δεν το καταλαβαινουν. Προσποιουνται. Το σκοταδι πλημμυρισε απο σπασμωδικες αχτινες φωτος που δημιουργουσαν οι φακοι στα νευρικα χερια των τυπων με τις καλοσιδερωμενες στολες της εννομης ταξης και του φυλακισμενου συναισθηματος. Παντου αναρθρες φωνες. Παντου πονος, οργη και φρεσκο αιμα. Προσπαθησα να κοιταξω γυρω. Διαπιστωσα χαος. Εκρινα οτι ειχε ερθει η ωρα να φυγω. Δεν υπηρχε λογος να περιμενω αλλο. Ορμησα προς τη τζαμαρια. Επεσα με το κεφαλι. Το απροστάτευτο τζαμι εγινε κομματια. Βρεθηκα μπρουμυτα στο παγωμενο πεζοδρομιο. Καποιος με αρπαξε απο το ποδι προσπαθωντας να με τραβηξει παλι μεσα. Τον κλωτσησα στο προσωπο. Πρεπει να του εσπασα μερικα δοντια. Βογγηξε και με αφησε. Σηκωθηκα και αρχισα να τρεχω χωρις συγκεκριμενο προορισμο.


Σταματησα λαχανιασμενος κατω απ’ το μικρο γεφυρακι που ενωνει τα δυο παλια ακατοικητα πετροχτιστα κτίρια. Το ‘ξερα καλα το μερος αυτο. Ακουμπησα στην παλια ξυλινη πορτα του κτιριου να παρω ανασες. Τοτε ακουστηκε μια τρομερη βουη. Κοιταξα προς το ανηφορικο δρομακι και αντικρισα εναν τεραστιο ογκο νερου να ερχεται με ορμη εξαγριωμενου χειμαρου παρασερνοντας τα παντα στο περασμα του. Εσπρωξα με τη δυναμη της απελπισιας την πορτα. Φανηκα τυχερος, ανοιξε. Μπηκα μεσα στο παλιο κτισμα. Μυριζε υγρασια και μουχλα. Μυριζε θανατο. Απ’ εξω ακουγοταν ο χειμαρος που ετρεχε με μανια. Πηγα και κουρνιασα σε μια γωνια. Εφερα τα γονατα στο προσωπο και αγκαλιαζοντας τα ποδια μου τα εσφιξα δυνατα. Αρχισα να βηχω. Ο αντιλαλος του βηχα ακουστηκε να παλλεται σαν μεταλλικο ελασμα στο τεραστιο αδειο κτιριο. Μια δεσμη φωτος επεσε στο προσωπο μου και με τυφλωσε. Ξαφνιαστηκα τρομαγμενος. Με μισολειστα ματια προσπαθησα να διακρινω ποιος ηταν πισω απο το φακο. Διεκρινα μια ψηλη γυναικεια φιγουρα μεσα σε ενα μακρυ μαυρο φορεμα με κατακοκκινα κουμπια. Με κοιτουσε ηρεμα με φλογισμενα ματια. Απλωσε ευγενικα το χερι της και μου προσφερε κατι. Ενα μεταξωτο κοκκινο μαντηλι. Το πηρα και το ακουμπησα στη μυτη μου. Φυσηξα τις μυξες μου που ετρεχαν σαν νερο. Μια παραξενη ουσια απλωθηκε και καλυψε τον εγκεφαλο μου. Λιγο πριν χασω τις αισθησεις μου καταλαβα με τι ηταν ποτισμενο το μαντηλι. Το χλωροφορμιο εκανε αψογα τη δουλεια του. Αφεθηκα χωρις αντισταση στον βαθυ υπνο που μου προσφερε. Το υποσυνειδητο το θεωρησε σαν προσκαιρη λυτρωση αλλα οχι σαν ανευ ορων παραδοση. Θα επεστρεφα και παλι, ημουν βεβαιος. Και ετσι εγινε.

Το δευτερο τραγουδακι του βιντεοκλιπ το αφιερωνω στον τυπο με τον μπερε και το καρφιτσωμενο κοκκινο αστερακι, που επινε αταραχος το πρασινο διαιτητικο τσαι του σε καποιο μπαλκονι, καπου στους Αμπελοκηπους, βουτηγμενος μεχρι τα μπουνια στην υποκειμενικα απενοχοποιημενη μακαρια του, απελευθερωμενος απο καθε ειδους συνειδησιακη σπασαρχιδικη ενοχη. Αν ειδα καλα, ηταν παρεα με καποιο ινδουιστη φιλοσοφο που καταπινε μπροκολα, και αγκαλια με καποιο χριστιανο ρασοφορο που ευλογουσε το μουσι του, εγκωμιαζοντας ολοι εν χωρω με ελεγχομενο ανατρεπτικο λογυδριο το γλυκο χειμωνιατικο ηλιοβασιλεμα του Αττικου βομβαρδισμενου με σκατα τοπιου.


Ενοιωθα φυγοδικος απο τον ιδιο μου τον εαυτο και, ετρεξα να βρω καταφυγιο στις νεανικες μου ξεχασμενες περιπλανησεις. Ανοιξα και ψελλισα :

«Να καθεσαι σ΄ ενα καμαρακι,
να πινεις μπυρα
και να στριβεις τσιγαρο
ακουγοντας Μπραμς
απ΄ ενα κοκκινο τρανζιστορακι…»

Τσαρλς Μπουκοφσκι



...ενας φοβισμενος φιλος σκιρτησε δειλα πιο διπλα. Ανοιξε με κοπο το στομα του, ηπιε μια γερη γουλια τεκιλας, με μια γκριματσα πονου επιασε τον πονεμενο γοφο του και ειπε:


Το χαλι αρχισε να ιδρωνει, ζοριζοταν, υπεφερε,
καιγοταν απο την πιεση ολων κι ολων, δεκα δακτυλων.
Αν οι γητευτες της κλωστης ειχαν προβλεψει ενα στομα,
τα πραγματα θα ηταν αλλιως. Αυτοφυη οπλα τα δοντια.
Την προηγουμενη φορα μετραγαν θανατο με τον ιδιο τροπο,
τωρα ομως φαινεται να βασανιζουν κατι διαφορετικο.

Τα δαχτυλα σηκωθηκαν και πηραν μαζι τους το κορμι,
ιστιο ωκεανισιας γαλερας. Εκει μεσα κρυβονταν ολα.
Του ειχαν μαθει πως, θελει δε θελει, το χρωμα του ουρανου
ειναι μπλε. Και τα ματια του τρυπες για να τον βλεπει.
Να ομως, που το χαλι υποχρεωθηκε στις αμφισβητησεις του.
Με τα δαχτυλα μετραμε, με πανια τυλιγουμε πληγες.

Ο ουρανος ειναι κοκκινος, οταν φυσαει
κοκκινος κι οταν το χιονι ετοιμαζεται για χορο.
Δεν εχει χρωμα, οταν ο ηλιος καιει
και τη νυχτα, μαυρα εσωρουχα φοραει.
Μονο στα κανονικα, τα δικα τους, ειναι μπλε,
κι οταν μ΄ αυτα μετραω.

Ο «σκυλος απο την κολαση» κουνησε την ουρα του,
οι σελιδες κουνηθηκαν ζητωντας απαιτητικα το λογο.
Τα δαχτυλα τεντωθηκαν. Φλερταροντας το μεγαλο
καβαλικεψε το διπλανο του κι ετοιμαστηκαν
να σηκωσουν τις σκεψεις, κισσος σε ατελειωτη μαντρα.
Γουσταρω αναρριχηση με τραγουδι χωρις λογια.

Ειναι η ωρα της γυμνιας μου. Κατασταση μαυρη,
ωρες χυνοταν μεσα στο λευκο του καθολου.
Το κοκκινο, το χρωμα του δικου μου ουρανου
μπορει να τα ξεχωρισει μοναχα.
«Αντε γαμησου κωλοκατασταση», σκεφτηκα.
Γρηγορα το πηρα πισω. Αυτην την ευχη δεν την χαριζω.
Μας χρειαζεται πολυ ακομη.

Η μαλακια μετραει μονο μιζερια και θυματα,
και θελεις να τσαλακωνουμε τα «κανονικα»
στην παραλογη ζωη σου.
Η κοκκινη ξυλομπογια ανελαβε να ζωγραφισει
μια κοκκινη γραμμη στο παραθυρο.
Γεια σου ρε Τσαρλς με εφτιαξες παλι αποψε…
.
Καπου εδω, τελειωνει το παραμυθι μεχρι να ... αρχισει καποιο αλλο. Καλο βραδυ...

4 σχόλια:

Γεφυριστές είπε...

Το διάβασα δυο τρεις φορές φίλε μου Γιώργη, το κείμενό σου. Είναι εξαιρετικό και συγχαρητήρια. Αν κατάλαβα καλά αναφέρεσαι στα γεγονότα των Αμπελοκήπων όπου οι «καλοί μας οι γειτόνοι, σκίσαν του μαύρου το σεντόνι».. άιντε με έκαναν και λάλησα. Τα είπες όλα, τα ζωγράφισες όλα (εννοώ με τη φωτογραφία σου) και τα διάνθισες κατάλληλα με Μπουκόφσκι και … νεανικές ανησυχίες. Κι επειδή μονίμως έχω έναν πόνο κι εγώ στον ΑΡΙΣΤΕΡΟ γοφό θα σου αφήσω κάτι με το οποίο μπορούμε μόνο να απαντήσουμε στους αλήτες (ο αλήτης, αλήτη θέλει) και που αν θυμάμαι σωστά το αγαπάς πολύ.
«Όποιον και να ρωτήσετε, θα σας πει ότι δεν είμαι και πολύ καλός άνθρωπος. Δεν ξέρω τι σημαίνει αυτή η λέξη. Πάντα συμπαθούσα τους παλιανθρώπους, τους παράνομους και τα ρεμάλια. Δεν τα γουστάρω εκείνα τα καλοξυρισμένα αγοράκια, με τη γραβάτα και την καλή δουλειά. Μου αρέσουν οι απελπισμένοι άνθρωποι, οι άνθρωποι με τα σπασμένα δόντια, τα σπασμένα μυαλά και τους σπασμένους τρόπους. Αυτοί μ΄ ενδιαφέρουν. Είναι γεμάτοι εκπλήξεις και εκρήξεις. Όσο για τις γυναίκες μ΄ αρέσουν κείνες οι πρόστυχες που μεθάνε και βρίζουν, κείνες οι πρόστυχες με τις πεσμένες κάλτσες και με τα μούτρα τους πασαλειμμένα με μπογιές. Για μένα οι έκφυλοι έχουν περισσότερο ενδιαφέρον από τους άγιους. Οι αλήτες με ξεκουράζουν, γιατί και γω αλήτης είμαι. Δε γουστάρω τους νόμους, τη θρησκεία, την ηθική και τους κανόνες. Δε γουστάρω να με φορμάρει η κοινωνία στα μέτρα της...»
Τσαρλς Μπουκόφσκι
Ιστορίες μιας θαμμένης ζωής

Μπράβο σου, Μπράβο!!

γιωργος καππα είπε...

Αλεκα ναι ετσι ειναι αναφερομαι σε αυτα τα γεγονοτα.Καλα το καταλαβες. Με αιφνιδιασες ομως με τον πονο που εχεις στον αριστερο γοφο.Το ανεφερα εντελως συμβολικα. Κοιτα να διες.Εκτος και αν εννοεις κατι αλλο που το αντιλαμβανομαι.
Σε πολυ νεαρη ηλικια διαβαζα Μπουκοφσκι.Οχι οτι τωρα εχει χασει το ενδιαφερον του ,αλλα αυτη η παραγραφος που γραφεις μου ειχε κανει μεγαλη εντυπωση τοτε. Και εχει φυσικα απολυτο δικιο.Αυτο το διαπιστωνει καποιος οταν εχει κανει παρεα με ολους αυτους που αναφερει. Εξαιρετικα ενδιαφεροντα ατομα.
Μπουκοφσκι λοιπον ,παντα κορυφαιος.
Ευχαριστω πολυ για το σχολιο σου.

Καλο σου βραδυ

Madame de la Luna είπε...

Έγραψες Γιώργο Κάππα, συμπλήρωσε κι η Αλέκα ένα απ' τ' αγαπημένα μου αποσπάσματα από Μπουκόφσκι κι όλα μπερδεύτηκαν γλυκά..

Αυτή η μη-ανοχή μας στο διαφορετικό, μόνο από φόβο μπορεί να πηγάζει. Μπήκες νομίζω στην καρδιά του προβλήματος. Όχι πως δίνουμε άλλοθι και συγχωροχάρτια, αλλά έχει νόημα να βλέπουμε και πίσω απ' την επιφάνεια των πραγμάτων..

Αλλά κι η κυρία με το μαύρο φόρεμα και τα κόκκινα κουμπιά, δεν μπορούσε να λείπει ;)

Καλό βράδυ και στους δυό σας.

γιωργος καππα είπε...

Madame de la Luna σ' ευχαριστω για τη φιλοφρονηση . Συμφωνω με αυτα που γραφεις στη δευτερη παραγραφο ,νομιζω εξαλλου οτι αποτελουν και το αυτονοητο .

Οσο για την κυρια με τα κοκκινα κουμπια , ειπαμε οτι αν δεν υπαρχει μια γυναικα σε καθε ιστορια ειναι σαν να λεμε τζατζικι διχως σκορδο :))

καλο σου βραδυ