26.5.10

Η ρεμίζα



Ο Γιάννης Δαμάσκος άφησε τ’ αμάξι ένα τετράγωνο πιο κάτω από την πολυκατοικία που έμενε. Γύριζε απ’ τη δουλειά και αισθανόταν κουρασμένος. Στο δρόμο που έμενε δύσκολα έβρισκες ρεμίζα, γιατί ήταν ο πιο πολυσύχναστος δρόμος της πόλης. Όταν πρωτοέφτασε στην πόλη, δύο χρόνια πριν, στην αρχή παρκάριζε το αμάξι έξω από μία μικρή παλιά κιτρινωπή μονοκατοικία, όπου ο χώρος έμενε πάντα άδειος. Κάθε φορά που πήγαινε να το πάρει έβρισκε κλαταρισμένο κάποιο λάστιχο, μ’ ένα μεγάλο καρφί στο πλάι του . Στην αρχή νόμισε πως ήταν τυχαίο το γεγονός, αλλά μετά συλλογίστηκε ότι η επανάληψη κάθε άλλο τυχαία μπορεί να χαρακτηριστεί. Του έκανε μεγάλη εντύπωση ότι κανένας δεν άφηνε το αμάξι του εκεί, ενώ γινόταν σκοτωμός σε όλο το δρόμο για μία τρύπα. Ένα απόγευμα παραμόνεψε και βρήκε τι έφταιγε. Το καρφί το κάρφωνε μια γριά που έμενε μόνη της στην κίτρινη παλιά μονοκατοικία. Είχε φαίνεται εξοικειωθεί τόσο πολύ να κάνει αυτή τη δουλειά, που χτυπώντας το με το κάτω μέρος της παντόφλας, τρεις τέσσερις φορές το πολύ, το λάστιχο ξεφούσκωνε σφυρίζοντας αδιάφορα. Ο Γιάννης μόλις το είδε πετάχτηκε σαν αστραπή από το σημείο που ήταν κρυμμένος και έβαλε τις φωνές στη γριά.
-Τι κάνεις εκεί τρελόγρια; φώναξε θυμωμένα.
-Τρυπάω το λάστιχο, είπε ατάραχη η γριά.
-Γιατί; ρώτησε.
-Γιατί εδώ παρκάρει ο γιος μου, είπε με ήρεμη φωνή η γριά.
Έκανε ακόμη δύο βήματα και την πλησίασε. Στάθηκε μπροστά της, η ανάσα της βρώμαγε ούζο. Έδειχνε να είναι στουπί στο μεθύσι. Τα μακριά άσπρα σαν χιόνι αχτένιστα μαλλιά της κάλυπταν τους πεσμένους ώμους της. Το χλωμό ρυτιδιασμένο πρόσωπο της, με τα θαμπά βαθουλωτά μάτια, και το σουφρωμένο άδειο στόμα με τα πετσωμένα ούλα, του θύμισε θάνατο. Τα μάτια της δεν επρόκειτο να τα ξεχάσει ποτέ, έμοιαζαν με ανοιχτό τάφο έτοιμο να τον καταπιεί. Κάτι δεν του άρεσε στο ύφος της. Χωρίς να το θέλει μαλάκωσε.
-Που είναι ο γιος σου κυρά μου; ρώτησε.
-Θα ‘ρθει από στιγμή σε στιγμή, είπε και κοίταξε γύρω της σαν να τον έψαχνε με τα μάτια.
-Και ο γιος σου να ‘ρθει, δεν γνωρίζεις ότι ο δρόμος είναι δημόσιος; τη ρώτησε. Να ψάξει να βρει ρεμίζα όπως κάνουμε όλοι.

Βέβαια, του είχε κάνει εντύπωση ότι όσο καιρό περνούσε από ‘κει δεν είδε πότε κάποιο αυτοκίνητο σταματημένο. Εντελώς ξαφνικά, μια ανθρώπινη σκιά πετάχτηκε σαν βέλος πίσω από ένα δέντρο κατά πάνω του, τον έπιασε με το ένα χέρι από το γιακά και με το άλλο του άστραψε ένα δυνατό χαστούκι, μετά έκανε μεταβολή και εξαφανίστηκε τρέχοντας προς το μέρος απ’ όπου είχε βγει. Ο εγκέφαλος του Γιάννη χόρεψε σαν γυάλινη μπίλια μεσ’ το κεφάλι του. Δεν πρόλαβε να συνέλθει από το σοκ και η γριά ουρλιάζοντας άρπαξε ένα μεγάλο καρφί από την τσέπη της ποδιάς της και του το κάρφωσε στο μπούτι. Ο πόνος ήταν άμεσος και αφόρητος ενώ στιγμιαία ένοιωσε το πόδι του να παραλύει. Τα είχε χαμένα, δεν ήξερε από πού να προφυλαχτεί. Κατάλαβε πως τα πράγματα ήταν εκτός ελέγχου. Η γριά είχε λυσσάξει, το στόμα της είχε γεμίσει αφρούς που έσταζαν στα ρούχα της, δεν το ‘χε σε τίποτα να τον γεμίσει τρύπες. Μία εσωτερική παρότρυνση τον ώθησε να της ρίξει μια μπουνιά και να την ξαπλώσει κάτω, αλλά συγκρατήθηκε επειδή δύο μέρες πριν είχε υποσχεθεί στον εαυτό του να αλλάξει και να γίνει καλός άνθρωπος.

Δίνοντας τόπο στη οργή, αποφάσισε να φύγει. Τράβηξε το καρφί από τη ρόδα, μπήκε στο αυτοκίνητο, έβαλε μπροστά και πάτησε απαλά το γκάζι. Το αυτοκίνητο κύλισε αργά. Η γριά βαδίζοντας με την όπισθεν μπήκε στο σπίτι της κι έκλεισε την πόρτα. Με την άκρη του ματιού του πρόλαβε να τη δει καθώς τραβούσε ελαφρά την κουρτίνα στο παράθυρο που ήταν δίπλα στην εξώπορτα, και να κοιτάζει έξω ανήσυχα και νευρικά. Ο Γιάννης χωρίς να ξέρει το γιατί, δεν ένοιωσε μεγάλο θυμό γι’ αυτή την ηλικιωμένη γυναίκα. Αντίθετα θα έλεγε πως αυτό που ένοιωσε εκείνη τη στιγμή, κάποιοι επιτήδειοι ορθολογιστές θα το ονόμαζαν αδικαιολόγητη συμπόνια.

Την άλλη μέρα ο Γιάννης ξύπνησε γύρω στο μεσημέρι. Καθώς έβγαινε από το διαμέρισμά του να αγοράσει τσιγάρα, γλίστρησε στις σκάλες και βρέθηκε καταγής. Ακούστηκε ένα ξερό κρακ. Με ψυχραιμία υπέθεσε ότι ο κόκκυγάς του θα είχε γίνει θρύψαλα. Ευτυχώς ο ήχος προήλθε από ένα καρύδι που ήταν ξεχασμένο στην κωλότσεπη του παντελονιού του εδώ και κάτι μέρες. Δεν θυμάται πως βρέθηκε εκεί. Μία πόρτα άνοιξε απότομα. Αναγνώρισε τη διαχειρίστρια της πολυκατοικίας. Άκουσε φαίνεται το θόρυβο και πετάχτηκε έξω να δει τι συνέβη. Στη γειτονιά είχε τη φήμη του στριμμένου άντερου και επειδή είχε σκοπό να τη ρωτήσει τι τρέχει με τη γριά , για να την καλοπιάσει έψαξε ενστικτωδώς τις τσέπες του. Βρήκε ένα κουτί με ληγμένες παστίλιες για το λαιμό, μισό ακαθάριστο ξινόμηλο, ένα εμβόλιο ανεμευλογιάς, μία σακοράφα και μία αίτηση ανανέωσης διπλώματος οδήγησης. Της τα έδωσε και τη ρώτησε για τη γριά. Το πρησμένο από τον ύπνο πρόσωπο της διαχειρίστριας πήρε αυθόρμητα μία έκφραση πόνου. Πρότεινε στον Γιάννη να την ακολουθήσει στο διαμέρισμά της για να τα πούνε με την ησυχία τους. Τον οδήγησε στην κουζίνα, καθίσανε, του προσέφερε ένα ποτήρι δροσερό νερό και του εξιστόρησε χωρίς να βιάζεται την ιστορία της γριάς. Μιλούσε ακατάπαυστα για μισή ώρα περίπου και το νόημα που έβγαλε ο Γιάννης ήταν λίγο πολύ το εξής: Η γριά είχε ένα γιο ναυτικό. Εντελώς ξαφνικά σε ένα από τα μακρινά ταξίδια που έκανε, χάθηκαν τα ίχνη του. Δεν ξαναπαρουσίασε σημεία ζωής, έγινε καπνός. Οι υπόλοιποι ναυτικοί του καραβιού γύρισαν στα σπίτια τους και στις οικογένειες τους, όπως τις άλλες φορές. Κανείς τους δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει τι απέγινε ο γιος της γριάς. Το μόνο που δήλωσαν στις αρμόδιες αρχές ήταν ότι ένα πρωί καταμεσής της θάλασσας , διαπίστωσαν την απουσία του. Όσο κι αν έψαξαν στο καράβι δεν τον βρήκαν πουθενά. Το βασικό συμπέρασμα από τις καταθέσεις τους τα λέει όλα: άνοιξε η θάλασσα και τον κατάπιε. Η γριά όταν το έμαθε κλείστηκε στον εαυτό της και δεν μιλούσε σε κανένα. Συνέχιζε να πλένει τα ρούχα του γιου της, να τα απλώνει στη μικρή αυλή της, και να καρφώνει πρόκες στα λάστιχα των αυτοκινήτων που παρκάριζαν μπροστά απ’ το σπίτι της. Έδειχνε σαν να περίμενε το γυρισμό του γιου της. Οι δημόσιες υπηρεσίες που ασχολούνται με αυτού του είδους τα ζητήματα της είπαν ψέματα ότι, το καράβι που ταξίδευε ο γιος της είχε εξαφανιστεί ως δια μαγείας κάπου στα ανοιχτά της Ινδίας και κανείς από το πλήρωμα δεν βρέθηκε ποτέ. Εκείνη δεν το πίστεψε και περίμενε κάθε στιγμή ότι θα εμφανιστεί θα της χτυπήσει την πόρτα. Τα χρόνια περνούσαν και η γριά συνέχιζε το βιολί της. Η ζωής της είχε γίνει κόλαση. Τελειώνοντας την αφήγηση της η διαχειρίστρια είπε κάτι που του έκανε μεγάλη εντύπωση: Μόνο ο θάνατος θα λύτρωνε την κακομοίρα τη γριά.

Ο Γιάννης εκείνο το βράδυ δεν μπορούσε να κλείσει μάτι. Στριφογύριζε στο κρεβάτι, σηκωνόταν να καπνίσει, άδειασε μισό μπουκάλι βότκα, αλλά τίποτα. Το μυαλό του ήταν καρφωμένο στη γριά. Ο πόνος της είχε γίνει και δικός του πόνος. Η δυστυχισμένη της ύπαρξη θα βασανιζόταν μέχρι να αφήσει την τελευταία της πνοή. Τότε πήρε την απόφαση. Σηκώθηκε, ντύθηκε, γέμισε ακόμη ένα ποτήρι με βότκα, το κατέβασε μονορούφι και βγήκε απ’ το διαμέρισμά του. Κατέβηκε τις σκάλες όσο πιο ήσυχα γινόταν και βρέθηκε στο δρόμο. Περπατώντας ζαλισμένος έφθασε έξω από το σπίτι της γριάς. Με ένα λεπτό λαμάκι, μαθημένος από προηγούμενες δουλειές που είχε κάνει στο παρελθόν, άνοιξε εύκολα το μισοχαλασμένο μάνταλο της ετοιμόρροπης πόρτας του σπιτιού της. Την είδε να κοιμάται στη γωνιά του τοίχου πάνω σε ένα στενό κρεβάτι. Το αδύναμο φως του καντηλιού που αναβόσβηνε δίπλα της φώτιζε αμυδρά το χώρο. Την πλησίασε πατώντας στις μύτες των παπουτσιών και βρέθηκε ακριβώς από πάνω της. Οι τρύπες των ματιών της ήταν ορθάνοιχτες. Δίστασε και έκανε να φύγει. Η γριά τινάχτηκε και τον άρπαξε απ’ το μανίκι. Τον τράβηξε προς το μέρος της τόσο πολύ που το πρόσωπό του κόλλησε στο δικό της. Άνοιξε το φαφούτικο στόμα της με τα πετσωμένα ούλα. Η ανάσα της βρώμαγε ούζο. Κάτι ψιθύρισε. Δεν είναι σίγουρος αλλά νομίζει ότι του είπε, σε παρακαλώ. Δεν περίμενε άλλο. Με το ένα χέρι της τράβηξε το κεφάλι προς τα πίσω, ενώ με το άλλο έβγαλε το ξυράφι από την τσέπη του και της έκοψε το λαιμό. Την άφησε να σπαρταράει στο κρεβάτι καθώς εκείνος έμπαινε τρέχοντας στην τουαλέτα. Έσκυψε πάνω απ’ τη λεκάνη και έκανε εμετό. Το μέτωπο του έκαιγε. Έριξε λίγο νερό στη μούρη του, ξέπλυνε το ξυράφι, σκουπίστηκε με μία πετσέτα και βγήκε. Πέρασε βιαστικά δίπλα απ’ το κρεβάτι που ήταν ξαπλωμένη η γριά χωρίς να την κοιτάξει. Άνοιξε τη εξώπορτα, βρέθηκε στο δρόμο και άρχισα να τρέχει σαν κυνηγημένος προς το διαμέρισμά του. Σε λίγα λεπτά ήταν εκεί. Έπιασε το μπουκάλι με τη βότκα και το κατέβασε μονορούφι. Πλάνταξε. Αφού συνήλθε από το βήχα, έκλεισε τα φώτα και χώθηκε με τα ρούχα στο κρεβάτι. Δεν θυμάται σε πόση ώρα τον πήρε ο ύπνος.

Τον ξύπνησε ένα δυνατό χτύπημα στην πόρτα. Άνοιξε τα μάτια με ένα σπασμό στο κορμί. Είχε ξημερώσει και οι αχτίνες του ήλιου που κατάφεραν να περάσουν από μία χαραμάδα που άφηναν οι κουρτίνες, έπεφταν στα μάτια του και τον τύφλωναν. Σηκώθηκε και άνοιξε την πόρτα χωρίς να ρωτήσει ποιος ήταν. Το ύφος του δήλωνε φανερά παραίτηση. Στην πόρτα στεκόταν η διαχειρίστρια, του πρότεινε να πάνε στο χώρο της για καφέ. Ο Γιάννης χωρίς μιλήσει κούνησε το κεφάλι καταφατικά και την ακολούθησε. Αυτή τη φορά τον οδήγησε στο σαλόνι. Τον ρώτησε τι καφέ πίνει και όταν αυτός της είπε, εκείνη κατευθύνθηκε στη κουζίνα αφήνοντας τον να χαζεύει διάφορες φωτογραφίες που υπήρχαν με τάξη πάνω σε ένα παλιό μπουφέ. Η διαχειρίστρια επέστρεψε σε λίγα λεπτά κρατώντας ένα μικρό δίσκο με τους καφέδες. Μόλις αντίκρισε τον Γιάννη άφησε βιαστικά το δίσκο σε ένα τραπεζάκι και έτρεξε κοντά του. Ο Γιάννης βρισκόταν γονατιστός στο πάτωμα. Στα χέρια του κρατούσε μία φωτογραφία. Ολόκληρο το κορμί του παλλόταν ρυθμικά ενώ ένα σιγανό απόκοσμο βουητό έβγαινε απ’ το στόμα του. Μετά από πολύ προσπάθεια κατάφερε να ρωτήσει.
-Ποια είναι αυτή η ηλικιωμένη γυναίκα;
Η διαχειρίστρια ακουμπώντας το χέρι της στοργικά στο κεφάλι του, και με δάκρυα στα μάτια είπε με θλιμμένη φωνή.
-Η μητέρα μου και σ’ ευχαριστώ!
Πριν τελειώσει τη φράση της ο Γιάννης Δαμάσκος είχε πέσει στο πάτωμα λιπόθυμος.

Δεν υπάρχουν σχόλια: