1.9.10

Το αντίο ενός λέτσου



Τι κι αν ταξίδεψα σε μέρη απόμακρα ,
τι κι αν μάζευα με κόπο κάθε φορά
τη διαμελισμένη ψυχή μου  να γυρίσω
πίσω, στην μοιραία
ρουφήχτρα του πεπρωμένου μου ,
τι κι αν άφηνα πίσω ένα αχνό  ίχνος,
σαν στάμπα
για να  θυμίζει το πέρασμα   μου,
εκείνο ,όμως, που βαθειά αυλάκωσε
τα εσώψυχα  μου , ήταν
το γλυκό  χαμόγελο της πρώτης στιγμής,
 το πικρό χαμόγελο του αποχωρισμού ,
το παραπονιάρικο  υγρό βλέμμα,
πίσω από το θαμπό
με τα θλιμμένα  χνώτα
τζάμι,
να με κοιτάζει να βυθίζομαι,  αργά αργά  ,
και να χάνομαι στη  γαλάζια φορεσιά
της  νύχτας,
ήξερε  ότι δεν θα γύριζα  πίσω ,
-ποτέ δεν γυρίζω πίσω-
κι έκανε μία γαμημένη παγωνιά,
…που ο σταθμός της AMTRAK
έμοιαζε με τροπική χάρτινη
παραλία.