11.5.10

Η τρύπα του λιονταριού

Ήταν ξημερώματα όταν τα φώτα έσβησαν και έφυγα τελευταίος από το DRAFT. Λίγα βήματα απ΄ την πόρτα στη γωνία του πάρκου και στο πυκνό σκοτάδι της νύχτας ένα δροσερό χέρι μου έπιασε τον καρπό και τον έσφιξε απαλά. Κοντοστάθηκα ξαφνιασμένος. Γύρισα να δω ποιος είναι. Με κοίταζε με ένα παράξενο χαμόγελο ζωγραφισμένο στο πρόσωπό της. Λυπημένο αλλά και χαρούμενο μαζί. Έβγαλε ένα κομμάτι χαρτί από τη μικρή τσάντα που κρατούσε και μου το έδωσε. Τότε θυμήθηκα ότι μερικές ώρες πριν είχα ξεμείνει από ψιλά και ήταν η μόνη που με φιλοδώρησε με μερικές μπύρες. Δίχως αυτήν θα είχα μείνει «στεγνός». Πήρα το χαρτί, έκανα μερικά μέτρα, στάθηκα κάτω από το αμυδρό φως ενός φανοστάτη, και άρχισα να το διαβάζω. Με το που τελείωσα έστρεψα το κεφάλι στο σημείο που την είχα αφήσει. Είχε φύγει.
Έβαλα το χαρτί στην τσέπη του παντελονιού και προχώρησα αργά στο σημείο που είχα αφήσει τη βέσπα. Περνώντας έξω από τη βασιλική του Αγίου Μάρκου μία μελωδία έφθασε στ’ αυτιά μου. Κάτι με έσπρωξε και ανέβηκα τα σκαλοπάτια. Δίπλα στη πόρτα ένα ορθογώνιο πανό ενημέρωνε τον επισκέπτη με μεγάλα καλλιγραφικά γράμματα «Τυχαία συνάντηση τριών βιολιών και δύο τσέμπαλων με θέμα: Άνοιξη». Η πόρτα άνοιξε και μία γυναίκα με ασημένια στολίδια στα μαλλιά με παρότρυνε χαμογελαστή να περάσω. Έστριψα ένα τσιγάρο, μου έδωσε φωτιά, το άναψα και μπήκα. Τη στιγμή που η πόρτα έκλεινε πίσω μου άρχισαν να παίζουν τα πέντε όργανα συγκινημένα από την τυχαία συνάντηση τους. Ο χώρος ήταν ασφυκτικά γεμάτος από πλήθος. Καθιστοί και όρθιοι. Η κυρία για να μην διαταράξει την αυτοσυγκέντρωση των πέντε οργάνων, με οδήγησε πατώντας στις μύτες των ποδιών της σε ένα κάθισμα της πρώτης σειράς, με αποτέλεσμα να νοιώσω ως το τιμώμενο πρόσωπο της μουσικής βραδιάς. Η μαέστρος νοιώθοντας την παρουσία μου, πίσω της, και συνεχίζοντας να κουνά το ραβδί της στον αέρα για να μη χαθεί ο ειρμός της μουσικής αλληλουχίας, γύρισε και μου χαμογέλασε καλοσυνάτα. Της ανταπέδωσα το χαμόγελο. Μετά με πήρε ένας γλυκός ύπνος. Ξύπνησα από τα συγκρατημένα χειροκροτήματα του εκστασιασμένου πλήθους. Η γυναίκα που μου είχε ανοίξει την πόρτα, ανέβηκε στο βήμα, σήκωσε ελαφρώς τα χέρια της και το μουσικόφιλο πλήθος σταμάτησε απότομα να χειροκροτεί. Με κοίταξε και με ευγενική φωνή, αφού με παρουσίασε στο κόσμο, με παρακάλεσε να ανέβω δίπλα της και να χαιρετήσω βγάζοντας ένα λόγο στην πολιτιστική εκδήλωση. Για μία στιγμή δίστασα. Μετά θυμήθηκα το χαρτί με το κείμενο που είχα στην τσέπη μου, κάτι που με ενθάρρυνε. Ανέβηκα στη σκηνή νωχελικά, όπως κάνουν όλοι οι διάσημοι. Έβγαλα το χαρτί που μου έδωσε το κορίτσι έξω από το DRAFT, και άρχισα να διαβάζω δυνατά τον τίτλο του κειμένου: Η τρύπα του λιονταριού.

Ακολουθεί το ακριβές αντίγραφο του κειμένου που διάβασα ……

Η φωτισμένη προβλήτα μου δημιουργεί πάντα ένα δέος και ένα αίσθημα ελευθερίας έτσι όπως απλώνεται μέσα θάλασσα κατακτητικά για περισσότερο από ένα χιλιόμετρο. Τη διασχίζω πάντα με ένα ευχάριστο συναίσθημα το οποίο οφείλεται μάλλον στη συνενοχή, προς τις σκέψεις και τις πράξεις μου, που δείχνουν τα πορτοκαλί φώτα, παραταγμένα σαν φλεγόμενοι θάμνοι κατά μήκος της παραλίας. Πολλές φορές έχω γυρίσει να ακουμπήσω επάνω τους για να δω αν είναι ριζωμένα και πού είναι, τελικά, φυτεμένα. Διάφοροι μπεκρήδες και πλανόδιοι πωλητές συνηθίζουν να κάνουν ακολασίες επάνω τους, ωστόσο για μένα αποτελούν πραγματικά προσκυνητάρια.

Ο Τζέρι ο διανοούμενος ένα ατυχές πλάσμα, κακομοιριασμένο και μαδημένο σαν αλεπού κυνηγημένη από Άγγλους αριστοκράτες, μου έχει διηγηθεί ότι στην προβλήτα αυτή στεκόταν τα παλιά χρόνια ένα πέτρινο λιοντάρι το οποίο είχαν θεμελιώσει Βενετοί καραβοκύρηδες. Μετά, λέει ο Τζέρι, όταν βαρέθηκαν τον τόπο το ξήλωσαν και το πήραν μαζί τους και οι ντόπιοι φτιάξανε ένα ίδιο που με τα χρόνια όμως και με τις ακολασίες των περαστικών δεν βλεπότανε. Κι έτσι όταν το γκρεμίσανε πήρανε διάφοροι τα κομμάτια του και τα έβαλαν στα παρτέρια τους για διακόσμηση. Όμως όταν έπαιρνε αέρας ακουγόταν ένας βρυχηθμός και μη αντέχοντας το φόβο πήρανε ξανά τα κομμάτια και τα πέταξαν στη θάλασσα. Ο Τζέρι λέει ότι τα καλοκαίρια όταν έχει πανσέληνο μπορείς να το δεις ολόκληρο στον πάτο της θάλασσας. Όχι ακριβώς ολόκληρο γιατί έχει μια τρύπα κάπου στο θώρακα επειδή το μάρμαρο διαβρώθηκε από τις ακολασίες, όπως σας είπα. Πάντως εγώ δεν έχω καμιά όρεξη τα βραδάκια του καλοκαιριού να κυνηγάω φαντάσματα στον πάτο της θάλασσας, όταν τα κορίτσια γύρω μου κουνιούνται έτοιμες για όλα.

Τον τελευταίο καιρό έχω αρχίσει να διαπιστώνω κάποια προβλήματα κόπωσης, προφανώς οφειλόμενα στην ηλικία. Ένα βράδυ μάλιστα που είχε λίγο ψυχρούλα την ώρα που έβηξα ένιωσα έναν σφάχτη στα πλευρά. Στιγμιαία μού πέρασε από το μυαλό ότι ανακατεύτηκαν τα παΐδια μου και ψιλοπανικοβλήθηκα, αλλά σε λίγα λεπτά συνήλθα και συνέχισα το βραδινό κυνήγι μου. Ξοπίσω μου ακολουθούσαν όλα τα λιγούρια μπας και βρουν καμιά γκομενίτσα, κι αυτοί, από εκείνες που με ορέγονται καθημερινά. Κατά τα ξημερώματα είδα από μακριά να έρχεται, καμαρωτή, μια άγνωστη. Η περίπτωση μου κίνησε το ενδιαφέρον παρόλο που τα πονάκια στην πλάτη εξακολουθούσαν. Κοντοστάθηκα όταν με πλησίασε, το ίδιο έκανε κι αυτή και τα λιγούρια οπισθοχώρησαν. Αφήνοντας το σημάδι της, ακουμπισμένη σε ένα από τα φωτεινά προσκυνητάρια, με κοίταξε, με χάιδεψε για την ακρίβεια με τα μάτια της και πήγε κι έκατσε στην άκρη της προβλήτας κοιτώντας τον βυθό. Γύρισα να κοιτάξω τον ουρανό κι εκείνη τη στιγμή διαπίστωσα ότι μια πανσέληνος έπαιρνε το δρόμο του ύπνου.

Ζω πολλά χρόνια μοναχικά αν και πολλές φορές έχω σκεφτεί πως θα μπορούσα να έχω ένα όμορφο σπίτι και οικογένεια. Μια δυο φορές έκανα προσπάθεια αλλά η απόδραση ήταν εκ προτέρων μέσα στο κεφάλι μου. Γνώριζα πολύ καλά πως όταν έβγαινα έξω δεν υπήρχε αρσενικό που να μην με κοιτάζει με δέος και θηλυκό που να μην με ονειρεύεται. Έτσι αποφάσισα να περνώ τη ζωή μου τριγυρνώντας κυρίως τις νύχτες αρχηγός και εραστής κι όσο για δουλειά ούτε συζήτηση. Εξάλλου πάει πακέτο με την οικογένεια. Αυτή τη φορά όμως θες η σουβλιά στα παΐδια, θες η τύπισσα κάτι κουνήθηκε μέσα μου. Την επόμενη νύχτα εκείνη δεν φάνηκε. Ασφαλώς δεν μπορούσα να περιμένω το επόμενο φεγγάρι. Περνώντας από το σημείο που στεκόταν χθες με πήρε το άρωμά της. Έκανα μια παύση και οργάνωσα το σχέδιο. Μετά από λίγη ώρα τη βρήκα να κάθεται σε μια καρέκλα στο μεγάλο μαγαζί του λιμανιού. Με είδε κι εκείνη αλλά έκανε ότι δεν με γνώριζε. Στην αρχή τουλάχιστον γιατί όταν την πλησίασα αίφνης γίναμε ένα.

Η ιστορία συνεχίστηκε με τον ίδιο ρυθμό. Ακολουθώντας το άρωμά της βρισκόμασταν όταν οι ρεμπεσκέδες με άφηναν ήσυχο. Εδώ που τα λέμε, και μεταξύ μας, δεν ήταν μόνο οι ρεμπεσκέδες αλλά και οι άλλες «ανησυχίες» που όσο και να το κάνεις ομορφαίνουν τη ζωή. Μια νύχτα όμως με φεγγάρι που ολόκληρη η προβλήτα ήταν σκεπασμένη από τη μυρωδιά της εκείνη δεν σηκώθηκε όταν με είδε. Ή για να σας δώσω να καταλάβετε σηκώθηκε και απομακρύνθηκε! Το κολιέ της λαμπίριζε στο φως που βγάζουν η νύχτα και η μέρα μαζί, και η θλίψη ήταν ζωγραφισμένη στα βήματά της. Οπισθοχωρώντας ακούμπησα στο γνωστό δικό μας σημείο και τη στιγμή που έστρεψε το κεφάλι της να με αποχαιρετίσει σηκώνοντας το αριστερό μου πόδι άφησα το δικό μου σημάδι επάνω στο δικό της. Ήρθε και στάθηκε δίπλα μου και βαδίζοντας κόντρα στον ήλιο που σηκωνόταν γερά, πια, ακούσαμε δυο μπεκρήδες να μουρμουρίζουν:
-Ρε μαλάκα, πού τη βρήκε τέτοια σένια γκόμενα και με λουρί, στα γεράματα ο Ρεξ; Και μετά σου λένε…σκυλίσια ζωή.
-Δεν ξέρω τι μου λες εσύ.. εγώ από το μεθύσι μου βλέπω το λιοντάρι ολόκληρο και καθαρό να στέκεται απέναντί μας…


Στην επόμενη συνάντησή μας θα σας περιγράψω τι ακολούθησε στη Βασιλική του Αγίου Μάρκου μετά το τέλος της ανάγνωσης …Καλή νύχτα!

Δεν υπάρχουν σχόλια: