29.12.11

Περιστατικό



                                                                        Σκέφθηκα
                                                             να τη σβήσω με κρασί,
                                                                       δεν πέτυχε,
                                                          μετά, προσπάθησα με νερό,
                                                                         απέτυχε,
                                                          έριξα  μία χούφτα στάχτη,
                                                                      έβηξε λίγο ,
                                                                      μα  τίποτα,
                                                     τότε με ένα κλικ προς τ’ αριστερά
                                                           έσβησα εντελώς τη φωτιά ,
                                                           φόρεσα το πανωφόρι μου 
                                                                  άνοιξα την πόρτα ,
                                                                  κι έφυγα  ήσυχος .

18.12.11

Στη μνήμη μου



Άνοιξα την πόρτα και μπήκα στο σπίτι. Φορούσα το θαλασσί μου σακάκι απομεινάρι ενός παλιού κουστουμιού που είχα αγοράσει κάποτε, για να παραστώ με αξιοπρεπή εμφάνιση   στον γάμο μιας γλυκιάς κοπέλας και  καλής  φίλης ενός   καλού φίλου μου. Έκλεισα απαλά πίσω μου την πόρτα και έσυρα τα βήματα μου μέχρι το τέλος του μικρού χολ. Στα χέρια μου κρατούσα δυο καινούργια λευκά κορδόνια . Ένα στο κάθε χέρι. Έσκυψα και μάζεψα τ’ άσπρα παπούτσια που ήταν πεταμένα σε μια γωνιά και αφού έκατσα σε μια ψάθινη καρέκλα , ψηλάφισα με τα δάχτυλα τις τρύπες τους. Οι τρύπες ήταν ακόμη στη θέση τους , όλες.  Ξαφνικά ,και καθώς  περνούσα τα λευκά κορδόνια  μέσα από τις τρύπες   των παπουτσιών δύο παράλληλες σκέψεις πέρασαν σαν αστραπή απ’ το μυαλό μου . Η μία ότι  σήμερα έκλεισα  λίγο παραπάνω από μισό αιώνα  ζωής , και η άλλη για  κάποια θανάσιμη φυσική καταστροφή που έπληξε μια χώρα της νοτιοανατολικής Ασίας με αποτέλεσμα να αφήσει πίσω της  χιλιάδες νεκρούς ανθρώπους και ισάριθμους  άστεγους. Το πρόσωπο μου έγινε μεμιάς μελιτζανί. Πέταξα πέρα τα παπούτσια και τα κορδόνια , έστριψα δυο τσιγάρα , τα ‘χωσα στα ρουθούνια μου και ξάπλωσα ανάσκελα στο πάτωμα. Τράβηξα  βαθειά  εισπνοή από τα ρινικά κανάλια και άφησα τον καπνό να βγει αργά, από το στόμα. Παρακολούθησα μια γαλάζια τολύπη να ανεβαίνει αργά και να απλώνεται σαν τυφλή ομίχλη στο ταβάνι.

Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε ένα κοφτό , νευρικό χτύπημα στην εξώπορτα.  Ανασήκωσα λίγο το κεφάλι και ρώτησα.
-Ποιος;
Μίλησε μια λαχανιασμένη ,γλυκιά, νεανική , γυναικεία φωνή.
-Κύριε Γιώργο , είμαι η Βιολέτα , από δίπλα. Σε παρακαλώ πολύ επειδή θα πεταχτώ για λίγο στον τέταρτο να κάνω παρέα  στον Δημήτρη που είναι συναχωμένος , βάλε λίγο γάλα στο πιατάκι της γάτας , γιατί αν γυρίσει ξαφνικά ο άντρας μου και την δει πεινασμένη ,θα με σπάσει στο ξύλο.
-Μην ανησυχείς Βιολέτα , θα το τακτοποιήσω το θέμα με τη γατούλα , εσύ με την ησυχία σου .
Άκουσα τα βήματα της να απομακρύνονται βιαστικά στις σκάλες.
-Επιτέλους , και μία  γυναίκα που ξέρει τι θέλει, σκέφθηκα .

Τράβηξα  μία ακόμη βαθειά  εισπνοή από τα ρινικά κανάλια και άφησα τον καπνό να βγει αργά, από το στόμα. Παρακολούθησα τη γαλάζια τολύπη να ανεβαίνει αργά προς τα πάνω. Έκλεισα τα μάτια . Μετά κοιμήθηκα βαθειά . Δεν θυμάμαι αν ξύπνησα.

Στη μνήμη μου .


6.11.11

«Τέλος χρόνου!» φώναξε κάποιος.



Δύο ηλικιωμένοι άνθρωποι , μια γυναίκα κι ένας άντρας , κάθονταν στον ήλιο και παρακολουθούσαν με μεγάλο ενδιαφέρον  ένα σκύλο που κυνηγούσε με μανία μια κατσίκα. Ο γέρος χαμογελώντας πονηρά  κάτω από το παχύ λευκό μουστάκι του είπε : «Βάζω στοίχημα πως θέλει να την πηδήσει». Η γριά στρέφοντας  έκπληκτη το κεφάλι της προς τον γέρο εμφανώς ενοχλημένη του είπε : «Γέρο, τι ‘ναι αυτά που λες; Είναι ποτέ δυνατόν ένας σκύλος να πηδήσει μια κατσίκα;» Ο γέρος με το ίδιο πονηρό ύφος « Ένας καλός και σβέλτος σκύλος μπορεί να κάνει τα πάντα . Ακόμη να πηδήσει και κατσίκα , γιατί όχι ;» είπε και άπλωσε το χέρι του χουφτώνοντας δυνατά  το γόνατο της γριάς. Η γριά νοιώθοντας το σφίξιμο στο γόνατο , ένοιωσε να σφίγγεται και η καρδιά της. Με κόπο άνοιξε το στόμα της και είπε με βραχνή φωνή :«Ας δούμε τη συνέχεια, τότε» και έστρεψε το κεφάλι της προς το μέρος των δύο ζώων. Ο σκύλος λαχανιασμένος πια , συνέχιζε να κυνηγά σαν λυσσασμένος την κατσίκα . Η κατσίκα , τινάζοντας τα πισινά πόδια κάθε τόσο στον αέρα έτρεχε ακανόνιστα σαν παλαβή εδώ και κει . Το στόμα του σκύλου είχε γεμίσει με πηχτά σάλια που έσταζαν στη γη και ξεδίψαγαν τις διψασμένες από τη ζέστη μύγες. Η κατσίκα ιδρωμένη και λαχανιασμένη και αυτή , άρχισε από την κούραση να παραπατά , μέχρι που εξαντλημένη πήγε και στάθηκε  πάνω σε μια μεγάλη κοτρώνα βελάζοντας με άγρια βραχνή φωνή . Ο σκύλος με την γλώσσα του να κρέμεται έξω απ’ το στόμα , σταμάτησε να την κυνηγά και φανερά εξουθενωμένος  , κάθισε στα δυο πισινά του πόδια και την κοιτούσε με μια λαχτάρα στα μάτια. Οι γρήγορες και μεγάλες ανάσες του ανάγκαζαν το στήθος του να ανεβοκατεβαίνει σαν κάθετο εκκρεμές ασταμάτητα. Μετά έβγαλε ένα δυνατό και τρομερό ουρλιαχτό , έγειρε απότομα το κορμί του στο χώμα, άφησε μία δυνατή κλανιά που σήκωσε πίσω του σκόνη και ψόφησε. Η κατσίκα παίρνοντας μια βαθειά ανάσα κατέβηκε από την κοτρώνα , τον πλησίασε αργά με δειλά και αβέβαια βήματα , σταμάτησε  από πάνω του και βάλθηκε να τον κοιτάζει από την κορφή μέχρι τα νύχια με αδιευκρίνιστο βλέμμα . Ξαφνικά από το ανοιχτό στόμα του σκύλου πετάχτηκε απρόβλεπτα μια λευκή πεταλουδίτσα , που , αφού διέγραψε ένα άτσαλο κύκλο στον αέρα πήγε και χώθηκε στο αυτί της πετρωμένης από την μεγάλη έκπληξη κατσίκας. Δεν πέρασαν πολλές στιγμές και η κατσίκα άρχισε οδύρεται . Φαινόταν τόσο απελπισμένη ώστε άρχισε να χτυπάει το κεφάλι της με μανία στο χώμα. Το κεφάλι της δεν άντεξε στα δυνατά χτυπήματα , άνοιξε στα δύο και χύθηκαν τα μυαλά της έξω. Φυσικά ψόφησε και αυτή.

Ο πιλότος ενός  μαχητικού αεροσκάφους  που πετούσε εκείνη την ώρα από πάνω , παρατήρησε τα δυο ζώα που κείτονταν άψυχα , κάτι είπε στον ασύρματο και συνέχισε απερίσπαστα την πορεία του προς τον νότο, ήταν ολοφάνερο ότι είχε αναλάβει να εκπληρώσει κάποια αποστολή που δεν έπρεπε να μείνει πίσω. Τέλος πάντων.  

Εν τω μεταξύ , η γριά και ο γέρος από την μεγάλη έκπληξη που τους προκάλεσε η απρόβλεπτη τροπή που είχαν πάρει τα πράγματα έδειχναν παγωμένοι  με το στόμα ανοιχτό . Πότε κοιτούσε ο ένας τον άλλο και πότε κοιτούσαν και οι δυο μαζί προς το μέρος που βρίσκονταν τα άψυχα σώματα των ζώων. Τελικά , η γριά με μεγάλη προσπάθεια κατάφερε να ψελλίσει κάτι : «Τι ήταν αυτό γέρο; Απίστευτο!». Ο γέρος γύρισε και την κοίταξε με ύφος λες και ήθελε να τη μαλώσει. «Καλά, δεν ντρέπεσαι καθόλου; Τι είναι αυτό που είδες και σου φάνηκε απίστευτο; Όλα είχαν μία  απολύτως φυσιολογική κατάληξη». Η γριά εξαγριωμένη  από την προκλητική στάση του γέρου , τινάχτηκε πάνω και του έριξε με όλη τη δύναμη που είχε ένα χαστούκι. Ο γέρος που δεν περίμενε κάτι τέτοιο απογειώθηκε από τη θέση του και έπεσε με φόρα πάνω σε ένα βουνό από πέτρες που ήταν στοιβαγμένες  με μεράκι πιο πέρα. Ακούστηκε ένας υπόκωφος ήχος σαν το σπάσιμο κλούβιου αβγού. Από το στόμα του γέρου έτρεξε λίγο αίμα .Μερικές σταγόνες καθώς έσταξαν λέρωσαν το λευκό πουκάμισο του λίγο πιο κάτω απ’ το γιακά. Η γριά αφήνοντας μια τρομερή κραυγή έτρεξε σοκαρισμένη προς το μέρος του . Έπεσε στα γόνατα , εκεί δίπλα του , και με τα χέρια έχωσε στην  αγκαλιά της το τσακισμένο κεφάλι του γέρου. Κρατώντας το κεφάλι με το ένα χέρι , ελευθέρωσε το άλλο για να πιάσει τη μαγκούρα της που κρεμόταν ακόμη από την τσέπη της ποδιά της. Η γριά είχε περιέλθει σε τέτοια κατάσταση αμόκ, που άρχισε να χτυπάει με την σκληρή μαγκούρα το μαλακό κεφάλι της , μέχρι που λιποθύμησε. Μερικοί ισχυρίζονται ότι από τα χτυπήματα που κατάφερε στον εαυτό της , πέθανε. Κανείς , όμως, δεν είναι σίγουρος τι απέγινε η γριά.  Οι μαρτυρίες διίστανται ακόμη και σήμερα.

Το σίγουρο είναι ότι ο πιλότος του  μαχητικού αεροσκάφους  που επέστρεφε  εκείνη την ώρα από το νότο έχοντας εκτελέσει εις το ακέραιο την αποστολή του , είδε από ψηλά τέσσερα κορμιά να κείτονται ασάλευτα στο χώμα.  Ενός γέρου , μιας γριάς ,ενός σκύλου και μιας κατσίκας. Κάτι είπε στον ασύρματο και συνέχισε την πορεία του προς τον βορρά. Βιαζόταν να φτάσει στο αεροδρόμιο . Είχε εκπληρώσει με απόλυτη επιτυχία την αποστολή του και ένοιωθε κουρασμένος και πεινασμένος . Την επαύριον είχε να εκτελέσει ακόμη μια δύσκολη αποστολή , ακολουθώντας την ίδια ακριβώς πορεία. Ευελπιστούσε να βρισκόταν κάποιος να μεριμνούσε την περισυλλογή των ακίνητων σωμάτων που είχε αντικρύσει πριν από λίγο. Το θεωρούσε γρουσουζιά να πετάει πάνω από άταφα πτώματα , μεγάλη γρουσουζιά. Η άκρη του διαδρόμου εμφανίστηκε πίσω από ένα μεγάλο σύννεφο. Ανακουφισμένος άφησε ένα ελαφρύ αναστεναγμό   και έβαλε μούρη στο αεροσκάφος. Σε λίγα λεπτά της ώρας θα βρίσκονταν μπροστά σε ένα αχνιστό πιάτο φαί. Άρχισε να χαμογελάει ικανοποιημένος όταν μία δυνατή λάμψη του τύφλωσε τα μάτια. Οι δείκτες στο μικρό ρολόι ανάμεσα στα υπόλοιπα πτητικά όργανα  έδειχναν 01:13 μ.μ. , ακριβώς.


9.10.11

Ανώνυμος δρόμος




Ήταν ακόμη Μάρτης.
Φεύγοντας ο  ορνιθολόγος καθηγητής Ζήνων Ντόρος   , λίγο μετά το μεσημέρι , από το αρχαιολογικό μουσείο της πόλης  όπου βρισκόταν από νωρίς το πρωί για να μελετήσει με την ησυχία του τα  οστά ενός αρχαίου μεγαλόσωμου  πτηνού που ανακαλύφτηκαν από ένα συνεργείο εκσκαφής σ’ ένα οικόπεδο σε περιοχή γνωστού ελιτίστικου προαστίου , βρέθηκε φάτσα με δύο ανώτερους δημοτικούς υπαλλήλους  , ο ένας εκ των οποίων ήταν συμμαθητής του στο γυμνάσιο. Του μίλησε ο άλλος.
«Κύριε καθηγητά , στο τελευταίο δημοτικό συμβούλιο , πάρθηκε  ομόφωνα η απόφαση , μετά τον θάνατο σας,  να δοθεί σε κάποιο κεντρικό δρόμο το όνομα σας , ως αναγνώριση του μεγαλειώδες έργου σας».
«Στ’ αρχίδια μου» είπε με αδιάφορο  ύφος ο καθηγητής και απομακρύνθηκε.
Πίσω από την πλάτη του άκουσε τον παλιό  συμμαθητή του να  ψελλίζει.
«Φαίνεται αρκετά εκνευρισμένος , έλα πάμε Παναγιώτη».
Δεν είχε προλάβει να τελειώσει τη φράση του και ακούστηκε ένα ανατριχιαστικό κοφτό φρενάρισμα αυτοκίνητου και αμέσως  μετά  ένας υπόκωφος γδούπος . Γύρισαν και έτρεξαν γρήγορα προς το σημείο όπου είχε ήδη μαζευτεί λίγος κόσμος .Παραμερίζοντας το πλήθος με τους αγκώνες τους βρέθηκαν μπροστά σε ένα ξαπλωμένο και ακούνητο κορμί. Από τ’ αυτιά , τη μύτη και τα μάτια του  έρεε  μεγάλη ποσότητα πηχτού αίματος.
Αν και το πρόσωπο του ήταν αρκετά παραμορφωμένο από το χτύπημα , τον αναγνώρισαν αμέσως. Ήταν ο καθηγητής ορνιθολογίας  Ζήνων Ντόρος  . Τότε , ο παλιός συμμαθητής του καθηγητή , ανώτερος δημοτικός υπάλληλος , έσκυψε και ψιθύρισε στο αυτί του συναδέλφου του με ικανοποίηση.
«Ευτυχώς προλάβαμε και του ανακοινώσαμε την ευχάριστη είδηση . Εμείς , πάντως ,κάναμε το καθήκον μας!».
Την επόμενη εβδομάδα , το ίδιο δημοτικό συμβούλιο που είχε πάρει ομόφωνα την απόφαση να δοθεί το όνομα του  καθηγητή Ζήνωνα Ντόρου σε έναν από τους κεντρικούς  δρόμους της πόλης ως αναγνώριση της αξίας του επιστημονικού του έργου  , αναίρεσε και πάλι ομόφωνα την πρώτη απόφαση, με την δικαιολογία ότι ο καθηγητής δεν ολοκλήρωσε τη τελευταία μελέτη του  για τα οστά του μεγαλόσωμου αρχαίου πτηνού, που βρέθηκε σε οικόπεδο ελιτίστικου προαστίου  καθώς ένα συνεργείο εκσκαφής άνοιγε τρύπες στο χώμα για να τοποθετηθούν τα θεμέλια εξαώροφης οικοδομής,  ιδιοκτησίας γνωστού επιχειρηματία που δραστηριοποιείται αποκλειστικά σε νυχτερινά κέντρα διασκέδασης.
Τις ίδιες μέρες , τα οστά του αρχαίου πτηνού εξαφανίστηκαν ανεξήγητα μέσα από το χώρο του μουσείου και στην θέση τους , ο επόμενος ορνιθολόγος που πήγε να τα μελετήσει διαπίστωσε προς μεγάλη του έκπληξη  ότι τα καπνισμένα  οστά που αντίκρισε ήταν κόκκαλα πυρπολημένου  σκύλου.
Και ήταν ακόμη Μάρτης.

19.9.11

Μην ποντάρεις στον κύκλο , θα χάσεις.






                         «Ένα  πράγμα για το οποίο  αξίζει να ζει κανείς, είναι η αγωνία του τι σε περιμένει στην επόμενη στροφή».
                                         Στον Ν. που την «κοπάνισε» νωρίς, παρέα με την αγαπημένη του YAMAHA R6.


Είναι κάποια ήσυχα , τεμπέλικα  απόβραδα , που παίρνω τον δρόμο  που οδηγεί στην κεντρική πλατεία της πόλης . Πιάνω ένα τραπέζι και πίνοντας την μπιρίτσα μου χαζεύω τα παιδιά , με τα λιπόσαρκα και ευλύγιστα κορμιά,  να κάνουν διάφορα επικίνδυνα τεχνάσματα με τα ποδήλατα τους . Κοιτάζοντας τα εκείνες τις όμορφες και γαλήνιες ώρες, βυθίζομαι τόσο πολύ στις σκέψεις μου , που τις προάλλες καθώς ένας μπόμπιρας που είχε ξεφύγει από τα χέρια της μάννα του, μου είχε καρφώσει βαθειά στο αυτί ένα μολύβι θεωρώντας το ως παιχνίδι , δεν κατάλαβα τίποτα. Τον πόνο τον ένοιωσα πολύ αργότερα  αλλά ήταν αργά για να νουθετήσω  την μητέρα του , που του επέτρεψε να με καρφώνει με αυτό το σουβλερό αντικείμενο, επικίνδυνο ακόμη και για το ίδιο το παιδί.
 Ένα απόγευμα παρακολουθώντας με ιδιαίτερη προσοχή τα νεαρά αγόρια δεν άντεξα. Σηκώθηκα απ’ την καρέκλα και πλησίασα ένα από αυτά  ,όχι τυχαία. Το είχα συμπαθήσει απ’ την πρώτη στιγμή που το είδα , γιατί στο σουλούπι του συγκεκριμένου παιδιού έβλεπα τον εαυτό μου, τότε που ήμουν έφηβος :  πετσί και κόκκαλο, ξανθός , με χλωμό πρόσωπο  , σάπια δόντια , λερωμένα ρούχα από τις πτώσεις, στραβά πόδια, μικρά μαύρα σπιρτόζικα  μάτια, λεπτά χείλη, αλλά το κυριότερο εραστής της αδρεναλίνης. Έχωσα το χέρι στην τσέπη και έβγαλα ένα χαρτονόμισμα των είκοσι ευρώ. Το βλέμμα μου καρφώθηκε επίμονα στο βάθος των μικρών ματιών του. Με κοιτούσε  κι αυτός ίσια στα μάτια, δεν κώλωνε.  Μου ήρθε να χαμογελάσω αλλά συγκρατήθηκα .

«Φιλαράκο, βάζουμε ένα στοίχημα;» τον ρώτησα σε χαλαρό ύφος.
Έριξε μια γρήγορη ματιά γύρω του σαν κάτι να έψαχνε, γύρισε, με κοίταξε λίγο αμήχανα σαν να με ζύγιζε με τη ματιά  και με ρώτησε .
«Τι στοίχημα;».
«Θα σου εξηγήσω . Βλέπεις αυτή την εξέδρα για την μουσική μπάντα που είναι πίσω σου;».
Χωρίς να γυρίσει να κοιτάξει έγνεψε  καταφατικά. Ήξερε απ’ έξω και ανακατωτά κάθε χιλιοστό αυτής της πλατείας.
«Πόσο ύψος απέχει από την επιφάνεια της πλατείας;».
«Γύρω στο ενάμιση μέτρο».
«Ωραία, θα μου δώσεις λοιπόν το ποδήλατο σου , θα ανέβω στην εξέδρα και θα πέσω με φόρα στην πλατεία κάνοντας δύο στροφές στον αέρα. Αν δεν τα καταφέρω, θα είναι δικά σου  τα είκοσι ευρώ. Αν τα καταφέρω θα μου τα δώσεις εσύ. Είσαι μέσα;».
Σήκωσε το χέρι  και έξυσε το κεφάλι του σαν σκεφτόταν την πρόταση μου. Μετά, δαγκώνοντας το κάτω χείλος του με ρώτησε.
«Στην ηλικία σου δεν φοβάσαι να κάνεις κάτι τέτοιο;».
«Αυτό αφορά εμένα , μεγάλε .Σίγουρα δεν βρίσκομαι στην κατάλληλη φόρμα αλλά δεν έχω να χάσω τίποτα πέρα απ’ τα λεφτά  του στοιχήματος».
Μερικοί απ’ την παρέα του αγοριού που βρίσκονταν διασκορπισμένα στον γύρω χώρο , με τις γνωστές  νεανικές νωχελικές  κινήσεις  αλλά με τεντωμένα αυτιά είχαν ήδη πλησιάσει και  άκουγαν αυτά που κουβεντιάζαμε. Στην αρχή έδειχναν σαν να μην τους πολυενδιαφέρει αυτά που συζητούσα με το νεαρό , αλλά σιγά σιγά κοιτάζοντας ο ένας τον άλλο στα πρόσωπα τους άρχισε να ζωγραφίζεται κάποια  περιέργεια.

Στο μεταξύ, ο νεαρός συνέχιζε να με παρατηρεί φανερά διστακτικός. Μετά ,αφού έκανε μερικούς αστείους μορφασμούς με το πρόσωπο  , με ξανακοίταξε διερευνητικά [ προφανώς  για να κερδίσει χρόνο  να σκεφθεί την πρόταση μου ]από πάνω μέχρι κάτω, έβαλε τα χέρια  στις τσέπες του και προσποιήθηκε πως τις ψαχούλευε. Πρόσεξα ότι έσφιγγε τις γροθιές του σαν να ήθελε να δείξει πως πιάνει κάτι.  Ήξερα ότι δεν είχε μία.
«Τότε μέσα !» είπε αποφασιστικά , αφήνοντας να του ξεφύγει ένα αμυδρό ειρωνικό χαμόγελο. Το γνωστό χαμόγελο που παίρνει αυτός που νομίζει ότι την έφερε στον άλλο.
Χαμογέλασα κι εγώ ειρωνικά δείχνοντας του σχεδόν όλα τα δόντια μου για να του τη σπάσω, αλλά και για να μην του δώσω λαβή να καταλάβει ότι γνώριζα εκ των προτέρων πως ήταν άφραγκος. Για να ενισχύσω ακόμη περισσότερο την προσποιούμενη αφέλεια μου συμπλήρωσα .
«Θα μου δώσεις όμως δύο ευκαιρίες . Έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που έκανα αυτό το κόλπο, εντάξει;».
« Σου δίνω τρεις ευκαιρίες αν θέλεις , επειδή είναι αρκετά δύσκολο» .
«Όχι ,οι δύο μου αρκούν . Οι τρεις προσπάθειες καταντούν ρουτίνα».
Το τελευταίο που είπα φαίνεται πως του άρεσε ,επειδή τα μάτια του άνοιξαν λίγο πιο πολύ απ’ το κανονικό. Ίσως να έκανα λάθος αλλά για μια στιγμή μου φάνηκε ότι διέκρινα κάποιο θαυμασμό πίσω απ’ αυτά.
«Πάμε λοιπόν !» είπα αποφασιστικά και άρπαξα το ποδήλατο του από κάτω που ήταν πεσμένο.
Ήταν άλλο πράγμα αυτό το ποδήλατο . Το αλουμίνιο  το έκανε πανάλαφρο , δισκόφρενα μπρος πίσω , μαλακά λάστιχα , αμορτισέρ λαδιού , τέλειο. Καμιά σχέση με το VELAMOS που είχα στα παιδικά μου χρόνια. Αλλά και ‘κείνο με τον κατάλληλο χειρισμό έκανε άψογα τη δουλειά του , δεν είχα κανένα παράπονο. Μπορεί να μου ‘χε χαρίσει δεκάδες μώλωπες ,όμως καθένας απ’ αυτούς ήταν και μια ξεχωριστή συγκίνηση.  Ας είναι , επί του έργου τώρα . Είχε φτάσει  η ώρα να αποδείξω στον εαυτό μου ότι δεν είχα ακόμη ξοφλήσει. Ότι ήμουν ακόμη ζωντανός.

Προχώρησα στο βάθος της πίστας και στράφηκα προς το μέρος που υπολόγιζα πως θα πηδήσω. Με το μάτι ζύγιασα την απόσταση , το ύψος των τριών σκαλοπατιών , την ταχύτητα που έπρεπε να αναπτύξω και το συνολικό βάρος του κορμιού μου με τον αλουμινένιο  άγγελο. Καθώς τέντωνα χέρια και πόδια για ξεμούδιασμα ,άκουσα μερικά κόκκαλα μου να κροταλίζουν . Δεν έδωσα σημασία. Το καβάλησα ,έβαλα το πόδι στο δεξί πεντάλ ,συγκεντρώθηκα, πήρα βαθειά εισπνοή και όρμησα σαν σίφουνας μπροστά.
Κάθε κύτταρο μου  λειτουργούσε αυτόνομα , προσηλωμένα όμως όλα μαζί στον ίδιο  στόχο. Η απόλυτη συλλογικότητα σε όλο της το μεγαλείο. Φτάνοντας ακριβώς στην άκρη της πίστας, που την χρησιμοποιούσε η μπάντα του δήμου για να διασκεδάζει τ’ απογεύματα τους θαμώνες των γύρω καφενείων, μάζεψα το κορμί μου σαν κάμπια  γέρνοντας μαλακά   προς τα πίσω και  τραβώντας αποφασιστικά το τιμόνι όσο πιο κάτω γινόταν. Το ποδήλατο σηκώθηκε στην πισινή ρόδα .Την αμέσως επόμενη στιγμή βρέθηκα  στον αέρα. Ο χρόνος  σταμάτησε να κυλάει .Για μερικές στιγμές νόμισα ότι η δύναμη της ώθησης που με είχε εκτοξεύσει είχε ως δια μαγείας εξαφανισθεί . Στο ανώτερο σημείο ανόδου , για μια στιγμή  που μου φάνηκε αιώνας  , αισθάνθηκα να μένω ακίνητος σαν τα πουλιά που πεταρίζουν για μερικά δευτερόλεπτα σταματημένα στο αέρα και μετά συνεχίζουν την πορεία τους. Το ίδιο ακριβώς ένοιωσα κι εγώ.

Η πτώση ήταν βίαιη. Προσγειώθηκα με το δεξιά πλευρά του κεφαλιού   στην σιδερένια γωνία μιας βάσης ενός πανύψηλου στύλου φωτισμού. Το αίμα άρχισε να απλώνεται στο τσιμέντο. Κατάφερα να γυρίσω ανάσκελα και να κοιτάξω τον ουρανό. Άρχισε να σκοτεινιάζει  γύρω μου. Κατάλαβα ότι σε λίγο το σκοτάδι θα ήταν τόσο πηχτό και αδιαπέραστο , που θα μ’ έπνιγε σαν θηλιά γύρω απ’ τον λαιμό.
Με μεγάλη προσπάθεια έβαλα το χέρι στην τσέπη και έβγαλα το χαρτονόμισμα. Έψαξα με τα μάτια να βρω  τον ξανθό νεαρό. Είχε σκύψει από πάνω μου. Τα μάτια του είχαν βουρκώσει . Σήκωσα το χέρι μου με τα λεφτά. Δίστασε για λίγο  αλλά η επιμονή που εκτόξευε το βλέμμα μου δεν του άφησε κανένα περιθώριο. Τα πήρε και έσκυψε περισσότερο από πάνω μου , λες και ήθελε να μου πει κάτι. Τα πρόσωπα μας βρίσκονταν πλέον σε απόσταση αναπνοής, άκουγα την διακεκομμένη βαριά του ανάσα . Επιστρατεύοντας  τις τελευταίες δυνάμεις που μου είχαν απομείνει  κατάφερα να εκφράσω μια μεγάλη  απορία που είχα από την ημέρα που είχα αντικρύσει αυτό το γεμάτο ζωντάνια  παιδί.
«Για πες μου τώρα , πως σε λένε φιλαράκο;».
«Γιώργο!».

Σήμερα : Ακόμα θυμάμαι το τελευταίο - ανεπαίσθητα ειρωνικό – γλυκό χαμόγελο του!

4.9.11

Εθνικός ευεργέτης

                                                               φωτ.: Alessandro Villa


Ο Βελλερεφόντης πήρε απαλλαγή απ’ το στρατό λόγω οξείας χρόνιας δυσκοιλιότητας.
-Εάν θέλεις να ενεργηθείς θα πρέπει να χρησιμοποιήσεις  αλάτι.
-Το λες μετά βεβαιότητας;
-Ναι.
-Έχεις κάποιο παράδειγμα;
-Απτό παράδειγμα είναι αυτό που συνέβη στο Λονδίνο του 16 αιώνα.
-Δηλαδή;
-Τότε , είχε πέσει  μαζική δυσκοιλιότητα. Ο βασιλιάς για να αποφύγει πιθανή εξέγερση του λαού ,έδωσε διαταγή στους αυλικούς του να προμηθεύσουν όλους με αγγλικό άλας. Σημειωτέον ότι τότε η τιμή του άλατος ήταν απαγορευτική για τον εξαθλιωμένο λαό. Τα αποτελέσματα φάνηκαν την αμέσως επόμενη μέρα. Πλημμύρισε  το Λονδίνο σκατά , που είχε σαν αποτέλεσμα να  κάνει την εμφάνιση της η αναγκαιότητα  κατασκευής αποχετευτικού δικτύου. Τα έργα ξεκίνησαν άμεσα και είχαν πολλαπλό  κοινωνικό όφελος. Δημιουργήθηκαν θέσεις εργασίας , κατασκευάστηκε ένα σύγχρονο αποχετευτικό δίκτυο , ο κόσμος έχεζε άφοβα πλέον, και το βασικότερο εξαφανίστηκε η δυσοσμία και οι αρρώστιες που ταλάνιζαν την πλειοψηφία  του πληθυσμού. Ο βασιλιάς απέκτησε λαϊκό έρεισμα και  δίκαια κέρδισε τη φήμη του λαϊκού μεταρρυθμιστή. Μετά το θάνατο του , του έστησαν ένα γιγάντιο άγαλμα στο κεντρικότερο σημείο της πόλης . Χαρακτηρίστηκε εθνικός ευεργέτης.
-Δηλαδή όλα αυτά έγιναν εξ’ αιτίας του  άλατος;
-Μα τι σου λέω τόση ώρα;
-Ωραία, θα το δοκιμάσω.
Ο Βελλερεφόντης  έκανε αυτό που τον συμβούλεψε ο συγκάτοικος του , με αποτέλεσμα η χρόνια οξεία δυσκοιλιότητα να εξαφανιστεί όπως ακριβώς είχε εμφανιστεί ,δηλαδή εντελώς ξαφνικά. Τώρα πια ένοιωθε ευτυχισμένος .
Βέβαια , το νέο το έμαθε ο στρατός ,άγνωστο πως, και τον κάλεσε να υπηρετήσει την στρατιωτική του θητεία , κάτι που θεώρησε τιμή του.
Στην πρώτη άσκηση που έλαβε μέρος, ανακατάληψης  ενός καταπράσινου λόφου, έπεσε νεκρός από  σφαίρα που προήλθε από κατά λάθος εκπυρσοκρότηση διπλανού ντουφεκιού. Τέτοια συμβάντα βέβαια δικαιολογούνται  κατά τη διάρκεια στρατιωτικών ασκήσεων , οπότε ο θάνατος του συγκαταλέγεται στο ποσοστό των απωλειών μιας εικονικής μάχης.
Η ουσία όμως είναι ότι το αποχετευτικό σύστημα του Λονδίνου  υπάρχει ακόμη και συνεχίζει να εξυπηρετεί τον πληθυσμό που κατοικεί εκεί. Ο Βελλερεφόντης  σίγουρα θα ξεχαστεί , ο βασιλιάς ποτέ!



7.8.11

Ο ευνουχισμός του όνου

                                    'Ενας περήφανος και αξιοπρεπής όνος τις παλιές καλές μέρες

Ας μην γελιόμαστε λοιπόν, ας πούμε τα πράγματα με τ’ όνομα τους. Το μεγαλύτερο έγκλημα , για να μην πω έγκλημα κατά της ανθρωπότητας, που συνετέλεσαν  οι πολιτικές εξουσίες που διακυβέρνησαν αυτόν τον τόπο τα τελευταία τριάντα και βάλε  χρόνια , δεν είναι αυτά που συζητούνται ευρέως και που κινούνται στα πλαίσια της λαικής κατανάλωσης .Το μεγαλύτερο έγκλημα , κυρίες και κύριοι , ήταν ο ΕΥΝΟΥΧΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΟΝΟΥ. Σκεφτείτε το καλύτερα ,πιο βαθειά ,πιο πλατιά , πιο ώριμα και θα διαπιστώσετε ότι θα συμφωνήσετε με αυτή την άποψη .
Δεν χρειάζεται να ανατρέξετε σε βιβλία, μελέτες ή οποιαδήποτε άλλη πηγή. Απλώς κάντε μία βόλτα από τα μέρη που κάποτε έσφυζαν από χαρμόσυνα επιφωνήματα πρωτόλειου σαρκικού πάθους κάτω από την επιβλητική παρουσία του όνου (βλ. Μάλια ,Χερσόνησος κ.λπ.).  Δεν νομίζω να είστε τόσο αφελείς που να πιστεύετε  ότι η ευημερία του λαού οφειλόταν στις εξαγωγές ντομάτας , γεώμηλων , αγγουριών και άλλων ζαρζαβατικών .Παπαριές. Η οικονομία αυτού του τόπου οφειλόταν αποκλειστικά στο υγιές , εύρωστο και αποτελεσματικό μαραφέτι του όνου. Ορδές του γυναικείου φίλου ( δροσερές κοπελούδες, πονεμένες κυράδες, ευαίσθητες θείες, πικραμένες χήρες, ψαγμένες γιαγιάδες , ζηλιάρες συμπεθέρες κ.ά) κατέκλυζαν σαν λυσσασμένες  μέλισσες  αυτό τον ευλογημένο τόπο για να γευτούν τον προικισμένο από την ελληνική  φύση  όνο.
Τώρα , μετά τις καταστροφικές πολιτικές επιλογές των κυβερνήσεων τι απέμεινε ; Ένα ψοφίμι ξαπλωμένο στην άκρη του δρόμου να το γλύφουν οι μύγες μέχρι που να λειώσει  και να χαθεί στα βάθη του χρόνου. Δεν θα μείνει πίσω ούτε καν σαν ανάμνηση. Δυστυχώς.
Πριν από δυο μέρες πέρασα από τα Μάλια και πόνεσε η ψυχή μου. Νέκρα. Όσο κι αν έψαξα με το βλέμμα ,όνος πουθενά. Σε ένα καφέ ,μερικά κορίτσια χαριεντίζονταν μεταξύ τους από ανία. Τα μάτια τους ήταν πλημμυρισμένα από θλίψη και απόγνωση. Ένοιωσα ντροπή. Σταμάτησα σ’ ένα μπαρ να βάλω καύσιμο και όταν ρώτησα τον νεαρό πίσω από την μπάρα που πήγαν οι όνοι , αφού  έβγαλε μία κραυγή  , τον πήραν τα κλάματα. Τραγική εικόνα. Η ειρωνεία είναι ότι τα καμπανάκια, που προειδοποιούσαν την επερχόμενη καταστροφή , χτυπούσαν  ασταμάτητα τον πρώτο κρίσιμο καιρό. Γυναίκες κάθε  ηλικίας και αποχρώσεων είχαν βγει στους δρόμους προβάλλοντας μέσω πικετοφορίας τον όλεθρο που θα σάρωνε τα πάντα στο πέρασμα του. 'Ονειδος ! Δεν ίδρωνε το αυτί κανενός. Οι όνοι αμήχανοι παρακολουθούσαν τις εξελίξεις , ανίκανοι όμως να επέμβουν επειδή αυτοί ουσιαστικά ήταν απλώς εκτελεστικά όργανα.  Ο σχεδιασμός δεν ήταν στα επιβαρημένα ήδη καθήκοντα τους .Ο σχεδιασμός ανήκε αποκλειστικά στις αρμοδιότητες άλλων φορέων . Και αυτοί οι άλλοι τους πρόδωσαν , τους πούλησαν.
Συγχωρέστε με αλλά είμαι τόσο σκασμένος που δεν μπορώ να συνεχίσω άλλο. Τα βουρκωμένα μάτια μου , μουλιάζουν τις λέξεις που προσπαθώ να γράψω ,με αποτέλεσμα αυτές να κυλούν σαν σταγόνες στο τζάμι και να χάνονται  στο κάτω μέρος της οθόνης του υπολογιστή. Δεν βρίσκω το κουράγιο να τις ξαναμαζέψω.
Φεύγω από ‘δω, δεν αντέχω άλλο.

4.8.11

Τζιτζίκια




Φίλε μου, τζιτζίκια !
Παντού τζιτζίκια!
Τζιτζίκια μέσα, τζιτζίκια έξω,
τζιτζίκια εδώ , τζιτζίκια εκεί.
Τζιτζίκια στις τσέπες μας
τζιτζίκια στο στόμα μας
τζιτζίκια στα ρουθούνια μας
τζιτζίκια στα αυτιά
τζιτζίκια στο κεφάλι μας
τζιτζίκια στο αίμα μας
τζιτζίκια στα μπατζάκια μας
τζιτζίκια στις κωλοτρυπίδες μας
τζιτζίκια στις σχέσεις μας.
Παντού τζιτζίκια!

Τζιτζίκια, τζιτζίκια , τζιτζίκια
Τζιτζίκια, τζιτζίκια , τζιτζίκια
Τζιτζίκια, τζιτζίκια , τζιτζίκια


Κοιμάσαι, ακούς τζιτζίκια,
Ξυπνάς, ακούς τζιτζίκια,
Πλύνεις τα μούτρα σου ,τζιτζίκια
Καθαρίζεις τα δόντια σου, τζιτζίκια
Οδηγείς τ’ αυτοκίνητο, τζιτζίκια
Τρως , ακούς τζιτζίκια,
Διαβάζεις, και ‘κει τζιτζίκια
Περπατάς στο δρόμο ,τζιτζίκια
Στο σχολείο ,τζιτζίκια
Είσαι με τη γκόμενα,ωχ! τζιτζίκια
Προσπαθείς να χέζεις,  πάλι ακούς τζιτζίκια
Μιλάς στο τηλέφωνο; Αχά! Ακούς τζιτζίκια .
Παντού τζιτζίκια!


Τζιτζίκια, τζιτζίκια , τζιτζίκια
Τζιτζίκια, τζιτζίκια , τζιτζίκια
Τζιτζίκια, τζιτζίκια , τζιτζίκια

Φίλε μου , στοιχηματίζω εκατό τζιτζίκια
πως ακόμη και ,τη στιγμή του θανάτου,
τα τζιτζίκια θάναι 'κει!.

28.7.11

ΠΡΟΣΟΧΗ! ΕΧΕΤΕ ΤΟ ΝΟΥ ΣΑΣ ! ΚΙΝΔΥΝΟΣ , ΘΑΝΑΤΟΣ !


ΠΡΟΣΟΧΗ! ΕΧΕΤΕ ΤΟ ΝΟΥ ΣΑΣ ! Τις τελευταίες μέρες , εκτός από τα διάφορα μνημόνια και τον ΓΑΠ , κυκλοφορεί ελεύθερα ανάμεσα μας ακόμη ένας δημόσιος κίνδυνος. Ονομάζεται το κουνούπι του δυτικού Νείλου ! Τσιμπάει παντού! Μην εκθέτετε στις ορέξεις του ευαίσθητα σημεία του σώματος (βλέπε φωτ.). Ψεκάστε και Ψεκαστείτε ! Μην ολιγωρείτε !

Υποσημείωση : Ένας γνωστός μου ναυαγοσώστης ο Βελισάριος  Καρβούνης ,  με πληροφόρησε αργά εχτές το βράδυ ότι το εν λόγω κουνούπι έκανε την εμφάνιση του στην γνωστή και πολύβουη παραλία του Καρτερού, δίπλα στα ΚΑΟΑ. Ευτυχώς για τους αμέριμνους λουόμενους , απλώς έκανε μια χαμηλή πτήση – διέλευση  πάνω απ’ τα κεφάλια τους, δίχως ευτυχώς να πλήξει κάποιον απ’ αυτούς με το φονικό κεντρί του . Το κουνούπι αναπτύσσοντας ταχύτητα εξαφανίστηκε προς άγνωστη κατεύθυνση.
Από τις τοπικές αρχές υπεύθυνες για το παραπάνω συμβάν θεωρήθηκαν οι δυνάμεις του ΠΑΜΕ που δεν προνόησαν να περιφρουρήσουν αποτελεσματικά τη δεδομένη παραλία , με αποτέλεσμα ο τοπικός τουρισμός να υποστεί ακόμη ένα σοβαρότατο πλήγμα.

Δεν κάνω πλάκα...

11.7.11

Το τέλος του ζυγού


Το   κουτορνίθι, ρουφώντας λαίμαργα τον αχνιστό  καφέ του , κατάπιε μια αλυσοδεμένη ζουμερή μύγα που απολάμβανε ζαβλακωμένη  τα σαγηνευτικά χνώτα του  φλιτζανιού. Το κουτορνίθι παίρνοντας μια στιγμιαία έκφραση αηδίας και ,ξύνοντας  μ’ ένα σπασμένο φυσοκάλαμο  το άτριχο κεφάλι του , στοχάστηκε   : ακόμα  κι αν  το γαστρικό οξύ των σωθικών   μου   σαπίσει τις σιδερένιες αλυσίδες  , αμφιβάλω  αν θα καταφέρει η μύγα  να ανακαλύψει ένα από τα δύο  μονοπάτια  που οδηγούν στο φυσικό περιβάλλον τού χρονικά καθορισμένου   κύκλου τής  ελευθερίας της.
Λές το ένστικτο της να αποδειχθεί έμπειρος  ιχνηλάτης; Λές να τα καταφέρει; Λές να αποδειχθεί το έντομο αντιστρόφως ανάλογο των προβλέψεων  της κοινής  άποψης ; Ανείπωτη αγωνία κατατρώει το κουτορνίθι.
«Μία ακόμη καταδικασμένη προσπάθεια» σάρκασε ένας  αλεξιπτωτιστής που εκείνη την ώρα περνούσε αιωρούμενος πάνω απ’ το κεφάλι του ,παρασυρόμενος από τον άνεμο. Λίγο αργότερα ανακοινώθηκε επίσημα , πως απρόσμενα άλλαξε κατεύθυνση ο αέρας και ο αλεξιπτωτιστής τσακίστηκε στα κοφτερά βράχια μιας ακτής . Ο αλεξιπτωτιστής  δεν είναι πλέον σε θέση να παρακολουθήσει την συνέχεια της υπόθεσης.
Απ’ την άλλη όμως , επειδή εμείς δεν έχουμε  αυτή τη στιγμή   να κάνουμε κάτι άλλο πιο αξιόλογο , ας καθίσουμε αναπαυτικά στις σκιερές πολυθρόνες μας, περιμένοντας  υπομονετικά να δούμε τι θα γίνει με τη ζουμερή μύγα .

6.7.11

Νυχτερινός άγγελος

                                                       Rembrandt van Rijn.1606-1669


Εκείνη την νύχτα
ονειρεύτηκα
ότι:
καθώς καθόμουν
αναπαυτικά
στην λεκάνη
του λουτροκαμπινέ
προσπαθώντας να,
εντελώς αναίτια
 βρήκα

ακαριαίο θάνατο.
Ξύπνησα
ανακουφισμένος.

20.6.11

Αγανακτισμένοι εραστές

Αυτές τις μέρες κυκλοφόρησε το καινούργιο συγκλονιστικό μυθιστόρημα της μεγάλης συγγραφέως  Μάγδας Μπούφρας με τίτλο «ΑΓΑΝΑΚΤΙΣΜΕΝΟΙ ΕΡΑΣΤΕΣ». Το «ΑΓΑΝΑΚΤΙΣΜΕΝΟΙ ΕΡΑΣΤΕΣ» καθηλώνει κυριολεκτικά από την πρώτη γραμμή τον αναγνώστη με την πλοκή αλλά και την παλίρροια συναισθημάτων που ξεχειλίζει από τις σελίδες του. Ακολουθεί ένα μικρό απόσπασμα ως δείγμα αυτής της συγκλονιστικής ιστορίας αγάπης ,πάθους , μίσους , αλλά και έντονης περιπέτειας που σκαρφίστηκε το σατανικό μυαλό της ανεπανάληπτης Μάγδας Μπούφρας. 

                                                       Το εξώφυλλο του βιβλίου

Ένα ζεστό βροχερό απόγευμα του Ιούνη , η Σούλα , μια τριανταπεπτάχρονη παντρεμένη γυναίκα , μητέρα τριών ατίθασων  παιδιών και σύζυγος ενός ανεπρόκοπου άντρα, νοσηλεύτρια στο επάγγελμα , φοράει βιαστικά τα πρώτα ρούχα που βρίσκει μπροστά της και βγαίνει απ’ το σπίτι της, χωρίς να πει κουβέντα σε κανένα. Αδημονεί να αναπνεύσει καθαρό αέρα. Η ατμόσφαιρα του σπιτιού  την πνίγει σαν θηλιά γύρω απ’ το λαιμό της. Η δυνατή καλοκαιρινή βροχή  μαστιγώνει  με μανία το πρόσωπο της , αλλά δεν την ενοχλεί. Αντίθετα δείχνει να το απολαμβάνει. Παίρνει τους δρόμους και τα στενά δίχως συγκεκριμένο προορισμό .Περπατά μηχανικά χωρίς να κοιτάζει δεξιά και αριστερά. Δεν την ενδιαφέρει τίποτα, δεν σκέφτεται τίποτα, δεν αισθάνεται τίποτα, δεν αισθάνεται ούτε ελεύθερη . Μετά από μερικές ώρες περιπλάνησης στους βρεγμένους δρόμους , μία έντονη δέσμη από δυνατές φωνές  φτάνει στ’ αυτιά της. Σταματά απότομα και τεντώνει το κεφάλι ψηλά. Εντοπίζει το σημείο απ’ όπου προέρχονται αυτός ο θόρυβος και κάτι σαν να την τραβάει, κατευθύνεται προς τα κει. Στρίβοντας τη γωνία έρχεται αντιμέτωπη με μια οργισμένη λαοθάλασσα στοιβαγμένη στην κεντρικότερη πλατεία της πόλης. Κοιτάζει το πλήθος με ανοιχτό στόμα , σαστισμένη .Τι κάνουν εδώ όλοι αυτοί; Τότε θυμάται  . Έχει ακούσει γι’ αυτούς στην τηλεόραση και σε διάφορες σελίδες στο διαδίκτυο . Είναι οι «αγανακτισμένοι» πολίτες, που διεκδικούν ειρηνικά το χαμένο δίκιο τους. Ενστικτωδώς αρχίζει να προχωρά προς το συγκεντρωμένο πλήθος. Δεν μπορεί να ξεκαθαρίσει για τι πράγμα ακριβώς φωνάζουν. Βρίσκεται πια ανάμεσα τους, είναι ένας απ’ αυτούς. Βλέπει καθαρά τα αναψοκοκκινισμένα πρόσωπα  με τα ορθάνοιχτα στόματα. Ο καθένας φωνάζει και κάτι διαφορετικό . Αποφασίζει να φωνάξει κι αυτή , αλλά τι να πει; Αισθάνεται την ανάγκη να φωνάξει κάτι που δεν θα μπορούσε να το εκστομίζει υπό κανονικές συνθήκες . Και το φωνάζει με όλη τη δύναμη του λάρυγγα της : «Γαμιέστε  ! Να!». Ταυτόχρονα δείχνει  μία μούντζα . Τώρα νοιώθει καλύτερα, ξαλαφρωμένη, εκτονωμένη , δικαιωμένη . Έφτασε η ώρα να κάνει την επανάσταση της σε όλους και σε όλα που την καταπίεζαν μέχρι τώρα. Αυτή η ώρα είναι δική της , και δεν θα επιτρέψει σε κανένα να της την πάρει . Μια ζωή την περίμενε αυτή τη στιγμή  και της παρουσιάστηκε εντελώς αναπάντεχα. Καθώς και ο παραμικρός μυς του προσώπου  της πάλλεται από πάθος και ένταση, η έκφραση της φοράει ασυνείδητα  τον μανδύα της οργισμένης  έκστασης.
Ξαφνικά ακούγεται μια δυνατή φωνή :
«Προσοχή κουκουλοφόροι , μολότοφ !» .
Δεν προλαβαίνει να τραβηχτεί και ένας κουκουλοφόρος εμφανίζεται σαν χάρος ντυμένος στα μαύρα . Στο χέρι του κρατά μια αυτοσχέδια βόμβα. Την ρίχνει με δύναμη μπροστά της , ανάμεσα στα πόδια της. Το φόρεμα της πιάνει αμέσως φωτιά. Λαμπαδιάζει στο λεπτό . Αρχίζει να χοροπηδά πανικόβλητη και να ουρλιάζει . Πέφτει κάτω ,κυλιέται απελπισμένα στις μαρμάρινες πλάκες της πλατείας .Το πλήθος μοιάζει αποσβολωμένο  μπροστά στο φριχτό θέαμα . Όλοι τα ‘χουν χαμένα , δεν ξέρουν τι να κάνουν . Όλοι , εκτός από έναν. Τον Βαγγέλη , τον σαραντάρη άνεργο  γεροδεμένο μούτσο, που πετάγεται ατρόμητα  μέσα απ’ τον όχλο . Πριν βγάλει  το σακάκι του και αρχίσει να χτυπά την Σούλα  με αυτό που έχει λαμπαδιάσει,  έχει προλάβει με δύο αστραπιαία μπουκέτα να ξαπλώσει στο έδαφος αναίσθητο τον κουκουλοφόρο. Κάποιος , που μοιάζει με καθηγητή πανεπιστημίου , βλέποντας τον Βαγγέλη να προσπαθεί να σβήσει τη φωτιά που καίει το κορμί της Σούλας , τραβώντας τον  απ’ τον ώμο  του φωνάζει επιτακτικά:
« Άστη να καεί ρε, θα την παρουσιάσουμε ως σύγχρονη Ζαν ντ' Αρκ. Θα έχει όφελος ο αγώνας μας απ’ αυτό».
Δύο μπουκέτα είναι αρκετά και γι’ αυτόν. Ο Βαγγέλης αυτή την ώρα δεν αστειεύεται. Η φωτιά στο κορμί της Σούλας έχει σβήσει. Η γυναίκα σιγά σιγά δείχνει  να συνέρχεται . Ο Βαγγέλης κρατάει το κεφάλι της στην αγκαλιά του και της φυσάει τα ρουθούνια  με την ανάσα του. Η Σούλα ανοίγει τα μάτια αργά . Το βλέμμα της είναι ακόμα θολό. Σε λίγα λεπτά  καθαρίζει εντελώς  και τότε συμβαίνει αυτό που θα της σημαδέψει για πάντα τη ζωή. Αντικρίζει τα σκούρα μεγάλα μάτια του Βαγγέλη. Βυθίζεται  ολόκληρη μέσα τους . Μια ιδέα περνά σαν αστραπή απ’ το γυναικείο μυαλό της . Ανασηκώνει λίγο το κεφάλι και του ψιθυρίζει.
«Δουλεύω σε νοσοκομείο και.. ξέρω , έχω δύσπνοια …δώσε μου το φιλί της ζωής …σώσε με μανάρι μου !».
Ο Βαγγέλης μοιάζει να τα χάνει προς στιγμή ,αλλά δεν το βάζει κάτω. Κολλάει τα χείλη του στα δικά της χείλη και αρχίζει να εκπνέει. Εκείνη πετάει τη γλώσσα έξω σαν γραβάτα  και αρχίζει να εξερευνεί λεπτομερώς τη  στοματική του κοιλότητα. Κάποιος ανόητος ή αυθόρμητος γελάει και μονολογεί :
«Ρε σεις ,αυτοί όπου να ‘ναι θα γαμηθούν μπροστά μας».
Το πλήθος αρχίζει να χειροκροτεί εκστασιασμένο , δείχνοντας να  απολαμβάνει το θέαμα. Εκείνη τη στιγμή το γυναικείο ένστικτο  μπαίνει αυτομάτως σε λειτουργία. Η Σούλα τινάζεται όρθια , αρπάζει απ’ το μανίκι το Βαγγέλη , τον ρυμουλκεί με θαυμαστή επιδεξιότητα και χάνονται σ’ ένα στενό δρομάκι που οδηγεί στο λιμάνι.
«Ξέρεις να κουμαντάρεις βάρκα, αγορίνα μου;» τον ρωτά λαχανιασμένη.
«Μούτσος είμαι, λες να μην ξέρω;» απαντά ο Βαγγέλης με καμάρι.
«Ωραία, θα αρπάξουμε μια βάρκα και θα το σκάσουμε για τον Ινδικό ωκεανό μέσω Σουέζ!».
Ο Βαγγέλης την κοιτάζει με γουρλωμένα μάτια ανήμπορος να πιστέψει αυτό που ακούν τα αυτιά του. Δεν πρόλαβε όμως να πει τίποτα γιατί ένα ρουφηχτό φιλί του ‘κλεψε τον αέρα από τα πλεμόνια.
Είχαν  φτάσει πια στο λιμάνι. Σταμάτησαν στην άκρη της προκυμαίας που ήταν δεμένες μερικές μικρές βάρκες. Η Σούλα διαλέγει  μία στην τύχη και τραβώντας με δύναμη τον Βαγγέλη , σαλτάρουν μέσα. Με μια αστραπιαία κίνηση λύνει γρήγορα  το σκοινί και η βάρκα αρχίζει να γλιστρά στο νερό. Σε λίγα λεπτά της ώρας και χωρίς να τους πάρει κανείς είδηση θα περάσουν την έξοδο του λιμανιού για το ανοιχτό πέλαγος , με προορισμό το στενό του Σουέζ.

Η συγκλονιστική συνέχεια  στο βιβλίο…..

13.5.11

Η φούσκα



 Όταν ήμουν μικρός και έκανα καμιά
ταρζανιά , η μάννα μου για να
ξεσπάσει τα νεύρα της ,με προσφωνούσε «Τούρκο».
Αργότερα αναβαθμίστηκα και όταν
της έσπαγα τα νεύρα  με φώναζε «Βούλγαρο».
Στο τέλος τα πήρα και την ρώτησα :
«Αποφάσισε επιτέλους τι είμαι , Τούρκος ή Βούλγαρος;».
Εκείνη χαμογελώντας αποκρίθηκε :
«Τίποτα απ’ τα δύο . Είσαι διάολος!!!»
Προβληματίστηκα. Έτσι όπως το έθεσε ,
ο διάολος είναι χειρότερος από τον
Τούρκο και τον Βούλγαρο ή ανάποδα
ο Τούρκος και ο Βούλγαρος είναι
καλύτεροι από τον διάολο. Πήγα δίπλα της,
και τραβώντας την απ’ το φουστάνι
της είπα : «Μάννα , προτιμώ να με
χαρακτηρίζεις Τούρκο ή Βούλγαρο. Ο διάολος
δεν μου κάθεται καλά».
Εδώ θα σταματήσω με αυτό το ζήτημα , επειδή
για άλλο  ήθελα να γράψω.
Λοιπόν…..


Μια φορά κι ένα καιρό
σε μια μικρή  παραθαλάσσια πόλη
ζούσε   μια γυναίκα
που έπινε  χλωροφόρμιο
για να ξεχάσει.
Αργά τις νύχτες  συνήθιζε
να χαϊδεύει  με τα  ακροδάχτυλα
τα πλήκτρα ενός  πιάνου.
Ένα  κόκκινο  τριαντάφυλλο
στο μέρος της καρδιάς ,
στόλιζε πάντα το  μακρύ μαύρο  φόρεμα της.

‘Ένα ζεστό βράδυ  που το φεγγάρι
είχε πνιγεί  από καημό και θλίψη,
βγαίνοντας απ’ την πόρτα της
αντάμωσε
το μονόφθαλμο τέρας .
Στο μοναδικό του μάτι  αντίκρισε  την εποχή
που σπούδαζε    στην
σχολή των ζητιάνων της αγάπης.
Αναστατώθηκε  και
το αγκάλιασε θερμά .

Κρατώντας ο ένας το χέρι του άλλου
 ανέβηκαν στην πλάτη
μιας κοιμισμένης φάλαινας.
Με φουσκωμένες καρδιές  για πανιά,
αρμένιζαν τις  νύχτες
στα ανοιχτά της θάλασσας.
Όταν  ο χρόνος
κούραζε τις καρδιές
και τις ξεφούσκωνε,
χρησιμοποιούσαν γιαπωνέζικα ξυλάκια ρυζιού
για κουπιά.

Η μοίρα  όμως ,αυτός ο τρελός  και
ανελέητος εφευρέτης,
δεν τους έκανε το χατίρι για πολύ .
Η κοιμισμένη φάλαινα κάποτε ξύπνησε,
ξύστηκε ,
και τους τίναξε από πάνω της.
Πάλεψαν με τα κύματα
ώσπου ξέμειναν από δυνάμεις .
Αποκαμωμένοι αφέθηκαν
στην σκοτεινή και παγωμένη
αγκαλιά του βυθού,
κρατώντας πιο σφιχτά
ο ένας το χέρι του άλλου .


Την επόμενη μέρα
ένα κόκκινο τριαντάφυλλο
επέπλεε  στην ακροθαλασσιά.


Το νεαρό ονειροπόλο κορίτσι
που έλουζε τα πόδια της
περπατώντας στην άμμο,
έσκυψε και το μάζεψε.
Τρυπήθηκε.
Ο πόνος στο  ματωμένο δάχτυλο της
 δεν στάθηκε ικανός να την αποθαρρύνει.
Το έβαλε στο μέρος της καρδιάς.
Γνώριζε πως είναι  η σειρά της.





8.5.11

Η μητέρα του φίλου



Η μητέρα του Μιχάλη είχε λεπτό πρόσωπο,
μεγάλα  λευκά  δόντια, ίσια μαύρα μαλλιά,
και  μοχθηρά  χείλη.
Κάπνιζε σκεφτική  και τραγουδούσε σαν νέγρα.
Φορούσε  σκούρα στρογγυλά γυαλιά
ακόμη  και όταν το φεγγάρι έπαιζε κρυφτό
με το  μυαλό της.
Είχε μεγάλα βυζιά , λευκό λαιμό, στενή μέση,
μακριά  πόδια και τορνευτούς αστραγάλους.
Ήμουν ερωτευμένος μαζί της.
Ήμουν ερωτευμένος με την μητέρα
του καλύτερου φίλου μου ,του Μιχάλη.
Ο Μιχάλης κάτι είχε μυριστεί ,
γιατί όταν τον ρωτούσα  για την μάννα του,
απέφευγε να απαντήσει.
Η μητέρα του Μιχάλη ήταν η αιτία
που λίγο έλειψε να πάθω  τύφλωση,
εκείνη την εποχή.

Μια μέρα που τα παιδιά της γειτονιάς
παίζαμε σκατουλάκια στη μέση του δρόμου,
μια ιδέα μου ‘ρθε στο μυαλό.
Την έθεσα αμέσως σε εφαρμογή.
-Μιχάλη, που είναι η μάννα σου;
Δεν περίμενα απάντηση αλλά, ώ του θαύματος!
-Κάνει μπάνιο στο σπίτι.
Άφησα να περάσει λίγη ώρα και είπα:
-Η κοιλιά μου γουργουρίζει .
-Νομίζω πως πρέπει να χέσεις .
-Ναι , σωστά.
Έφυγα κρατώντας την κοιλιά μου.
‘Όμως, αντί να πάω στο πατρικό σπίτι,
μπήκα στο σπίτι του Μιχάλη.
Στάθηκα μπροστά στην πόρτα του μπάνιου ,
και  φώναξα δυνατά  .
-Θεία, ένα αμάξι πάτησε τον Μιχάλη!!!
Δεν πρόλαβα να το επαναλάβω.
Η πόρτα του μπάνιου άνοιξε με πάταγο.
Η μητέρα του Μιχάλη πετάχτηκε έξω,
ουρλιάζοντας σαν τρελή.
Γυμνή και βρεγμένη.
Πρόλαβα να καταπιώ λίγο σάλιο
επειδή  μετά το στόμα μου στέγνωσε.
Θόλωσε το βλέμμα μου.
Μια γλυκιά ζάλη απλώθηκε στο μυαλό μου.
Άρχισα να τρέμω σύγκορμος.
Η μητέρα του Μιχάλη κάτι με ρώτησε
δεν κατάλαβα τι.
Ήμουν ήδη πεσμένος στο πάτωμα,
μισολιπόθυμος.
Άκουσα  βιαστικά ξυπόλητα βήματα
να απομακρύνονται.
Δεν ξέρω πόση ώρα  πέρασε ,αλλά συνήλθα
 όταν η μητέρα του Μιχάλη στάθηκε
από πάνω μου και με χτυπούσε με μια σκούπα.
Ήταν ακόμη γυμνή !
Μπορεί το ξύλο να έπεφτε βροχή ,
αλλά η οπτική γωνία που είχα
δεν μου άφηνε κανένα περιθώριο
να σηκωθώ να φύγω.
Την κοιτούσα από κάτω και είχα την αίσθηση
ότι αντίκριζα τον παράδεισο.
Υπέροχη  θέα, δεδομένη θυσία.


Το βράδυ στο κρεβάτι μου, σαν δαρμένος σκύλος ,
έγλυφα τις πληγές μου .
 Ένοιωθα υπέροχα.
Το πρόσωπο μου έλαμπε από ικανοποίηση.
Με τον Μιχάλη συνεχίσαμε να κάνουμε παρέα,
μέχρι που σκοτώθηκε με μοτοσυκλέτα
-για κάποιο στοίχημα –
μερικά χρόνια αργότερα
στη φουρκέτα του Αϊ –Γιάννη . Η μητέρα του,
με τα σκούρα γυαλιά  φόρεσε και μαύρα ρούχα.
Στα δεκαέφτα  έφυγα από το πατρικό.
Μετά από καιρό ,τυχαία κάποιος στο δρόμο ,
μου είπε πως η μητέρα του Μιχάλη
πέθανε   κάπου στην Αμερική.
Μετά τον θάνατο του γιου της ,μπαινόβγαινε
στο τρελλάδικο , μέχρι  που την ελευθέρωσε
ο καρκίνος.

5.5.11

Κλειστός Οικογενειακός Κύκλος

                                             
                                             
                                               Ο πατέρας  ήθελε να γίνω κουρέας.
                                               Η μητέρα  ράφτης.
                                               Ο παππούς  ήθελε να γίνω μαρμαράς.
                                               Η γιαγιά πυροσβέστης.

                                               Ο πατέρας  κουρευόταν κάθε Σάββατο.
                                               Η μητέρα  δεν ήξερε να ράβει το καλτσόν της.
                                               Ο παππούς  ονειρευόταν μαρμάρινο τάφο.
                                               Η γιαγιά  ήταν -κατά λάθος- πυρομανής.

                                               Δεν έγινα τίποτα απ’ όλα αυτά ,και γι' αυτό
                                               μου κρατούσαν  μούτρα.
                                               «Στ’ αρχίδια μου» σκέφθηκα.

                                               Προτίμησα να γίνω καπνιστό  λουκάνικο,
                                               ώστε να  ευφραίνω
                                               περισσότερους από  τους τέσσερις.
                                               -Δημοκρατία δεν έχουμε ;

                                               Η τύχη ήταν με το μέρος μου ,
                                               μέχρι που μια μέρα
                                               ένας παράλογος κοντότριχος   σκύλος
                                               ξέφυγε από την ιδιοκτησία  ενός μπαστουνόβλαχου
                                               και με καταβρόχθησε την ώρα
                                               που ,ενώ ...
                                               ο πατέρας  κουρευόταν
                                               έπαθε έμφραγμα και έμεινε στον τόπο,
                                               η μητέρα  πάνω από ένα μανταρισμένο καλτσόν
                                               τρυπήθηκε
                                               και πέθανε από τέτανο,
                                               ο παππούς  κείτονταν ανάσκελα με ανοιχτό στόμα
                                               σε χορταριασμένο  τάφο,
                                               η γιαγιά  -κατά λάθος -καιγόταν σαν λαμπάδα
                                               από έκρηξη φιάλης γκαζιού .

                                               -Τι έμεινε απ’ όλα αυτά;
                                               Ένας  Κλειστός Οικογενειακός Κύκλος !






30.4.11

Το ρεπορτάζ

                                                                         Τα αλάνια

Στις 3:15 τα ξημερώματα της περασμένης Τετάρτης, ένας   μεσήλικας άντρας – γνωστός όπως λέγεται για την αντεξουσιαστική του δράση - που διαμένει περιστασιακά σε στοά της  πλατείας  Τσεπεκλένη, επιτέθηκε ουρλιάζοντας ακατανόητες φράσεις  με γκλίτσα  και χτύπησε έναν άντρα που αγόραζε τσιγάρα σε παρακείμενο  περίπτερο. Όπως είπε μία ιερόδουλη – δεν θα  αποκαλύψω το όνομα της για ευνόητους λόγους- που έκανε πιάτσα εκείνη την ώρα στην πλατεία, ο δράστης πετάχτηκε μέσα απ’ το σκοτάδι  και τον χτύπησε τρεις φορές στο κεφάλι με μία γκλίτσα. Η φίλη  του ατόμου που δεχόταν την επίθεση κατέβηκε έκπληκτη από το αμάξι με το μισοφόρι να βοηθήσει τον φίλο  της . Δέχτηκε κι αυτή με τη σειρά της  ισχυρά κτυπήματα με την γκλίτσα.Το θύμα της επίθεσης αφού συνήλθε από το σοκ ,επιχείρησε να τραβήξει μπουλονόκλειδο από το πορτμπαγκάζ του αυτοκινήτου  αλλά ο δράστης τον ακινητοποίησε ρίχνοντας του  μερικές γρήγορες μπουνιές στη μούρη. 
Το θύμα αφού σηκώθηκε με χίλια ζόρια , παραπατώντας  απομακρύνθηκε  για λίγο από το σημείο , επέστρεψε  λίγη ώρα μετά φουρκισμένος (προφανώς τα 'θελε ο κώλος του). Κατέβηκε  από το αυτοκίνητο κρατώντας μία ποιμενική ράβδο γεμάτη  σκληρούς ρόζους και βγάζοντας σπίθες απ’ τα μάτια προσπάθησε να ξιφουλκήσει τον θύτη.  Όμως, πριν προλάβει να χρησιμοποιήσει  την ποιμενική ράβδο δέχτηκε με την γκλίτσα ένα φαλτσαριστό κτύπημα στο σβέρκο και έπεσε ξερός καταμεσής του δρόμου, σύμφωνα με την μαρτυρία αξιοσέβαστου  θαμώνα νυχτερινού καφενείου της πλατείας Τσεπεκλένη. Κάτω από αδιευκρίνιστες μέχρι στιγμής συνθήκες ,το θύμα  αιμόφυρτο μεταφέρθηκε βογκώντας σαν πληγωμένο ζώο  με άγνωστο Ι.Χ. αυτοκίνητο σε πολύ γνωστό  νοσοκομείο της ευρύτερης περιοχής  .

Οι γιατροί διαπίστωσαν ότι το θύμα του περιστατικού έφερε ένα βαθύ τραύμα στο κεφάλι από αιχμηρό αντικείμενο κι αιμορραγούσε άσχημα, ενώ η φίλη του έφερε τυφλά χτυπήματα στα χέρια, στην κοιλιά και στα μαλακά . Κατά διαβολική σύμπτωση εκείνη την ώρα έπεσε το ηλεκτρικό ρεύμα στο νοσοκομείο .Οι γεννήτριες δυστυχώς δεν δούλεψαν. Όταν επανήλθε το φως  μετά από λίγη ώρα, οι γιατροί βρέθηκαν δεμένοι χειροπόδαρα . Μετά από καταγγελία της φίλης του θύματος οι γιατροί πιάστηκαν στα πράσα  για φακελάκι, με μάρτυρες κατηγορίας τον θύτη  που χτύπησε την ίδια και τον φίλο της, την ιερόδουλη και τον περιπτερά.

Ο διευθυντής του νοσοκομείου Χρήστος Ανέστης κοιτάζοντας λοξά τις  κάμερες της τηλεόρασης διέταξε οργισμένος επείγουσα ΕΔΕ δηλώνοντας : «Εάν αποδειχθεί ότι τα μάγκωσαν , είμαι αποφασισμένος να τους συντρίψω. Τέρμα τα αστεία ».



Συμπέρασμα : ‘Οποιος τη νύχτα περπατεί λάσπες και σκατά πατεί.

21.4.11

Οι τρεις αδελφές



                                           Μου το σύστησαν δύο , μου το πρότεινε ένας
                                           -με κάθε επιφύλαξη.
                                           Πέρασα το κατώφλι από περιέργεια.
                                           Οι τοίχοι καλυμμένοι με ξύλινη επένδυση ,
                                            ψαροκόκαλο  αντιθέτου φοράς για διακόσμηση
                                           εναλλάξ στο κάθε μαδέρι.
                                           Πάτωμα μωσαϊκό πιτσιλωτό ,σαν τη ζωή  της Μαίριλιν.
                                           Τραπέζια ξύλινα με γυάλινη θαμπή επιφάνεια
                                           σε μερικά σημεία.
                                           Φωτισμός τόσος, όσο να μην ακούγεται το βούισμα
                                           των φτερών της μύγας  που κατευθύνεται ράθυμα προς
                                           την τουαλέτα.
                                           Άνθρωποι  σκυφτοί πάνω απ’ τα πιάτα τους ,να ρουφούν
                                           τις μύξες τους ,πριν αυτές προλάβουν να πέσουν
                                           λόγω βαρύτητας   στο αχνιστό  φαγητό τους.
                                           Το όνομα του εστιατορίου «Οι τρεις αδελφές».

                                           Μια από τις τρεις έρχεται προς το μέρος μου.                                          
                                           -    Τι θα πάρετε, κύριε;
                                           -    Οι άλλες δύο αδερφές  είναι το ίδιο νόστιμες
                                                 με σένα;
                                           -    Δεν είμαστε τρεις, είμαστε τέσσερις.
                                           -    Που είναι η τέταρτη; Απ’ έξω η ταμπέλα μιλάει
                                                για τρεις.
                                           -    Η τέταρτη το ‘σκασε με έναν επιλοχία,
                                                 κι ο μπαμπάς την αποκλήρωσε.
                                           -    Της πουτάνας γίνεται !
                                           -    Είπατε κάτι;
                                           -    Ναι, ένα μπιφτέκι , μία σαλάτα , μισή καράφα λευκό κρασί,
                                                 ένα μήλο, κι ένα  περγαμόντο.
                                           -    Θέλετε το βιολί να σας παίξει κάτι πριν σας σερβίρουμε;
                                           -    Βεβαίως , τα κύματα του Δουνάβεως σε λίγο πιο αργό
                                                τέμπο  απ’ το συνηθισμένο.
                                          Απομακρύνθηκε με σεμνό βήμα.

                                           Όταν πέρασα την εξώπορτα και βρέθηκα στον δρόμο ,
                                           οι ήχοι του βιολιού ηχούσαν ακόμα στα αυτιά μου.
                                           Λίγο πριν κόψω στην επόμενη γωνία με είχε πιάσει
                                           κοιλόπονος και κόψιμο. Εκείνο το βράδυ το πέρασα σε
                                           διανυκτέρευον  φαρμακείο .Το επόμενο βράδυ, ήμουν
                                           προσκεκλημένος στο σπίτι του μπαμπά που έδιωξε
                                           την τέταρτη με τον επιλοχία.
                                           Ο γέρος έμοιαζε   με στρατηγό.
                                           Η δεύτερη μου άρεσε πιο πολύ απ’ τις άλλες δύο.
                                           Με προτιμούσε η τρίτη . Με κέρδισε η πρώτη.

                                           Ένα χρόνο μετά , πέρασα το κατώφλι του εστιατορίου,
                                            που μου το ‘χαν συστήσει δύο ,και μου το είχε προτείνει ένας
                                            -με κάθε επιφύλαξη.
                                           Χωρίς να κοιτάξω γύρω μου ,πήγα σκυφτός σαν
                                           κουρδισμένο στρατιωτάκι  στο πόστο μου.
                                           Πίσω απ’ το ταμείο.
                                           Σήκωσα το βλέμμα.
                                           Οι τοίχοι ήταν καλυμμένοι με ξύλινη επένδυση ,
                                            ψαροκόκαλο  αντιθέτου φοράς για διακόσμηση
                                            εναλλάξ στο κάθε μαδέρι.
                                           Πάτωμα μωσαϊκό πιτσιλωτό ,σαν τη ζωή  της Μαίριλιν.
                                           Τραπέζια ξύλινα με γυάλινη θαμπή επιφάνεια,
                                            σε μερικά σημεία.
                                           Φωτισμός τόσος, όσο να μην ακούγεται το βούισμα
                                           των φτερών της μύγας  που κατευθύνεται βιαστικά
                                           προς  την τουαλέτα.
                                           Άνθρωποι  σκυφτοί πάνω απ’ τα πιάτα τους ,να ρουφούν
                                           τις μύξες τους ,πριν αυτές προλάβουν να πέσουν
                                           λόγω βαρύτητας στο αχνιστό  φαγητό τους.
                                          Το όνομα του εστιατορίου :
                                          «Το βλακόμουτρο και οι τρεις αδελφές».

12.4.11

Η δασκάλα με τα χρυσά μάτια



Είμαι πάλι απόψε μόνος,
 με σουβλίζει γκρίζος
                                 πόνος
που θα πάει ,θα ξεζέψω
τη ζωή μου να
             αρμέξω.

(εδώ ακολουθεί
   βαθύς νοσταλγικός αναστεναγμός )

το ‘χω ρίξει στο ποτό
ίσως είν’ το
                       χιλιοστό,
αφουγκράζομαι εσένα
με κιθάρα δίχως
                            πένα.

Τριγυρίζω μεσ’ τη γυάλα,
κι είν’ ο ήλιος έξω
                          ντάλα,
βάζω το πλατύ  καπέλο
ίσως χρειαστώ και
                          βέλο

(εδώ χτυπώ χλιαρά παλαμάκια ,
για να διώξω ένα έντομο που με
περιτριγυρίζει  ενοχλητικά )

Πίνω μια ασπιρίνη
και κλωτσώ  ένα
                         μανταρίνι,
λίγη μπάλα για να παίξω
την καρδιά μπας σου
                                κλέψω

Λίγα βήματα πιο πέρα
βρίσκεται  μια
        αλατιέρα,
Ρίχνω λίγο στην πληγή μου
και με τσούζει
        η  ψυχή  μου

Το γιαλάκι σου φοράς
με τι χάρη
        περπατάς!
Θέλω τόσο να σε γλείψω
από μπρος και
        από πίσω

(εδώ με χαρτομάντιλο σκουπίζω
μερικά σάλια που δραπέτευσαν
απ’ το στόμα μου)

Πότε θα ‘ρθει κείνη ώρα
να ξαπλώσεις στην
                αιώρα,
να σ’ αρχίσω στα χαδάκια
να σε πνίξω στα
              φιλάκια (κάνω ερώτηση)

Άνοιξε το παραθύρι
για να κάνω
                   μπανιστήρι,
να θαυμάσω το κορμί σου
και να ‘κούσω  τη
               φωνή σου

Πριν φορέσεις καπελίνο
Θα σου παίξω
   μαντολίνο,
και μετά θα πάμε βόλτα
αφού κλείσουμε
                            την πόρτα

(εδώ σιγουρεύομαι ότι έχω τα κλειδιά
στη τσέπη)

Μέσα στην ντουλάπα   μπαίνω
σίγουρα τα ….
                       καταφέρνω,
στο δικό σου το πηγάδι
με «ανάβει» το
                           σκοτάδι

Είμαι λίγο κουλτουριάρης
αλλά πιο πολύ
                           αλανιάρης
προτιμώ τα «άλλα» κόλπα
πιο πολύ από την
                              σκλόπα  *

Θα μ’ αφήσω κάπου εδώ
για να τρέξω  να
                                 ιδώ,
βήματα ηχούν στην σκάλα
ίσως είναι η
                        δασκάλα!!!!

(τρέχω με αγωνία και κολλώ τα ματόκλαδα
στο γυάλινο ματάκι της εξώπορτας).**


*Σκλόπα = ιδιωματική ονομασία τοπικού χαρακτήρα της κουκουβάγιας ,
                    πτηνού που συμβολίζει τη σοφία και τη γνώση.
** Τζίφος…


Παρακάτω περιγράφω κάτω από ποιες συνθήκες γράφτηκε αυτό το πραγματικά υπέροχο ποίημα :

Ήταν η εποχή  που άρχιζε η πολυπόθητη επαγγελματική  μου σταδιοδρομία. Ήμουν  νέος , δροσερός, ζωντανός, και ωραίος. Η τρομερή ψυχοσωματική πίεση της δουλειάς  , αλλά και οι υπόλοιπες ακρατείς  νυχτερινές  δραστηριότητες μου , μου είχαν εντρυφήσει  την ιδέα ότι η επόμενη μέρα θα ήταν και η τελευταία μου ( αυτή η σκέψη  με ακολουθεί μέχρι σήμερα, δεν μπόρεσα ποτέ να την αποβάλλω). Αυτό πρακτικά σήμαινε πολλά πράγματα. Ένα εξ’ αυτών – ίσως το σημαντικότερο - ήταν πως σπαταλούσα ολόκληρο το μισθό την πρώτη κιόλας μέρα και τις υπόλοιπες  του μήνα ζούσα με δανεικά και με φυλλομάρουλα , αν έβρισκα. Ο μεγαλύτερος βραχνάς ήταν το νοίκι. Εφόσον έτρωγα τα λεφτά από την πρώτη μέρα , λογικό ήταν το νοίκι να μένει  απλήρωτο. Η συνέπεια αυτής της κατάστασης ήταν να με πετάει ο κάθε σπιτονοικοκύρης στο δρόμο.  Άλλαζα σπίτι με μεγαλύτερη συχνότητα απ’ ότι αλλάζει πουκάμισο το παρδαλό φίδι . Με τον καιρό απέκτησα χρηστική εμπειρία επί του θέματος.
 Έτσι , μια μέρα ,μετά από αρκετό ποδαρόδρομο  λόκαρα μια παλιά κίτρινη πολυκατοικία. Ήταν ένα σχετικά παλιό γωνιακό κτίσμα στην αρχή μιας εξαντλημένης αλέας.   Ιδιοκτήτρια ήταν μία θρησκόληπτη γριά. «Πέτυχα λαβράκι» είπα μέσα μου, «αυτή για να σώσει την ψυχή της τώρα στα τελειώματα της , θα κάνει τα στραβά μάτια , θεωρώντας πως ο οίκτος που θα μου δείξει , θα είναι το εισιτήριο για τον παράδεισο της. Το μόνο που έχω να κάνω θα είναι να της το υπενθυμίζω συνεχώς. Τα υπόλοιπα θα ‘ρθουν μόνα τους ». Δεν ήταν δύσκολο. Το κόλπο πέτυχε. Στο δωμάτιο εκείνο έμεινα γύρω στους οχτώ μήνες . Μετά  βαρέθηκα και έφυγα από μόνος μου . Πήγα αλλού. Δεν θυμάμαι που.
Κατά την διάρκεια της παραμονής μου συνέβη κάτι που μου έδωσε την έμπνευση να δημιουργήσω αυτό το θαυμάσιο ποίημα. Τι ήταν αυτό που συνέβη; Ακούστε λοιπόν.