27.12.10

Μελαγχολικό λουλούδι

Ένα πρωινό μιας ηλιόλουστης  μέρας , παραμονές Χριστουγέννων του 19…., ο Νώε Ντελίριος  , ένας  μακροκάνης  μεσήλικας  , φορώντας ένα τριμμένο καφετί  σώβρακο   κάθισε νωχελικά στο κατώφλι του σπιτιού του  να λιάσει  τα γυμνά κοκκαλιάρικα  κανιά του. Μπροστά του απλώνονταν  μια απεριποίητη - περιφραγμένη με χαμηλό μαντρότοιχο - μικρή  αυλή,   που καλυπτόταν  σχεδόν ολόκληρη   από κιτρινοπράσινο ατημέλητο γρασίδι δεύτερης διαλογής. Ο Νώε Ντελίριος  κατέβαζε γερές θορυβώδεις γουλιές  ζεστής σοκολάτας ανακατεμένης με  μία δαχτυλήθρα  ρούμι Ron Zacapa Centenario . Με νοσταλγικό βλέμμα παρακολουθούσε  ένα μικρό σύννεφο που περνούσε αργόσυρτα   πάνω απ’ το κεφάλι του. Ξάφνου  σκέφτηκε κάτι , και σαν να τον τσίμπησε   σκορπιός , τινάχτηκε όρθιος , τέντωσε τα χέρια προς τα κάτω και με φωσκωμένες τις φλέβες στο λαιμό αναστέναξε δυνατά  και είπε : «Γαμώ την πουτάνα μου  , ας γίνει  ένα θαύμα επιτέλους !». Πριν  τελειώσει τη φράση του, από  δεξιά του ακούστηκε  ένα διαπεραστικό  σύριγμα, σαν μπουσούλισμα  κάμπιας σε κόψη ξυραφιού , και την επόμενη στιγμή ο Νώε μεταμορφώθηκε  σε ένα  λευκό κύβο ζάχαρης  , στο μέγεθος μιας  αχυρόμπαλας , που αστραποβολούσε  κάτω από το  φως του  ήλιου.

Μερικοί αδέσποτοι σκύλοι  που έτυχε να περνούν  εκείνη την ώρα από κει , με το που  μπάνισαν το τεράστιο ζαχαρωτό , πεινασμένοι όπως ήταν , δεν το σκέφτηκαν δεύτερη φορά και χύμηξαν  πάνω απ’ τον φράχτη . Με τις  τραχιές σαν γυαλόχαρτο γλώσσες τους άρχισαν να γλύφουν λαίμαργα , ώσπου  ο κύβος της ζάχαρης λειωμένος  κατέληξε στα άδεια στομάχια τους. Πριν προλάβουν να ρευτούν , η κοιλιά τους  φούσκωσε σαν σαμπρέλα , άρχισε να τρίζει και να νοιώθουν  ενοχλητικές ξινίλες , ενώ δύσοσμα   αέρια με συνοδεία δυνατών κρότων που έβγαιναν  ακατάπαυστα από τους πισινούς τους , δημιούργησαν  μία  αποπνικτική  ατμόσφαιρα . Καταϊδρωμένοι από το ζόρι ,   έτρεξαν τρεκλίζοντας  σε μια γωνιά της αυλής  όπου το χώμα φαινόταν πιο αφράτο  και μουγκρίζοντας παραπονιάρικα ανακουφίστηκαν. Μετά εμφανώς ξαλαφρωμένοι, χωρίς να κοιτάξουν πίσω τους έφυγαν με  θλιμμένες μουσούδες   προς άγνωστη κατεύθυνση.  Δεν τους ξαναείδε  κανείς. Το ίδιο βράδυ, παρά τις αντίθετες προβλέψεις της τοπικής μετεωρολογικής υπηρεσίας  ,   έβρεξε με το τουλούμι.

Δεν πέρασαν πολλές  μέρες ,  και στο σημείο όπου είχαν κοπρίσει οι αδέσποτοι σκύλοι  φύτρωσε ένα μελανόμορφο  μελαγχολικό  λουλούδι  . Είχε  λεπτό  δύσκαμπτο κορμό  που καλυπτόταν  εξ’ ολοκλήρου με μικρές λεπτές ίνες ,  σαν τρίχες.  Αντί για φύλλα  είχε ένα  μάτι , ένα στόμα , κι ένα ρουθούνι. Από το μάτι έτρεχε κάθε λίγο και λιγάκι ένα δάκρυ , το ρουθούνι ήταν φραγμένο  από ένα μικρό ψόφιο κιτρινωπό σκαθάρι κι από το στόμα έβγαινε ένας  ακαθόριστος   μακρόσυρτος ελκυστικός ψίθυρος . Εκείνη την  μέρα , λίγο μετά το μεσημέρι πέρναγε έξω από την αυλή μία χειλαρού , κοντοστούπα , αφράτη  , με μεγάλα   αυτιά σαν λαγάνες , κρεμασμένα φουσκωτά μάγουλα και χωρίς πηγούνι , η κυρά Αμέρσα η γεροντοκόρη, που ήταν στα νιάτα της  -όπως φημολογούταν -  μεγάλη μπεκροκανάτα. Τα μεγάλα σαν δαμάσκηνα  μάτια της  γυάλισαν μόλις  κοζάρισαν το λουλούδι. Μία σκέψη – που δεν είμαι  σε θέση να την γνωρίζω - πέρασε σαν αστραπή απ’ το μυαλό της , και αφού λοξοκοίταξε προσεχτικά γύρω της για να βεβαιωθεί ότι δεν την κοιτάζει κανείς ,  σκίζοντας τον αέρα σαν βέλος ,σάλταρε  σβέλτα πάνω απ’ τον μαντρότοιχο και σκυφτή έφτασε λαχανιασμένη  πάνω από το λουλούδι. Είχε ήδη απλώσει το χέρι της και ήταν έτοιμη να το  ξεπατώσει ,   όταν σαστισμένη  από την θέα που αντίκρισε,  κοκκάλωσε. Ξεπερνώντας το  σοκ της πρώτης στιγμής  , περίεργη όπως ήταν,  έσκυψε ακόμα πιο πολύ, τράβηξε το τσεμπέρι προς τα πίσω  και κόλλησε το αυτί της στο στόμα του λουλουδιού για να ξεκαθαρίσει τι ακριβώς ψιθύριζε  . Αυτό που άκουσε θα πρέπει να την επηρέασε πάρα πολύ ,  γιατί παρά την ηλικία και τα παχάκια  της,  τινάχτηκε προς τα πάνω με τέτοια δύναμη , που τα παπούτσια της έμειναν ορφανά από πόδια  στο χώμα . Όταν δε προσγειώθηκε ξανά στη γη ξυπόλυτη πλέον  , άρχισε να βγάζει σπαραχτικές κραυγές , να στηθοδέρνεται   και να τρέχει αλλοπρόσαλλα  πέρα δώθε στην αυλή σαν τρελή , χτυπώντας το κεφάλι της σε όποιο εμπόδιο συναντούσε μπροστά της    και σχίζοντας με τα νύχια  την  χιλιομπαλωμένη ρόμπα που φορούσε,   μέχρι που έμεινε με το μισοφόρι.
 
Οι γείτονες που άκουσαν τις κραυγές της, ξεπρόβαλαν από τα παράθυρα των σπιτιών τους ,  την κοιτούσαν απορημένοι   και κουνούσαν τα κεφάλια τους πάνω κάτω με οίκτο ,  μέχρι που πόνεσε ο σβέρκος τους  και σταμάτησαν να τα κουνάνε. Ένας ηλικιωμένος που φορούσε  ρομπ ντε σαμπρ , τακτοποίησε επιδέξια το τεχνητό  κατωμάσελο του και   τηλεφώνησε δήθεν σε ένα φιλικό του πρόσωπο . Δεν πέρασε λίγη ώρα  και ένα πράσινο μικρό κλειστό φορτηγό στρίβοντας την γωνία κατέφθασε κορνάροντας  , με τη σειρήνα του να ουρλιάζει  δαιμονισμένα. Σταμάτησε φρενάροντας απότομα έξω από την αυλή του  σπιτιού ,  κάτω από τις έντονες ζητωκραυγές   και το ζωηρό χειροκρότημα των πονόψυχων γειτόνων.  Οι πόρτες του άνοιξαν αστραπιαία,  και έξω πετάχτηκαν  με φόρα  δύο σωματώδεις τύποι  με τραβηγμένα τα χαρακτηριστικά  στα πρόσωπα τους που φορούσαν λευκές  φαρδιές πουκαμίσες και κιτρινωπές λαστιχένιες γαλότσες χωρίς τακούνι  ,  με μία φαρδιά κάθετη κόκκινη γραμμή στο πλάι . Με νευρικές επαγγελματικές    κινήσεις έσπασαν με  μία σπρωξιά την ξύλινη αυλόπορτα, άρπαξαν  την κυρά Αμέρσα  παραμάσχαλα και αφού τη έφεραν δύο τούμπες  στον αέρα  προφανώς για να τη ζαλίσουν , την κουβάλησαν βιαστικά και την πέταξαν  με δύναμη στο πίσω μέρος του φορτηγού κλείνοντας με πάταγο την πόρτα πίσω της. Ένας ξερός ήχος σαν σφυριά ακούστηκε μέσα απ’ το όχημα, ένα κόκκαλο ακούστηκε να σπάει  και τις κραυγές της κυράς  Αμέρσας τις διαδέχτηκε ένα πνιχτό κοφτό βογγητό ιδιαίτερα ανατριχιαστικό στο ασυνήθιστο  κοινό αυτί.  Με το που επιβιβάστηκαν και οι ίδιοι  , το φορτηγό μάρσαρε με δύναμη ,  ανέπτυξε ιλιγγιώδη  ταχύτητα και χάθηκε στρίβοντας στη γωνία απ’ όπου είχε έρθει αφήνοντας πίσω του ένα πυκνό γκρίζο σύννεφο  αιθαλομίχλης . Την κυρά Αμέρσα σίγουρα την πήγαν κάπου.

Επειδή ήταν μόνη και έρημη  στον κόσμο  δεν την αναζήτησε κανείς. Τα ίχνη της απορροφήθηκαν  και έσβησαν  στην κεντρομόλο δίνη  του χρόνου. Όσο για το μελαγχολικό  λουλούδι , ούτε γι’ αυτό δεν έγινε γνωστό  τι απόγινε. Εκείνο  που δεν σηκώνει καμία αμφιβολία  και μπορεί να το διαπιστώσει οποιοσδήποτε , είναι ότι στη θέση του σπιτιού του Νώε  υπάρχει τώρα  μία πολυτελής πολυκατοικία με ευρύχωρο υπόγειο παρκινγκ . Για το μοναδικό πράγμα που κάπου κάπου  διαμαρτύρονται οι ένοικοι,   είναι ότι ένας ευχάριστος μελωδικός  ψίθυρος  έρχεται και χώνεται στα αυτιά τους  απαλά σαν δροσερή ανάσα,  χωρίς   όμως να μπορούν να προσδιορίσουν από πού. Οι πιο επιτήδειοι απ’ αυτούς – αν και δεν παίρνουν όρκο - το ερμηνεύουν  σαν ένα φυσιολογικό σύμπτωμα  που οφείλεται στους ιλιγγιώδεις  ρυθμούς που χαρακτηρίζουν τον σύγχρονο τρόπο ζωής .



Πεντέξι  μέρες πριν, συμπλήρωσα 50 χρόνια ζωής , γι’ αυτό ας μου επιτραπεί να αφιερώσω τα τραγουδάκια του βίντεο στο κιτάπι των βιωματικών αναμνήσεων μου. Έτσι για την τιμή των όπλων που λένε.