30.6.10

Μπιτς πάρτυ




(Σκηνικό) Ανάμεσα σε κάτι ψηλά δέντρα, σε ένα ξέφωτο, γίνεται μέσες άκρες ο παρακάτω διάλογος.
………………………………………………………………………………………………
ΟΙΔΙΠΟΥΣ: Ιοκάστη, αγαπημένη μου γυναίκα,
γιατί μ’ έκραξες όξω εδώ απ’ το σπίτι;
ΙΟΚΑΣΤΗ: Άκου το γέρο αυτόν, κι ύστερα κοίτα
του θεού οι σεβαστοί χρησμοί πως βγαίνουν.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ : Αυτός ποιος είναι, και τι νέα φέρνει;
ΙΟΚΑΣΤΗ : Με μήνυμα απ’ την Κόρινθο ήρθε, ο Χάρος
τον πατέρα σου Πόλυβο πως πήρε.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ : Τι, ξένε; Πες το κι ο ίδιος να τ’ ακούσω.
ΑΓΓΕΛΟΣ : Σαν πρέπει ν’ αρχινήσω απ’ αυτό, μάθε
πως πήρε το στρατί του κάτω κόσμου.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ : Πώς; Πήγε από φονιά χέρι, ή απ’ αρρώστια;
ΑΓΓΕΛΟΣ : Γέρικο σώμα άχνα αλαφρή σωριάζει.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ : Έσβησε ο άμοιρος, φαίνεται, απ’ αρρώστια.
ΑΓΓΕΛΟΣ : Ναι, μα κι απ’ τα βαριά τα γερατειά του.
ΙΟΚΑΣΤΗ : Δε σ’ τα ‘λεγα όλα αυτά εγώ, καιρό τώρα;
ΟΙΔΙΠΟΥΣ : Τα ‘λεγες, ναι, μα με πλάνευε ο φόβος.
ΙΟΚΑΣΤΗ : Μη βαραίνεις μ’ αυτά πια την καρδιά σου.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ : Πώς να μην τρέμω της μάνας την κοίτη;
ΙΟΚΑΣΤΗ : Γιατί ο θνητός να φοβάται, που η τύχη
τον κυβερνά, όχι η μάταιη πρόβλεψή του;
Κάλλιο άσκοπα να ζει κανείς, ως μπορεί, καθένας….

(ακολουθεί εικαστική παρέμβαση εκ του άνωθεν )

… πριν προλάβει να τελειώσει τη φράση της η Ιοκάστη ακούγεται να έρχεται από ψηλά ήχος ελικοπτέρου. Οι τραγικές φιγούρες σηκώνουν το ξαφνιασμένο βλέμμα τους και αντικρίζουν ένα ελικόπτερο να αιωρείται πάνω από τα κεφάλια τους. Η Ιοκάστη προσπαθεί να προφυλαχτεί από το δυνατό ρεύμα αέρα που προκαλεί ο έλικας του ιπτάμενου αντικειμένου και με τα χέρια σπρώχνει προς τα κάτω το φόρεμά της για να μη φανούν τα γυμνά της πόδια.
Απ’ το ελικόπτερο μία ανεμόσκαλα πέφτει και αρχίζει να κατεβαίνει ένα φραμπαλάς τύπος με κόκκινη βερμούδα και μία ντουντούκα στο χέρι. Σταματάει στη μέση της σκάλας, βάζει την άκρη της ντουντούκας στο στόμα του και λέει.
- Ει, αφήστε τα τώρα αυτά, δεν πρόκειται να βγάλετε άκρη. Ανεβείτε στο ελικόπτερο. Έχει μπιτς πάρτυ στον Τσούτσουρο. Ένας ένας όμως , γιατί η σκαλωσιά δε σηκώνει παραπάνω.
Όλοι τα ‘χουν χαμένα. Πρώτος μιλάει ο Οιδίπους που φαίνεται ο πιο θαρραλέος απ’ όλους.
- Να 'ρθει μαζί και ο Χορός;
-Αμέ, όλοι οι καλοί χωράνε εδώ, απαντάει ο τύπος με την κόκκινη βερμούδα και τη ντουντούκα.
Η Ιοκάστη ρωτάει διστακτικά.
-Επειδή ακούω πρώτη φορά περί μπιτς πάρτυ, τι ακριβώς είναι;
Ο τύπος με τη βερμούδα της πετάει μία παγωμένη μπιρίτσα, η Ιοκάστη την αρπάζει στον αέρα, κατεβάζει μία δυνατή γουλιά και το πρόσωπό της φωτίζεται από ικανοποίηση.
-Και γαμώ τα υγρά, φύγαμε!! Δίνει το σύνθημα προς τους άλλους και γραπώνει την άκρη της ανεμόσκαλας.
Την ακολουθούν οι υπόλοιποι.
Όταν ανεβαίνουν όλοι, ο τύπος με την κόκκινη βερμούδα και τη ντουντούκα τραβάει τη ανεμοσκαλωσιά, το ελικόπτερο γκαζώνει και αναρριχάται στα ουράνια.
Σε λίγες ώρες οι τραγικές αυτές φιγούρες, με μερικές παγωμένες μπιρίτσες θα ξεχάσουν το ζήτημα που τους βασάνιζε. Έτσι είναι η ζωή.

(Βέβαια, μέσα στο ελικόπτερο ακολούθησε πικάντικος διάλογος μεταξύ του τύπου με τη βερμούδα και την Ιοκάστη αλλά δεν θα τον αποκαλύψω γιατί μπορεί να θεωρηθεί μικροαστικός και ανούσιος για τους κουλτουρόμαγκες. Πάντως απέδωκε αποτέλεσμα).

23.6.10

Καλημέρα σκύλε

Παχυδερμία

Ποτέ μου δε συνάντησα γυναίκα που να με κάνει
να νιώσω άσχημα επειδή γεννήθηκα άντρας
Παρακαλώ πολύ να μην το θεωρήσετε αυτό σαν κολακεία



Άλφα στερητικό

Τα πόδια –όλοι οι δάσκαλοι της Φυσικής το ξέρουνε καλά-
Είναι τα πρώτα που ανοίγουμε
Ενώ τα χέρια, υπάρχουνε κυρίες ευγενείς
Που (εδώ και κάμποσο καιρό) τα θεωρούνε άχρηστα
Και, μα την πίστη μου, θαρρώ πως έχουν δίκιο.


Αυτό, από άποψη κοινωνική και οικονομική,
Πάει να πει πως καταργούνται δαχτυλίδια και βραχιόλια
Τα τατουάζ στο μπράτσο
Τα νάυλον εσώρουχα και τα νιου-λουκ φορέματα.


Και θα ΄πρεπε να θεσπιστεί
Με απόφαση του Δήμου
Η χρήση του κορμού-γυναίκας για τους άπορους.


Θα πρέπει

Θα πρέπει, δυστυχώς, να το παραδεχτούμε
Πως οι ωραίες γυμνές γυναίκες δεν συμπίπτουνε
Με τις ωραίες ντυμένες
Υπάρχουν εξαιρέσεις φυσικά
Και πρώτη απ΄ όλες η γυναίκα μου.
Καθώς και η δικιά σας
Ας είστε σεις που γράψατε ετούτες τις γραμμές
Όμως δεν το πιστεύω, είμαι απολύτως βέβαιος
Ότι δεν λέτε την αλήθεια.


Καλημέρα σκύλε

Βλέπω στο δρόμο ένα σκυλί
Του λέω: καλημέρα σκύλε;
Φαντάζεστε ποτέ να μ΄ απαντούσε;
Όχι; Ε, να λοιπόν που ωστόσο μ΄ απαντάει
Αν και γι΄ αυτό βεβαίως εσείς δε δίνετε πεντάρα

Έτσι ότι βλέπω γύρω μου ανθρώπους
Να προσπερνάνε τα σκυλιά χωρίς καν ένα βλέμμα
Νιώθω βαθιά ντροπή για τους γονιούς
Γιατί μια τόσο φοβερή ανατροφή
Προϋποθέτει τρεις γενιές –δεν υπερβάλλω διόλου!-
Σύφιλη κληρονομική
Όμως προσθέτω
-Μη τυχόν και ταραχτεί κανένας-
Όταν τα πιο πολλά σκυλιά συνήθως δε μιλάνε.



Με γεμάτα χέρια

Στους αθώους
Αν κάποιος σας ρωτούσε παθιασμένα
Η αθωότητα είν΄ αρετή;
Εγώ, δε θα απαντούσα.
Θα έβρισκα μια υπεκφυγή
Θα έλεγα: «Διαβάσατε Σεζάν;».

Σε άλλους δεν περνάει απ΄ το μυαλό
Να πούνε ψέματα και απαντούν «Δεν ξέρω!».
Κανένας δεν μπορεί να τους πιέσει.


Μα, φυσικά, η αθωότητα δεν είναι αρετή.
Η θειά μου ήταν στολισμένη με αρετές.
Τις έχει ακόμα. Και είναι γριά.

Οι Έλληνες ήταν κι αυτοί ενάρετοι
Μα οι Έλληνες δεν ήταν αθώοι
Σκοτώσαν, λόγου χάρη, τον Σωκράτη.
Βέβαια είναι δύσκολο να κρίνουμε

Δεν ήμασταν παρόντες.
Πάντως το ασφαλέστερο, σε τέτοιες περιπτώσεις
Είναι να μην αποκριθείς
Να βρεις μια υπεκφυγή…

Αν πάλι δεν σου βρίσκεται καμιά
Στο κάτω-κάτω της γραφής, μπορείς να αυτοκτονήσεις.






ΜΠΟΡΙΣ ΒΙΑΝ

(10 Μαρτίου 1920 - 23 Ιουνίου 1959)

μτφ. Α. Φωστιέρης και Θ. Νιάρχος






19.6.10

Tζόγος


Άπλωσα τα τραπουλόχαρτα στο τραπέζι

οι φιγούρες χαμογελούσαν συνωμοτικά

κρυφοκοιτάζοντας η μία την άλλη

κρατώντας τα σκήπτρα τους.

Αδιάφοροι κοκκινόμαυροι, οι αριθμοί

έπαιζαν ένα ατέλειωτο παιχνίδι συνδυασμών

έχοντας την πεποίθηση της αιωνιότητας.

Την ώρα που συνειδητοποιούσα το λόγο

της σιγουριάς τους, την απουσία του μηδενός,

εκείνος ο μπαγάσας ο βαλές άπλωσε το χέρι του

σαν να ήθελε να μοιράσει και όχι να μοιραστεί.

Ακόμη νιώθω το άγγιγμά του στο χέρι μου

κι ας το έχω γαντοφορεμένο.





10.6.10

Στο ίδιο τραπέζι





Σε κοιτούσα στα στενά σοκάκια
χωρίς ρολόι.
Ήταν την ώρα που πίναμε καφέ
στο ίδιο τραπέζι.
Τη στιγμή που ακούμπησα το χέρι σου
χωρίς να κοιτάξω γύρω.

Δεν ξέρω τι ήταν πιο όμορφο.
Εσύ ή ο ελεύθερος ουρανός
που κατέγραφε τη ζωή μας.

Σε κοιτούσα τη νύχτα να χορεύεις
περπατώντας.
Ήταν την ώρα που γελούσαμε
ακουμπισμένοι δίπλα.
Τη στιγμή που χάιδευες το μέτωπό μου
να διώξεις τις ρυτίδες.

Δεν ξέρω τι ήταν πιο ελεύθερο.
Εσύ ή το βλέμμα των ανθρώπων
που φωνάζει: είμαστε εδώ.

Σε κοιτούσα να κινείσαι στις λεωφόρους
με την ταχύτητα που αγαπάς.
Ήταν την ώρα που ταξιδεύαμε
με μια ford του ΄78.
Τη στιγμή που η θάλασσα έστελνε αλμύρα
να γυρίσει τα νιάτα μας.

Δεν ξέρω τι ήταν πιο όμορφο.
Εσύ ή το όνειρο που εξελισσόταν
μαζί σου.

Τελικά δεν έχω κοιτάξει τίποτα
πριν από σένα.

Τελικά δεν ξέρω τίποτα
παρεκτός εσένα.

Όταν ξεφυλλίζεις το μέλλον
υπάρχει ακόμα ελπίδα.

5.6.10

Τσιμεντένιος Ουρανός





Είμαι ένας γέρικος κοκαλιάρης σκύλος
που φοβάται την ίδια του τη σκιά, μέχρι που

σε κάποια πόλη του αιώνιου νότου,
μία γυναίκα μου είπε πως τυφλωνόταν
σταδιακά,
την άρπαξα απ’ το μανίκι και την οδήγησα
απέναντι,
αντί για ευχαριστώ, γύρισε και μ’ έφτυσε
στο πρόσωπο,
μετά, έβγαλε ένα μεταξένιο μαντήλι
και μου ‘δωσε να σκουπιστώ,
«ξεκουμπίσου τώρα» ψιθύρισε, και
μ’ έσπρωξε ελαφρώς βίαια, τι

παράξενος κόσμος, σκέφθηκα, καθώς
κοιτούσα κάποια που περνούσε
ξυστά μου, είχε ένα
πελώριο τσιγκελωτό μουστάκι από γιαούρτι, φορούσε
ένα λουλουδάτο νυχτικό,
το θέαμα φαινόταν αρκετά σοβαρό,
τουλάχιστο είχε κατακόκκινα χείλη, κι αυτό
με καθησύχασε κάπως, όταν

ένα μικρό τηλεκατευθυνόμενο αυτοκινητάκι
ξέφυγε απ’ ένα παιδικό χέρι,
κύλησε αθόρυβα και μπερδεύτηκε
στα πόδια μου, σκόνταψα κι έπεσα κάτω,
σκόνταψε κι έπεσε και η σκιά μου, όταν
την είδα κατάχαμα,
γέλασα δυνατά, πολύ δυνατά,
γέλασα τρανταχτά,

είμαι ένας γέρικος κοκαλιάρης σκύλος
που δεν φοβάται πλέον τη σκιά του,
με ξεφορτώθηκε…