25.8.10

Σαπουνοπερέτα: Το κόντρα παξιμάδι


                                                                                          
                                                                                                          αφιερωμένο στα φτηνά προϊόντα


Ξύπνησα απότομα. Δεν με ξύπνησε κάτι, ούτε είχα δει κάποιο τρομαχτικό όνειρο : ξύπνησα από μόνος μου, τινάχτηκα και ανακάθισα στο κρεβάτι. Ήμουν ιδρωμένος απ’ τη μέση και πάνω, όχι μούσκεμα, απλώς ιδρωμένος και ταραγμένος μαζί. Η καρδιά μου χτυπούσε τόσο δυνατά και γρήγορα, που αν ένας κουφός έσκυβε από πάνω μου θα νόμιζε πως κάποιος παγιδευμένος τρυποκάρυδος πελεκά με μανία από μέσα, προσπαθώντας απελπισμένα να τρυπήσει το στέρνο και να πεταχτεί έξω. Πήρα μερικές γρήγορες βαθιές ανάσες, φτερνίστηκα λίγο άγαρμπα, έκανα μία στράκα με τα δάκτυλα στο ένα αυτί, άλλη μία στράκα στο άλλο, πιστοποίησα ότι όλα δούλευαν καλά και κατέβηκα απ’ το κρεβάτι. Ένοιωθα κάπως καλύτερα τώρα. Πήγα και στάθηκα μπροστά απ’ τον καθρέφτη που υπήρχε στο υπνοδωμάτιο. Φαινόμουν αρκετά καλά, ακόμη και το χρώμα στο πρόσωπό μου έδειχνε φυσιολογικό: εδώ που τα λέμε, αν και το δέρμα πρασίνιζε ελαφρώς έκρινα ότι δεν έχριζε ιδιαίτερης προσοχής και ανησυχίας. Κοίταξα δεξιά. Δίπλα, πιο κει πάνω σε μία καρέκλα, βρισκόταν τακτοποιημένα με περισσή φροντίδα τα ρούχα μου. Όρθιος όπως ήμουν, έσκυψα κι έπιασα το λαδί (προσοχή: όχι λαδωμένο) σώβρακό μου και το φόρεσα. Όταν στάθηκα στο ένα πόδι με ικανοποίηση παρατήρησα πως δεν έχασα την ισορροπία μου. Κατόπιν, με μεγάλη προσοχή για να μη το τσαλακώσω, έπιασα με τις άκρες των δακτύλων και έβαλα το σκούρο καφέ με τη ψιλή μπορντό ρίγα κουστούμι μου. Με ακόμη πιο μεγάλη προσοχή κάθισα στην άκρη της καρέκλας, άνοιξα ένα συρτάρι που βρισκόταν κάτω από τον καθρέφτη, έσκαψα με το χέρι μέσα και βούτηξα τις αγαπημένες μου πορτοκαλί κάλτσες, τις φόρεσα, έβαλα και τις καφέ δερμάτινες μυτερές μπότες, πετάχτηκα σβέλτα απ’ την καρέκλα και είπα: «έτοιμος μάγκα μου». Κοιτάχτηκα στον καθρέφτη και χαμογέλασα ικανοποιημένος: φαινόμουν σένιος, επί του παρόντος τουλάχιστον. Επιτέλους η μεγάλη ώρα είχε φθάσει. Ήμουν καθ’ όλα έτοιμος να συζευχτώ τη γυναίκα  που σαν κουρσάρος είχε λεηλατήσει το σύνολο των αισθήσεών μου. Η συγκίνησή μου ήταν τόσο μεγάλη που ένα μέρος της ξεχείλισε από τα μάτια μου με τη μορφή μερικών δροσερών δακρύων. Με ένα μεταξωτό μαντήλι με το μονόγραμμά μου γύρω απ’ το γείσο τα σκούπισα διακριτικά.

Τότε, χτύπησε το τηλέφωνο. Ένα ρίγος διέσχισε αστραπιαία τη ραχοκοκαλιά μου, τα γόνατα μου λύθηκαν, προσπάθησα να μη σωριαστώ στο πάτωμα και τα κατάφερα. Το κουδούνισμα του τηλεφώνου δε μ’ άρεσε καθόλου. Καταλαβαίνω από το χτύπημα πότε ένα τηλεφώνημα είναι για καλό και πότε είναι για κακό. Και, αυτός ο ήχος είχε κάτι μέσα του που με απωθούσε μακριά από τη συσκευή. Περίεργο, τι άσχημο θα μπορούσε να είχε συμβεί αυτή τη χαρούμενη και μοναδική για μένα ώρα. Το άφησα να χτυπήσει μερικές φορές παραπάνω απ’ όσο συνήθως, με την κρυφή ελπίδα ότι αυτή τη φορά θα έκανα λάθος και ότι το προαίσθημά μου θα αποδεικνύονταν τζούφιο. Έπρεπε να το σηκώσω και αυτό ακριβώς έκανα.
 «Στο διάολο ας πάει, θα το αντιμετωπίσω ότι και να ‘ναι » σκέφθηκα, άπλωσα το χέρι αποφασιστικά και το άρπαξα.
«Μπρος..» είπα με σχεδόν πνιγμένη φωνή.
«Γεια σας…» ακούστηκε μία ψιλή παιχνιδιάρικη φωνή. Εκτός του ότι μιλούσε πολύ λεπτά στο τέλος κάθε λέξης ακολουθούσε ένα μικρό σφύριγμα, που σου έδινε την εντύπωση ότι είχε σφηνωθεί μία σφυρίχτρα στο λαρύγγι του.
«Γεια …» απάντησα συγκρατημένα.
«Είσαι ο Φανούρης Κιβωτός ;»με ρώτησε ευγενικά.
«Ίσως, ποιος ρωτάει;»
«Είσαι ο Φανούρης Κιβωτός ή όχι;» ρώτησε επίμονα η σφυριχτή φωνή.
«Είμαι» απάντησα αποφασιστικά
«Πολύ ωραία. Είμαι από την ασφαλιστική εταιρεία ο Γαλάζιος Άγγελος».
«Α! Μάλιστα. Κοίταξε μαντάμ, την ασφάλεια της βέσπας την έχω πληρωμένη. Μήπως έγινε κάποιο λάθος;» απάντησα δίνοντας ένα ευδιάκριτο τόνο κατανόησης στην φωνή μου.
«Πρώτα πρώτα δεν είμαι μαντάμ. Είμαι άντρας. Λέγομαι Μηνάς Συκοφάς και είμαι ανώτερος υπάλληλος της εταιρείας. Πως σου ήρθε και με αποκάλεσες μαντάμ;» μίλησε εκνευρισμένα η σφυριχτή φωνή.
«Αδέρφι χίλια συγγνώμη ! Ξέρεις… μόλις ξύπνησα.. ε... και… καταλαβαίνεις… δεν είχα πρόθεση να σε προσβάλω, άλλωστε δεν συνάδει με το χαρακτήρα μου. Για όνομα του Χριστού και της Παναγίας. Μάλλον θα πρέπει να επισκεφθώ κάποιον ΩΡΛ να μου τσεκάρει τα αυτιά. Και πάλι συγγνώμη!» αποκρίθηκα δίνοντας στα λόγια μου ένα είδος ειλικρινούς μετάνοιας.
«Τέλος πάντων, ας το πάρει το ποτάμι. Όχι, δεν έγινε κανένα λάθος. Η εταιρεία μας δεν κάνει ποτέ λάθη, να το ξέρετε αυτό. Σε πήρα τηλέφωνο για να σε ενημερώσω ότι σε μία κλήρωση που έκανε η εταιρεία μας, μεταξύ των χιλιάδων αξιότιμων πελατών μας το όνομά σου είναι αυτό που κέρδισε ένα ασύλληπτο δώρο. Είσαι με άλλα λόγια ο μοναδικός τυχερός» είπε πιο μαλακά τώρα ο υπάλληλος με την λεπτή φωνή.
«Αχα! Σοβαρά; Μη μου πεις! Επιτέλους κέρδισα κάτι. Και ποιο είναι αυτό το δώρο; Έχω μεγάλη αγωνία να μάθω. Δε θα μου πεις;» τον ρώτησα.
«Μα γι’ αυτό σε πήρα τηλέφωνο, για να στο πω. Λοιπόν κάθισε κάπου για να μην πέσεις κάτω όταν θα ακούσεις αυτό που θα σου πω. Είσαι πάρα πολύ τυχερός άνθρωπος κύριε Φανούρη».
«Έκατσα, είμαι έτοιμος ακούσω, μόνο λίγο γρήγορα γιατί δεν έχω πολύ χρόνο μπροστά μου. Με περιμένουν στην εκκλησία. Σε λίγο παντρεύομαι».
«Σοβαρά; Μπράβο και συγχαρητήρια. Τότε το δώρο της εταιρείας μας σου ήρθε κουτί, εκεί που θα πας μπορείς να πάρεις μαζί και τη σύζυγό σου. Τι σύμπτωση!».
«Ευχαριστώ πολύ και στα δικά σου. Τώρα σε ακούω».
«Ναι βέβαια, καθυστερήσαμε πολύ με τα προκαταρτικά. Λοιπόν κέρδισες ένα ταξίδι ανάβασης με άλογο, στο μοναδικής ομορφιάς βουνό της Πίνδου, με τελικό προορισμό τη ψηλότερη κορυφή που λέγεται Καμήλα. Τέτοιου είδους εμπειρίες δεν τις έχεις κάθε μέρα. Φυσικά, όλα τα έξοδα πληρωμένα από ‘μας».
«Ρε συ πλάκα μου κάνεις; Τι ‘ναι πάλι αυτό; Τι δουλειά έχω στα κατσάβραχα; Γι’ αυτή τη μαλακία μιλάμε τόση ώρα; Άκου ανάβαση με άλογο!» του είπα εμφανώς νευριασμένος.
«Δηλαδή θέλεις να πεις ότι αρνείσαι την προσφορά; Σκέψου καλά πριν απαντήσεις».
Έκλεισα το τηλέφωνο με δύναμη.

Κοίταξα το ρολόι. Έπρεπε να βιαστώ. Είχαν μείνει μερικά λεπτά της ώρας. Έκατσα στην καρέκλα και προσπάθησα να συγκεντρωθώ. Άναψα ένα τσιγάρο, τράβηξα μία τζούρα, το άφησα στο τασάκι και σηκώθηκα να φέρω μία μπίρα. Ήπια μία γερή γουλιά απ’ το μπουκάλι και ένοιωσα καλύτερα. Ένας τέτοιος μαλάκας σαν κι αυτόν στο τηλέφωνο είναι αρκετό να σου σπάσει τα νεύρα χωρίς λόγο. Το χειρότερο είναι πως αυτοί οι μαλάκες μέρα με τη μέρα πολλαπλασιάζονται με γεωμετρική πρόοδο. Τέλος πάντων, ας δώσω τόπο στην οργή. Κοίταξα έξω μέσα απ’ τη λεπτή κουρτίνα που κάλυπτε τη μπαλκονόπορτα. Ο ήλιος είχε αρχίσει να παίρνει τη κατηφόρα. Έσβησα το τσιγάρο, τέλειωσα με τρεις γουλιές τη μπίρα και σηκώθηκα να φύγω. Βγήκα από την κρεβατοκάμαρα και προχώρησα στην εξώπορτα.
Έπιασα το χερούλι και το έστριψα. Είχα μισανοίξει την πόρτα όταν χτύπησε το τηλέφωνο.
«Νάτο πάλι, αυτός ο ηλίθιος θα ‘ναι. Έχει βάλει σκοπό να μου σπάσει και το τελευταίο νεύρο» σκέφτηκα.
Γύρισα προς το εσωτερικό του σπιτιού και κατευθύνθηκα προς το μέρος που ήταν το τηλέφωνο. Λίγο πριν το σηκώσω κοντοστάθηκα και αφουγκράστηκα με προσοχή τον μακρόσυρτο ήχο του τηλεφώνου. Αυτή τη φορά μου φάνηκε διαφορετικό. Εντελώς διαφορετικό.
«Αυτό δεν μου φαίνεται κακό, ακούγεται φυσιολογικό για να μη πω χαρούμενο και φανεί υπερβολικό» σκέφτηκα και το σήκωσα χωρίς το παραμικρό σφίξιμο μέσα μου.
«Μπρος, ποιος;» ρώτησα καγχάζοντας με διακριτικότητα.
«Φανούρη, εσύ ‘σαι;» ακούστηκε στην άλλη άκρη της γραμμής η φωνή της Μπέμπας.
Νομίζω πως διέκρινα μια δόση θλίψης στο τόνο της φωνής της ή μήπως έκανα λάθος; Δεν έδωσα ιδιαίτερη σημασία, ίσως ήταν ιδέα μου. Πάντως, όποτε άκουγα τη φωνή της Μπέμπας ένοιωθα ένα τράβηγμα ανάμεσα στα πόδια. Το ίδιο ένοιωσα και τώρα. Τελικά αυτό που έχω διαπιστώσει από τη μέχρι τώρα πλούσια εμπειρία μου, είναι πως αυτό που με εξιτάρει πιο πολύ σε μία γυναίκα είναι η φωνή της. Δε λέω, και τα υπόλοιπα έχουν τη σημασία τους, άλλα περισσότερο και άλλα λιγότερο, όμως μπορώ να πω με απόλυτη βεβαιότητα και υπευθυνότητα ότι το φωνητικό κάλος μιας γυναίκας με (τον) απογειώνει κυριολεκτικά. Αυτό ακριβώς συνέβαινε και με τη Μπέμπα.
Θυμάμαι σαν να ‘ναι τώρα: Πρώτα άκουσα τη φωνή της και την ερωτεύτηκα παράφορα και μετά τη γνώρισα από κοντά. Απίστευτο κι όμως πέρα για πέρα αληθινό.
«Και βέβαια εγώ είμαι! Μπέμπα, ποιος θα ‘θελες να ‘ναι; Ο Σταμάτης Κόκοτας; Ετοιμάζομαι για το μυστήριο. Δεν έχουμε πολύ χρόνο στη διάθεσή μας, όπου να ‘ναι θα σημάνουν οι καμπάνες. Άντε βιάσου, άντε- άντε» απάντησα δίνοντας ένα εύθυμο τόνο στη φωνή μου.
Η Μπέμπα σαν να μην άκουσε αυτά που είπα, αποκρίθηκε με πνιγμένη φωνή:
«Φανούρη, θέλω να σου πω κάτι, που είναι πολύ σοβαρό και πρέπει να στο πω τώρα γιατί μετά θα είναι πολύ αργά».
«Μπέμπα, συνέβη κάτι κακό; Η μαμά, ο μπαμπάς, ο παππούς, η γιαγιά, ο σκύλος, το καναρίνι, είναι όλοι καλά; Σε παρακαλώ μη με κρατάς σε αγωνία» ρώτησα με έκδηλο τον πανικό στη φωνή μου.
«Φανούρη, είναι όλοι τους μια χαρά. Αυτό που θέλω να σου πω αφορά εμάς τους δύο και κανένα άλλον» είπε και της έφυγε ( άθελά της;) ο πρώτος λυγμός.
«Μπέμπα, μίλα επιτέλους, θέλεις να με σκάσεις;» ρώτησα καθώς το μυαλό μου προσπαθούσε να μαντέψει για τι πράγμα επρόκειτο.
«Φανούρη, επειδή δεν θέλω να σε βασανίζω και να βασανίζομαι θα στο πω ξερά: Θέλω να χωρίσουμε» είπε με αποφασιστική φωνή.
Πρέπει να της έφυγε ο δεύτερος λυγμός, όμως δεν είμαι βέβαιος γιατί εκείνη τη στιγμή κάτω απ’ το παράθυρο περνούσε ένα μηχανάκι  με κομμένη την εξάτμιση και δεν άκουσα καλά. Τέλος πάντων. Αυτό που έχει σημασία είναι πως έμεινα άναυδος. Δεν περίμενα ποτέ τέτοια εξέλιξη. Καλά τώρα βρήκε να μου το πει; Ή μήπως κάνει πλάκα; Λες; Λοιπόν είμαι σίγουρος ότι μου κάνει πλάκα. Τις συνηθίζει κάτι τέτοιες χαριτωμένες κρυάδες.
«Αχα! Ώστε έτσι; Θέλεις να χωρίσουμε; Καλό! Ωραιότερο αστείο δεν θα μπορούσες να σκαρφιστείς. Νομίζεις ότι το ‘χαψα;» της είπα σχεδόν χαχανίζοντας.
«Φανούρη δε σου κάνω πλάκα. Χωρίζουμε. Τελικό» είπε πνιχτά, φυσώντας (θελημένα;) ταυτόχρονα τις μύξες της.
«Ας πούμε ότι μιλάς σοβαρά, έτσι; Ωραία, πες μου τουλάχιστο το λόγο που μου ζητάς να χωρίσουμε. Ξέρεις πολύ καλά ότι ποτέ δεν κάνω σκηνές. Η αξιοπρέπεια, η περηφάνια και ο εγωισμός είναι τα βασικά χαρακτηριστικά του χαρακτήρα μου. Τις αρνητικές πτυχές δεν θα τις αναφέρω γιατί δεν έχουν καμιά σχέση με το ζήτημα κι ούτε θέλω να τις ανασύρω στην επιφάνεια επειδή μπορεί να επηρεάσουν τις όποιες αποφάσεις και συμπεριφορές, κάτι το οποίο αποστρέφομαι. Σε ακούω ψύχραιμος, μίλα…» είπα και την άφησα να μιλήσει αλλά την ξανά ‘κοψα γιατί θυμήθηκα κάτι.
«Μισό λεπτό… θα ‘θελα να τελειώσω θυμίζοντάς σου κάτι σημαντικό. Πού πήγε ο χαλκέντερος, όπως τον έλεγες, έρωτάς μας; Ο σφυρηλατημένος με τις καυτές ανάσες μας, τον  ιδρώτα των κορμιών μας, τα βογγητά μας, τα χαχανίσματα μας, τα ψιθυρίσματα μας (εδώ κόβω λίγο γιατί έχει αρχίσει να …καταλαβαίνεται …). Πού πήγε λοιπόν αυτός ο έρωτας; Ε; πού πήγε; Σε ακούω …» είπα με ανάσα ασθματικού.
Έπεσε σιωπή. Δεν ακουγόταν φύλλο. Για μια στιγμή νόμισα πως είχε κλείσει το τηλέφωνο, μέχρι που άκουσα τη φωνή της και χαλάρωσα λίγο. Μίλησε σχεδόν ψιθυριστά και ένοιωσα πάλι το γνωστό τράβηγμα ανάμεσα στα πόδια.

«Φανούρη, άκουσε καλά αυτό που θα πω. Είμαι σίγουρη πως θα καταλάβεις και θα πειστείς ότι έχω δίκιο. Πρέπει να χωρίσουμε γιατί όταν δύο εραστές αρχίζουν να μιλάνε ο έρωτάς τους έχει πάει περίπατο. Αυτό ακριβώς συνέβη και μ’ εμάς τους δύο. Το ‘χαμε ρίξει πολύ στη πάρλα τελευταία. Έχω άδικο; Το σκέφθηκα πάρα πολύ και μη νομίζεις πως δεν με πλήγωσε αυτή η απόφαση. Σκέψου το λίγο και θα δεις».
Έπεσε πάλι σιωπή. Λίγο περισσότερο. Γενικά δεν είμαι αργόστροφος αλλά ήταν μία σημαντική στιγμή κι έπρεπε να σκεφτώ λίγο παραπάνω αυτή τη φορά.
Έβηξα ελαφρώς καθαρίζοντας το λαρύγγι μου, κάθισα στην άκρη της καρέκλας, άναψα ένα τσιγάρο, φύσηξα μαλακά τον καπνό προς τα πάνω και αριστερά, και της απάντησα με σταθερή και σικάτη φωνή.
«Ναι συμφωνώ, έχεις δίκιο. Τώρα τελευταία δεν κάναμε τίποτα άλλο παρά να μιλάμε. Πολύ ώριμη η απόφασή σου και την αποδέχομαι. Αυτά είχα να πω. Α! να μην το ξεχάσω, πάρε τηλέφωνο αυτούς που περιμένουν στην εκκλησία και πες τους να πάνε κάπου άλλου να σκοτώσουν την ώρα τους… τα λέμε..».
«Το ήξερα ότι θα καταλάβαινες… ναι θα τους ειδοποιήσ…..» πήγε να τελειώσει τη φράση της η Μπέμπα, αλλά εγώ είχα ήδη κλείσει το τηλέφωνο.

Έμεινα για λίγο καθισμένος μέχρι που τελείωσα το τσιγάρο μου. Δεν σκεφτόμουν τίποτα. Απολύτως τίποτα. Μετά σηκώθηκα έβγαλα τα ρούχα μου και πήγα στο μπάνιο. Κάθισα κάτω απ’ το νερό αρκετή ώρα απολαμβάνοντας το χάδι του. Όταν βγήκα χωρίς να σκουπιστώ χώθηκα στο κρεβάτι. Σκεπάστηκα με το σεντόνι μέχρι το λαιμό κι έκλεισα τα μάτια. Ξαφνικά κάτι ένοιωσα να ξύνει την άκρη της μύτης μου. Άνοιξα απαλά τα μάτια και αντίκρισα δύο μύγες να γαμιούνται με στυλ. Δεν τις ενόχλησα. Ο μύγας σε ένα από τα δυνατά σπρωξίματά του μου έκλεισε το μάτι και χαμογέλασε πονηρά. Η μύγα αναστέναξε και συνέχισε αδιαμαρτύρητα. Τις παρακολουθούσα μέχρι που τα βλέφαρά μου βάρυναν και έκλεισαν.
«Η ζωή συνεχίζεται φιλάρα» πρόλαβα να σκεφτώ πριν με πάρει ο ύπνος.