6.5.10

Τριαντάφυλλο ανάμεσα στα δόντια




Ο μεγαλόσωμος κόκκινος αδέσποτος σκύλος σηκώθηκε όρθιος στα πισινά του πόδια, ακούμπησε τα μπροστινά στο πρεβάζι του παραθύρου και κοίταξε με τα μεγάλα στρογγυλά μάτια του στο εσωτερικό της χαμηλής παλιάς, ενός δωματίου, μονοκατοικίας. Αυτό που αντίκρισε του τράβηξε το ενδιαφέρον και για να μην γίνει αντιληπτός τράβηξε λίγο προς τα κάτω το κεφάλι.

Μέσα στο δωμάτιο, εκτός από ένα μονόκλινο ξέστρωτο ράντζο που στεκόταν ακουμπισμένο στον τοίχο, υπήρχε ένα παλιό ψυγείο, ένας νεροχύτης, ένα μεσαίου μεγέθους καθίκι, ένας μικρός καθρέπτης κρεμασμένος στον τοίχο, μία τηλεόραση και ένα στρογγυλό τραπέζι ακριβώς στη μέση του χώρου. Γύρω από το στρογγυλό τραπέζι καθόταν τρεις γέροι και μία κουφή γριά. Όλοι κρατούσαν στο αριστερό χέρι από ένα ρεπάνι και στο δεξί ένα ποτήρι. Σε κάθε δαγκωνιά που έριχναν στο ζαρζαβατικό, έπιναν χωρίς να τσουγκρίζουν τα ποτήρια τους μία γουλιά κρασί, εκτός από τη γριά που έπινε μηλόξυδο. Η γριά που και που ρουφούσε τόσο δυνατά τη μύτη της που τρανταζόταν ολόκληρο το κορμί της. Το περιεχόμενο το έφτυνε στο πάτωμα, ανάμεσα στα πόδια της.

Ήταν ήδη προχωρημένο απόβραδο και αυτοί καθισμένοι από το πρωί γύρω από το στρογγυλό τραπέζι χωρίς να έχουν ανταλλάξει την παραμικρή λέξη, είχαν τα γουρλωμένα μάτια τους καρφωμένα στην τηλεόραση που βρισκόταν ακριβώς απέναντι τους. Περίμεναν με μεγάλη αγωνία την στιγμή που θα έβγαινε ο πρωθυπουργός της εύπλαστης πλειοψηφίας να αναγγείλει τα νέα οικονομικά μέτρα που ήταν αναπόφευκτα για την δημοσιονομική αποτελμάτωση της χώρας. Και οι τέσσερεις ένοιωθαν δυσβάσταχτες ενοχές, θεωρούσαν τους εαυτούς τους ως κύριους υπεύθυνους για το τέλμα που βρέθηκε η χώρα τους. Γέμισαν πάλι τα ποτήρια και τα κατέβασαν μονορούφι, δάγκωσαν ένα κομμάτι ρεπάνι, έσυραν όλοι μαζί τις καρέκλες πιο κοντά στο τραπέζι και συνέχιζαν να κοιτούν απερίσπαστοι τον τηλεοπτικό δέκτη. Ο πιο γέρος απ’ όλους κοίταξε το ρολόι και μία ανησυχία ζωγραφίστηκε αυθόρμητα ανάμεσα στα φρύδια του. Οι άλλοι δεν του έδωσαν σημασία συνεχίζοντας να κατεβάζουν το κρασί τους.

Πρώτος μίλησε ο πιο καραφλός γέρος.
-Ο πατέρας μου κάθε πρωί πριν φύγει για δουλειά διάβαζε ένα μικρό απόσπασμα από τις αλλόκοτες ιστορίες του Μιλίου. Νόμιζε πως με αυτό τον τρόπο αποκτούσε υπερφυσικές δυνάμεις, ώστε να μπορέσει να αντεπεξέλθει επαρκώς στις δυσκολίες της ημέρας, που τον περίμεναν στην εξόρυξη λιγνίτη όπου εργαζόταν. Εξ’ άλλου έπρεπε να περπατήσει με την αξίνα στην πλάτη πέντε χιλιόμετρα ως το νταμάρι. Τα είχε καταφέρει περίφημα έως ότου ένα πρωί καθώς βημάτιζε βιαστικά καθυστερημένος για τη δουλειά, σκόνταψε και η σιδερένια μύτη της αξίνας με τη δύναμη της απότομης πτώσης, καρφώθηκε στην πλάτη του ξεπροβάλλοντας από το στήθος. Έμεινε στον τόπο. Πάντως δεν έχουμε παράπονο από την εργοδοσία του, όχι μόνο μας έστειλε συλλυπητήριο τηλεγράφημα, αλλά μας κατέβαλε την αποζημίωση μισής αργίας, ενώ στην κηδεία παρέστησαν με τα σχολιανά τους ρούχα, ο δεύτερος τη τάξη επιστάτης μαζί με άλλους δύο υψηλόβαθμους εργάτες. Νοιώσαμε πολύ περήφανοι εκείνες τις δυσβάσταχτες ώρες. Η συγκίνηση ήταν διάχυτη και ειλικρινής στα πρόσωπα όλων των μελών της οικογένειας. Πραγματικά αξέχαστες στιγμές!

Δεύτερος μίλησε ο λιγότερο καραφλός γέρος.
-Ο πατέρας μου κάθε πρωί πριν φύγει για τη δουλειά ανέβαινε στην ταράτσα και έπινε τον καφέ του, βλέποντας τον ήλιο να ανατέλλει. Δεν ήταν ιδιαίτερα ρομαντικός, απλά κάπου είχε ακούσει ότι οι πρώτες πρωινές αχτίνες του ήλιου εκπέμπουν θεραπευτικές ιδιότητες για τα αρθριτικά. Πράγματι ποτέ δεν παραπονέθηκε για πόνους στις κλειδώσεις, στα αυχενικά ή να έχει τριξίματα στις μασέλες. Ποτέ! Πέθανε όταν ένα πρωί βγαίνοντας στην ταράτσα ζαλίστηκε, έπεσε στο κενό και έσκασε κάτω στον δρόμο. Ήταν πολύ τυχερός γιατί εκείνη την ώρα περνούσε τυχαία ένας παπάς γιατί πριν αφήσει την τελευταία του πνοή, πρόλαβε να τον εξομολογήσει, να τον ευλογήσει, και να του δώσει άφεση αμαρτιών. Αναμφισβήτητα σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις φαίνεται το μεγαλείο και η μεγαλοψυχία Εκείνου. Πώς βρέθηκε από το πουθενά εκείνη τη στιγμή ο παπάς; Το επιμελήθηκε Εκείνος. Άρα, επρόκειτο για θαύμα! Πώς να μην πιστεύει στον μεγαλοδύναμο μετά κανείς;

Τρίτος μίλησε ο γέρος που είχε μία μικρή καλοχτενισμένη τούφα λευκών μαλλιών στη δεξιά πλευρά του κεφαλιού του. Φαινόταν απ’ όλους ο πιο σοβαρός.
-Ο πατέρας μου κάθε πρωί πριν φύγει για τη δουλειά συνήθιζε να κάνει έρωτα με τη κυρά του. Θεωρούσε ότι όταν μετά αποδείξεως αποδίδει σωστά το ορμονικό σύστημα, δουλεύει καλά ολόκληρος ο οργανισμός, ψυχή τε σώματι. Ένα πρωί κάτι απρόοπτο τού απέσπασε την προσοχή, ξέχασε να ελέγξει τις ορμόνες του και το απόγευμα μάς τον έφεραν πεθαμένο τυλιγμένο σε ένα λευκό σεντόνι. Ο υπάλληλος από την Επιθεώρηση Εργασίας που διερεύνησε το εργατικό ατύχημα μας ανέφερε με πόνο ψυχής, ότι δεν λειτούργησαν τα αντανακλαστικά του όπως θα περίμενε κανείς. Έτσι αντί να βιδώσει μία λάμπα σε ένα ντουί, έχωσε μέσα το δάχτυλό του και το ρεύμα τον τίναξε τρία μέτρα μακριά κάνοντάς τον κάρβουνο. Ο ιατροδικαστής αποφάνθηκε ότι εάν είχε ακολουθήσει τη γνωστή σε όλους καθημερινή πρωινή συνήθειά του θα ήταν ακόμη ζωντανός. Κρίμα γιατί ήταν καλός άνθρωπος, συνεπής στις οικογενειακές και κοινωνικές του υποχρεώσεις. Τι να πει κανείς; Άτυχη στιγμή; Προβοκάτσια της εργοδοσίας; Τρέχα γύρευε, άκρη δεν βγάζεις…

Η κουφή γριά σαν να ξύπνησε από λήθαργο ρώτησε με πολύ δυνατή φωνή.
-Για τι πράγμα μιλάτε; Για την επικείμενη εξαγγελία του πρωθυπουργού της εύπλαστης πλειοψηφίας;
Δεν της απάντησε κανείς. Δάγκωσαν ένα κομμάτι ρεπάνι και κατέβασαν μία δυνατή γουλιά κρασί εκτός από τη γριά που κατέβασε μία γουλιά μηλόξυδο.
-Σιωπή! φώναξε ξαφνικά με στεντόρεια φωνή που τράνταξε το δωμάτιο ο πιο καραφλός γέρος. Βγαίνει στην τηλεόραση ο πρωθυπουργός της εύπλαστης πλειοψηφίας. Τσιμουδιά!

Πραγματικά στην οθόνη εμφανίστηκε ένας τύπος ψηλός, με σφιγμένα χείλια, σοβαρό ύφος και εμφανώς βουρκωμένος. Στάθηκε μπροστά από ένα μικρόφωνο, έξυσε αμήχανα το μάγουλό του. Φαινόταν λίγο διστακτικός, κοίταξε προς την κάμερα, έξυσε το μέτωπό του αυτή τη φορά και μισάνοιξε το στόμα του για να εκστομίσει αυτά που τον πρόσταζε το καθήκον να πει για το καλό της πατρίδας. Η εικόνα που παρουσίαζε έπειθε και τον πιο αδαή πως είχε πλήρη συναίσθηση των ευθυνών του. Όμως, πριν αρθρώσει ακόμη την πρώτη λέξη το ύφος του άλλαξε άρδην. Το πρόσωπό του πήρε μία σκληρή έκφραση, οι σάρκες στα μάγουλά του τραβήχτηκαν προς τα αυτιά καθώς το βλέμμα του άρχισε να εκτοξεύει οπτικούς μύδρους κατά παντός υπευθύνου. Οι τέσσερεις ηλικιωμένοι άθελά τους ανατρίχιασαν. Μήπως θεωρούσε τους ίδιους αποκλειστικά υπεύθυνους της τρομερής αυτής εθνικής τραγωδίας; Έκαναν οι τέσσερεις θεατές ταυτόχρονα την ίδια βασανιστική σκέψη. Ανακάθισαν νευρικά στις καρέκλες τους και κοίταξαν με μάτια έτοιμα να πεταχτούν από τις κόχες τους τον τηλεοπτικό δέκτη. Κατάλαβαν πως η ετυμηγορία που θα τους απεύθυνε ο πρωθυπουργός της εύπλαστης πλειοψηφίας ήταν, πια, προ των πυλών. Από κάπου ακούστηκε ένα τρίξιμο. Κοίταξαν δειλά ο ένας τον άλλο και διαπίστωσαν πως το τρίξιμο προήλθε από τα κόκκαλα της γριάς. Ανατρίχιασαν πάλι και ξαναγύρισαν τα μαδημένα κεφάλια τους στην οθόνη της τηλεόρασης.

Ο πρωθυπουργός της εύπλαστης πλειοψηφίας βάζοντας το χέρι μπροστά από το στόμα του, έβηξε με λεπτότητα καθαρίζοντας το λαρύγγι του, κοίταξε μία αριστερά, μία δεξιά, ευθυγράμμισε το κεφάλι του προς την κάμερα και άρχισε να αρθρώνει την πρώτη του λέξη. Από το σημείο αυτό και μετά, αυτά που επακολούθησαν εκτυλίχθησαν κυριολεκτικά με κινηματογραφική ταχύτητα. Με το που άρχισε να μιλάει, η γριά ρούφηξε τόσο πολύ δυνατά τη μύτη της που κόντεψε να πνιγεί. Τελικά κατάφερε να ξεκολλήσει αυτό που είχε φρακάρει στο λαιμό της και να το φτύσει με ανεξέλεγκτη δύναμη στο πάτωμα, σχηματίζοντας κάτι που έμοιαζε με αυγό μελάτο. Προσπάθησε να το σκουπίσει με το πόδι της αλλά για κακή της τύχη το συμβάν είχε γίνει ήδη αντιληπτό.

Ο πρωθυπουργός της εύπλαστης πλειοψηφίας βλέποντας την κίνησή της, με μία φοβερή κραυγή πετάχτηκε σαν τρελός μέσα από την τηλεόραση και την έπιασε απ’ το λαιμό. Το γκρίζο ρυτιδιασμένο πρόσωπο της γριάς πυρακτώθηκε. Ο τελευταίος αέρας που είχε εγκλωβιστεί στους πνεύμονες της, απέδρασε ο μισός σφυρίζοντας από τα ρουθούνια της, ενώ ο υπόλοιπος με ήχο παραπονιάρικης τρομπέτας από τον κοκκαλιάρικο πισινό της, δίνοντας την εντύπωση τρυπημένης σαμπρέλας που ξεφουσκώνει από δύο σημεία εκτόνωσης βιαίως δημιουργημένα. Ο φέρων στις πλάτες του τις ευθύνες ενός ολόκληρου έθνους της έσφιγγε το λαιμό όλο και πιο δυνατά. Τα χέρια του έμοιαζαν με δαγκάνες φτιαγμένες από μαντέμι. Τα μάτια της γριάς είχαν πεταχτεί σχεδόν ολόκληρα έξω από τις τρύπες τους.

Ήταν πλέον θέμα δευτερολέπτων να παραδώσει το κουρασμένο από τα χρόνια πνεύμα της στον βαρκάρη που θα το μετέφερε στον άλλο κόσμο. Οι γέροι άρχισαν να κλαίνε με λυγμούς φωνάζοντας ο ένας στον άλλο βοήθεια. Προσπάθησαν να αποσπάσουν τη γριά από τα χέρια του αφηνιασμένου πρωθυπουργού της εύπλαστης πλειοψηφίας αλλά η προσπάθειά τους απέβη άκαρπη. Απογοητεύτηκαν και ξανακάθισαν στις καρέκλες. Χοντρά δάκρυα ανάβλυζαν από τα γέρικα μάτια τους που καθώς κυλούσαν σαν ρυάκια μέσα στις βαθιές ρυτίδες τους, έπεφταν σαν καταρράκτες στο πάτωμα. Ο επικεφαλής της κυβερνητικής αγέλης γύρισε και τους κοίταξε σαν δάσκαλος που ετοιμάζεται να υποβάλει στους μαθητές του την πιο αυστηρή ποινή που του επιτρέπει ο νοσηρός απηρχαιωμένος εκπαιδευτικός κανονισμός. Οι γέροι φοβήθηκαν τόσο πολύ που άρχισαν να χειροκροτούν με ψεύτικο ενθουσιασμό. Εν τω μεταξύ η γριά ήταν στα τελευταία της. Η στεγνή γλώσσα της είχε πεταχτεί και κρεμόταν άψυχη απ’ το στόμα της. Το μίσος και η μανία είχαν τυφλώσει τόσο πολύ τον πρωθυπουργό της εύπλαστης πλειοψηφίας που για να την αποτελειώσει, άφησε το λαιμό της, την άρπαξε από το σβέρκο και τα πόδια, την σήκωσε ψηλά στον αέρα, και άρχισε να την χτυπάει λυσσασμένα στο πάτωμα. Η γριά άρχισε να απλώνεται σαν χταπόδι. Ένας ρόγχος ακούστηκε να βγαίνει από το στόμα της.

Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε από κάπου ένα απειλητικό γρύλισμα. Οι γέροι σταμάτησαν να χειροκροτούν. Παραξενεμένοι κοίταξαν γύρω. Προτού προλάβουν να καταλάβουν από πού προήλθε, ακούστηκε ένα φοβερό ουρλιαχτό. Σείστηκε συθέμελα το σύμπαν. Τα τζάμια του παράθυρου έσπασαν και μία κόκκινη βολίδα εισέβαλε μέσα. Όρμησε μουγκρίζοντας κατά πάνω τους, τους προσπέρασε και άρπαξε με τα σιδερένια σαγόνια του τον πρωθυπουργό της εύπλαστης πλειοψηφίας απ’ τον σβέρκο. Τον σήκωσε σαν πούπουλο στον αέρα, τον ξετίναξε σαν σκονισμένο ρούχο και τον πέταξε με δύναμη στον τοίχο. Εκείνος, σαν μεθυσμένο αεροπλάνο προσγειώθηκε άγαρμπα, ουρλιάζοντας με κραυγές πληγωμένου ζώου ξαπλωμένος στο πάτωμα.

Ο κόκκινος σκύλος πήγε και στάθηκε από πάνω του απειλητικός. Κόλλησε το ανοιχτό στόμα του με τα γεμάτα σάλια δόντια στο πρόσωπο του τρομοκρατημένου εκπροσώπου της εύπλαστης πλειοψηφίας. Η καυτή ανάσα του σκύλου τού έκαιγε σαν αυγουστιάτικος λίβας το πρόσωπο. Έμεινε ακίνητος. Μετά ανασηκώθηκε δειλά δειλά και γονατίζοντας σε στάση προσευχής άρχισε κλαίγοντας να εκλιπαρεί. Ο σκύλος μαλάκωσε, τον λυπήθηκε, τον σιχάθηκε. Έκανε ένα βήμα πίσω, κοντοστάθηκε, κάτι σκέφθηκε, τον ξαναπλησίασε από το πλάι σήκωσε το πίσω πόδι και τον κατούρησε στη μούρη. Αφού στράγγιξε εντελώς την κύστη του, γύρισε, πήρε φόρα και πηδώντας πέρασε μέσα από το παράθυρο. Πήρε πάλι τη στάση που είχε και πρώτα και συνέχιζε να κοιτάζει μέσα. Ένα χαμόγελο ικανοποίησης σχηματίστηκε στο φαρδύ του στόμα.

Οι τρεις γέροι αφού συνήλθαν από το σοκ που τους προκάλεσε το γεγονός, σηκώθηκαν άρπαξαν με θάρρος τον πρωθυπουργό της εύπλαστης πλειοψηφίας, τον πέταξαν σαν άδειο τσουβάλι μέσα στην οθόνη της τηλεόρασης, έβγαλαν το καλώδιο από την πρίζα και τη γύρισαν να κοιτάζει προς τον τοίχο. Τώρα πια το κουτί δεν τους χρησίμευε σε τίποτα. Η γριά άρχισε σιγά σιγά να κουνάει πάλι. Σε λίγα λεπτά αφού σηκώθηκε όρθια, προχώρησε αργά και κάθισε στην καρέκλα της. Ίσιωσε τα μαλλιά της που είχαν ανακατευθεί και κοίταξε μειδιάζοντας τους τρεις γέρους, της χαμογέλασαν και αυτοί με συμπάθεια. Όλοι μαζί άρπαξαν με το ένα χέρι τα ρεπάνια που είχαν μείνει πάνω στο τραπέζι και με το άλλο χούφτωσαν τα ποτήρια με το κρασί και το μηλόξυδο. Αφού έριξαν μια γερή δαγκωνιά στα ζαρζαβατικά, τσούγκρισαν στον αέρα με ενθουσιασμό τα ποτήρια και τα κατέβασαν μονορούφι. Γύρισαν και κοίταξαν προς το παράθυρο. Ο κόκκινος σκύλος ήταν ακόμα εκεί.

Δεν υπάρχουν σχόλια: