31.1.10

Μεταλλαγμενος θανατος

Δυσκολη νυχτα αποψε. Πολλη δυσκολη. Τα αγορακια με τα λεφτα του μπαμπα εκαναν παλι την εμφανιση τους. Οπως παντα κακομαθημενα και δειλα. Πανε ολα μαζι σαν αγελη απο πεινασμενα κορακια, ετοιμα να κατασπαραξουν σαρκες. Και ηταν πολλα τα κορακια αποψε, γυρω στα εφτα. Και ημουν μονος. Αλλα τα καταφερα. Καποιος τραβηξε σουγια και μου χαρακωσε ελαφρα το δερμα αλλα δεν μου ‘σκισε την ψυχη, αυτη εμεινε ανεπαφη. Ενα ακομη σημαδι απο τα πολλα που εχουν χαραχθει στο κορμι μου. Εχω συνηθισει και δεν εχω συνηθισει. Μετα, επεσε ενας κεραυνος και τα φωτα εσβησαν. Ακουγονταν μοναχα κραυγες, ουρλιαχτα και βογγητα. Δεν εδειξα ελεος. Δεν πρεπει να δειχνεις ελεος σε αυτα τα καθαρματα. Μπορει και να τους εξιταρει η ελλειψη οικτου. Μπορει. Δεχτηκα καποια χτυπηματα. Τα πιο πολλα απο πισω. Δε λυγισα. Σταθηκα στα ποδια μου και αντισταθηκα. Ειναι υπουλα σαν τις ακριδες. Πεφτουν ολα μαζι πανω σου. Πονταρουν στην ενστικτωδη κινηση να προστατευσεις το κεφαλι με τα χερια. Τοτε χτυπουν χαμηλα μεχρι να σου κοπει η ανασα. Τα ξερω αυτα τα κολπα. Τα ‘χω μαθει απ’ εξω. Σαν θλιμμενο τραγουδακι φυλακης γραμμενο προχειρα σε τοιχο βρωμικου κελιου. Ακουστηκαν σειρηνες.


Οι γειτονες ειναι οι καλυτεροι χαφιεδες. Κυριως αυτοι που εχουν σκυλια για προστασια των περιφραγμενων κατοικιων τους με τα σαθρα θεμελια. Αυτοι φοβουνται περισσοτερο απ’ ολους. Να μην χασουν τις ασημαντες περιουσιες τους. Τις ασημαντες ζωες τους. Ολη τους η ζωη ενας φοβος. Μια ανασφαλεια. Υπευθυνοι ρεμουλας για τις ζωες των αλλων. Προσποιουνται πως δεν το καταλαβαινουν. Προσποιουνται. Το σκοταδι πλημμυρισε απο σπασμωδικες αχτινες φωτος που δημιουργουσαν οι φακοι στα νευρικα χερια των τυπων με τις καλοσιδερωμενες στολες της εννομης ταξης και του φυλακισμενου συναισθηματος. Παντου αναρθρες φωνες. Παντου πονος, οργη και φρεσκο αιμα. Προσπαθησα να κοιταξω γυρω. Διαπιστωσα χαος. Εκρινα οτι ειχε ερθει η ωρα να φυγω. Δεν υπηρχε λογος να περιμενω αλλο. Ορμησα προς τη τζαμαρια. Επεσα με το κεφαλι. Το απροστάτευτο τζαμι εγινε κομματια. Βρεθηκα μπρουμυτα στο παγωμενο πεζοδρομιο. Καποιος με αρπαξε απο το ποδι προσπαθωντας να με τραβηξει παλι μεσα. Τον κλωτσησα στο προσωπο. Πρεπει να του εσπασα μερικα δοντια. Βογγηξε και με αφησε. Σηκωθηκα και αρχισα να τρεχω χωρις συγκεκριμενο προορισμο.


Σταματησα λαχανιασμενος κατω απ’ το μικρο γεφυρακι που ενωνει τα δυο παλια ακατοικητα πετροχτιστα κτίρια. Το ‘ξερα καλα το μερος αυτο. Ακουμπησα στην παλια ξυλινη πορτα του κτιριου να παρω ανασες. Τοτε ακουστηκε μια τρομερη βουη. Κοιταξα προς το ανηφορικο δρομακι και αντικρισα εναν τεραστιο ογκο νερου να ερχεται με ορμη εξαγριωμενου χειμαρου παρασερνοντας τα παντα στο περασμα του. Εσπρωξα με τη δυναμη της απελπισιας την πορτα. Φανηκα τυχερος, ανοιξε. Μπηκα μεσα στο παλιο κτισμα. Μυριζε υγρασια και μουχλα. Μυριζε θανατο. Απ’ εξω ακουγοταν ο χειμαρος που ετρεχε με μανια. Πηγα και κουρνιασα σε μια γωνια. Εφερα τα γονατα στο προσωπο και αγκαλιαζοντας τα ποδια μου τα εσφιξα δυνατα. Αρχισα να βηχω. Ο αντιλαλος του βηχα ακουστηκε να παλλεται σαν μεταλλικο ελασμα στο τεραστιο αδειο κτιριο. Μια δεσμη φωτος επεσε στο προσωπο μου και με τυφλωσε. Ξαφνιαστηκα τρομαγμενος. Με μισολειστα ματια προσπαθησα να διακρινω ποιος ηταν πισω απο το φακο. Διεκρινα μια ψηλη γυναικεια φιγουρα μεσα σε ενα μακρυ μαυρο φορεμα με κατακοκκινα κουμπια. Με κοιτουσε ηρεμα με φλογισμενα ματια. Απλωσε ευγενικα το χερι της και μου προσφερε κατι. Ενα μεταξωτο κοκκινο μαντηλι. Το πηρα και το ακουμπησα στη μυτη μου. Φυσηξα τις μυξες μου που ετρεχαν σαν νερο. Μια παραξενη ουσια απλωθηκε και καλυψε τον εγκεφαλο μου. Λιγο πριν χασω τις αισθησεις μου καταλαβα με τι ηταν ποτισμενο το μαντηλι. Το χλωροφορμιο εκανε αψογα τη δουλεια του. Αφεθηκα χωρις αντισταση στον βαθυ υπνο που μου προσφερε. Το υποσυνειδητο το θεωρησε σαν προσκαιρη λυτρωση αλλα οχι σαν ανευ ορων παραδοση. Θα επεστρεφα και παλι, ημουν βεβαιος. Και ετσι εγινε.

Το δευτερο τραγουδακι του βιντεοκλιπ το αφιερωνω στον τυπο με τον μπερε και το καρφιτσωμενο κοκκινο αστερακι, που επινε αταραχος το πρασινο διαιτητικο τσαι του σε καποιο μπαλκονι, καπου στους Αμπελοκηπους, βουτηγμενος μεχρι τα μπουνια στην υποκειμενικα απενοχοποιημενη μακαρια του, απελευθερωμενος απο καθε ειδους συνειδησιακη σπασαρχιδικη ενοχη. Αν ειδα καλα, ηταν παρεα με καποιο ινδουιστη φιλοσοφο που καταπινε μπροκολα, και αγκαλια με καποιο χριστιανο ρασοφορο που ευλογουσε το μουσι του, εγκωμιαζοντας ολοι εν χωρω με ελεγχομενο ανατρεπτικο λογυδριο το γλυκο χειμωνιατικο ηλιοβασιλεμα του Αττικου βομβαρδισμενου με σκατα τοπιου.


Ενοιωθα φυγοδικος απο τον ιδιο μου τον εαυτο και, ετρεξα να βρω καταφυγιο στις νεανικες μου ξεχασμενες περιπλανησεις. Ανοιξα και ψελλισα :

«Να καθεσαι σ΄ ενα καμαρακι,
να πινεις μπυρα
και να στριβεις τσιγαρο
ακουγοντας Μπραμς
απ΄ ενα κοκκινο τρανζιστορακι…»

Τσαρλς Μπουκοφσκι



...ενας φοβισμενος φιλος σκιρτησε δειλα πιο διπλα. Ανοιξε με κοπο το στομα του, ηπιε μια γερη γουλια τεκιλας, με μια γκριματσα πονου επιασε τον πονεμενο γοφο του και ειπε:


Το χαλι αρχισε να ιδρωνει, ζοριζοταν, υπεφερε,
καιγοταν απο την πιεση ολων κι ολων, δεκα δακτυλων.
Αν οι γητευτες της κλωστης ειχαν προβλεψει ενα στομα,
τα πραγματα θα ηταν αλλιως. Αυτοφυη οπλα τα δοντια.
Την προηγουμενη φορα μετραγαν θανατο με τον ιδιο τροπο,
τωρα ομως φαινεται να βασανιζουν κατι διαφορετικο.

Τα δαχτυλα σηκωθηκαν και πηραν μαζι τους το κορμι,
ιστιο ωκεανισιας γαλερας. Εκει μεσα κρυβονταν ολα.
Του ειχαν μαθει πως, θελει δε θελει, το χρωμα του ουρανου
ειναι μπλε. Και τα ματια του τρυπες για να τον βλεπει.
Να ομως, που το χαλι υποχρεωθηκε στις αμφισβητησεις του.
Με τα δαχτυλα μετραμε, με πανια τυλιγουμε πληγες.

Ο ουρανος ειναι κοκκινος, οταν φυσαει
κοκκινος κι οταν το χιονι ετοιμαζεται για χορο.
Δεν εχει χρωμα, οταν ο ηλιος καιει
και τη νυχτα, μαυρα εσωρουχα φοραει.
Μονο στα κανονικα, τα δικα τους, ειναι μπλε,
κι οταν μ΄ αυτα μετραω.

Ο «σκυλος απο την κολαση» κουνησε την ουρα του,
οι σελιδες κουνηθηκαν ζητωντας απαιτητικα το λογο.
Τα δαχτυλα τεντωθηκαν. Φλερταροντας το μεγαλο
καβαλικεψε το διπλανο του κι ετοιμαστηκαν
να σηκωσουν τις σκεψεις, κισσος σε ατελειωτη μαντρα.
Γουσταρω αναρριχηση με τραγουδι χωρις λογια.

Ειναι η ωρα της γυμνιας μου. Κατασταση μαυρη,
ωρες χυνοταν μεσα στο λευκο του καθολου.
Το κοκκινο, το χρωμα του δικου μου ουρανου
μπορει να τα ξεχωρισει μοναχα.
«Αντε γαμησου κωλοκατασταση», σκεφτηκα.
Γρηγορα το πηρα πισω. Αυτην την ευχη δεν την χαριζω.
Μας χρειαζεται πολυ ακομη.

Η μαλακια μετραει μονο μιζερια και θυματα,
και θελεις να τσαλακωνουμε τα «κανονικα»
στην παραλογη ζωη σου.
Η κοκκινη ξυλομπογια ανελαβε να ζωγραφισει
μια κοκκινη γραμμη στο παραθυρο.
Γεια σου ρε Τσαρλς με εφτιαξες παλι αποψε…
.
Καπου εδω, τελειωνει το παραμυθι μεχρι να ... αρχισει καποιο αλλο. Καλο βραδυ...

23.1.10

Σκιές


Η Ρεβεκα στεκοταν μπροστα στο παραθυρο και κοιτουσε εξω στο δρομο οταν αρχισε να ουρλιαζει σαν τρελη.
-Κοιταξτε αυτη τη φρικτη σκια!! Γιολαντα, Λειψυδρια, κοιταξτε!
Ολη η ηρεμια απο τον χαρακτηρα της Ρεβεκας ειχε χαθει. Το ομορφο προσωπο της ηταν καταχλωμο απο τη φρικη.
Στεκοταν κι εδειχνε τη σκια.
-Κοιταξτε! ειπε δειχνοντας με το δαχτυλο. Κοιταξτε!
Τοτε η Γιολαντα σηκωθηκε από την ψαθινη πολυθρονα, εριξε ενα τρεμαμενο βλεμμα στον τοιχο και ξεσπασε σε εναν ασυγκρατητο λυγμο:
-Ω, Ρεβεκα, Ω ,Λειψυδρια, ειναι εκει παλι! Ειναι εκει παλι!
-Κοιτα! Τι ειναι αυτη η τρομερη σκια; συνεχισε η Ρεβεκα.
Η Λειψυδρια σηκωθηκε βαριεστημενα και γυρισε προς τον τοιχο.
-Που να ξερω; ειπε.
-Ειναι εκει καθε βραδυ απο τοτε που βγαλαμε απ’ τη μεση τον Τσεκουρα, φωναξε η Ρεβεκα.
-Καθε βραδυ;
-Ναι, καθε βραδυ.
-Εσυ φταις για ολα. Εσυ μας τον γνωρισες. ουρλιαξε η Λειψυδρια.
-Εσυ φταις για ολα. Εσυ μας τον γνωρισες, ουρλιαξε και η Γιολαντα μιμουμενη ως συνηθως την Λειψυδρια.
-Μπορει να σας τον γνωρισα αλλα δεν μπορειτε να πειτε οτι δεν τον γουσταρατε, ειπε η Ρεβεκα με κακεντρεχεια στα ματια. Το ζητημα ειναι τι θα κανουμε τωρα.
-Ειναι το φαντασμα του, ειμαι σιγουρη γι’ αυτό, ειπε με φοβισμενο υφος η Λυψειδρια. Ηρθε για εκδικηση. Το αιμα του, αυτο ειναι που ζητα εκδικηση.
-Ειμαστε καταδικασμενες, δεν υπαρχει καμια αμφιβολια γι’ αυτο, συμπληρωσε η Γιολαντα με τρομο στα ματια.
-Θα περασουμε την υπολοιπη ζωη μας με αυτο το φοβο. Πως θα το αντεξουμε αραγε; Πρεπει κατι να κανουμε! αποφανθηκε σκεφτικη η Ρεβεκα.
-Εγω θα αυτοκτονησω, δεν αντεχω τετοιο βασανιστηριο. Θα δωσω ενα τελος σε αυτη τη νοσηρη κατασταση! Που ειναι τα κουζινομαχαιρα; ρωτησε η Γιολαντα χωρις να κοιταξει τις αλλες δυο.
-Αν δεν κανω λαθος συνηθως τα κουζινικα σκευη βρισκονται στην κουζινα, της ειπε η Ρεβεκα, θελεις να σου το φερω ;
-Ναι σε παρακαλω αν δεν σου κανει κοπο….

Η Ρεβεκα κατευθυνθηκε στην κουζινα και γυρισε κρατωντας ενα μεγαλο ατσαλινο κουζινομαχαιρο, το εδωσε στη Γιολαντα και σταθηκε στο παραθυρο κοιτωντας εξω.
-Ακομα ειναι εδω η σκια, υπενθυμισε με χαμηλη φωνη.
Η Γιολαντα καθησε στον καναπε, σηκωσε το χερι της ψηλα, η λαμα αστραψε στιγμιαια απο μια αχτινα φεγγαριου που μπηκε απο τον φεγγιτη του μικρου δωματιου, και εμπηξε με δυναμη το κουζινομαχαιρο στο στηθος της. Ένα κοκαλο ακουστηκε να σπαει, η κεντρικη αρτηρια του λαιμου της φουσκωσε και μετα ξεφουσκωσε. Η Γιολαντα ειπε ενα σιγανο μακροσυρτο «αααα» και βγηκε η ψυχη της. Το στομα της πηρε σχημα αυγου, ενω το δεξι της ματι εμεινε ανοιχτο το αριστερο υπεστη πτωση βλεφαρου. Η Λειψυδρια της εριξε μια κουβερτα απο πανω μεχρι κατω.
-Πεθανε! ειπε η Λειψυδρια, και εχωσε το προσωπο της μεσα στις παλαμες της ξεσπωντας σε αναφιλητα.
-Ισως θα πρεπει να κανουμε το ιδιο, εκεινη τωρα δεν αισθανεται τιποτα. Δεν υπαρχει φοβος και αγωνια γι’ αυτη. Ανεκαθεν τη θεωρουσα πιο εξυπνη απ’ ολες μας, ειπε η Ρεβεκα κοιτωντας λοξα την Λυψειδρια.
-Δεν εχεις αδικο. Κι εγω τη θεωρουσα ενα σκαλοπατι πιο πανω απο μας σε πολλα ζητηματα. Αποψε το απεδειξε . Πηρε τη σωστη αποφαση που τη λυτρωσε απο αυτη τη κολαση που ζουμε εμεις τωρα.
-Θα κανω κι εγω το ιδιο, θα αυτοκτονησω, ειπε αποφασιστικα η Ρεβεκα.
-Οχι, περιμενε μισο λεπτο. Ασε να αυτοκτονησω εγω πρωτη, σε παρακαλω. Θελω καποιος να μου ριξει ενα σκεπασμα, δεν μπορω να φανταστω το εαυτο μου εκτεθειμενο ακομα κι αν ειμαι πεθαμενη. Σε ικετευω, παρε το σαν την τελευταια επιθυμια μου.
-Καλα θα σου κανω αυτη τη χαρη γιατι ειμαστε μαζι πολλα χρονια και αυτα δεν σβηνονται απο τη μια στιγμη στην αλλη.
Η Λειψυδρια χωρις δευτερη κουβεντα πηγε τραβηξε το κουζινομαχαιρο απο το στηθος της Γιολαντας και καθισε στην πολυθρονα. Σηκωσε ψηλα το χερι και το καρφωσε με δυναμη στο στηθος της. Ενα κοκαλο ακουστηκε να σπαει, η κεντρικη αρτηρια του λαιμου της φουσκωσε, μετα ξεφουσκωσε, ειπε ενα μακροσυρτο σιγανο «ααααα» και εμεινε με το στομα ανοιχτο.
Η Ρεβεκα αφησε το παραθυρο που στεκοταν, πλησιασε το πτωμα της Λειψυδριας και τη σκεπασε με μια χνουδωτη κουβερτα. Οταν την κουκουλωσε εντελως μια σιγανη κλανια ακουστηκε κατω από την κουβερτα.
- Αυτο θα το εκλαβω σαν ευχαριστω που την σκεπασα, ειπε αδιαφορα και εβγαλε μια μικρη πλαστικη σφυριχτρα απο την τσεπη της.

Εφερε την σφυριχτρα στο εντονα βαμμενο μωβ στομα της και φυσηξε τρεις φορες κοιταζοντας απο το παραθυρο εξω στον δρομο. Το στραγαλι της σφυριχτρας χορεψε σαν τρελο και προκαλεσε τους καταλληλους ηχους. Ενας αντρας εκανε την εμφανιση του πισω απο τη γωνια του δρομου. Αφου μαζεψε τη σκια του απο τον τοιχο αρχισε να ανεβαινει βιαστικα τις σκαλες του κτιριου. Η Ρεβεκα που τον περιμενε, ανοιξε την πορτα και ο αντρας μπηκε μεσα λαχανιασμενος. Εριξε μια βιαστικη ματια στο δωματιο και αφου σιγουρευτηκε γι’ αυτο που ειδε επεσε στην αγκαλια της Ρεβεκας. Το παθος ξεχειλιζε απο τις βουβωνικες χωρες και των δυο. Ριχτηκαν σαν λυσσασμενα σκυλια στο πατωμα, εβγαλαν τα ρουχα τους χωρις να ξεκολλήσουν ουτε για μια στιγμη τα χειλη τους και δεν αργησαν να βρεθουν στην οργασμικη χωρα των αισθησεων. Οταν ολοκληρωθηκαν οι αναμενομενες συσπασεις, γυρισαν και ξαπλωσαν ανασκελα με ιδρωμενα κορμια. Η Ρεβεκα ενοιωσε συγκρυα και τραβηξε την κουβερτα απο το πτωμα της Λειψυδριας για να σκεπαστει.
-Ολα πηγαν οπως τα ειχαμε σχεδιασει, γυρισε και ειπε χαμογελωντας στον αντρα.
-Ναι, ειπε εκεινος, το σχεδιο σου ηταν τελειο, τις ξεφορτωθηκαμε μια για παντα.

Η Ρεβεκα βγηκε απο την κουβερτα και πλησιασε το παραθυρο που εβλεπε στο δρομο. Αυτο που ειδε απεναντι την παγωσε. Δυο σκιες βρισκονταν πανω στον τοιχο. Γυρισε και κοιταξε στο εσωτερικο του δωματιου, στο μερος των γυναικων. Και τα δυο πτωματα ειχαν εξαφανισθει. Εστρεψε παλι το βλεμμα της αργα προς τα εξω. Οι σκιες ηταν ακομα πανω στον τοιχο. Ενοιωσε να χανει τις δυναμεις της και σωριαστηκε λιποθυμη στο πατωμα.

14.1.10

Η χειραφέτηση μιας οσίας


Την παρακολουθουσα διακριτικα πισω απο το πρεσβυωπικο μου μονοκλ. Περπατουσε με τετοιο τροπο που προκαλουσε ηδονη ακομα και στις πλακες του στενου πεζοδρομου. Το δερματινο μαυρο γιλεκο μου ειχε μουσκεψει απο το ιδρωτα που εσταζε το μετωπο μου. Μας χωριζαν εβδομηντα εξι γρηγορα βηματα. Κατι επεσε απ' την τσεπη του σακακιου της. Καλυψα τα εβδομηντα εξι γρηγορα βηματα σαν αθλητης των εκατο μετρων χωρις εμποδια. Ηταν ενα τσαλακωμενο χαρτακι.

Της το εδωκα κανοντας μια μικρη υποκλιση. Μου το γυρισε ευγενικα πισω ."Ειναι για σενα, διαβασε το" ειπε. Με μεγαλη περιεργεια το διαβασα μεσα απο το πρεσβυωπικο μου μονοκλ. "Εισαι ποιητρια;", ρωτησα. "Οχι, ειμαι χορευτρια", αποκριθηκε. "Τοτε θα σου ζητησω να κανεις κατι για μενα" της ειπα ακουμπωντας τις ακρες των δαχτυλων της με τη γλωσσα μου. "Εξαρταται τι θελεις". "Θελω να ερθεις σπιτι μου να μου χαρισεις ενα χορο". Ενας θρασυτατος πουστομαγκας καβαλα σ' ενα μηχανακι με κομμενη εξατμηση, περασε διπλα μας κανοντας ενα εκκωφαντικο θορυβο και δεν ακουσα την απαντηση της. Ανησυχησα. Μου χαμογελασε. Μαρτυρουσε καταφαση. Ηρεμησα.

... μιση ωρα μετα εκεινη χορευε καθως διαβαζα ξανα το ποιημα που ειχε γραψει στο χαρτακι:
.



ΜΟΝΟΗΜΕΡΗ ΣΤΟΝ ΕΡΩΤΑ
Ελιωνες τις σολες της καρδιας σου
σε χρονιες αγαπες,
πανω σε δρομους στεγνους,
ψαχνοντας να βρεις εκεινη
που θα κρατουσε μονο για μια μερα,
μεσα σε μια μπορα βροχης
Έψαχνες να δροσιστείς

ΣΤΕΓΝΟΣ
Λιωνανε οι σολες απο
τις ατελειωτες βολτες
καθε φορα στο καπου,
ψαχνοντας το κατι
Περπατουσες χωρις να ακους
τα βηματα σου,
την καρδια σου
Μουσικη βουιζε στα αφτια σου
Το κεφαλι κατω, κουρασμενο απο
τις τροχιες που εκανε,να βρει αστερι
Σ’ επιανε μεσημερι και διψαγες πολυ
Γυριζες πισω και το παγουρι αδειο
Ενιωθες σαν ναυαγιο
Παρακαλουσες για βροχη

ΦΕΓΓΑΡΙΑ
Νυχτα περπατουσες παντα
Να βλεπεις την σκια σου
Την ειχες συντροφια σου
...ΠΑΛΙΟΜΑΛΑΚΑ!


Οταν τελειωσε ο χορος, σταματησε ιδρωμενη και με κοιταξε με ενα απροσδιοριστο υφος. Μετα, εντελως ξαφνικα και απροειδοποιητα, ορμησε σαν σφαιρα προς το μερος που καθομουν και επεσε με δυναμη πανω μου. Ενοιωσα σαν να με χτυπησε ολμος στο στηθος. Η πολυθρονα εγειρε προς τα πισω, και το κεφαλι μου εσκασε σαν καρπουζι στο πατωμα. Μια καμπανα ηχησε μεσα στο μυαλο μου και λιποθυμησα. Μπορει και να πεθανα. Ποιος ξερει;

6.1.10

Pretty woman

Φιλοι μου, δεν εκρυψα ποτε οτι τρεφω μια ιδιαιτερη αγαπη στο κοκκινο χρωμα και στα …. λιμανια (οπου λιμανι και καημος, καλη ωρα).
Γι’ αυτο το λογο, ποδοσφαιρικα υποστηριζω τρεις ομαδες που διαθετουν ως επι το πλειστον στην εμφανιση τους το κοκκινο χρωμα ενω παραλληλα εχουν ως εδρα τους καποιο λιμανι. Αυτες οι ομαδες, ονομα και μη χωριο, ειναι ο Ολυμπιακος , η Μπαρτσελονα και η Λιβερπουλ. Δυστυχως ομως φετος και οι τρεις δεν τα πανε και πολυ καλα. Συμπτωση; Ισως. Η ουσια ομως δεν αλλαζει. Παμε παρακατω.

Σημερα η κυριως ομαδα μου ο Ολυμπιακος (οπως λεμε κυριως πιατο) την εφαγε απο πισω. Και την εφαγε πολυ ασχημα. Μπορει να πει κανεις «ελα μωρε, παιχνιδι ειναι..». Σωστα, παιχνιδι ειναι, αλλα σε ενα παιχνιδι παιζεις για να κερδισεις και εμεις σημερα χασαμε πανηγυρικα. Χασαμε δικαια απο μια πολυ καλυτερη μας ΑΕΚ. Αυτο που με ενοχλησε (δεν με στενοχωρησε, αλιμονο αν στενοχωριομουν απο κατι τετοια) ειναι οτι χασαμε με κατεβασμενα τα χερια, κατι που ο Ολυμπιακος δεν μας εχει συνηθίσει. Γιατι ο Ολυμπιακος ειναι από λιμανι και τα λιμανια – συνηθως - βγαζουν αλανια που το παλευουν αγρια, μεχρι τελους (σνιφ!!!). Το τι φταιει και δεν φταιει λιγο με νοιαζει. Ελπιζω να μην επαναληφθει . Όχι να μη ξαναχασουμε (δεν ειναι δυνατο να κερδιζεις συνεχως, εξ αλλου με τα 13 πρωταθληματα στα τελευταια 14 χρονια ρουτινιασαμε μεχρι αηδιας) αλλα να χανουμε δινοντας και την τελευταια ικμαδα των δυναμεων μας. Να πεφτουμε παλικαρισια και οχι σαν κουνιστοι κωλοι φορτωμενοι με πουπουλα.

Κλεινοντας, θα ηθελα να δωσω συγχαρητηρια στην ΑΕΚ για την καθαρη νικη που πετυχε εις βαρος μας. Αν μερικοι τολμησουν και μιλησουν για αδικιες και τετοια τους πληροφορω οτι ενα ποδοσφαιρικο παιχνιδι ειναι μια μορφη πολεμου, τουτεστιν στον πολεμο και στο σεξ δεν υπαρχουν κανονες και ολα επιτρεπονται. Επισης, συγχαρητηρια στην καλη και ανεκτιμητη φιλη μου Αλεκα (γνωστη χανουμα). Λιγο πριν σκουπισω τα δακρυα μου με μαντιλι διαστασεων 20εκ.x20εκ. (σχεδον πετσετα) και αποσυρθω στα ιδιαιτερα μου για τον απαραιτητο θρηνο που απαιτουν αυτες οι απονες σαδομαζοχιστικες ωρες , αναστεναζοντας ψιθυρίζω στα κλεφτα οτι η μονη παρηγορια μου ειναι οτι την πατησαμε απο μια PRETTY WOMAN ( και μαλιστα χανουμισσα)
Της αφιερωνω το παρακατω γλυκύτατο τραγουδι .

Σημ 1.: Εννοειται οτι αν χαναμε απο το βαζελο δεν θα τα εγραφα ολα αυτα… μην παρεξηγιομαστε..!!
Σημ 2.: Το μαγαζι για ευνοητους λογους θα τηρησει τριημερο πενθος. Απεναντιας η σημαια του δεν θα κυματιζει μεσιστια λογω υπερβολικης ευαισθησιας του ιστου σε καθε φυσεως χαδι.

Παμε λοιπον....Oh pretty woman...

2.1.10

Ένα τοπίο που σφύζει με πύο


Το πυκνο φυλλωμα του αιωνοβιου πανυψηλου δεντρου προσφερε στον Ζηση απλοχερα τον παχυ του ισκιο. Ξαπλωμενος ανασκελα διπλα στον κορμο, με τα χερια πισω απ’ τους ωμους και κατω απ’ το κεφαλι του σαν μαξιλαρι, απολαμβανε την γαληνη της φυσης. Ενα ελαφρυ δροσερο αερακι που κατεφθανε αθορυβα απ’ τα δυτικα, χαιδευε απαλα το γυμνο του κορμι. Το ανοιξιατικο φρεσκο χορταρι, πανω στο οποιο κοιτοταν, επαιζε το ρολο μιας τεραστιας αγκαλιας ικανης να τον προστατευσει απο τις ανασφαλειες που τον κατακλυζαν τις τελευταιες μερες. Δεν υπηρχαν λεξεις για να περιγραψει ποσο ομορφα ενοιωθε εκεινες τις στιγμες. Ανοιξε τα ματια και αντικρισε τον καταγαλανο ουρανο. Μικρα λευκα συννεφακια προχωρουσαν ραθυμα και χανοταν πισω απο την κορυφη του μικρου λοφου. Πισω τους ακολουθουσαν αλλα και μετα αλλα. Δεν ενοιωθε καμμια εγνοια πλεον. Απολαμβανε αυτο που μονο η φυση μπορουσε να του προσφερει. Την ηρεμια και την ψυχικη γαληνη.

Μια μικρη στρουμπουλη μελισσα ηρθε και σταθηκε πετωντας μπροστα στο προσωπο του. Ακουγε καθαρα το συνεχες βουισμα της κινησης των φτερων της. Τον πλησιασε τοσο πολυ που φανταζε τεραστια στα ματια του. Ακουμπησε σχεδον τη μυτη του. Αιωρουταν χαριτωμενα στον αερα. Του θυμισε μπαλαρινα που απολαμβανει χορευοντας η ιδια καθε κινηση του κορμιου της. Ξαφνικα η μελισσα αρχισε να αλλαζει μορφη. Μεταλλασσοταν σε ανθρωπινη μορφη. Σε λιγα δευτερολεπτα μετατραπηκε σε μια γυναικα. Στο κεφαλι της φορουσε ενα πρασινο σκουφακι. Ειδε κατι πανω της που τον τρομαξε. Στη θεση των δαχτυλων της υπηρχε ενα τεραστιο μαυρο κεντρι. Ενοιωθε μεσα του να τον κυριευει ανησυχια, που οσο περνουσαν οι στιγμες φουσκωνε σαν ποταμι μετα απο κατακλυσμο. Η γυναικα με τον πρασινο σκουφο βρεθηκε απο πανω του. Η αναπνοη του αρχισε να παιρνει πιο γρηγορο ρυθμο. Ολα αυτα που απολαμβανε λιγο πριν εξαφανιστηκαν. Ενα γκριζο μουντο χρωμα αντικατεστησε τα παντα γυρω του. Η γυναικα σηκωσε απειλητικα ψηλα το χερι της και το κατεβασε με δυναμη προς το μερος του. Εκανε να τραβηχτει αλλα κατι τον κρατησε καθηλωμενο στη θεση του. Το μαυρο κεντρι καρφωθηκε στο δεξι του μπρατσο. Αρχισαν ολα να σβηνουν απο τα ματια του. Δεν ακουγε τιποτα. Δεν ενοιωθε τιποτα. Το κεφαλι του εγειρε αριστερα ακουμπωντας στον ωμο του. Τα ματια εκλεισαν μονα τους. Χωρις να μπορεσει να προβάλλει την παραμικρη αντισταση, ενοιωσε να βυθιζεται στο πυκνο σκοταδι μιας απεραντης ανυπαρξιας.

Θαλαμος 17

Ο Ζησης ανοιξε με δυσκολια τα ματια του. Ενοιωθε τα βλεφαρα του βαρια σαν μολυβι . Μια εντονη ζαλη του προκαλουσε ταση για εμετο. Προσπαθησε να μετακινηθει γιατι ενοιωθε πιασμενος, αλλα η προσπαθεια εμεινε στη μεση. Δυνατες σουβλιες διαπερασαν ολοκληρο το κορμι του. Βογκηξε σαν πληγωμενο ζωο. Τι γινεται εδω; αναρωτηθηκε. Εριξε μια γρηγορη ματια στο δωματιο. Ηταν ενα μακροστενο, καθαρο, σκοτεινο δωματιο. Δεν υπηρχε παραθυρο. Δυο πολυθρονες, ενα χαμηλο σκαμπο, ενα μικρο τραπεζακι σαλονιου με πορτατιφ, μια ασπρομαυρη τηλεοραση και μια ξεφτισμενη βιβλος ηταν ολα οσα υπηρχαν. Το μικρο πορτατιφ με τον χαμηλο φωτισμο του εφεγγε αχνα οσο χωρο μπορουσε να καλυψει γυρω του. Το υπολοιπο δωματιο ηταν εντελως σκοτεινο. Δεν υπηρχε κανεις αλλος γυρω. Βρισκοταν σε ενα δωματιο νοσοκομειου εντελως μονος. Πριν αποφασισει να κανει την χειρουργικη επεμβαση, νομιζε οτι το κατα γενικη ομολογια οικονομικα καχεκτικο, ασφαλιστικο του ταμειο δεν δικαιολογουσε μονοκλινο δωματιο. Πως εγινε να βρισκεται σε ενα μονοκλινο δωματιο που θα κοστιζε τοσο ακριβα; Θα βελτιωθηκαν τα οικονομικα του ταμειου μου, ξανασκεφθηκε. Πρεπει να αλλαξαν πολλα εκει εξω απο την ωρα που μπηκα στο νοσοκομειο. Οσα φερνει η ωρα δεν τα φερνει ο χρονος. Αραγε ποση ωρα χρειαστηκε να ειναι στο χειρουργειο; Απλως ειχε ερθει να του βγαλουν το νυχι του ποδιου που ειχε εισχωρησει στο κρεας και του προκαλουσε αφορητους πονους. Κατι του ελεγε οτι θα πρεπει να βρισκοταν αρκετες ωρες εκει. Διαφορετικα δεν δικαιολογουταν ο εντονος πονοκεφαλος που ειχε. Αρχισαν να τον ζωνουν τα φιδια. Κατι δεν πηγαινε καλα. Τον ετρωγε η αγωνια να μαθει τι ειχε συμβει.


Ανασηκωθηκε λιγο απ’ το μαξιλαρι αλλα ενας αφορητος πονος στο στηθος τον αναγκασε να ξαναπεσει απογοητευμενος προς τα πισω. Ειναι δυνατον να μην υπαρχει καποιος να με ενημερωσει; Ενας γιατρος; Μια νοσοκομα; Εστω μια καθαριστρια; Με μεγαλη προσπαθεια εριξε μια ματια δεξια και αριστερα. Τρομαξε. Αριστερα του υπηρχε ενα τροχηλατο καροτσακι, με κατι περιεργες συσκευες πανω του. Πολυχρομα σωληνακια ξεκινουσαν απ’ αυτες τις συσκευες και κατεληγαν στα χερια του, στην κοιλια του, ακομα και στο κεφαλι του. Ολα αυτα τα συμπραγκαλα για ενα απλο νυχι;


Αποφασισε να περιμενει να ερθει καποιος να του εξηγησει για ποιο λογο βρισκεται σε αυτη την κατασταση. Δεν μπορουσε να κανει αλλιως. Αφησε το κεφαλι του να βουλιαξει στο απαλο μαξιλαρι και βαλθηκε να κοιταζει το ταβανι. Προσπαθησε να μην σκεφτεται τιποτα. Ενοιωθε τοσο κουρασμενος. Μετα απο λιγο βαρεθηκε, εκλεισε τα ματια και αποκοιμηθηκε.
Κατι σκληρο του πιεσε δυνατα το χερι που τον αναγκασε να ξυπνησει. Πονεσε λιγο. Διαισθανθηκε ανθρωπινη παρουσια διπλα του και ανοιξε τα ματια. Αντικρισε μια γυναικα γυρω στα τριανταπεντε που φορουσε μια λευκη μπλουζα να προσπαθει να επιδιορθωσει κατι στο χερι του. Πρεπει να δυσκολευοταν γιατι μια γκριματσα προσπαθειας φανηκε στο προσωπο της. Τελικα τα καταφερε σηκωσε τα ματια της και τον κοιταξε. Ενα χαμογελο συμπονιας ζωγραφιστηκε γυρω απο το λεπτο της στομα. Τα ματια της ομως δεν χαμογελουσαν. Γιατι τα ματια της εμεναν παγωμενα; Μηπως ειχε κατι ασχημο να του πει και δισταζε να το κανει; Συνηθως οταν χαμογελαει το στομα και το υπολοιπο προσωπο παραμενει αδρανες ή ακομα χειροτερα παγωμενο κατι δεν παει καλα. Μηπως αυτο συμβαινει και τωρα; Γιατι επιτελους δεν του ελεγε κατι; Και αυτο το μακρυ χαρτι; Τι ηταν αυτο το μακροστενο χαρτι που κρατουσε; Ολα αυτα σκεφτοταν ο Ζησης και η ανησυχια του αυξανοταν με γεωμετρικη προοδο. Αποφασισε οτι εφθασε η στιγμη να μαθει τι συμβαινει.


-Τι ειναι μερα ή νυχτα; ρωτησε τη γυναικα με την λευκη μπλουζα.
-Νυχτα.
-Καλησπερα τοτε.
-Καλησπερα.
-Βρισκομαι πολυ ωρα εδώ;
-Που εδώω;
-Στο νοσοκομειο. Νοσοκομειο δεν ειναι το μερος που βρισκομαι;
-Ναι, ειναι νοσοκομειο.
-Ποση ωρα ειμαι εδω;
-Εννοεις στο δωματιο ή ποσες ωρες ησουν στο χειρουργειο;
-Εκανα πολλες ωρες στο χειρουργειο;
-Ναι. Ησουν περιπου δωδεκα ωρες.
-Σιγουρα θα υπηρχε μεγαλος συνωστισμος απο ασθενεις που περιμεναν τη σειρα τους για να ειμαι τοσες ωρες εκει μεσα.
-Οχι , ησουν ο μοναδικος που εγχειριστηκε σημερα.
-Και χρειαστηκαν δωδεκα ωρες για να μου αφαιρεσουν ενα νυχι;
-Ποιος σου ειπε οτι σου αφαιρεσαν μονο το νυχι;
-Μου αφαιρεσαν και τιποτα αλλο;
-Ναι, σου αφαιρεσαν μερικα οργανα που ειχαν σοβαρη βλαβη.
-Πλακα μου κανεις;
-Όχι , μιλαω σοβαρα.
-Κοιτα, θελω να μου πεις ακριβως τι συμβαινει. Με το τσιγκελι θα στα βγαζω ενα ενα;
-Αν και η δουλεια μου δεν είναι να ενημερωνω τους ασθενεις για την κατασταση τους , αυτη ειναι υποχρεωση του θεραποντος γιατρου, θα κανω μια εξαιρεση για σενα γιατι εισαι γλυκουλης.
-Αφησε τα αυτα και μιλα…
-Λοιπον, οταν μπηκες στο χειρουργειο για να σου αφαιρεσουν το νυχι απο το ποδι, στις γενικες εξετασεις που προηγηθηκαν διαπιστωθηκε οτι καποια ζωτικα σου οργανα ειχαν υποστει σημαντικες βλαβες. Ετσι μετα απο ενα συντομο ιατρικο συμβουλιο αποφασιστηκε ομοφωνα να σου κανουν μεταμοσχευση σε οσα απο τα οργανα κριθηκαν αχρηστα ή παρουσιαζαν ελλειπη λειτουργια. Αν σε αφηναν να κυκλοφορεις σε αυτη την κατασταση, η επιτροπη εκρινε οτι θα πεθαινες μεσα σε λιγες βδομαδες. Σπανια πεφτει εξω η εξεχουσα επιτροπη μας γιατι αποτελειται απο τους καλυτερους γιατρους.
-Μα τι ειναι αυτα που λες; Γιατι δεν με ρωτησαν; Δεν θα ‘πρεπε να ‘χαν παρει και τη δικη μου συγκαταθεση ; Εξ’ αλλου αφορα τη δικη μου ζωη.
-Αυτο που λες ηταν αδυνατο να γινει γιατι βρισκοσουν σε υπνωση. Ο χρονος πιεζε ασφυκτικα. Δεν γινοταν να περιμενουν να ξυπνησεις για να σε ρωτησουν. Μπορει να απεβαινε μοιραιο. Τι νομιζεις οτι ειναι εδω κρεοπωλειο; Δεν σου ειπα οτι το νοσοκομειο μας διαθετει το καλυτερο επιστημονικο προσωπικο ; Εξ’ αλλου οι γιατροι πηραν εντολη να συνεχισουν απο καποιο δικο σου προσωπο. Ετσι ηταν και νομικα καλυμμενοι. Ολα εγιναν συμφωνα με το τελευταιο γραμμα το νομου. Μην ανησυχεις τα παντα εγιναν σωστα.


Ο Ζησης ακουγε με ανοιχτο το στομα. Η γυναικα με τη λευκη μπλουζα του φανηκε καπως κυνικη. Ο τροπος και το υφος που περιεγραφε την κατασταση εδινε την εντυπωση οτι αυτα που του ελεγε αφορουσαν ενα τριτο προσωπο και οχι αυτον.
Συγκρατωντας με μεγαλη προσπαθεια την επιθυμια του να την αρπαξει απο το μαλλι και να την ξεμαλλιασει, καταφερε με το ζορι να ψελλισει.
-Ποιος ειναι αυτος που εδωσε την εγκριση για μενα; Απ’ οτι θυμαμαι δεν εχω συγγενεις . Ο τελευταιος μου συγγενης ο Θειος Σωτηρης, μακρινος ξαδερφος του πατερα μου πνιγηκε με τη βαρκα πριν απο δυο χρονια καθως ψαρευε με δυναμιτες σαργους ανοιχτα στο πελαγος.
-Την εγκριση την εδωσε ο Σερβος.
-Ο Σερβος; ρωτησε ο Ζησης και εμεινε με ανοιχτο το στομα.
-Ο Σερβος παρακολουθουσε διακριτικα ολη την εξελιξη της υποθεσης σου. Δεν ξερω τι σχεση μπορει να εχεις μαζι του αλλα ειμαι σε θεση να σε διαβεβαιωσω οτι το ενδιαφερον που εδειξε ηταν πρωτογνωρο τουλαχιστον σε μενα. Σε πληροφορω οτι εχω εικοσι δυο χρονια μεσα στα νοσοκομεια. Ουτε ο πατερας σου δεν θα φεροταν όπως αυτος.
-Θα μου πεις ποιος ειναι ο Σερβος για να μαθω κι εγω επιτελους;
-Κανεις πως δεν ξερεις, ε; Μας ειπε πως εισαι το πρωτοπαλικαρο του και οτι θα ‘πρεπε να σε περιποιηθουμε καλυτερα και απο τη βασιλισσα της Αγγλιας. Σου τρεφει ιδιαιτερη αδυναμια. Αυτο εδωσε να καταλαβουμε. Μας απειλησε μαλιστα οτι αν σου συμβει κατι κακο, ακομα και απο λαθος θα μας καθαριζε ολους. Δεν θα εδειχνε τον παραμικρο οικτο. Είναι γνωστο πως ο τυπος δεν αστειευεται.
Ο Ζησης ακουγε και δεν πιστευε στα αυτια του. Αν ηταν αληθεια οσα του ελεγε η γυναικα νομιζε οτι θα τρελαθει. Κοιταξε καλα την γυναικα με την ασπρη μπλουζα. Παρατηρησε οτι οση ωρα του μιλουσε, συχνα γυριζε το κεφαλι της και κοιτουσε με αγωνια πισω της, προς το μερος της πορτας. Εκτος ομως απ’ αυτο ειχε και ενα περιεργο νευρικο τικ.
Εβγαζε ολοκληρη τη γλωσσα της εξω απο το στομα τη λυγιζε προς τα πανω και προσπαθουσε να ακουμπησει την ακρη της μυτη της. Καποιες φορες το ειχε καταφερει, καποιες αλλες όχι. Στις αποτυχημενες προσπαθειες η θλιψη εκανε την εμφανιση της στο προσωπο της. Ο Ζησης επιασε τον εαυτο του να τη λυπαται μετα απο μια αποτυχημενη προσπαθεια.


Για λιγη ωρα δεν μιλησε κανεις απ’ τους δυο. Κοιταζονταν στα ματια . Εδειχνε ο καθενας να εχει βυθιστει στις δικες του σκεψεις. Πρωτος μιλησε ο Ζησης.
-Τι ειναι το χαρτι που κρατας ;
-Α ναι, με τη συζητηση ξεχασα να σου το δειξω, ειπε η γυναικα και το εδωσε στον Ζηση.
-Τι είναι αυτο; Σαν χαρτι απο μπλοκακι εστιατοριου φαινεται.
-Είναι η λιστα με τα οργανα που σου αντικατεστησαν.
-Ολα αυτα ; ρωτησε αναστατωμενος.
-Ναι, δε νομιζω να εχω ξεχασει τιποτα άλλο.
Ο Ζησης δεν της απαντησε γιατι βαλθηκε να διαβαζει με τρεμουλιαστη φωνη αυτα που εγραφε το χαρτι.
-Καρδια, συκωτι, αριστερος νεφρος, σπληνας, δεξιος ορχις, και το μεγαλο νυχι του δεξιου ποδιου. Αντικατεστησαν ολα αυτα τα οργανα;
- Ναι .
Μια κοιτουσε το χαρτι με τη λιστα και μια τη γυναικα.
-Γιατι τα εχεις γραψει τοσο προχειρα σε ενα απλο χαρτι απο μπλοκακι εστιατοριου;
-Ακου, δεν προκειται να σου δοθει κανενα επισημο εγγραφο που να αναφερει λεπτομερως τα αντικατασταθεντα μελη. Αντε να παρεις μια απλη αποδειξη μονο για το νυχι. Την αποδειξη αυτη θα μπορεσεις να την καταθεσης στην φορολογικη σου δηλωση. Ολα αυτα γινονται για φορολογικους λογους. Καταλαβαινεις.
Ο Ζησης κουνησε το κεφαλι του, και ρωτησε.
-Ο δοτης ; Πως βρεθηκε ο δοτης τοσο γρηγορα;
-Αυτο το κανονισε ο Σερβος. Εστειλε δυο μπραβους του και καθαρισαν καποιον που τους φανηκε απολυτα υγιης. Συγκεκριμενα κουβαλησαν το σωμα ενος μποξερ. Σε μιση ωρα τον ειχαν στο χειρουργειο. Τα υπολοιπα που ακολουθησαν ειναι τα αυτονοητα.


Ο Ζησης την κοιταζε σαν αποβλακωμενος. Δεν ηξερε τι να πει. Σκεφθηκε κατι να ρωτησει αλλα πριν προλαβει να μιλησει η πορτα του δωματιου ανοιξε με παταγο. Εμφανιστηκαν τρεις τυποι που απο την εκφραση τους φαινονταν εξαγριωμενοι. Ο μεγαλυτερος σε ηλικια εδωσε μια διαταγη στους αλλους δυο. Εκεινοι ορμησαν σαν μαινομενοι ταυροι, αρπαξαν την γυναικα και την πεταξαν στο πατωμα. Εκεινη προσπαθησε να αντισταθει ουρλιαζοντας, κουνωντας χερια και ποδια. Αφου την ακινητοποιησαν πλησιασε ο ηλικιωμενος και της εκανε μια ενεση. Η γυναικα ηρεμησε αμεσως. Την σηκωσαν και της φορεσαν ενα πουκαμισο με ιμαντες. Ο ενας απ’ τους δυο τη φορτωσε στον ωμο του οπως ενα σακι με πατατες και βγηκε εξω απ’ το δωματιο. Ο Ζησης παρακολουθουσε τη σκηνη φοβισμενος. Ο ηλικιωμενος τον πλησιασε και με τον αντιχειρα του χεριου του ανοιξε το ματι. Το προσωπο του πηρε μια εκφραση ικανοποιησης. Εβγαλε αλλη μια συριγγα απο την τσεπη του και την καρφωσε στο μπρατσο του Ζηση, χωρις να προβαλει καμμια αντισταση. Το αποδεχτηκε στωικα. Σε λιγο τον ειχε παρει ο υπνος.
Ο ηλικιωμενος αφου σιγουρευτηκε για το αποτελεσμα της ενεσης, εβαλε τα χερια στις τσεπες της λευκης του μπλουζας και ειπε στον συνεργατη του εκνευρισμενος :
-Σας εχω τονισει απειρες φορες ποσο πολυ προσεχτικοι πρεπει να ειστε με τους τροφιμους του ασυλου. Αν δεν ηταν αυτοι ενας θεος ξερει που θα βρισκαμε τοσα ανθρωπινα οργανα για να προωθησουμε στην αγορα. Αυτη ηταν η τελευταια φορα που ανεχτηκα το λαθος σας.
Βγαινοντας και πριν κλεισει πισω του την πορτα εριξε μια τελευταια ματια στον Ζηση.
Ροχαλιζε σαν κομπρεσερ. Χαμογελασε σατανικα και κλειδωσε με κλειδι ασφαλειας την πορτα.