31.5.10

Τρέχουν τα σάλια μου, γλυκιά μου!




Καλοκαιριάτικη άπνοη νύχτα απόψε,
τα πάθη μου που έχουν πάρει φωτιά,
βίαια με αναγκάζουν να
ξεμυτίσω απ΄ τις σκοτεινές σελίδες ενός
παραμυθιού, που είμαι
χρόνια χωμένος,

επίσης,
πίσω απ' τη σκονισμένη βιτρίνα του
μυαλού μου, στιβάζονται
ανάκατα μεταξύ τους
φαντάσματα, λιμοκοντόροι, τσαρλατάνοι,
ημίθεοι και υπνωτιστές,

επίσης,
στο τέλος του σκοτεινού διαδρόμου
υπάρχει ένα αναμμένο φανάρι
σ' ένα χέρι που τρέμει, από αγωνία
για την έκβαση που νοιώθει πως
πλησιάζει αθόρυβα,

επίσης,
το καθετί κρέμεται πια
από φουστάνια που σιγοψιθυρίζουν,
για μια γυναίκα που καθάριζε,
τις βρώμικες σκάλες ενός ορφανοτροφείου,
χωρίς βρακί και άρωμα πίσω
απ' το αυτί της,

επίσης,
μπροστά μου ο βοριάς, πίσω μου ο νότος,
δεξιά κι αριστερά τεράστιες λίμνες
από σκατούλες, που επιπλέουν περήφανες
για την ύπαρξή τους, σίγουρα
η ελπίδα και ο φόβος θα με οδηγήσουν
αναγκαστικά σ' ένα από τα
τέσσερα σημεία του ορίζοντα,

μαέστρο φιλάρα!
Δε χώνεις τη μπαγκέτα στον κώλο σου
να τελειώσει επιτέλους αυτή η γελοία
παράσταση,
κατάντησε αφόρητα πληκτική...


Από την ποιητική μου συλλογή "Θάνατος: Ένα μπαούλο γεμάτο πεινασμένα σκουλίκια", που απέσπασε με την αξία της και χωρίς οποιοδήποτε μέσον το διεθνές βραβείο BONGO.

26.5.10

Η ρεμίζα



Ο Γιάννης Δαμάσκος άφησε τ’ αμάξι ένα τετράγωνο πιο κάτω από την πολυκατοικία που έμενε. Γύριζε απ’ τη δουλειά και αισθανόταν κουρασμένος. Στο δρόμο που έμενε δύσκολα έβρισκες ρεμίζα, γιατί ήταν ο πιο πολυσύχναστος δρόμος της πόλης. Όταν πρωτοέφτασε στην πόλη, δύο χρόνια πριν, στην αρχή παρκάριζε το αμάξι έξω από μία μικρή παλιά κιτρινωπή μονοκατοικία, όπου ο χώρος έμενε πάντα άδειος. Κάθε φορά που πήγαινε να το πάρει έβρισκε κλαταρισμένο κάποιο λάστιχο, μ’ ένα μεγάλο καρφί στο πλάι του . Στην αρχή νόμισε πως ήταν τυχαίο το γεγονός, αλλά μετά συλλογίστηκε ότι η επανάληψη κάθε άλλο τυχαία μπορεί να χαρακτηριστεί. Του έκανε μεγάλη εντύπωση ότι κανένας δεν άφηνε το αμάξι του εκεί, ενώ γινόταν σκοτωμός σε όλο το δρόμο για μία τρύπα. Ένα απόγευμα παραμόνεψε και βρήκε τι έφταιγε. Το καρφί το κάρφωνε μια γριά που έμενε μόνη της στην κίτρινη παλιά μονοκατοικία. Είχε φαίνεται εξοικειωθεί τόσο πολύ να κάνει αυτή τη δουλειά, που χτυπώντας το με το κάτω μέρος της παντόφλας, τρεις τέσσερις φορές το πολύ, το λάστιχο ξεφούσκωνε σφυρίζοντας αδιάφορα. Ο Γιάννης μόλις το είδε πετάχτηκε σαν αστραπή από το σημείο που ήταν κρυμμένος και έβαλε τις φωνές στη γριά.
-Τι κάνεις εκεί τρελόγρια; φώναξε θυμωμένα.
-Τρυπάω το λάστιχο, είπε ατάραχη η γριά.
-Γιατί; ρώτησε.
-Γιατί εδώ παρκάρει ο γιος μου, είπε με ήρεμη φωνή η γριά.
Έκανε ακόμη δύο βήματα και την πλησίασε. Στάθηκε μπροστά της, η ανάσα της βρώμαγε ούζο. Έδειχνε να είναι στουπί στο μεθύσι. Τα μακριά άσπρα σαν χιόνι αχτένιστα μαλλιά της κάλυπταν τους πεσμένους ώμους της. Το χλωμό ρυτιδιασμένο πρόσωπο της, με τα θαμπά βαθουλωτά μάτια, και το σουφρωμένο άδειο στόμα με τα πετσωμένα ούλα, του θύμισε θάνατο. Τα μάτια της δεν επρόκειτο να τα ξεχάσει ποτέ, έμοιαζαν με ανοιχτό τάφο έτοιμο να τον καταπιεί. Κάτι δεν του άρεσε στο ύφος της. Χωρίς να το θέλει μαλάκωσε.
-Που είναι ο γιος σου κυρά μου; ρώτησε.
-Θα ‘ρθει από στιγμή σε στιγμή, είπε και κοίταξε γύρω της σαν να τον έψαχνε με τα μάτια.
-Και ο γιος σου να ‘ρθει, δεν γνωρίζεις ότι ο δρόμος είναι δημόσιος; τη ρώτησε. Να ψάξει να βρει ρεμίζα όπως κάνουμε όλοι.

Βέβαια, του είχε κάνει εντύπωση ότι όσο καιρό περνούσε από ‘κει δεν είδε πότε κάποιο αυτοκίνητο σταματημένο. Εντελώς ξαφνικά, μια ανθρώπινη σκιά πετάχτηκε σαν βέλος πίσω από ένα δέντρο κατά πάνω του, τον έπιασε με το ένα χέρι από το γιακά και με το άλλο του άστραψε ένα δυνατό χαστούκι, μετά έκανε μεταβολή και εξαφανίστηκε τρέχοντας προς το μέρος απ’ όπου είχε βγει. Ο εγκέφαλος του Γιάννη χόρεψε σαν γυάλινη μπίλια μεσ’ το κεφάλι του. Δεν πρόλαβε να συνέλθει από το σοκ και η γριά ουρλιάζοντας άρπαξε ένα μεγάλο καρφί από την τσέπη της ποδιάς της και του το κάρφωσε στο μπούτι. Ο πόνος ήταν άμεσος και αφόρητος ενώ στιγμιαία ένοιωσε το πόδι του να παραλύει. Τα είχε χαμένα, δεν ήξερε από πού να προφυλαχτεί. Κατάλαβε πως τα πράγματα ήταν εκτός ελέγχου. Η γριά είχε λυσσάξει, το στόμα της είχε γεμίσει αφρούς που έσταζαν στα ρούχα της, δεν το ‘χε σε τίποτα να τον γεμίσει τρύπες. Μία εσωτερική παρότρυνση τον ώθησε να της ρίξει μια μπουνιά και να την ξαπλώσει κάτω, αλλά συγκρατήθηκε επειδή δύο μέρες πριν είχε υποσχεθεί στον εαυτό του να αλλάξει και να γίνει καλός άνθρωπος.

Δίνοντας τόπο στη οργή, αποφάσισε να φύγει. Τράβηξε το καρφί από τη ρόδα, μπήκε στο αυτοκίνητο, έβαλε μπροστά και πάτησε απαλά το γκάζι. Το αυτοκίνητο κύλισε αργά. Η γριά βαδίζοντας με την όπισθεν μπήκε στο σπίτι της κι έκλεισε την πόρτα. Με την άκρη του ματιού του πρόλαβε να τη δει καθώς τραβούσε ελαφρά την κουρτίνα στο παράθυρο που ήταν δίπλα στην εξώπορτα, και να κοιτάζει έξω ανήσυχα και νευρικά. Ο Γιάννης χωρίς να ξέρει το γιατί, δεν ένοιωσε μεγάλο θυμό γι’ αυτή την ηλικιωμένη γυναίκα. Αντίθετα θα έλεγε πως αυτό που ένοιωσε εκείνη τη στιγμή, κάποιοι επιτήδειοι ορθολογιστές θα το ονόμαζαν αδικαιολόγητη συμπόνια.

Την άλλη μέρα ο Γιάννης ξύπνησε γύρω στο μεσημέρι. Καθώς έβγαινε από το διαμέρισμά του να αγοράσει τσιγάρα, γλίστρησε στις σκάλες και βρέθηκε καταγής. Ακούστηκε ένα ξερό κρακ. Με ψυχραιμία υπέθεσε ότι ο κόκκυγάς του θα είχε γίνει θρύψαλα. Ευτυχώς ο ήχος προήλθε από ένα καρύδι που ήταν ξεχασμένο στην κωλότσεπη του παντελονιού του εδώ και κάτι μέρες. Δεν θυμάται πως βρέθηκε εκεί. Μία πόρτα άνοιξε απότομα. Αναγνώρισε τη διαχειρίστρια της πολυκατοικίας. Άκουσε φαίνεται το θόρυβο και πετάχτηκε έξω να δει τι συνέβη. Στη γειτονιά είχε τη φήμη του στριμμένου άντερου και επειδή είχε σκοπό να τη ρωτήσει τι τρέχει με τη γριά , για να την καλοπιάσει έψαξε ενστικτωδώς τις τσέπες του. Βρήκε ένα κουτί με ληγμένες παστίλιες για το λαιμό, μισό ακαθάριστο ξινόμηλο, ένα εμβόλιο ανεμευλογιάς, μία σακοράφα και μία αίτηση ανανέωσης διπλώματος οδήγησης. Της τα έδωσε και τη ρώτησε για τη γριά. Το πρησμένο από τον ύπνο πρόσωπο της διαχειρίστριας πήρε αυθόρμητα μία έκφραση πόνου. Πρότεινε στον Γιάννη να την ακολουθήσει στο διαμέρισμά της για να τα πούνε με την ησυχία τους. Τον οδήγησε στην κουζίνα, καθίσανε, του προσέφερε ένα ποτήρι δροσερό νερό και του εξιστόρησε χωρίς να βιάζεται την ιστορία της γριάς. Μιλούσε ακατάπαυστα για μισή ώρα περίπου και το νόημα που έβγαλε ο Γιάννης ήταν λίγο πολύ το εξής: Η γριά είχε ένα γιο ναυτικό. Εντελώς ξαφνικά σε ένα από τα μακρινά ταξίδια που έκανε, χάθηκαν τα ίχνη του. Δεν ξαναπαρουσίασε σημεία ζωής, έγινε καπνός. Οι υπόλοιποι ναυτικοί του καραβιού γύρισαν στα σπίτια τους και στις οικογένειες τους, όπως τις άλλες φορές. Κανείς τους δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει τι απέγινε ο γιος της γριάς. Το μόνο που δήλωσαν στις αρμόδιες αρχές ήταν ότι ένα πρωί καταμεσής της θάλασσας , διαπίστωσαν την απουσία του. Όσο κι αν έψαξαν στο καράβι δεν τον βρήκαν πουθενά. Το βασικό συμπέρασμα από τις καταθέσεις τους τα λέει όλα: άνοιξε η θάλασσα και τον κατάπιε. Η γριά όταν το έμαθε κλείστηκε στον εαυτό της και δεν μιλούσε σε κανένα. Συνέχιζε να πλένει τα ρούχα του γιου της, να τα απλώνει στη μικρή αυλή της, και να καρφώνει πρόκες στα λάστιχα των αυτοκινήτων που παρκάριζαν μπροστά απ’ το σπίτι της. Έδειχνε σαν να περίμενε το γυρισμό του γιου της. Οι δημόσιες υπηρεσίες που ασχολούνται με αυτού του είδους τα ζητήματα της είπαν ψέματα ότι, το καράβι που ταξίδευε ο γιος της είχε εξαφανιστεί ως δια μαγείας κάπου στα ανοιχτά της Ινδίας και κανείς από το πλήρωμα δεν βρέθηκε ποτέ. Εκείνη δεν το πίστεψε και περίμενε κάθε στιγμή ότι θα εμφανιστεί θα της χτυπήσει την πόρτα. Τα χρόνια περνούσαν και η γριά συνέχιζε το βιολί της. Η ζωής της είχε γίνει κόλαση. Τελειώνοντας την αφήγηση της η διαχειρίστρια είπε κάτι που του έκανε μεγάλη εντύπωση: Μόνο ο θάνατος θα λύτρωνε την κακομοίρα τη γριά.

Ο Γιάννης εκείνο το βράδυ δεν μπορούσε να κλείσει μάτι. Στριφογύριζε στο κρεβάτι, σηκωνόταν να καπνίσει, άδειασε μισό μπουκάλι βότκα, αλλά τίποτα. Το μυαλό του ήταν καρφωμένο στη γριά. Ο πόνος της είχε γίνει και δικός του πόνος. Η δυστυχισμένη της ύπαρξη θα βασανιζόταν μέχρι να αφήσει την τελευταία της πνοή. Τότε πήρε την απόφαση. Σηκώθηκε, ντύθηκε, γέμισε ακόμη ένα ποτήρι με βότκα, το κατέβασε μονορούφι και βγήκε απ’ το διαμέρισμά του. Κατέβηκε τις σκάλες όσο πιο ήσυχα γινόταν και βρέθηκε στο δρόμο. Περπατώντας ζαλισμένος έφθασε έξω από το σπίτι της γριάς. Με ένα λεπτό λαμάκι, μαθημένος από προηγούμενες δουλειές που είχε κάνει στο παρελθόν, άνοιξε εύκολα το μισοχαλασμένο μάνταλο της ετοιμόρροπης πόρτας του σπιτιού της. Την είδε να κοιμάται στη γωνιά του τοίχου πάνω σε ένα στενό κρεβάτι. Το αδύναμο φως του καντηλιού που αναβόσβηνε δίπλα της φώτιζε αμυδρά το χώρο. Την πλησίασε πατώντας στις μύτες των παπουτσιών και βρέθηκε ακριβώς από πάνω της. Οι τρύπες των ματιών της ήταν ορθάνοιχτες. Δίστασε και έκανε να φύγει. Η γριά τινάχτηκε και τον άρπαξε απ’ το μανίκι. Τον τράβηξε προς το μέρος της τόσο πολύ που το πρόσωπό του κόλλησε στο δικό της. Άνοιξε το φαφούτικο στόμα της με τα πετσωμένα ούλα. Η ανάσα της βρώμαγε ούζο. Κάτι ψιθύρισε. Δεν είναι σίγουρος αλλά νομίζει ότι του είπε, σε παρακαλώ. Δεν περίμενε άλλο. Με το ένα χέρι της τράβηξε το κεφάλι προς τα πίσω, ενώ με το άλλο έβγαλε το ξυράφι από την τσέπη του και της έκοψε το λαιμό. Την άφησε να σπαρταράει στο κρεβάτι καθώς εκείνος έμπαινε τρέχοντας στην τουαλέτα. Έσκυψε πάνω απ’ τη λεκάνη και έκανε εμετό. Το μέτωπο του έκαιγε. Έριξε λίγο νερό στη μούρη του, ξέπλυνε το ξυράφι, σκουπίστηκε με μία πετσέτα και βγήκε. Πέρασε βιαστικά δίπλα απ’ το κρεβάτι που ήταν ξαπλωμένη η γριά χωρίς να την κοιτάξει. Άνοιξε τη εξώπορτα, βρέθηκε στο δρόμο και άρχισα να τρέχει σαν κυνηγημένος προς το διαμέρισμά του. Σε λίγα λεπτά ήταν εκεί. Έπιασε το μπουκάλι με τη βότκα και το κατέβασε μονορούφι. Πλάνταξε. Αφού συνήλθε από το βήχα, έκλεισε τα φώτα και χώθηκε με τα ρούχα στο κρεβάτι. Δεν θυμάται σε πόση ώρα τον πήρε ο ύπνος.

Τον ξύπνησε ένα δυνατό χτύπημα στην πόρτα. Άνοιξε τα μάτια με ένα σπασμό στο κορμί. Είχε ξημερώσει και οι αχτίνες του ήλιου που κατάφεραν να περάσουν από μία χαραμάδα που άφηναν οι κουρτίνες, έπεφταν στα μάτια του και τον τύφλωναν. Σηκώθηκε και άνοιξε την πόρτα χωρίς να ρωτήσει ποιος ήταν. Το ύφος του δήλωνε φανερά παραίτηση. Στην πόρτα στεκόταν η διαχειρίστρια, του πρότεινε να πάνε στο χώρο της για καφέ. Ο Γιάννης χωρίς μιλήσει κούνησε το κεφάλι καταφατικά και την ακολούθησε. Αυτή τη φορά τον οδήγησε στο σαλόνι. Τον ρώτησε τι καφέ πίνει και όταν αυτός της είπε, εκείνη κατευθύνθηκε στη κουζίνα αφήνοντας τον να χαζεύει διάφορες φωτογραφίες που υπήρχαν με τάξη πάνω σε ένα παλιό μπουφέ. Η διαχειρίστρια επέστρεψε σε λίγα λεπτά κρατώντας ένα μικρό δίσκο με τους καφέδες. Μόλις αντίκρισε τον Γιάννη άφησε βιαστικά το δίσκο σε ένα τραπεζάκι και έτρεξε κοντά του. Ο Γιάννης βρισκόταν γονατιστός στο πάτωμα. Στα χέρια του κρατούσε μία φωτογραφία. Ολόκληρο το κορμί του παλλόταν ρυθμικά ενώ ένα σιγανό απόκοσμο βουητό έβγαινε απ’ το στόμα του. Μετά από πολύ προσπάθεια κατάφερε να ρωτήσει.
-Ποια είναι αυτή η ηλικιωμένη γυναίκα;
Η διαχειρίστρια ακουμπώντας το χέρι της στοργικά στο κεφάλι του, και με δάκρυα στα μάτια είπε με θλιμμένη φωνή.
-Η μητέρα μου και σ’ ευχαριστώ!
Πριν τελειώσει τη φράση της ο Γιάννης Δαμάσκος είχε πέσει στο πάτωμα λιπόθυμος.

22.5.10

Αρραβωνιάστηκα



Εκεί, δίπλα στο ρείθρο του δρόμου
βρήκα ένα δαχτυλίδι,
ξάπλωσα ανάσκελα και κοίταζα τους
περαστικούς,
ήρθε και στάθηκε πάνω απ’ το
κεφάλι μου,
κόντεψε να με πατήσει,
είδα τα τεράστια πόδια της ,ιλιγγιώδη ύψη,
οι τρίχες που ξεπρόβαλαν
ανάμεσα τους
χρυσή γενειάδα αρχαίου θεού,
σήκωσα το κεφάλι και το έχωσα κάτω
απ’ το φουστάνι,
δάγκωσα με δύναμη ,
ξιαφνιασμένη τινάχτηκε προς τα πάνω κι
έκλασε.

«Ω, συγγνώμη» είπε,
«Δεν πειράζει» είπα, και της
φόρεσα το δαχτυλίδι στο μικρό δάχτυλο.
«Πολύ όμορφο!» είπε.
«Είναι αρραβώνας» είπα.
Φεύγοντας από ‘κει, κατέφθανε
ο σκουπιδιάρης με το καροτσάκι και
τη σκούπα.

Ήταν λοιπόν ζήτημα λίγων
λεπτών.


Από την ποιητική μου συλλογή "Το βαμμένο πουλί"

11.5.10

Η τρύπα του λιονταριού

Ήταν ξημερώματα όταν τα φώτα έσβησαν και έφυγα τελευταίος από το DRAFT. Λίγα βήματα απ΄ την πόρτα στη γωνία του πάρκου και στο πυκνό σκοτάδι της νύχτας ένα δροσερό χέρι μου έπιασε τον καρπό και τον έσφιξε απαλά. Κοντοστάθηκα ξαφνιασμένος. Γύρισα να δω ποιος είναι. Με κοίταζε με ένα παράξενο χαμόγελο ζωγραφισμένο στο πρόσωπό της. Λυπημένο αλλά και χαρούμενο μαζί. Έβγαλε ένα κομμάτι χαρτί από τη μικρή τσάντα που κρατούσε και μου το έδωσε. Τότε θυμήθηκα ότι μερικές ώρες πριν είχα ξεμείνει από ψιλά και ήταν η μόνη που με φιλοδώρησε με μερικές μπύρες. Δίχως αυτήν θα είχα μείνει «στεγνός». Πήρα το χαρτί, έκανα μερικά μέτρα, στάθηκα κάτω από το αμυδρό φως ενός φανοστάτη, και άρχισα να το διαβάζω. Με το που τελείωσα έστρεψα το κεφάλι στο σημείο που την είχα αφήσει. Είχε φύγει.
Έβαλα το χαρτί στην τσέπη του παντελονιού και προχώρησα αργά στο σημείο που είχα αφήσει τη βέσπα. Περνώντας έξω από τη βασιλική του Αγίου Μάρκου μία μελωδία έφθασε στ’ αυτιά μου. Κάτι με έσπρωξε και ανέβηκα τα σκαλοπάτια. Δίπλα στη πόρτα ένα ορθογώνιο πανό ενημέρωνε τον επισκέπτη με μεγάλα καλλιγραφικά γράμματα «Τυχαία συνάντηση τριών βιολιών και δύο τσέμπαλων με θέμα: Άνοιξη». Η πόρτα άνοιξε και μία γυναίκα με ασημένια στολίδια στα μαλλιά με παρότρυνε χαμογελαστή να περάσω. Έστριψα ένα τσιγάρο, μου έδωσε φωτιά, το άναψα και μπήκα. Τη στιγμή που η πόρτα έκλεινε πίσω μου άρχισαν να παίζουν τα πέντε όργανα συγκινημένα από την τυχαία συνάντηση τους. Ο χώρος ήταν ασφυκτικά γεμάτος από πλήθος. Καθιστοί και όρθιοι. Η κυρία για να μην διαταράξει την αυτοσυγκέντρωση των πέντε οργάνων, με οδήγησε πατώντας στις μύτες των ποδιών της σε ένα κάθισμα της πρώτης σειράς, με αποτέλεσμα να νοιώσω ως το τιμώμενο πρόσωπο της μουσικής βραδιάς. Η μαέστρος νοιώθοντας την παρουσία μου, πίσω της, και συνεχίζοντας να κουνά το ραβδί της στον αέρα για να μη χαθεί ο ειρμός της μουσικής αλληλουχίας, γύρισε και μου χαμογέλασε καλοσυνάτα. Της ανταπέδωσα το χαμόγελο. Μετά με πήρε ένας γλυκός ύπνος. Ξύπνησα από τα συγκρατημένα χειροκροτήματα του εκστασιασμένου πλήθους. Η γυναίκα που μου είχε ανοίξει την πόρτα, ανέβηκε στο βήμα, σήκωσε ελαφρώς τα χέρια της και το μουσικόφιλο πλήθος σταμάτησε απότομα να χειροκροτεί. Με κοίταξε και με ευγενική φωνή, αφού με παρουσίασε στο κόσμο, με παρακάλεσε να ανέβω δίπλα της και να χαιρετήσω βγάζοντας ένα λόγο στην πολιτιστική εκδήλωση. Για μία στιγμή δίστασα. Μετά θυμήθηκα το χαρτί με το κείμενο που είχα στην τσέπη μου, κάτι που με ενθάρρυνε. Ανέβηκα στη σκηνή νωχελικά, όπως κάνουν όλοι οι διάσημοι. Έβγαλα το χαρτί που μου έδωσε το κορίτσι έξω από το DRAFT, και άρχισα να διαβάζω δυνατά τον τίτλο του κειμένου: Η τρύπα του λιονταριού.

Ακολουθεί το ακριβές αντίγραφο του κειμένου που διάβασα ……

Η φωτισμένη προβλήτα μου δημιουργεί πάντα ένα δέος και ένα αίσθημα ελευθερίας έτσι όπως απλώνεται μέσα θάλασσα κατακτητικά για περισσότερο από ένα χιλιόμετρο. Τη διασχίζω πάντα με ένα ευχάριστο συναίσθημα το οποίο οφείλεται μάλλον στη συνενοχή, προς τις σκέψεις και τις πράξεις μου, που δείχνουν τα πορτοκαλί φώτα, παραταγμένα σαν φλεγόμενοι θάμνοι κατά μήκος της παραλίας. Πολλές φορές έχω γυρίσει να ακουμπήσω επάνω τους για να δω αν είναι ριζωμένα και πού είναι, τελικά, φυτεμένα. Διάφοροι μπεκρήδες και πλανόδιοι πωλητές συνηθίζουν να κάνουν ακολασίες επάνω τους, ωστόσο για μένα αποτελούν πραγματικά προσκυνητάρια.

Ο Τζέρι ο διανοούμενος ένα ατυχές πλάσμα, κακομοιριασμένο και μαδημένο σαν αλεπού κυνηγημένη από Άγγλους αριστοκράτες, μου έχει διηγηθεί ότι στην προβλήτα αυτή στεκόταν τα παλιά χρόνια ένα πέτρινο λιοντάρι το οποίο είχαν θεμελιώσει Βενετοί καραβοκύρηδες. Μετά, λέει ο Τζέρι, όταν βαρέθηκαν τον τόπο το ξήλωσαν και το πήραν μαζί τους και οι ντόπιοι φτιάξανε ένα ίδιο που με τα χρόνια όμως και με τις ακολασίες των περαστικών δεν βλεπότανε. Κι έτσι όταν το γκρεμίσανε πήρανε διάφοροι τα κομμάτια του και τα έβαλαν στα παρτέρια τους για διακόσμηση. Όμως όταν έπαιρνε αέρας ακουγόταν ένας βρυχηθμός και μη αντέχοντας το φόβο πήρανε ξανά τα κομμάτια και τα πέταξαν στη θάλασσα. Ο Τζέρι λέει ότι τα καλοκαίρια όταν έχει πανσέληνο μπορείς να το δεις ολόκληρο στον πάτο της θάλασσας. Όχι ακριβώς ολόκληρο γιατί έχει μια τρύπα κάπου στο θώρακα επειδή το μάρμαρο διαβρώθηκε από τις ακολασίες, όπως σας είπα. Πάντως εγώ δεν έχω καμιά όρεξη τα βραδάκια του καλοκαιριού να κυνηγάω φαντάσματα στον πάτο της θάλασσας, όταν τα κορίτσια γύρω μου κουνιούνται έτοιμες για όλα.

Τον τελευταίο καιρό έχω αρχίσει να διαπιστώνω κάποια προβλήματα κόπωσης, προφανώς οφειλόμενα στην ηλικία. Ένα βράδυ μάλιστα που είχε λίγο ψυχρούλα την ώρα που έβηξα ένιωσα έναν σφάχτη στα πλευρά. Στιγμιαία μού πέρασε από το μυαλό ότι ανακατεύτηκαν τα παΐδια μου και ψιλοπανικοβλήθηκα, αλλά σε λίγα λεπτά συνήλθα και συνέχισα το βραδινό κυνήγι μου. Ξοπίσω μου ακολουθούσαν όλα τα λιγούρια μπας και βρουν καμιά γκομενίτσα, κι αυτοί, από εκείνες που με ορέγονται καθημερινά. Κατά τα ξημερώματα είδα από μακριά να έρχεται, καμαρωτή, μια άγνωστη. Η περίπτωση μου κίνησε το ενδιαφέρον παρόλο που τα πονάκια στην πλάτη εξακολουθούσαν. Κοντοστάθηκα όταν με πλησίασε, το ίδιο έκανε κι αυτή και τα λιγούρια οπισθοχώρησαν. Αφήνοντας το σημάδι της, ακουμπισμένη σε ένα από τα φωτεινά προσκυνητάρια, με κοίταξε, με χάιδεψε για την ακρίβεια με τα μάτια της και πήγε κι έκατσε στην άκρη της προβλήτας κοιτώντας τον βυθό. Γύρισα να κοιτάξω τον ουρανό κι εκείνη τη στιγμή διαπίστωσα ότι μια πανσέληνος έπαιρνε το δρόμο του ύπνου.

Ζω πολλά χρόνια μοναχικά αν και πολλές φορές έχω σκεφτεί πως θα μπορούσα να έχω ένα όμορφο σπίτι και οικογένεια. Μια δυο φορές έκανα προσπάθεια αλλά η απόδραση ήταν εκ προτέρων μέσα στο κεφάλι μου. Γνώριζα πολύ καλά πως όταν έβγαινα έξω δεν υπήρχε αρσενικό που να μην με κοιτάζει με δέος και θηλυκό που να μην με ονειρεύεται. Έτσι αποφάσισα να περνώ τη ζωή μου τριγυρνώντας κυρίως τις νύχτες αρχηγός και εραστής κι όσο για δουλειά ούτε συζήτηση. Εξάλλου πάει πακέτο με την οικογένεια. Αυτή τη φορά όμως θες η σουβλιά στα παΐδια, θες η τύπισσα κάτι κουνήθηκε μέσα μου. Την επόμενη νύχτα εκείνη δεν φάνηκε. Ασφαλώς δεν μπορούσα να περιμένω το επόμενο φεγγάρι. Περνώντας από το σημείο που στεκόταν χθες με πήρε το άρωμά της. Έκανα μια παύση και οργάνωσα το σχέδιο. Μετά από λίγη ώρα τη βρήκα να κάθεται σε μια καρέκλα στο μεγάλο μαγαζί του λιμανιού. Με είδε κι εκείνη αλλά έκανε ότι δεν με γνώριζε. Στην αρχή τουλάχιστον γιατί όταν την πλησίασα αίφνης γίναμε ένα.

Η ιστορία συνεχίστηκε με τον ίδιο ρυθμό. Ακολουθώντας το άρωμά της βρισκόμασταν όταν οι ρεμπεσκέδες με άφηναν ήσυχο. Εδώ που τα λέμε, και μεταξύ μας, δεν ήταν μόνο οι ρεμπεσκέδες αλλά και οι άλλες «ανησυχίες» που όσο και να το κάνεις ομορφαίνουν τη ζωή. Μια νύχτα όμως με φεγγάρι που ολόκληρη η προβλήτα ήταν σκεπασμένη από τη μυρωδιά της εκείνη δεν σηκώθηκε όταν με είδε. Ή για να σας δώσω να καταλάβετε σηκώθηκε και απομακρύνθηκε! Το κολιέ της λαμπίριζε στο φως που βγάζουν η νύχτα και η μέρα μαζί, και η θλίψη ήταν ζωγραφισμένη στα βήματά της. Οπισθοχωρώντας ακούμπησα στο γνωστό δικό μας σημείο και τη στιγμή που έστρεψε το κεφάλι της να με αποχαιρετίσει σηκώνοντας το αριστερό μου πόδι άφησα το δικό μου σημάδι επάνω στο δικό της. Ήρθε και στάθηκε δίπλα μου και βαδίζοντας κόντρα στον ήλιο που σηκωνόταν γερά, πια, ακούσαμε δυο μπεκρήδες να μουρμουρίζουν:
-Ρε μαλάκα, πού τη βρήκε τέτοια σένια γκόμενα και με λουρί, στα γεράματα ο Ρεξ; Και μετά σου λένε…σκυλίσια ζωή.
-Δεν ξέρω τι μου λες εσύ.. εγώ από το μεθύσι μου βλέπω το λιοντάρι ολόκληρο και καθαρό να στέκεται απέναντί μας…


Στην επόμενη συνάντησή μας θα σας περιγράψω τι ακολούθησε στη Βασιλική του Αγίου Μάρκου μετά το τέλος της ανάγνωσης …Καλή νύχτα!

6.5.10

Τριαντάφυλλο ανάμεσα στα δόντια




Ο μεγαλόσωμος κόκκινος αδέσποτος σκύλος σηκώθηκε όρθιος στα πισινά του πόδια, ακούμπησε τα μπροστινά στο πρεβάζι του παραθύρου και κοίταξε με τα μεγάλα στρογγυλά μάτια του στο εσωτερικό της χαμηλής παλιάς, ενός δωματίου, μονοκατοικίας. Αυτό που αντίκρισε του τράβηξε το ενδιαφέρον και για να μην γίνει αντιληπτός τράβηξε λίγο προς τα κάτω το κεφάλι.

Μέσα στο δωμάτιο, εκτός από ένα μονόκλινο ξέστρωτο ράντζο που στεκόταν ακουμπισμένο στον τοίχο, υπήρχε ένα παλιό ψυγείο, ένας νεροχύτης, ένα μεσαίου μεγέθους καθίκι, ένας μικρός καθρέπτης κρεμασμένος στον τοίχο, μία τηλεόραση και ένα στρογγυλό τραπέζι ακριβώς στη μέση του χώρου. Γύρω από το στρογγυλό τραπέζι καθόταν τρεις γέροι και μία κουφή γριά. Όλοι κρατούσαν στο αριστερό χέρι από ένα ρεπάνι και στο δεξί ένα ποτήρι. Σε κάθε δαγκωνιά που έριχναν στο ζαρζαβατικό, έπιναν χωρίς να τσουγκρίζουν τα ποτήρια τους μία γουλιά κρασί, εκτός από τη γριά που έπινε μηλόξυδο. Η γριά που και που ρουφούσε τόσο δυνατά τη μύτη της που τρανταζόταν ολόκληρο το κορμί της. Το περιεχόμενο το έφτυνε στο πάτωμα, ανάμεσα στα πόδια της.

Ήταν ήδη προχωρημένο απόβραδο και αυτοί καθισμένοι από το πρωί γύρω από το στρογγυλό τραπέζι χωρίς να έχουν ανταλλάξει την παραμικρή λέξη, είχαν τα γουρλωμένα μάτια τους καρφωμένα στην τηλεόραση που βρισκόταν ακριβώς απέναντι τους. Περίμεναν με μεγάλη αγωνία την στιγμή που θα έβγαινε ο πρωθυπουργός της εύπλαστης πλειοψηφίας να αναγγείλει τα νέα οικονομικά μέτρα που ήταν αναπόφευκτα για την δημοσιονομική αποτελμάτωση της χώρας. Και οι τέσσερεις ένοιωθαν δυσβάσταχτες ενοχές, θεωρούσαν τους εαυτούς τους ως κύριους υπεύθυνους για το τέλμα που βρέθηκε η χώρα τους. Γέμισαν πάλι τα ποτήρια και τα κατέβασαν μονορούφι, δάγκωσαν ένα κομμάτι ρεπάνι, έσυραν όλοι μαζί τις καρέκλες πιο κοντά στο τραπέζι και συνέχιζαν να κοιτούν απερίσπαστοι τον τηλεοπτικό δέκτη. Ο πιο γέρος απ’ όλους κοίταξε το ρολόι και μία ανησυχία ζωγραφίστηκε αυθόρμητα ανάμεσα στα φρύδια του. Οι άλλοι δεν του έδωσαν σημασία συνεχίζοντας να κατεβάζουν το κρασί τους.

Πρώτος μίλησε ο πιο καραφλός γέρος.
-Ο πατέρας μου κάθε πρωί πριν φύγει για δουλειά διάβαζε ένα μικρό απόσπασμα από τις αλλόκοτες ιστορίες του Μιλίου. Νόμιζε πως με αυτό τον τρόπο αποκτούσε υπερφυσικές δυνάμεις, ώστε να μπορέσει να αντεπεξέλθει επαρκώς στις δυσκολίες της ημέρας, που τον περίμεναν στην εξόρυξη λιγνίτη όπου εργαζόταν. Εξ’ άλλου έπρεπε να περπατήσει με την αξίνα στην πλάτη πέντε χιλιόμετρα ως το νταμάρι. Τα είχε καταφέρει περίφημα έως ότου ένα πρωί καθώς βημάτιζε βιαστικά καθυστερημένος για τη δουλειά, σκόνταψε και η σιδερένια μύτη της αξίνας με τη δύναμη της απότομης πτώσης, καρφώθηκε στην πλάτη του ξεπροβάλλοντας από το στήθος. Έμεινε στον τόπο. Πάντως δεν έχουμε παράπονο από την εργοδοσία του, όχι μόνο μας έστειλε συλλυπητήριο τηλεγράφημα, αλλά μας κατέβαλε την αποζημίωση μισής αργίας, ενώ στην κηδεία παρέστησαν με τα σχολιανά τους ρούχα, ο δεύτερος τη τάξη επιστάτης μαζί με άλλους δύο υψηλόβαθμους εργάτες. Νοιώσαμε πολύ περήφανοι εκείνες τις δυσβάσταχτες ώρες. Η συγκίνηση ήταν διάχυτη και ειλικρινής στα πρόσωπα όλων των μελών της οικογένειας. Πραγματικά αξέχαστες στιγμές!

Δεύτερος μίλησε ο λιγότερο καραφλός γέρος.
-Ο πατέρας μου κάθε πρωί πριν φύγει για τη δουλειά ανέβαινε στην ταράτσα και έπινε τον καφέ του, βλέποντας τον ήλιο να ανατέλλει. Δεν ήταν ιδιαίτερα ρομαντικός, απλά κάπου είχε ακούσει ότι οι πρώτες πρωινές αχτίνες του ήλιου εκπέμπουν θεραπευτικές ιδιότητες για τα αρθριτικά. Πράγματι ποτέ δεν παραπονέθηκε για πόνους στις κλειδώσεις, στα αυχενικά ή να έχει τριξίματα στις μασέλες. Ποτέ! Πέθανε όταν ένα πρωί βγαίνοντας στην ταράτσα ζαλίστηκε, έπεσε στο κενό και έσκασε κάτω στον δρόμο. Ήταν πολύ τυχερός γιατί εκείνη την ώρα περνούσε τυχαία ένας παπάς γιατί πριν αφήσει την τελευταία του πνοή, πρόλαβε να τον εξομολογήσει, να τον ευλογήσει, και να του δώσει άφεση αμαρτιών. Αναμφισβήτητα σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις φαίνεται το μεγαλείο και η μεγαλοψυχία Εκείνου. Πώς βρέθηκε από το πουθενά εκείνη τη στιγμή ο παπάς; Το επιμελήθηκε Εκείνος. Άρα, επρόκειτο για θαύμα! Πώς να μην πιστεύει στον μεγαλοδύναμο μετά κανείς;

Τρίτος μίλησε ο γέρος που είχε μία μικρή καλοχτενισμένη τούφα λευκών μαλλιών στη δεξιά πλευρά του κεφαλιού του. Φαινόταν απ’ όλους ο πιο σοβαρός.
-Ο πατέρας μου κάθε πρωί πριν φύγει για τη δουλειά συνήθιζε να κάνει έρωτα με τη κυρά του. Θεωρούσε ότι όταν μετά αποδείξεως αποδίδει σωστά το ορμονικό σύστημα, δουλεύει καλά ολόκληρος ο οργανισμός, ψυχή τε σώματι. Ένα πρωί κάτι απρόοπτο τού απέσπασε την προσοχή, ξέχασε να ελέγξει τις ορμόνες του και το απόγευμα μάς τον έφεραν πεθαμένο τυλιγμένο σε ένα λευκό σεντόνι. Ο υπάλληλος από την Επιθεώρηση Εργασίας που διερεύνησε το εργατικό ατύχημα μας ανέφερε με πόνο ψυχής, ότι δεν λειτούργησαν τα αντανακλαστικά του όπως θα περίμενε κανείς. Έτσι αντί να βιδώσει μία λάμπα σε ένα ντουί, έχωσε μέσα το δάχτυλό του και το ρεύμα τον τίναξε τρία μέτρα μακριά κάνοντάς τον κάρβουνο. Ο ιατροδικαστής αποφάνθηκε ότι εάν είχε ακολουθήσει τη γνωστή σε όλους καθημερινή πρωινή συνήθειά του θα ήταν ακόμη ζωντανός. Κρίμα γιατί ήταν καλός άνθρωπος, συνεπής στις οικογενειακές και κοινωνικές του υποχρεώσεις. Τι να πει κανείς; Άτυχη στιγμή; Προβοκάτσια της εργοδοσίας; Τρέχα γύρευε, άκρη δεν βγάζεις…

Η κουφή γριά σαν να ξύπνησε από λήθαργο ρώτησε με πολύ δυνατή φωνή.
-Για τι πράγμα μιλάτε; Για την επικείμενη εξαγγελία του πρωθυπουργού της εύπλαστης πλειοψηφίας;
Δεν της απάντησε κανείς. Δάγκωσαν ένα κομμάτι ρεπάνι και κατέβασαν μία δυνατή γουλιά κρασί εκτός από τη γριά που κατέβασε μία γουλιά μηλόξυδο.
-Σιωπή! φώναξε ξαφνικά με στεντόρεια φωνή που τράνταξε το δωμάτιο ο πιο καραφλός γέρος. Βγαίνει στην τηλεόραση ο πρωθυπουργός της εύπλαστης πλειοψηφίας. Τσιμουδιά!

Πραγματικά στην οθόνη εμφανίστηκε ένας τύπος ψηλός, με σφιγμένα χείλια, σοβαρό ύφος και εμφανώς βουρκωμένος. Στάθηκε μπροστά από ένα μικρόφωνο, έξυσε αμήχανα το μάγουλό του. Φαινόταν λίγο διστακτικός, κοίταξε προς την κάμερα, έξυσε το μέτωπό του αυτή τη φορά και μισάνοιξε το στόμα του για να εκστομίσει αυτά που τον πρόσταζε το καθήκον να πει για το καλό της πατρίδας. Η εικόνα που παρουσίαζε έπειθε και τον πιο αδαή πως είχε πλήρη συναίσθηση των ευθυνών του. Όμως, πριν αρθρώσει ακόμη την πρώτη λέξη το ύφος του άλλαξε άρδην. Το πρόσωπό του πήρε μία σκληρή έκφραση, οι σάρκες στα μάγουλά του τραβήχτηκαν προς τα αυτιά καθώς το βλέμμα του άρχισε να εκτοξεύει οπτικούς μύδρους κατά παντός υπευθύνου. Οι τέσσερεις ηλικιωμένοι άθελά τους ανατρίχιασαν. Μήπως θεωρούσε τους ίδιους αποκλειστικά υπεύθυνους της τρομερής αυτής εθνικής τραγωδίας; Έκαναν οι τέσσερεις θεατές ταυτόχρονα την ίδια βασανιστική σκέψη. Ανακάθισαν νευρικά στις καρέκλες τους και κοίταξαν με μάτια έτοιμα να πεταχτούν από τις κόχες τους τον τηλεοπτικό δέκτη. Κατάλαβαν πως η ετυμηγορία που θα τους απεύθυνε ο πρωθυπουργός της εύπλαστης πλειοψηφίας ήταν, πια, προ των πυλών. Από κάπου ακούστηκε ένα τρίξιμο. Κοίταξαν δειλά ο ένας τον άλλο και διαπίστωσαν πως το τρίξιμο προήλθε από τα κόκκαλα της γριάς. Ανατρίχιασαν πάλι και ξαναγύρισαν τα μαδημένα κεφάλια τους στην οθόνη της τηλεόρασης.

Ο πρωθυπουργός της εύπλαστης πλειοψηφίας βάζοντας το χέρι μπροστά από το στόμα του, έβηξε με λεπτότητα καθαρίζοντας το λαρύγγι του, κοίταξε μία αριστερά, μία δεξιά, ευθυγράμμισε το κεφάλι του προς την κάμερα και άρχισε να αρθρώνει την πρώτη του λέξη. Από το σημείο αυτό και μετά, αυτά που επακολούθησαν εκτυλίχθησαν κυριολεκτικά με κινηματογραφική ταχύτητα. Με το που άρχισε να μιλάει, η γριά ρούφηξε τόσο πολύ δυνατά τη μύτη της που κόντεψε να πνιγεί. Τελικά κατάφερε να ξεκολλήσει αυτό που είχε φρακάρει στο λαιμό της και να το φτύσει με ανεξέλεγκτη δύναμη στο πάτωμα, σχηματίζοντας κάτι που έμοιαζε με αυγό μελάτο. Προσπάθησε να το σκουπίσει με το πόδι της αλλά για κακή της τύχη το συμβάν είχε γίνει ήδη αντιληπτό.

Ο πρωθυπουργός της εύπλαστης πλειοψηφίας βλέποντας την κίνησή της, με μία φοβερή κραυγή πετάχτηκε σαν τρελός μέσα από την τηλεόραση και την έπιασε απ’ το λαιμό. Το γκρίζο ρυτιδιασμένο πρόσωπο της γριάς πυρακτώθηκε. Ο τελευταίος αέρας που είχε εγκλωβιστεί στους πνεύμονες της, απέδρασε ο μισός σφυρίζοντας από τα ρουθούνια της, ενώ ο υπόλοιπος με ήχο παραπονιάρικης τρομπέτας από τον κοκκαλιάρικο πισινό της, δίνοντας την εντύπωση τρυπημένης σαμπρέλας που ξεφουσκώνει από δύο σημεία εκτόνωσης βιαίως δημιουργημένα. Ο φέρων στις πλάτες του τις ευθύνες ενός ολόκληρου έθνους της έσφιγγε το λαιμό όλο και πιο δυνατά. Τα χέρια του έμοιαζαν με δαγκάνες φτιαγμένες από μαντέμι. Τα μάτια της γριάς είχαν πεταχτεί σχεδόν ολόκληρα έξω από τις τρύπες τους.

Ήταν πλέον θέμα δευτερολέπτων να παραδώσει το κουρασμένο από τα χρόνια πνεύμα της στον βαρκάρη που θα το μετέφερε στον άλλο κόσμο. Οι γέροι άρχισαν να κλαίνε με λυγμούς φωνάζοντας ο ένας στον άλλο βοήθεια. Προσπάθησαν να αποσπάσουν τη γριά από τα χέρια του αφηνιασμένου πρωθυπουργού της εύπλαστης πλειοψηφίας αλλά η προσπάθειά τους απέβη άκαρπη. Απογοητεύτηκαν και ξανακάθισαν στις καρέκλες. Χοντρά δάκρυα ανάβλυζαν από τα γέρικα μάτια τους που καθώς κυλούσαν σαν ρυάκια μέσα στις βαθιές ρυτίδες τους, έπεφταν σαν καταρράκτες στο πάτωμα. Ο επικεφαλής της κυβερνητικής αγέλης γύρισε και τους κοίταξε σαν δάσκαλος που ετοιμάζεται να υποβάλει στους μαθητές του την πιο αυστηρή ποινή που του επιτρέπει ο νοσηρός απηρχαιωμένος εκπαιδευτικός κανονισμός. Οι γέροι φοβήθηκαν τόσο πολύ που άρχισαν να χειροκροτούν με ψεύτικο ενθουσιασμό. Εν τω μεταξύ η γριά ήταν στα τελευταία της. Η στεγνή γλώσσα της είχε πεταχτεί και κρεμόταν άψυχη απ’ το στόμα της. Το μίσος και η μανία είχαν τυφλώσει τόσο πολύ τον πρωθυπουργό της εύπλαστης πλειοψηφίας που για να την αποτελειώσει, άφησε το λαιμό της, την άρπαξε από το σβέρκο και τα πόδια, την σήκωσε ψηλά στον αέρα, και άρχισε να την χτυπάει λυσσασμένα στο πάτωμα. Η γριά άρχισε να απλώνεται σαν χταπόδι. Ένας ρόγχος ακούστηκε να βγαίνει από το στόμα της.

Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε από κάπου ένα απειλητικό γρύλισμα. Οι γέροι σταμάτησαν να χειροκροτούν. Παραξενεμένοι κοίταξαν γύρω. Προτού προλάβουν να καταλάβουν από πού προήλθε, ακούστηκε ένα φοβερό ουρλιαχτό. Σείστηκε συθέμελα το σύμπαν. Τα τζάμια του παράθυρου έσπασαν και μία κόκκινη βολίδα εισέβαλε μέσα. Όρμησε μουγκρίζοντας κατά πάνω τους, τους προσπέρασε και άρπαξε με τα σιδερένια σαγόνια του τον πρωθυπουργό της εύπλαστης πλειοψηφίας απ’ τον σβέρκο. Τον σήκωσε σαν πούπουλο στον αέρα, τον ξετίναξε σαν σκονισμένο ρούχο και τον πέταξε με δύναμη στον τοίχο. Εκείνος, σαν μεθυσμένο αεροπλάνο προσγειώθηκε άγαρμπα, ουρλιάζοντας με κραυγές πληγωμένου ζώου ξαπλωμένος στο πάτωμα.

Ο κόκκινος σκύλος πήγε και στάθηκε από πάνω του απειλητικός. Κόλλησε το ανοιχτό στόμα του με τα γεμάτα σάλια δόντια στο πρόσωπο του τρομοκρατημένου εκπροσώπου της εύπλαστης πλειοψηφίας. Η καυτή ανάσα του σκύλου τού έκαιγε σαν αυγουστιάτικος λίβας το πρόσωπο. Έμεινε ακίνητος. Μετά ανασηκώθηκε δειλά δειλά και γονατίζοντας σε στάση προσευχής άρχισε κλαίγοντας να εκλιπαρεί. Ο σκύλος μαλάκωσε, τον λυπήθηκε, τον σιχάθηκε. Έκανε ένα βήμα πίσω, κοντοστάθηκε, κάτι σκέφθηκε, τον ξαναπλησίασε από το πλάι σήκωσε το πίσω πόδι και τον κατούρησε στη μούρη. Αφού στράγγιξε εντελώς την κύστη του, γύρισε, πήρε φόρα και πηδώντας πέρασε μέσα από το παράθυρο. Πήρε πάλι τη στάση που είχε και πρώτα και συνέχιζε να κοιτάζει μέσα. Ένα χαμόγελο ικανοποίησης σχηματίστηκε στο φαρδύ του στόμα.

Οι τρεις γέροι αφού συνήλθαν από το σοκ που τους προκάλεσε το γεγονός, σηκώθηκαν άρπαξαν με θάρρος τον πρωθυπουργό της εύπλαστης πλειοψηφίας, τον πέταξαν σαν άδειο τσουβάλι μέσα στην οθόνη της τηλεόρασης, έβγαλαν το καλώδιο από την πρίζα και τη γύρισαν να κοιτάζει προς τον τοίχο. Τώρα πια το κουτί δεν τους χρησίμευε σε τίποτα. Η γριά άρχισε σιγά σιγά να κουνάει πάλι. Σε λίγα λεπτά αφού σηκώθηκε όρθια, προχώρησε αργά και κάθισε στην καρέκλα της. Ίσιωσε τα μαλλιά της που είχαν ανακατευθεί και κοίταξε μειδιάζοντας τους τρεις γέρους, της χαμογέλασαν και αυτοί με συμπάθεια. Όλοι μαζί άρπαξαν με το ένα χέρι τα ρεπάνια που είχαν μείνει πάνω στο τραπέζι και με το άλλο χούφτωσαν τα ποτήρια με το κρασί και το μηλόξυδο. Αφού έριξαν μια γερή δαγκωνιά στα ζαρζαβατικά, τσούγκρισαν στον αέρα με ενθουσιασμό τα ποτήρια και τα κατέβασαν μονορούφι. Γύρισαν και κοίταξαν προς το παράθυρο. Ο κόκκινος σκύλος ήταν ακόμα εκεί.