5.9.10

Ε,ε,έρχεται....


Στις 25 του Σεπτέμβρη δίνει συναυλία στην Αθήνα ο Ozzy Osbourne.

Θα  παραβρεθώ για δύο βασικούς λόγους :

Ο ένας είναι επειδή θεωρώ τον Ozzy  ως υπαίτιο της σύλληψης μου ( είχε προηγηθεί ένα αυτοσχέδιο μεθυστικό παρτάκι την τελευταία ώρα της γυμναστικής) από τους τιραμόλες εκείνης της εποχής, καθώς προσπαθούσα να ευνουχίσω  με ένα σουγιαδάκι τον Τέρη Μπενυτζέλο μετά το πέρας μιας ακόμη αποτυχημένης σχολικής μέρας. Η εν λόγω ενέργεια μου προκάλεσε την μήνιν  των περαστικών  οι οποίοι στην προσπάθεια τους να με απομακρύνουν από το  χώρο, άσκησαν ακόμη και  βία για να  αποτρέψουν τον ευνουχισμό του ιστορικού ήρωα  (ένας απ’ αυτούς με χτύπησε με μίσος στον δεξιό κολικό βόθρο, με αποτέλεσμα το σημείο εκείνο του σώματος να μελανιάσει άσχημα)… Αφού πέρασα μερικές  ώρες πίσω από το σίδερο, αφέθηκα ελεύθερος μετά  από  παρέμβαση και τη χορηγία  εγγυήσεων,  για τη μη επανάληψη παρομοίου ενέργειας, του γέρου μου.
Ένα παράπονο που έχω από εκείνο το συμβάν, είναι ότι  δεν μου αναγνωρίστηκε ως ελαφρυντικό το γεγονός ότι κρατούσα κάτω απ’ τη μασχάλη μου ένα λευκό περιστέρι με μία κόκκινη κορδέλα στο λαιμό. Αντιθέτως μάλιστα, θεωρήθηκε ακραία υπονομευτική ενέργεια από τους αρμόδιους φορείς. Έλεος κι ας είναι και σπορέλαιος!

Ο δεύτερος λόγος, και ο κυριότερος, είναι ότι μία σκοτεινή νύχτα κάτω από τις εκστασιασμένες  παλινδρομικές  φωνητικές χορδές του Ozzy, χάρισα  εντελώς άδολα σε μια  Ινδιάνα που καθόταν σ’ ένα ξύλινο σκαμνί  ακριβώς δίπλα μου, το καλύτερο και πιο όμορφο ασημένιο σκαλιστό βραχιόλι  που έχει  στολίσει  ποτέ τον λεπτεπίλεπτο  καρπό μου, όταν συναντήθηκαν τυχαία τα βλέμματά μας  στον μπαρουτοκαπνισμένο χώρο, της από κάθε άποψη, υπόγειας βαρβατοσπηλιάς που λεγόταν «Καλημέρα» (τώρα που το σκέφτομαι μεγαλύτερη επιτυχία θα είχε η υπόγα αν της έδιναν το όνομα «άντε, καληνύχτα»). Όπως γίνεται σε τέτοιες περιπτώσεις, το ξημέρωμα μας βρήκε παντρεμένους  και το δείλι χωριστά. Έτσι  είναι όμως αυτά, περασμένα ξεχασμένα.


Περισσότερες λεπτομέρειες ΕΔΩ

1.9.10

Το αντίο ενός λέτσου



Τι κι αν ταξίδεψα σε μέρη απόμακρα ,
τι κι αν μάζευα με κόπο κάθε φορά
τη διαμελισμένη ψυχή μου  να γυρίσω
πίσω, στην μοιραία
ρουφήχτρα του πεπρωμένου μου ,
τι κι αν άφηνα πίσω ένα αχνό  ίχνος,
σαν στάμπα
για να  θυμίζει το πέρασμα   μου,
εκείνο ,όμως, που βαθειά αυλάκωσε
τα εσώψυχα  μου , ήταν
το γλυκό  χαμόγελο της πρώτης στιγμής,
 το πικρό χαμόγελο του αποχωρισμού ,
το παραπονιάρικο  υγρό βλέμμα,
πίσω από το θαμπό
με τα θλιμμένα  χνώτα
τζάμι,
να με κοιτάζει να βυθίζομαι,  αργά αργά  ,
και να χάνομαι στη  γαλάζια φορεσιά
της  νύχτας,
ήξερε  ότι δεν θα γύριζα  πίσω ,
-ποτέ δεν γυρίζω πίσω-
κι έκανε μία γαμημένη παγωνιά,
…που ο σταθμός της AMTRAK
έμοιαζε με τροπική χάρτινη
παραλία.