17.2.10

Το κλύσμα



Το μαντάτο έπεσε απρόοπτα σαν χιονοστιβάδα και πάγωσε όσους το άκουσαν. Ο Μαρτίνος τα ‘παιξε. Οι πρώτοι που το άκουσαν έκλαψαν. Οι δεύτεροι συγκινήθηκαν και δάκρυσαν. Οι υπόλοιποι που δεν τον γνώριζαν καλά συνέχισαν να κάνουν αυτό που έκαναν, κουνώντας απλώς το κεφάλι τους.
Το τηλέφωνο χτύπησε πιο άτσαλα απ’ ό,τι συνήθως. Κακό σημάδι, σκέφθηκε ο Λάκης. Πετάχτηκε σαν ελατήριο απ’ το κρεβάτι που ήταν ξαπλωμένος και άρπαξε τ’ ακουστικό. Δεν μίλησε. Περίμενε να μιλήσει πρώτα ο άλλος. Μίλησε.
-Ο Μαρτίνος τα ‘παιξε.
Αυτό είπε και το ‘κλεισε. Ο Λάκης έμεινε καρφωμένος στη θέση του, παρατηρώντας σαν να έβλεπε για πρώτη φορά μια τρυπούλα στον τοίχο. Έκανε ένα βήμα στο πλάι και στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη που χρησιμοποιούσε για να ελέγχει την εμφάνισή του πριν βγει από το διαμέρισμα που έμενε. Έπιασε μια χτένα που βρισκόταν πάντα στο τραπεζάκι κάτω απ’ τον καθρέφτη και άρχισε να χτενίζεται με επιμέλεια. Παρατήρησε πως τα μαλλιά του είχαν μακρύνει αρκετά. Ακουμπούσαν σχεδόν στους ώμους του. Τίναξε με το χέρι τις πεθαμένες τρίχες που έπεσαν απ’ τα ρούχα του. Μερικές έπεσαν στο πάτωμα. Γονάτισε και άρχισε να τις μαζεύει μία μία. Τις μέτρησε και τις βρήκε σαράντα δύο. Ξαφνιάστηκε γιατί ήταν σαράντα δύο χρονών. "Σημαίνει κάτι αυτό ή είναι απλώς μία σύμπτωση;", αναρωτήθηκε. Τις έβαλε προσεχτικά σε ένα πράσινο μεταλλικό κουτάκι και το έχωσε στην τσέπη του παντελονιού. Πήρε το σακάκι από τον ξύλινο καλόγερο και το φόρεσε. Άνοιξε την πόρτα και βγήκε στον διάδρομο. Προσπάθησε να κλείσει την πόρτα πίσω του αλλά είχε μαγκώσει κάπου τόσο πολύ που εγκατέλειψε κάθε προσπάθεια, και την άφησε ανοιχτή. Προχωρώντας αργά στον στενό διάδρομο παρατήρησε ότι όλες οι πόρτες των διαμερισμάτων ήταν ανοιχτές. Δεν ακουγόταν ο παραμικρός θόρυβος που να προδίδει ανθρώπινη παρουσία. Σταμάτησε έξω από μία ανοιχτή πόρτα και αφουγκράστηκε. Ήταν σίγουρος ότι εκεί έμενε μια πολυμελής οικογένεια. Τις προηγούμενες μέρες, μπορούσε να πάρει όρκο, άκουγε πολύ καθαρά τις χαρούμενες φωνές και τα γέλια των παιδιών. Όπως και από τα υπόλοιπα διαμερίσματα. Πού είχαν πάει όλοι αυτοί;

Ένοιωσε να ασφυκτιά. Αποφάσισε να συνεχίσει όσο πιο γρήγορα γινόταν προς στην έξοδο. Να βρεθεί έξω, στο δρόμο. Με δυσκολία συγκράτησε τον εαυτό του να μην το βάλει στα πόδια. Δεν έπρεπε να πανικοβληθεί. Άφησε την πόρτα πίσω του να χάσκει σαν πεινασμένο στόμα και άρχισε να προχωρεί. Τα μικρά φωτάκια που πλαισίωναν τους τοίχους του στενόμακρου διαδρόμου άρχισαν να τρεμοπαίζουν. Έσβηναν και άναβαν. Τα κοίταξε σαστισμένος. Μερικά απ’ αυτά άλλαζαν χρώματα. Όσο περνούσαν οι στιγμές τρεμόπαιζαν όλο και πιο γρήγορα. Στο τέλος, και αφού αδυνατούσε να παρακολουθήσει την ταχύτατη συχνότητα εναλλαγής των χρωμάτων τους, σταμάτησαν και έσβησαν εντελώς. Ο διάδρομος βυθίστηκε στο σκοτάδι. Ένοιωθε ζαλισμένος. Με το χέρι ψαχούλεψε τον τοίχο να βρει κάποιο διακόπτη. Κάτι έπιασε, σαν υγρό. Το έφερε κοντά στα μάτια του αλλά δεν κατάφερε να διακρίνει τι ήταν. Το μύρισε . Μία ξινή μυρουδιά διαπέρασε βίαια τα ρουθούνια του. Η αποκρουστική μυρουδιά της μούχλας. Αισθάνθηκε την υποχρέωση που οφείλει να έχει ένας υπεύθυνος ένοικος, να κάνει παρατήρηση στον διαχειριστή του κτιρίου γι’ αυτό το απαράδεκτο πράγμα. Απογοητεύτηκε. Αντί για διακόπτη στον τοίχο, βρήκε μούχλα. Σκούπισε βιαστικά το χέρι του στα ρούχα του και προχώρησε στο σκοτάδι.

Δεν είχε κάνει πάνω από δέκα μικρά βήματα και κάτι έπιασαν τ’ αυτιά του. Επιτέλους κάποιος ήχος. Γρήγορα βήματα ακούστηκαν να πλησιάζουν από μια ανοιχτή πόρτα. Τα βήματα απέκτησαν ένα γρήγορο ρυθμό και μετατράπηκαν σε τρέξιμο. Μια σκιά φάνηκε πρώτα και πίσω της ξεπρόβαλε μία νεαρή γυναίκα. Στην αγκαλιά της κρατούσε ένα μωρό τυλιγμένο με ένα σκούρο μπλε ύφασμα. Η γυναίκα βγήκε από το διαμέρισμα, διέσχισε με ταχύτητα τον διάδρομο χωρίς να κοιτάξει δεξιά ή αριστερά και χώθηκε στην απέναντι πόρτα. Την ακολούθησε με πρόθεση να της μιλήσει. Σαν κάποια αόρατη δύναμη να την σπρώχνει από πίσω ανέπτυξε, όσο της επέτρεπε η απόσταση μέχρι το μπαλκόνι, μία αξιοθαύμαστη ταχύτητα και βούτηξε στο κενό αγκαλιά με το μωρό.

Ο Λάκης έτρεξε με αγωνία και κρεμάστηκε στα κάγκελα του μπαλκονιού ψάχνοντας την με το βλέμμα. Δεν μπορούσε να διακρίνει απολύτως τίποτα, ούτε δρόμους, ούτε πεζοδρόμια, ούτε αυτοκίνητα. Ένα πελώριο σύννεφο καπνού απλωνόταν καλύπτοντας τα πάντα. Κοίταξε μέχρις εκεί που μπορούσε να φθάσει το μάτι του. Μόνο οι απολήξεις των ψηλότερων κτιρίων ξεμυτούσαν πάνω από αυτό το παράξενο παχύ σύννεφο. Ξανακοίταξε προς τα κάτω. Ούτε τον γδούπο της πτώσης άκουσε. Χάθηκαν και οι δύο μέσα στο σύννεφο. Πού πήγαν; Πού εξαφανίστηκαν; Για μια στιγμή σκέφθηκε να πηδήσει αγωνιώντας για την τύχη τους. Δίστασε. Δείλιασε. Δεν ένιωσε τύψεις. Μόνο περιέργεια. Ανίκανος να κάνει οτιδήποτε, γύρισε στο εσωτερικό του διαμερίσματος με σκοπό να συνεχίσει αυτό που είχε ξεκινήσει. Να δραπετεύσει όσο το δυνατό πιο γρήγορα από την πολυκατοικία. Βρέθηκε πάλι στον διάδρομο και αυτή τη φορά άρχισε να τρέχει πανικόβλητος. Η απελπισία και ο πανικός τον είχαν κυριεύσει. Δεν παρατηρούσε τίποτα γύρω του. Απλά έτρεχε, έτρεχε σαν αφηνιασμένο άλογο . Σκόνταφτε, γλιστρούσε, έπεφτε και ξανασηκωνόταν. Κάθε ανάσα του και ένα δυνατό χτύπημα στο στήθος. Είχε γίνει μούσκεμα στον ιδρώτα. Όχι από κούραση αλλά από αγωνία. Παρακαλούσε ασυνείδητα να είναι απλώς ένα κακό όνειρο. Ένας εφιάλτης που κάποτε θα ξυπνούσε και θα είχε εξαφανιστεί.

Τώρα πια κατέβαινε τα σκαλοπάτια τρία τρία. Δεν σκεφτόταν ότι υπήρχε πιθανότητα να πέσει και να τσακιστει. Η ανασφάλεια που του προκαλούσε το σκοτάδι είχε πάψει να τον απασχολεί. Δεν σκεφτόταν τίποτα. Ένιωθε μια σφοδρή επιθυμία να βρεθεί στο δρόμο. Ο δρόμος ήταν γι’ αυτόν το συνώνυμο της λύτρωσης. Και βρέθηκε. Αφού κατέβηκε κουτρουβαλώντας όλες αυτές τις ατελείωτες σκάλες, φτάνοντας στην εξώπορτα της πολυκατοικίας την άνοιξε και πετάχτηκε με όλη του τη δύναμη έξω. Με τη φόρα που είχε, βρέθηκε τρία μέτρα από το κεφαλόσκαλο. Κοίταξε γύρω του και όλα του φάνηκαν φυσιολογικά. Η πόλη ζούσε στους συνηθισμένους ρυθμούς της. Άνθρωποι βάδιζαν στα πεζοδρόμια, αυτοκίνητα προχωρούσαν αργά στους δρόμους, αδέσποτα σκυλιά δέσποζαν στις γωνίες. Σήκωσε διστακτικά το κεφάλι και κοίταξε προς τα πάνω. Το φοβισμένο βλέμμα του συνάντησε ένα καταγάλανο πεντακάθαρο ουρανό. Ο ήλιος έλαμπε και έλουζε απλόχερα με καθαρό φως την ατμόσφαιρα. Όλα ήταν τόσο όμορφα και αρμονικά. Τόσο συνηθισμένα . Το στήθος του ξεφούσκωσε σαν τρύπια σαμπρέλα. Χαλάρωσε. Η αναπνοή του επανήλθε σταδιακά στους φυσιολογικούς της ρυθμούς. Τα χέρια του έπεσαν χαλαρά στο πλάι. Στα χείλη του σχηματίστηκε αθέλητα ένα αμυδρό χαμόγελο ικανοποίησης. Όλα ήταν σαν και πρώτα. Δεν είχε αλλάξει τίποτα. Ένα συναίσθημα απρόσμενης χαράς πλημμύρισε μέσα του.

Όλα αυτά δεν κράτησαν παρά λίγα δευτερόλεπτα. Υπήρχε κάτι στο σκηνικό που δεν δούλευε σωστά. Μία αδιόρατη αμφιβολία ξεφύτρωσε στο μυαλό του. Μικρή αλλά ικανή να τον κάνει να αισθάνεται άβολα. Επιστρατεύοντας τα τελευταία θρύμματα της παρατηρητικότητας του, διαπίστωσε ότι οι άνθρωποι βάδιζαν παράξενα. Οι κινήσεις τους έμοιαζαν με κινήσεις ρομπότ. Λες και κάποιος είχε προγραμματίσει κάθε τους κίνηση. Τίποτα πάνω τους δεν θύμιζε αυθορμητισμό. Ακόμα και τα αυτοκίνητα φαινόταν σαν καλοκουρδισμένα παιδικά παιχνιδάκια. Δίχως απρόβλεπτες κινήσεις και περιττές ενέργειες.
Ο Λάκης προχώρησε μερικά βήματα και στάθηκε ανάμεσα στο πλήθος που περπατούσε στο πεζοδρόμιο. Άρχισε να περιεργάζεται κάθε τους λεπτομέρεια. Τα ρούχα τους, τα παπούτσια τους, τα μέλη τους, τις κινήσεις, τα μαλλιά τους, το πρόσωπό τους. Και τότε, ανατρίχιασε. Εμβρόντητος διαπίστωσε εκείνο που τον ανάγκασε να μείνει με το στόμα ανοιχτό από έκπληξη. Αντί για μάτια είχαν βαθουλωτές τρυπούλες, που από μέσα τους ξεφύτρωναν μικροσκοπικές οθόνες. Μικρές μαύρες κουκίδες χόρευαν σαν τρελές στα μικρά τζαμάκια τους . Με στητά κορμιά περνούσαν δίπλα του δίχως να του δίνουν την παραμικρή σημασία. Πώς έγιναν όλοι αυτοί έτσι; Ποιος είναι υπεύθυνος γι’ αυτό; Θα πρέπει να υπήρχε μία εξήγηση.

Τα πάντα έμοιαζαν εξωπραγματικά και παράλογα. Ένοιωσε καταπονημένος, ψυχικά και σωματικά. Πρόσεξε ότι υπήρχε ένα μεταλλικό παγκάκι πιο κει. Πήγε και άφησε όλο το βάρος μου να πέσει πάνω του ενώ συνέχιζε να κοιτάζει, αφηρημένα πια, όλο αυτό το εφιαλτικό πλάνο. Βουτηγμένος στις σκέψεις του δεν πρόσεξε μια ανθρώπινη φιγούρα που ερχόταν κατά πάνω του. Σταμάτησε μπροστά του και τον κοίταξε. Ήταν μια γυναίκα με παλιά, σχισμένα και βρώμικα ρούχα. Μία όμορφη γυναίκα με ρακένδυτη εμφάνιση αλλά, ώ του θαύματος, με κανονικά μάτια. Μαύρα ζεστά μεγάλα μάτια. Ο Λάκης δεν είπε τίποτα. Είχε χάσει τη φωνή μου από την εικόνα που αντίκριζε. Η Γυναίκα άνοιξε τα καλοσχηματισμένα χείλια της και είπε με υστερική φωνή.
- Χάσου από το παγκάκι μου ρε! Γαμημένη παλιαδερφή!

Δεν είχε ολοκληρώσει τα λόγια της και ο Λάκης πετάχτηκε όρθιος. Την αγκάλιασε και άρχισε να τη φιλά παθιασμένα. Της έδινε φιλιά παντού. Στα μάγουλα, στο μέτωπο, στο στόμα, στ’ αυτιά, στα μαλλιά. Σαστισμένη η γυναίκα στην αρχή δεν είπε τίποτα. Όταν συνήλθε τον έσπρωξε και άρχισε να φωνάζει ζωγραφίζοντας με τα χέρια της στον αέρα απειλητικές χειρονομίες.
-Ηρέμησε, της είπε ο Λάκης, δεν πρόκειται να σου κάνω κακό. Χαίρομαι που συμπεριφέρεσαι φυσιολογικά.
Η έκφραση στο βλέμμα της πήρε ξαφνικά μια περίεργη θλίψη. Έσκυψε το κεφάλι της, το πρόσωπο της κιτρίνισε και κοιτώντας χαμηλά είπε με φωνή που ίσα ακουγόταν.
-Έχω μάτια αλλά δεν βλέπω, είμαι τυφλή εκ γενετής. Γι’ αυτό το λόγο δεν είχα την τύχη των άλλων. Μου άφησαν τα μάτια γιατί ξέρουν πως δεν μπορώ να δω.
Σαν να ξαναβρήκε την χαμένη αυτοπεποίθησή της με σταθερή φωνή τον ρώτησε.
-Εσύ… εσύ πως τη γλύτωσες; Είσαι δικός τους;
-Ο Μαρτίνος τα ‘παιξε ! Αυτό το γνωρίζεις; της απάντησε ο Λάκης με ερώτηση.
-Είσαι φίλος του Μαρτίνου; τον ρώτησε εκείνη και το στόμα της έμεινε ανοιχτό.

Ο Λάκης δεν απάντησε. Δεν ήξερε τι να πει. Το βλέμμα του άφησε τη γυναίκα και περιπλανήθηκε τεμπέλικα γύρω. Όταν ξαναγύρισε να την κοιτάξει, η γυναίκα είχε απομακρυνθεί αθόρυβα, όπως είχε έρθει. Ο Λάκης κάθισε χωρίς να ξέρει τι να κάνει. Μέσα του κάθε συναίσθημα είχε πνιγεί στο βαθύ πέλαγος της απάθειας. Το μυαλό του μάταια έδινε τη δική του άνιση μάχη. Πάλευε με το χάος να επιβιώσει. Τότε άρχισε να τραγουδάει ένα τραγούδι με μελαγχολικούς στίχους. Λίγο πριν τον πάρουν τα δάκρυα συνέβη το εξής αξιοπερίεργο. Ένα λευκό άλογο ήρθε και σταμάτησε μπροστά του χλιμιντρίζοντας τόσο δυνατά που νόμισε ότι οι σκληρές του οπλές θα τρυπούσαν τη γη. Ξεφυσούσε δαιμονισμένα με σηκωμένη την λευκή χαίτη του. Το άλογο, με το κεφάλι, του έκανε νόημα να το καβαλικέψει. Υπάκουσε δουλικά, σκαρφάλωσε και το γράπωσε γερά απ’ τον μυώδη λαιμό του. Εκείνο αφού σηκώθηκε στα δύο πισινά του πόδια, τα λύγισε έδωσε ένα πήδο και όρμησε προς τα ουράνια. Δεν έκανε πολύ ώρα να τρυπήσει τα σύννεφα και να βρεθεί πάνω απ’ αυτά. Ο Λάκης, με τα χέρια σφιχτά γύρω από το λαιμό του αλόγου, δεν κοίταξε ποτέ πίσω του.

5 σχόλια:

Madame de la Luna είπε...

Καλά, Γιώργο Κάππα, μήπως να αρχίζεις να τα μαζεύεις όλα αυτά τα διηγήματα, κάπου;

Θα γινόταν εξαιρετικό βιβλίο..

Τρομερό το τέλος, αλλά και η ανοιχτή πόρτα που έμοιαζε με πεινασμένο στόμα.. με κόλλησε.

Μπράβο. Χαίρομαι που το διάβασα αυτό κι είναι δικό σου :)

Γεφυριστές είπε...

Γιώργη,
προσυπογράφοντας τα γραφόμενα της Κυράς μας, σε ευχαριστώ ξανά για το εξαιρετικό κείμενο, με «κενά» αιτίας-αποτελέσματος, ό,τι δηλαδή αρμόζει σε ένα διήγημα φαντασίας. Επίσης εξαιρετικά καλλιεργημένος ο λόγος -η απλοϊκή κατανοητή επιτήδευσή του. Μπράβο και συγχαρητήρια.
Η δε παραμυθένια κατάληξή του είναι ευρηματική. Ο δικός σου «βάτραχος» είναι άνδρας και το μαγικό φιλί προέρχεται από γυναίκα. Καπίσιες καταστάσεις!!
Σε ευχαριστώ πολύ
Καλημέρα

υ.γ.: ο σκύλος σου ως λογότυπο είναι όλα τα λεφτά!!!

γιωργος καππα είπε...

Madame de la Luna χαιρομαι πολυ που σου αρεσε. Οσο για το βιβλιο , για μας εδω γραφω οτι γραφω όποτε ξεγλιστρώ απο τις υποχρεώσεις μου. Να περναμε οσο γινεται πιο χαλαρα εστω και για λιγες στιγμες.

καλο σαββατοκυριακο

γιωργος καππα είπε...

Αλεκα στις αναλυσεις σου εισαι άπιαστη. Εξ' αλλου από λογοτεχνικο σόι προέρχεσαι. Μου αρεσε αυτο που είπες για τον αντρα βατραχο.
Αλεκα αυτος ο σκυλος εχει κατι το ξεχωριστο.Κοιτα τον καλα και θα καταλαβεις. Αν σε πληροφορω οτι κι εγω σκυλος αισθανομουνα μια ζωη.

τα λεμε

Manani Pitsidou είπε...

Γιώργη είχα πολύ καιρό να περάσω από εδώ, καποια στιγμή μάλιστα είχες κατεβάσει και ρολά κι είχα ανησυχήσει...
Σήμερα είχα χρόνο και μπήκα, μελετάω αδιάκοπα όλα όσα έχω χάσει τόσο καιρό! Ένα θα πω: Προσκυνώ!!!
Καλό σου-κου να έχουμε!