27.2.11

Ο νάνος

                                                                          


Ο Χι. γεννήθηκε νάνος από ψηλούς γονείς.
Η μητέρα του πήγε να σκάσει  σκάσει απ’ την στεναχώρια της.
Τον ήθελε ψηλό και όμορφο. Αμ’ δε.
Ο πατέρας του ,πιο ευαίσθητος, δεν άντεχε να τον βλέπει
    και έγινε μπεκρής.
Καθώς γύρναγε ένα βράδυ σπίτι στουπί στο μεθύσι, πάτησε μια
μπανανόφλουδα , πήρε μία τούμπα ,χτύπησε το κεφάλι του στο
δρόμο και έμεινε ξερός.
Τον έθαψαν βιαστικά επειδή τη μέρα εκείνη έβρεχε με το τουλούμι
     και όλοι  είχαν ξεχάσει να πάρουν  ομπρέλες μαζί τους.

Μετά από χρόνια ,μια μέρα που ο Χι. βολόδερνε στους δρόμους,
τον συνάντησαν  κάποιοι περιπλανώμενοι Ιταλοί.
Τον είδαν , τους έκανε , του έκαναν πρόταση και  αυτός την αποδέχτηκε.
Έτσι, ο Χι. έπιασε δουλειά σε τσίρκο.
Αυτοσχεδίαζε με αξιοθαύμαστη  επιτηδειότητα  διάφορα αστεία ,
τραγουδούσε με τη λεπτή φωνή του άριες περασμένων αιώνων ,
και το κοινό ξεκαρδίζονταν στα γέλια.
Πιο πολύ ,όμως, γελούσαν με την προφανή ελλειμματικότητα  του.
Ο  Χι. το είχε συνηθίσει και δεν τον ενοχλούσε πια.
Τουλάχιστον αυτό έδειχνε μπροστά στους άλλους.
(Τα βράδια με δάκρυα μούσκευε το μαξιλάρι του ,αλλά αυτό
δεν ενδιαφέρει  κανένα).
Ένα πρωί ξύπνησε και δεν βρήκε κανένα από το
προσωπικό του τσίρκου.
Είχαν εξαφανιστεί όλοι. Σαν να άνοιξε η γη και τους κατάπιε.
Όλους , εκτός από την όμορφη κόρη του αφεντικού, τη Μι. .
Τη ρώτησε τι είχε συμβεί και κείνη του απάντησε ότι
    στον ύπνο της είδε πως τους είχε καταβροχθίσει το
    πελώριο φίδι του   θηριοδαμαστή.

Ο Χι. μαζί με την όμορφη κόρη του αφεντικού τη Μι.  , αφού πένθησαν τους  εξαφανισμένους  ,αποφάσισαν να συνεχίσουν οι ίδιοι την λειτουργία    του τσίρκου.
Πριν απ’ από αυτό, άνοιξαν τις πόρτες των κλουβιών και
άφησαν όλα τα ζώα ελεύθερα.
Όλα έφυγαν εκτός από μία μαϊμού.
Έτσι , έμειναν οι τρεις τους.
Ο  Χι. , η όμορφη κόρη του πρώην αφεντικού η Μι. και η μαϊμού.
Λίγο αργότερα ήρθε και η μάννα του Χι. που όπως είπε η ίδια ότι  νοσηλευόταν
     σε κάποια ψυχιατρική κλινική  , εγκαταστάθηκε  μαζί τους και ‘γίναν   τέσσερις.
Ο Χι., η Μι. η όμορφη κόρη του πρώην αφεντικού, η μαϊμού και η τρελή.
Σιγά σιγά οργανώθηκαν , το τσίρκο  άνοιξε πάλι
     τις πόρτες του στο κοινό ,αλλά χωρίς ζώα αυτή τη φορά.
Ο Χι. παντρεύτηκε την όμορφη κόρη του πρώην αφεντικού τη Μι..
Η μητέρα του τους έβλεπε και τους καμάρωνε συγκινημένη.
Στα μάτια της γριάς  ο γιός της  φάνταζε ένας όμορφος θεόρατος
γίγαντας .
Μπορούσε να πεθάνει ήσυχη τώρα.
Και πέθανε. Την βρήκαν νεκρή ,ξαπλωμένη στο κρεβάτι της
μ’ ένα  χαμόγελο ικανοποίησης ζωγραφισμένο στο πρόσωπο της.
Όσοι βρέθηκαν από πάνω της εκείνη την ώρα πρόσεξαν ένα μικρό ψεύτικο φιδάκι που ήταν  πλεγμένο στα
                                         δάχτυλα των χεριών της. Από το
μυαλό τους πέρασαν κάποιες σκέψεις αλλά μέχρι εκεί και τίποτα
περισσότερο.
Την έθαψαν με κάθε τιμή ,αλλά και με κάθε επιφύλαξη.
Σε λίγο καιρό  η μαϊμού ψόφησε  . Και απόμειναν οι δυό τους.
                      Ο Χι. και η όμορφη κόρη του παλιού αφεντικού, η Μι. .
Το τσίρκο συνέχισε τις περιοδείες του σε όλο το μήκος και πλάτος
          του κόσμου. Απόκτησε τέτοια  φήμη που όλοι οι τουριστικοί
πράκτορες  τσακωνόταν μεταξύ τους ποιο θα είναι το επόμενο μέρος που θα το φιλοξενήσει.

Πέρασαν πολλά χρόνια . Το ζευγάρι γέρασε. Απόγονοι δεν ήρθαν.
Τους βρήκαν πεθαμένους , χωριστά. Αυτόν, στην παλιά υφασμάτινη
     πολυθρόνα που καθόταν για να ξεκουράζεται, και αυτή
     ξαπλωμένη μπρούμυτα κάτω απ’ το κρεβάτι  που συνήθιζε να καταφεύγει κάθε φορά που πήγαινε να πέσει
    για ύπνο ,ψάχνοντας από κακή συνήθεια  για κάποιο
κρυμμένο φίδι.
Τους έθαψαν μαζί.

Το τσίρκο που κάποτε έλαμπε από αίγλη , ορφανό πια από τους στυλοβάτες  του, αφέθηκε έρμαιο στην τύχη του.
Με τον καιρό τα χαρούμενα  χρώματα του ξεθώριασαν , μέχρι που
    ο χρόνος , ο ήλιος και η βροχή τα έσβησαν εντελώς.
Απόμεινε ένα γκρίζο  τσακισμένο περίγραμμα  πνιγμένο στα σκουπίδια     σε ένα μεγαλοχώραφο    που χρησιμοποιείται από τον πολιτισμό για σκουπιδότοπος.
Όποιος περνά για να πετάξει κάτι που δεν του χρειάζεται πια, και τυχαία πέσει   το βλέμμα του  προς τα κει , δεν δίνει
την παραμικρή σημασία.
Μονάχα αυτοί που ξέρουν την ιστορία του σταματούν , το κοιτάζουν ,θυμούνται
    και μελαγχολούν.
                                                                                          Ένας απ’ αυτούς είμαι κι εγώ.
 



26.2.11

Ηδυπαθής συγκόλληση



Περπατούσε σαν νωχελική γαζέλα.
Στάθηκε μπροστά μου και είπε: «Αυτές τις
μέρες στάζω από καύλα».

Λένε πως έχω γλυκό χαμόγελο.
Το υγρό πουλί μ’ έριξε στο στενό κρεβάτι ,και
έλυσε τα μαλλιά του.

Το χτύπησα μέχρι να το συντρίψω.
Στον τοίχο ένα καρφωμένο πιάτο, έπεσε
και έγινε χίλια κομματάκια.

Σήκωσα το κεφάλι και κοίταξα .
Εντόπισα πως δεν είχε γυάλινο μάτι, άρχισε τότε
το μουνί να σείεται ως τη ρίζα.

-Ακούς;  Tο χώμα  μυρίζει…

14.2.11

Κοφτές αναπνοές

 
Μαζεύτηκαν πολλοί γύρω μου,
αυτοκίνητα, αγκώνες, καμπύλες βυζιών.

Φωνή: «γύρνα σπίτι σου γεροκουνενέ»,
Κι αν με ρωτήσουν που πάω , θα πω :
...«που αλλού ; εδώ ,λίγο πιο κάτω» .

Πέφτω κάτω και κοιμάμαι . Κι είναι πρωί.
Ξυπνώ . Κι είναι πρωί.

11.2.11

Καμένο σπίρτο





Την ώρα που φεύγει  το φως
και πέφτει το σκοτάδι ,
μου ‘ρχεται στο μυαλό  η εποχή που
ταλαντευόμουν στο χείλος του κενού.
Ενός κενού ποτισμένου με το άρωμα του
απαγορευμένου.


Και τώρα ,να που  στέκομαι σιωπηλός,
μπροστά σε μια μεγάλη και
                        έρημη λεωφόρο.