24.4.10

Το χαμένο πετράδι


Η ιστορία που θα επιχειρήσω να σας διηγηθώ είναι μεν πραγματική, ταυτόχρονα δε υπερβολική, εξωφρενική και πολλή όμορφη για να αποδοθεί από τον πεζό λόγο. Ας είναι, η προσπάθεια μετράει.

Ήταν η εποχή που μόλις είχα αποδράσει από τον ιστό μιας μεγάλης και δυνατής αράχνης. Ακολούθησε μία μακρά περίοδος αδρανοποίησης. Κλείστηκα στο σπίτι μου και αφοσιώθηκα σε κάποιες απαραίτητες εσωτερικές αναζητήσεις που τις είχα παραμελήσει και έπρεπε κάποτε να αποκαταστηθούν και κυρίως να διευκρινιστούν. Επίσης, για να μην χάσω έστω και ένα μέρος του βιολογικού ρυθμού μου, δηλαδή της φόρμας μου, τριγυρνούσα από δωμάτιο σε δωμάτιο και σκότωνα μύγες. Αυτό το μέτρο το βρήκα αρκετά αποτελεσματικό γιατί όταν έλαβα την επιστολή – πρόσκληση από τον καθηγητή εφαρμοσμένης φυσικής σερ Τσάκ Αμάν ( προφανώς αραβικής καταγωγής) βρισκόμουν σε πολύ καλή φυσική κατάσταση.

Ο τρόπος που είχε αποτυπώσει στο χαρτί τα λόγια του ο καθηγητής δεν μου άφηνε περιθώρια άρνησης. Την ίδια μέρα αμπαλάρισα βιαστικά τα μπογαλάκια μου, μπήκα στο πρώτο αεροπλάνο που βρήκα και βρέθηκα στο μακρινό Ντέιτον του Οχάιο. Κατά τη διάρκεια του πολύωρου ταξιδιού είχα την ευκαιρία να ξαναδιαβάσω πιο προσεκτικά και με περισσότερη άνεση αυτά που έγραφε ο καθηγητής στην επιστολή του. Με λίγα λόγια είχε διοργανωθεί από μία μη κυβερνητική ανιδιοτελή πολιτιστική, παύλα, οικολογική οργάνωση με την ονομασία «Σκέψου καλά, η πράσινη ομπρέλα σε προφυλάσσει από την όξινη βροχή», το κυνήγι ενός χαμένου στα βάθη των αιώνων ανεκτίμητου θησαυρού και συγκεκριμένα ενός ανεκτίμητου πολύτιμου λίθου με την κωδική ονομασία «Η χιονισμένη γενειάδα του Μανιτού».

Ο θρύλος που κυκλοφορούσε με δέος από στόμα σε στόμα εδώ και αιώνες ανάμεσα στις ινδιάνικες φυλές της αμερικανικής ηπείρου, έλεγε ότι το ανεκτίμητο αυτό πετράδι είχε ύψος δύο μέτρα και πλάτος εβδομήντα έξι εκατοστά. Ο ίδιος θρύλος ανέφερε επίσης ότι ήταν θαμμένο σε ένα μυστικό μέρος κάπου στη βραχώδη πολιτεία της Μοντάνα. Ο μοναδικός που γνώριζε το ακριβές σημείο ήταν ο μάγος της φυλής Απάτσι, ένας παράξενος και μυστηριώδης τύπος με το συμβολικό όνομα «Ρίξε λάδι στο τηγάνι», που είχε όμως αποχαιρετήσει τα εγκόσμια εδώ και ενάμιση αιώνα! Επομένως όλα τα στοιχεία του ακριβούς σημείου που ήταν κρυμμένο αυτό το πετράδι τα είχε πάρει μαζί στον τάφο του. Λέγεται, αν και δεν το πιστεύω, ότι κάποιος προφανώς ηλίθιος ή μεθυσμένος κυνηγός του πολύτιμου λίθου επί σειρά ετών, ένα βράδυ μεσ΄ στην απελπισία του που είχε προκληθεί από τις άκαρπες προσπάθειες μιας ολόκληρης ζωής για την εύρεσή του, άνοιξε τον τάφο που είχαν θάψει τον ινδιάνο μάγο, έβγαλε τον σκελετό και άρχισε να τον καρφώνει με ένα κατσαβίδι νομίζοντας ότι με αυτό τον τρόπο θα του αποσπούσε το μυστικό. Ο σκελετός σαν να τον γαργάλισε το κατσαβίδι κροτάλισε για λίγο. Πέρα από το κροτάλισμα του σκελετού ο κυνηγός δεν απέσπασε απολύτως τίποτα, απεναντίας συνελήφθη από τον τοπικό σερίφη Ρόι Ο’ Μπράιαν, ο οποίος οφείλουμε να παραδεχθούμε δεν του φέρθηκε βίαια, και πέρασε όλη τη νύχτα στο κρατητήριο. Το πρωί αφού ζήτησε συγγνώμη, έφυγε αγκαλιά με μια πόρνη που γνώρισε στο κελί εκείνο το βράδυ, αγαπήθηκαν, και όπως γράφτηκε σε μία τοπική εφημερίδα περιορισμένης κυκλοφορίας, μετά από λίγες μέρες παντρεύτηκαν. Όπως ήταν αναμενόμενο, οι κατά κόρον συνηθισμένες συνθήκες του έγγαμου βίου τον ανάγκασαν πολύ σύντομα να ξεχάσει το κυνήγι του χαμένου πολύτιμου λίθου. Αυτό όμως είναι μία άλλη ιστορία που δεν μας αφορά, επί του παρόντος τουλάχιστον.

Αυτά μέσες άκρες σκεφτόμουν, κατά τη διάρκεια του εναέριου ταξιδιού και βυθίστηκα σε ένα γλυκό ύπνο. Ξύπνησα όταν πια το αεροπλάνο είχε προσγειωθεί και είχε παρκάρει στο χώρο στάθμευσης- αποβίβασης. Προχωρώντας προς την έξοδο του αεροσκάφους πίσω από τους υπόλοιπους επιβάτες και χαμένος ακόμα στη θολούρα του βαθύ ύπνου που είχε προηγηθεί, δεν ξέρω γιατί, αυθόρμητα άρπαξα απ΄ το σβέρκο μία αεροσυνοδό και της έδωσα ένα ρουφηχτό υγρό φιλί στο στόμα. Την ίδια στιγμή που εκείνη άρχισε να στριγγλίζει σαν τρελή, όλοι οι άντρες ασφαλείας έπεσαν πάνω μου και με ακινητοποίησαν δένοντας με χειροπόδαρα με κάτι πλαστικά κορδονάκια.

Η υπηρεσία εσωτερικών υποθέσεων των Ηνωμένων Πολιτειών βιάστηκε να με χαρακτηρίσει τρομοκράτη, αλλά αργότερα που κατάλαβαν το λάθος τους όχι μόνο μου ζήτησαν συγγνώμη αλλά επιπλέον αποκατέστησαν την υπόληψη μου παρουσία εισαγγελέα, με κέρασαν μηλόπιτα και με άφησαν ελεύθερο. Δεν τους παρεξήγησα για την ταλαιπωρία που μου επέβαλαν, τους χαιρέτησα φιλικά, όχι εγκάρδια, βγήκα από την κεντρική πύλη του αεροδρομίου και μπήκα σε ένα ταξί για το ξενοδοχείο που είχα κάνει κράτηση.

Με το συμπάθιο όμως, κάπου εδώ θα σταματήσω γιατί έχουν μείνει στη μέση κάποιες δουλειές που δεν σηκώνουν παράταση. Θα συνεχίσω με την πρώτη ευκαιρία.

Υ.Γ.: Παρεπιπτόντως να ευχαριστήσω τους φίλους και τις φίλες για τις ευχές που έστειλαν λόγω της ονομαστικής μου γιορτής. Τιμή μου.

21.4.10

Το μυστήριο ενός τραγικού συμβάντος

Ο Παντελής Μπιζόλιος σε πρόσφατη φωτογραφία του, προβληματισμένος...


Ο Παντελής Μπιζόλιος, ένας ταυραμπάς (μεγαλόσωμος) άντρας, φρενάς αυτοκινήτων στο επάγγελμα, ηλικιακά και νοητικά ώριμος άνθρωπος, παντρεμένος με την κυρία Καίτη Μπουρμπούλη και πατέρας τριών παιδιών, τίμιος, ντόμπρος και καραμπουζουκλής στην πιάτσα, μεσοαστός και περιορισμένα προοδευτικός στις πολιτικές του πεποιθήσεις, οικονομικά καλοστεκούμενος με δική του πιλοτή για δύο αυτοκίνητα, θρησκευόμενος αλλά όχι απαραίτητα φανατικός, εκείνη τη ζεστή φθινοπωριάτικη νύχτα του Σεπτέμβρη, καθώς κοιμόταν βαθειά, χέστηκε πατόκορφα στον ύπνο του.

Τι ήταν αυτό που τον ανάγκασε να πάθει αυτό το τρομερό κακό;
Τι ήταν αυτό που τον ανάγκασε να υποστεί αυτόν τον οικτρό εξευτελισμό;

Μην ήταν εγκεφαλικό;
Μην ήταν ένα τρομακτικό όνειρο;
Μην ήταν από χαρά;
Μην ήταν από δηλητηρίαση;
Μην ήταν τυχαίο;
Μην ήταν λόγω οικονομικής κρίσης;
Μην ήταν απόπειρα δολοφονίας;
Μην αφουγκράστηκε κάτι στον ύπνο του , που ήταν πέρα των φυσικών δυνάμεων του;
Μην ήταν από χαλάρωση του πρωκτικού σφιγκτήρα;
Μην ήταν κάποιος αδιόρατος φόβος;
Μην ήταν τύψεις συνειδήσεως;

Τι ήταν; Τι;


Σε λίγες μέρες η απάντηση που αλλού ; ΕΔΩ!!!

Μέχρι τότε υπομονή….

Μείνετε συντονισμένοι, υποψιασμένοι αλλά όχι ανυπόμονοι…

9.4.10

Χασίς




Ο Έκτωρ εκείνο το πρωί είχε ξυπνήσει έχοντας έναν τρομερό πονοκέφαλο. Σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι, έβαλε τις υφασμάτινες παντόφλες που του είχαν δωρίσει στα γενέθλια του, πήγε και άνοιξε το παράθυρο της κουζίνας που έβλεπε στον ακάλυπτο. Έπιασε μία καρέκλα, κάθισε απέναντι από το ανοιχτό παράθυρο και άρχισε να παίρνει βαθιές εισπνοές από τη μύτη, ελπίζοντας ότι με αυτό τον τρόπο θα περνούσε ο πονοκέφαλος. Μετά από λίγη ώρα απογοητεύτηκε επειδή ο πονοκέφαλος δεν υποχωρούσε. Σηκώθηκε αναστενάζοντας, άνοιξε την μπαλκονόπορτα και βρέθηκε στο μπαλκόνι. Γράπωσε τα κάγκελα και σηκώνοντας το βλέμμα κοίταξε κατάματα τον ήλιο. Τυφλώθηκε αλλά συνέχισε να τον κοιτά με πείσμα. Σε ελάχιστο χρόνο μια άσπρη κηλίδα κάλυψε την όρασή του κι έκλεισε με δύναμη τα μάτια. Όταν τα ξανάνοιξε έβλεπε και πάλι όπως πρώτα καθαρά. Ο πονοκέφαλος όμως ήταν ακόμα εκεί. Τον βασάνιζε ανελέητα. Σε μια γωνία υπήρχε μία μεταλλική σκάλα. Κοιτάζοντάς την του ήρθε μία ιδέα. Να μπει στο πατάρι! Ο σκοτεινός αυτός χώρος ίσως του έκανε καλό. Σήκωσε τη σκάλα και την μετέφερε στο εσωτερικό του διαμερίσματος. Την έστησε ακριβώς κάτω από το πατάρι που χρησιμοποιούσε σαν αποθήκη και ανέβηκε με προσοχή στο τελευταίο σκαλοπάτι. Άπλωσε το χέρι, άνοιξε το ξύλινο πορτάκι και χώθηκε μέσα. Στην αρχή ρίγησε απ’ την υγρασία αλλά ένιωσε λίγο καλύτερα. Περίμενε εκεί μερικά λεπτά. Ο πονοκέφαλος όμως και πάλι δεν υποχωρούσε.

Στο ημίφως άπλωσε τα χέρια του ακουμπώντας διάφορα αντικείμενα που αγνοούσε ήδη την ύπαρξή τους. Ήταν κυρίως εργαλεία που χρησιμοποιούσε για τη συντήρηση του αυτοκινήτου, της βέσπας αλλά και για δουλειές του σπιτιού. Με την αφή αναγνώρισε ένα, και αφού το περιεργάστηκε προσεχτικά με τα δάχτυλα διαπίστωσε ότι ήταν μία ματσόλα. Χωρίς να ξέρει γιατί την έπιασε σφιχτά τη σήκωσε ψηλά και άρχισε να χτυπάει δυνατά το πάνω μέρος του κεφαλιού του. Έκπληκτος ανακάλυψε ότι ο ήχος που έβγαινε από τα χτυπήματα ήταν ασυνήθιστος. Σταμάτησε να χτυπάει το κεφάλι του, επιστράτευσε όσο μπορούσε την αίσθηση της ακοής και ζυγίζοντας επιμελώς στην παλάμη του τη ματσόλα έδωσε ένα πολύ δυνατό χτύπημα ακριβώς στο κέντρο του κεφαλιού του. Τα μάτια του και το στόμα του άνοιξαν διάπλατα σχηματίζοντας τρία ασύμμετρα όμικρον. Ναι, δεν είχε κάνει λάθος. Ο ήχος έμοιαζε σαν αυτόν που προκαλείται όταν χτυπάμε έναν άδειο τενεκέ. Καμπανάτος και κενός. Σταμάτησε να χτυπάει το κεφάλι του και κάθισε οκλαδόν. Η στάση αυτή πάντα τον βοηθούσε να σκεφθεί καλύτερα, του την είχε μάθει πολύ παλιά ένας τυφλός Ινδός καλόγερος.

«Για να βγαίνει τέτοιος ήχος σημαίνει ότι μέσα στο κεφάλι μου δεν υπάρχει τίποτα, δηλαδή είναι άδειο», σκέφθηκε.
«Αλλά αφού είναι άδειο πως είναι δυνατό να έχω πονοκέφαλο; Ένα άδειο κεφάλι είναι δυνατό να έχει πονοκέφαλο;», ξανασκέφθηκε παραξενεμένος.
«Αυτό όμως που με προβληματίζει βέβαια πιο πολύ είναι ότι αφού ακούγεται σαν κούφιος ντενεκές το κρανίο μου πως μπορώ να σκέφτομαι και να διερωτώμαι ότι το κεφάλι μου είναι άδειο. Γιατί αν το κεφάλι μου είναι κούφιο, έστω και από τα στοιχειώδη υλικά που απαιτούνται, δεν θα ήμουν σε θέση να κάνω καμία σκέψη. Κάτι ανεξήγητο συμβαίνει εδώ...», ψέλλισε σιγανά αυτή τη φορά.

Αποφάσισε να κατέβει από το πατάρι. Αφού πήρε μαζί του τη ματσόλα, το άδειο του κεφάλι, τον πονοκέφαλό του, βγήκε με την όπισθεν, πάτησε και πάλι προσεχτικά στη σκάλα, έκλεισε το πορτάκι του παταριού και κατέβηκε κάτω. Αν τον παρατηρούσε κάποιος θα έβλεπε ότι όλες οι κινήσεις του ήταν απόλυτα φυσιολογικές. Προχώρησε στο μικρό τραπεζάκι που βρισκόταν δίπλα στη πόρτα εισόδου και στάθηκε πάνω απ’ το τηλέφωνο. Αποφάσισε να τηλεφωνήσει στον φίλο του τον Λέκτορα που ήταν γιατρός, γνωστός ως ειδικός ωτορινολαρυγγολόγος. Σχημάτισε τον αριθμό στο καντράν του τηλεφώνου και περίμενε κοιτάζοντας το πρόσωπό του στον καθρέφτη που κρεμόταν στον τοίχο μπροστά του. Μία βαθειά ρυτίδα σαν μελαγχολικό χαμόγελο είχε σχηματισθεί στο μέτωπό του. Έστρεψε αλλού το βλέμμα όταν άκουσε τη φωνή του γιατρού στην άλλη άκρη της γραμμής. Ο γιατρός τον άκουγε χωρίς να τον διακόπτει. Μόλις τελείωσε αυτά που είχε να πει, κατέβασε το ακουστικό. Ο φίλος του τον είχε διαβεβαιώσει ότι σε λίγα λεπτά θα ήταν εκεί. Του συνέστησε μάλιστα με αυστηρό ύφος να ξαπλώσει και να προσπαθήσει να μη σκέφτεται τίποτα. Αυτό ακριβώς έκανε ο Έκτωρ. Ξάπλωσε, έκλεισε τα μάτια και προσπάθησε να μην σκέφτεται απολύτως τίποτα. Νόμισε πως τώρα αισθανόταν ελαφρώς καλύτερα, παρόλο που ο πονοκέφαλος δεν περνούσε.

Ο ειδικός επιστήμονας Λέκτωρ κατέφθασε κάθιδρος και λαχανιασμένος. Εξωτερικά δεν θύμιζε σε τίποτα επιστήμονα. Περισσότερο έμοιαζε με νεκροθάφτη. Κατά γενική ομολογία, όμως, ήταν ένας πολύ καλός γιατρός. Στο ένα του χέρι κρατούσε σφιχτά, λες και φοβόταν μη του πέσει, ένα μακρύ και λεπτό σκουρόχρωμο πλαστικό εύκαμπτο σωληνάκι, ενώ στο άλλο μία δερμάτινη ιατρική τσάντα καφέ χρώματος. Ο Έκτωρ με το που τον είδε ανατρίχιασε. Ενστικτωδώς, σαν τρομοκρατημένο ζώο, πήγε και μαζεύτηκε δίπλα στο ανοιχτό παράθυρο της κουζίνας σε στάση που δήλωνε έτοιμος να πηδήσει απ’ έξω σε περίπτωση που κάτι δεν θα του άρεσε στη συμπεριφορά του γιατρού. Ο γιατρός το κατάλαβε και προσπάθησε να τον καθησυχάσει. Είχε συνηθίσει σε τέτοιου είδους συμπεριφορές ασθενών. Τον πλησίασε ήρεμα και τον έπιασε στοργικά απ’ το χέρι. Τον έσυρε απαλά και τον έβαλε μαλακά να καθίσει σε μία καρέκλα.
Ο Έκτωρ είχε συνεχώς τα μάτια του καρφωμένα στον επιστήμονα. Παρατηρούσε κάθε του κίνηση. Η έκφραση του δήλωνε καχυποψία, αγωνία, καρτερικότητα αλλά και ανυπομονησία. Ο γιατρός χωρίς να βγάλει άχνα με προσεκτικές και επιμελημένες κινήσεις έπιασε το πλαστικό σωληνάκι και το πασπάλισε με κρέμα που μύριζε βούτυρο και έμοιαζε με σαντιγί . Το τίναξε ελαφρά για να φύγουν κάποια υπολείμματα που δεν τα θεωρούσε απαραίτητα και ετοιμάσθηκε να προχωρήσει στην εξέταση του φίλου και πελάτη του. Κοίταξε τον Έκτορα και με σαγηνευτική φωνή του είπε:
- Αυτό το σωληνάκι θα σου το χώσω στο αυτί για να δω τι υπάρχει μέσα στο κεφάλι σου. Μη φοβάσαι, δεν θα πονέσεις πολύ. Θα τσούξει λίγο αλλά να έχεις υπόψη σου ότι είναι η πιο αξιόπιστη μέθοδος. Αν παρατηρήσεις προσεχτικά, θα δεις ότι στην άκρη του υπάρχει μία κάμερα ψείρα. Μέσα απ’ αυτή θα εξερευνήσω κάθε πτυχή του κρανίου σου. Προτού όμως γίνει αυτό είναι απαραίτητο να ακούσω με τα αυτιά μου τον παράξενο ήχο που προκαλεί το κεφάλι σου. Δεν γίνεται να στηριχθώ μόνο στην περιγραφή που μου έκανες απ’ το τηλέφωνο. Έχε μου απόλυτη εμπιστοσύνη. Ξέρω πολύ καλά τι κάνω.
Έσκυψε και άνοιξε την ιατρική δερμάτινη τσάντα και έβγαλε από μέσα ένα ειδικό μεταλλικό σφυρί με αρκετά πλατύ κεφάλι. Το εναπόθεσε προσεχτικά στο τραπέζι και με μεγάλες δρασκελιές πήγε και άνοιξε την πόρτα της εισόδου. Επέστρεψε φέρνοντας μαζί του ένα ασημένιο καινούργιο άδειο τενεκέ χωρητικότητας είκοσι πέντε κιλών περίπου. Κοίταξε βλοσυρός τον Έκτορα και του είπε με επιστημονικό ύφος:
-Λοιπόν άκουσε με προσεχτικά. Θα σου ρίξω μία σφυριά στο κεφάλι και μετά θα χτυπήσω τον άδειο τενεκέ. Αν οι δύο ήχοι παρουσιάζουν ομοιότητες θα προχωρήσω στο επόμενο και πιο σημαντικό στάδιο της εξέτασης με το πλαστικό σωληνάκι. Συνεννοηθήκαμε;

Ο Έκτωρ τον κοίταξε αμίλητος και ανόρεχτα κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. Ο Λέκτωρ έπιασε το ιατρικό σφυρί, στάθηκε πάνω από τον Έκτορα, άνοιξε λίγο τα πόδια, πάτησε γερά στο πάτωμα για να έχει την απαραίτητη σταθερότητα, σήκωσε ψηλά το σφυρί και το κατέβασε με δύναμη στο κεφάλι του Έκτορα. Ένα τρίξιμο ακούστηκε συνοδευόμενο με το γνωστό καμπανάτο και κούφιο ήχο. Πριν ακόμα σβήσει ο ήχος από το κεφάλι του ασθενή με μία γρήγορη κίνηση χτύπησε τον άδειο τενεκέ. Τέντωσε το κορμί και τα αυτιά του και αφουγκράστηκε, ,σαν να ήθελε να συγκρίνει τους δύο αυτούς ήχους. Περίμενε για λίγο και αφού έσβησαν και οι δύο ήχοι, με ύφος χιλίων καρδιναλίων απεφάνθη :
-Φίλε μου είχες δίκιο, και οι δύο ήχοι είναι ίδιοι και απαράλλακτοι. Προχωράμε στο επόμενο στάδιο δίχως καθυστέρηση.
Άρπαξε αποφασιστικά το πλαστικό σωληνάκι και το έχωσε εμφανώς άγαρμπα στο δεξί αυτί του Έκτορα. Εκείνος άνοιξε διάπλατα το στόμα του και έβγαλε μία τρομερή κραυγή. Ο πόνος που ένοιωσε ήταν αφόρητος. Δάκρυα άρχισαν να κυλάνε στα μάγουλά του . Η απόγνωση τον κατέκλυσε αλλά δεν είπε κουβέντα. Ο γιατρός δεν του έδωσε την παραμικρή σημασία: ήταν απασχολημένος. Έχωνε συνεχώς πιο βαθειά το σωληνάκι μέχρι που η άκρη του άρχισε να ξεπροβάλει από το άλλο αυτί. Ο γιατρός απτόητος συνέχισε να το σπρώχνει μέχρι που το σωληνάκι είχε βγει για τα καλά από το άλλο αυτί. Σταμάτησε, δάγκωσε το δείκτη του χεριού του και είπε σοβαρά.
-Φίλε, οι πρώτες ενδείξεις φαίνεται πως δικαιώνουν τις εκτιμήσεις μας. Αλλά, για να είμαστε εκατό τοις εκατό σίγουροι θα χρησιμοποιήσω την κάμερα ψείρα. Ετοιμάσου για την τελική επιστημονική διάγνωση.

Τράβηξε προς τα μέσα το σωληνάκι και από ένα γυάλινο μάτι παρατηρούσε με μεγάλη προσοχή το εσωτερικό του κεφαλιού του Έκτορα. Που και που κάτι μουρμούριζε, προφανώς σε επιστημονική ορολογία, κάτι που φυσικά κανείς ασθενής δεν θα καταλάβαινε. Μετά από λίγο σταμάτησε, κοίταξε με μάτια που γυάλιζαν τον Έκτορα και του είπε χωρίς περιστροφές:
-Το κεφάλι σου είναι εντελώς κούφιο. Αποτελείς παγκόσμιο φαινόμενο. Ενώ είσαι κουφιοκέφαλος, μπορείς να βλέπεις, να μιλάς, να ακούς, να αισθάνεσαι, αλλά κυρίως να σκέφτεσαι. Μπορείς να μου πεις πως στο διάολο γίνεται αυτό;
-Εσύ είσαι ο επιστήμονας, εσύ πρέπει να βρεις την απάντηση… είπε χεσμένος από το φόβο του ο Έκτωρ.
-Σωστά. Λοιπόν, πρώτα απ’ όλα πρέπει να ανακαλύψουμε την αιτία που προκάλεσε αυτό το φαινόμενο. Γιατί όπως καταλαβαίνεις περί φαινομένου μιλάμε, και μάλιστα ανεξήγητου, μέχρι στιγμής τουλάχιστον. Το ανησυχητικό θα είναι εάν πρόκειται περί κάποιου άγνωστου βακτηριδίου και μάλιστα μεταδοτικού. Καταλαβαίνεις τι θα επακολουθήσει, περιττό να στο πω. Ας τα πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά. Θέλω να μου πεις πού και πώς κοιμήθηκες χθες το βράδυ κι αν παρατήρησες κάτι ασυνήθιστο στον ύπνο σου. Πρόσεξε, η παραμικρή λεπτομέρεια μπορεί να αποδειχτεί ζωτικής σημασίας.
-Κοιμήθηκα όπως κοιμάμαι πάντα. Δεν έκανα τίποτα ιδιαίτερο. Άκουσα μουσική, κάπνισα λίγο χασίς, παρακολούθησα μία ταινία πορνό, μετά ήρθε η καλή μου, ξαπλώσαμε στο κρεβάτι και αγαπηθήκαμε, ως συνήθως. Φυσιολογικά πράγματα όπως βλέπεις.
-Ναι, απολύτως φυσιολογικά. Μία διευκρίνιση μόνο, όταν λες αγαπηθήκατε εννοείς ότι γαμηθήκατε;
-Ακριβώς , απλώς εσύ το εκφράζεις πιο επιστημονικά..
-Μμμμ… μάλιστα, λοιπόν τώρα θα πάω να ελέγξω το κρεβάτι σου, εσύ μείνε εδώ, μην το κουνήσεις ρούπι…
Ο ειδικός επιστήμονας Λέκτωρ προχώρησε και μπήκε στην κρεβατοκάμαρα. Φαινόταν ανήσυχος. Οποιοσδήποτε ήταν σε θέση να καταλάβει ότι κάτι σοβαρό τον απασχολούσε . Τι ήταν όμως αυτό;

Ξαφνικά από την κρεβατοκάμαρα ακούστηκαν ασυνήθιστοι θόρυβοι. Λες και κάποιος με τα χέρια του χτυπούσε με μανία το στρώμα. Μετά από λίγη ώρα οι θόρυβοι σταμάτησαν απότομα. Στην πόρτα της κρεβατοκάμαρας εμφανίστηκε ο Λέκτωρ με μία παράξενη έκφραση στο πρόσωπό του. Η εμφάνιση του δήλωνε ένα μείγμα από απογοήτευση, θυμό, απόγνωση, αλλά και ικανοποίηση. Στάθηκε μπροστά στον Έκτορα τείνοντας την ανοιχτή παλάμη του μπροστά στο πρόσωπό του.
-Να, εδώ έχω την απάντηση, φώναξε με ύφος πανηγυρικό.
-Δηλαδή; ρώτησε πνιγμένος στην αγωνία ο Έκτωρ.
-Ανακάλυψα τι σου εξαφάνισε τον εγκέφαλο. Εδώ αυτό που βλέπεις στην παλάμη μου είναι ο εγκέφαλος σου συρρικνωμένος. Τον βρήκα πάνω στο μαξιλάρι σου να τον ξερογλείφουνε ένα σωρό μύγες. Προσπάθησα να τις σκοτώσω αλλά το κακό είχε γίνει. Πρόλαβα να μαζέψω ότι είχε απομείνει απ’ αυτόν. Δυστυχώς η ποσότητα αυτή δεν μου επιτρέπει εργαστηριακά να αποδείξω τίποτα απολύτως. Ξέρω όμως πάρα πολύ καλά τι ακριβώς συνέβη.
-Μππ..οο..ρεις να μου πεις; τραύλισε ο Έκτωρ.
-Ναι. Θα σου εξηγήσω όσο πιο απλά γίνεται για να καταλάβεις. Εκτιμώ, για να μην πω πως είμαι απόλυτα βέβαιος και θεωρηθεί εγωκεντρικό, ότι κάποιο αγνώστου προελεύσεως βακτηρίδιο εισέβαλε στον οργανισμό σου σε ανύποπτη στιγμή και συγκεκριμένα στον εγκέφαλο σου. Τη νύχτα, κατά τη διάρκεια που κοιμόσουν βρήκε την ευκαιρία και σου ρούφηξε το μυαλό. Και αφού απορρόφησε όλα τα θρεπτικά συστατικά που είχε ανάγκη για να διατηρηθεί ζωντανό, κατά ένα περίεργο και αδιευκρίνιστο τρόπο, μετέτρεψε ότι είχε απομείνει σε ένα μικρό κομμάτι μύξας. Η μύξα στη συνέχεια στρογγυλοποιήθηκε και κατρακύλησε λόγω κατηφόρας σε ένα από τα δύο ρουθούνια σου. Δεν έχει σημασία ποιο. Είμαι σίγουρος πως το πρωί που ξύπνησες φύσηξες τη μύτη σου νομίζοντας ότι έχεις αρπάξει κάποιο συνάχι . Έτσι δεν είναι;
-Πράγματι, κάτι είχε φρακάρει στο ρουθούνι μου και το φύσηξα. Αυτό που έφυγε πρέπει να έπεσε στο μαξιλάρι…
-Φίλε μου, πάρα πολύ σωστά. Αυτό που φύσηξες από τη μύτη σου για να την καθαρίσεις, νομίζοντας ότι είναι κάποιο κάκαδο μύξας, ήταν ο εγκέφαλος σου.
-Μα τι είναι αυτά που λες; Είσαι τρελός; Είναι δυνατό να γίνονται τέτοια πράγματα; είπε ο Έκτωρ κοιτάζοντας έκπληκτος τον επιστήμονα.
-Κοίτα τώρα ότι έγινε έγινε. Είμαι στη δυσάρεστη θέση να σου ανακοινώσω ότι το μέλλον σου δεν διαγράφεται και πολύ αισιόδοξο, είπε κυνικά όπως άλλωστε κάθε καταρτισμένος επιστήμονας, ο Λέκτωρ.
-Τι εννοείς ;
-Θα σου προτείνω τις λύσεις που έχουμε στη διάθεσή μας και συ θα διαλέξεις μία απ’ αυτές. Δυστυχώς ο αριθμός είναι εξαιρετικά περιορισμένος όπως αντιλαμβάνεσαι, δεν έχουμε πολλά περιθώρια. Αυτό έγκειται στο ότι η περίπτωσή σου αποτελεί όπως σου ανέφερα παγκόσμια πρωτοτυπία. Είσαι ο μοναδικός άνθρωπος στον πλανήτη που δεν διαθέτει εγκέφαλο και όμως μπορεί να συμπεριφέρεται σαν φυσιολογικός.
-Μπορώ σε παρακαλώ να ακούσω τις προτάσεις σου;
-Αν δεν ήμαστε φίλοι, θα ήμουν αναγκασμένος να ενημερώσω την ιατρική κοινότητα, με αποτέλεσμα να καταλήξεις σε κάποιο μυστικό πειραματικό εργαστήριο να σε πετσοκόβουν για να ανακαλύψουν που οφείλεται αυτό το φαινόμενο. Φυσικά θα καρπωνόμουν κι εγώ δόξα και χρήμα που σε ανακάλυψα πρώτος. Το όνομά μου θα γραφόταν αν όχι με χρυσά γράμματα σίγουρα με ασημένια, στον κατάλογο των επιστημόνων που προσέφεραν στην παγκόσμια ιατρική εξέλιξη. Ίσως κάποτε κατηγορηθώ από την παγκόσμια κοινή γνώμη, ότι δεν επιτέλεσα το καθήκον μου και ότι αθέτησα τον όρκο μου στον Ιπποκράτη με το να σε προφυλάξω από αυτές τις επώδυνες διαδικασίες. Μην σου διαφεύγει ούτε για μία στιγμή πως το βακτηρίδιο για το οποίο μιλάμε είναι εξαιρετικά επικίνδυνο και η διάδοσή του μπορεί να εξελιχτεί σε πανδημία. Αν συμβεί αυτό ο πληθυσμός ολόκληρης της γης θα βρεθεί προ των πυλών του αφανισμού. Όλα αυτά θα αποφευχθούν ριζικά εφαρμόζοντας τη δεύτερη και τελευταία λύση, και αυτή είναι να πεθάνεις, να εξαφανιστείς από προσώπου γης, σαν να μην υπήρξες ποτέ..

Ο Έκτωρ τον κοίταζε σύξυλος. Το στόμα του είχε στεγνώσει. Η γλώσσα του είχε κολλήσει στον ουρανίσκο και τα αυτιά του βούιζαν. Τα δάχτυλα των άνω και κάτω άκρων μυρμήγκιασαν. Οι αιμορροΐδες του άνοιξαν και το σώβρακο του πλημύρισε με αίμα. Στους νεφρούς του ένοιωσε φοβερές σουβλιές αλλά ευτυχώς δεν είχαν μεγάλη διάρκεια. Παρόλα αυτά, εκείνος κατάφερε να σκάσει ένα αθώο χαμόγελο και με συγκινημένη φωνή είπε.
-Ο πονοκέφαλος μου πέρασε εντελώς.
Ο ειδικός επιστήμονας τον κοίταξε και κουνώντας τα χέρια με νευρικότητα, ίσως χάνοντας και λίγο ένα μέρος της αυτοκυριαρχίας του είπε αυστηρά.
-Άκου να δεις, σου εξήγησα ότι η κατάσταση είναι πάρα πολλή σοβαρή. Μάλλον δεν έχεις συναίσθηση της ευθύνης σου έναντι της ανθρωπότητας. Κατανοώ πλήρως τη δυσκολία της θέσης σου αλλά πρέπει να φερθείς όπως αρμόζει σε ένα υπεύθυνο, ηθικό και αξιοπρεπή άνθρωπο. Αυτές τις ώρες ξεχωρίζουν οι άντρες από τους κουνιστούς. Μήπως είσαι κουνιστός και δεν το ξέρω; Μία ένεση είναι όλη κι όλη και τελειώσαμε. Ούτε πόνο θα νοιώσεις ούτε σπασμούς ούτε τσιμπήματα στη βουβωνική χώρα. Δείξε ότι είσαι άντρας. Θέλεις να εξαπλωθεί η αρρώστια σου και να πάρει ο διάολος όλο τον πλανήτη;

Ο Έκτωρ είχε γίνει κίτρινος σαν λεμόνι. Έβγαλε έξω τη γλώσσα από το στόμα σαν βάτραχος που προσπαθεί να πιάσει ένα κουνούπι. Υποκρινόταν ότι ήθελε να πάρει βαθειά ανάσα αλλά στην ουσία σκοπός του ήταν να κερδίσει λίγο χρόνο. Ήξερε όμως καλά πως δεν είχε περιθώρια για υπεκφυγές. Εισέπνευσε βαθειά απ’ τη μύτη καιαφού ξεφούσκωσε το στήθος βγάζοντας με δύναμη τον αέρα απ’ το στόμα , πήρε ύφος παραίτησης και είπε.
-Αν είναι έτσι ας τελειώνουμε, δε γαμιέται…
Ο ειδικός επιστήμονας, δείχνοντας μία ανεξήγητη βιασύνη, έβγαλε από την ιατρική δερμάτινη τσάντα του μια ένεση, και τη δοκίμασε πατώντας τη ελαφρά. Ελάχιστη ποσότητα κίτρινου υγρού τινάχτηκε από την άκρη της βελόνας. Ο Έκτωρ έκλεισε τα μάτια και άπλωσε το αριστερό του χέρι. Ο Λέκτωρ του κάρφωσε τη βελόνα στη πιο χοντρή φλέβα που βρήκε μπροστά του. Μέτρησε από μέσα του μέχρι το οχτώ. Στο έξι το κεφάλι του Έκτορα έγειρε μπροστά ενώ η γλώσσα του κρεμόταν άψυχη έξω από το στόμα του. Ο Λέκτωρ ενώ έπαιρνε μια βαθειά ανάσα ανακούφισης, η πόρτα πίσω του άνοιξε και μπήκε μία γυναίκα. Τον πλησίασε από πίσω και έφερε τα χέρια της γύρω απ’ τη μέση του. Εκείνος έστριψε το κεφάλι και τη φίλησε γλυκά στο στόμα. Μετά χαμογέλασαν και οι δύο ικανοποιημένοι.

Αν ζούσε ο Έκτωρ θα έβλεπε με μεγάλη θλίψη ότι η γυναίκα που φίλησε τρυφερά τον ειδικό επιστήμονα ήταν η ίδια γυναίκα που έκανε έρωτα το προηγούμενο βράδυ μαζί του.