5.6.10

Τσιμεντένιος Ουρανός





Είμαι ένας γέρικος κοκαλιάρης σκύλος
που φοβάται την ίδια του τη σκιά, μέχρι που

σε κάποια πόλη του αιώνιου νότου,
μία γυναίκα μου είπε πως τυφλωνόταν
σταδιακά,
την άρπαξα απ’ το μανίκι και την οδήγησα
απέναντι,
αντί για ευχαριστώ, γύρισε και μ’ έφτυσε
στο πρόσωπο,
μετά, έβγαλε ένα μεταξένιο μαντήλι
και μου ‘δωσε να σκουπιστώ,
«ξεκουμπίσου τώρα» ψιθύρισε, και
μ’ έσπρωξε ελαφρώς βίαια, τι

παράξενος κόσμος, σκέφθηκα, καθώς
κοιτούσα κάποια που περνούσε
ξυστά μου, είχε ένα
πελώριο τσιγκελωτό μουστάκι από γιαούρτι, φορούσε
ένα λουλουδάτο νυχτικό,
το θέαμα φαινόταν αρκετά σοβαρό,
τουλάχιστο είχε κατακόκκινα χείλη, κι αυτό
με καθησύχασε κάπως, όταν

ένα μικρό τηλεκατευθυνόμενο αυτοκινητάκι
ξέφυγε απ’ ένα παιδικό χέρι,
κύλησε αθόρυβα και μπερδεύτηκε
στα πόδια μου, σκόνταψα κι έπεσα κάτω,
σκόνταψε κι έπεσε και η σκιά μου, όταν
την είδα κατάχαμα,
γέλασα δυνατά, πολύ δυνατά,
γέλασα τρανταχτά,

είμαι ένας γέρικος κοκαλιάρης σκύλος
που δεν φοβάται πλέον τη σκιά του,
με ξεφορτώθηκε…

Δεν υπάρχουν σχόλια: