31.3.11

Το πουλί



Στεκόμουν στην στάση του λεωφορείου και ξεφλούδιζα ένα βραστό αυγό.Τη στιγμή που είχα φτάσει στο τελικό στάδιο  της αποφλοίωσης  και , ετοιμαζόμουν να το πετάξω στο ήδη ορθάνοιχτο στόμα μου, μια κουτσουλιά έπεσε απ’ το δέντρο και  το λέρωσε. Δεν πρόλαβα να βρίσω για την ατυχία μου , επειδή μία σκέψη διέσχισε  σαν αστραπή  το σκοτεινό, από το θυμό, βλέμμα μου.
Ότι, ο πρώτος άνθρωπος που πέθανε θα πρέπει να ένοιωσε πολύ μεγάλη έκπληξη. Αυτό μπορεί να οφείλεται σε διάφορους  λόγους. Σε αυτόν όμως που ποντάρω περισσότερο είναι στην  έλλειψη πρότερης εμπειρίας.
Μετά από όλα αυτά ,όπως ήταν φυσικό, η απώλεια του βραστού αυγού πέρασε σε δεύτερο πλάνο . Έτσι το πουλί που βρισκόταν πάνω στο κλαδί ,γλύτωσε φτηνά την κατσάδα που ετοιμαζόμουν να του ρίξω. Ίσως και να μην το ήθελε. Να του έφυγε η κουτσουλιά από αφηρημάδα. Ριμάδα αφηρημάδα.Τη συνέχεια την αντιλαμβάνεται και ο πιο ελαφρόμυαλος. Μόλις πέταξα το αυγό , το πουλί φτερούγησε απ' το δέντρο , και το ..έφαγε. Αυτά. 

22.3.11

Μαστίγιο από τσίχλα

 
 
Περίμενα με αγωνία ,τη γιορτινή μέρα της ανάστροφης διέλευσης,
σε μηδενικό ύψος,
πάνω απ’ τα παγωμένα νερά της καυτής αβύσσου.
Τα ψαράκια έκαναν πάρτι  με ανοιχτά στόματα για τον επερχόμενο μεζέ τους,
                          ενόσω  κατέβαλα κάθε ικμάδα ενέργειας  να φουσκώσω το ζυμάρι.
Δεν φούσκωνε με τίποτα.
Τα βογγητά  μου απ’ την προσπάθεια τρυπούσαν τους τοίχους.
Ο ιδρώτας της απόγνωσης, έλειωνε  τα τελευταία κουράγια.
Δεν φούσκωνε με τίποτα.
Έγειρα  πίσω , εξαντλημένος, απογοητευμένος, απελπισμένος.
Αισθανόμουν  αποτυχημένος.
                     Το ζυμάρι επέμενε πεισματικά να μη φουσκώνει.
Κάθε προσπάθεια αποτυχίας ένα επιπλέον καρφί στο εβένινο
       φέρετρο της  κόλασης .


Είχε απομείνει  ένας  τελευταίος λυγμός   πριν έρθει το τέλος ,
                                                    όταν χτύπησε το κουδούνι της πόρτας.
Ήταν  η οπτασία του λευκού θανάτου.
«Ήρθε για την τελευταία βόλτα» σκέφθηκα.
Φορούσε θαλασσί  μακρύ μεταξωτό φόρεμα.
                                                                    Διαφανές, προκλητικό , εκρηκτικό.
Η έκτακτη παρουσία της δυναμίτισε στοργικά τα λεηλατημένα
από τη σήψη  κύτταρα  μου.
«Είσαι ένας άχρηστος, ένας ρεμπεσκές,  κάνε πέρα» είπε επιτακτικά αλλά ευγενικά.
Άρπαξε το ζυμάρι και άρχισε να εξουδετερώνει μία – μία  τις αντιστάσεις του.
      Απέσπασε   το αυθόρμητο χειροκρότημα  των σοφών
                                  του παρελθόντος χρόνου, που παρακολουθούσαν καθισμένοι
στο ράφι του τοίχου ξεφλουδίζοντας με τις ψεύτικες μασέλες τους αλμυρό πασατέμπο,
φτύνοντας τα τσόφλια στο πάτωμα.
Με κοίταξε με συμπάθεια .
«Ο Μαξ  Στίρνερ δεν βοηθά σε τίποτα, αγάπη  . Σε παγιδεύει στον ατσάλινο ιστό μιας
                            άστεγης  εγωκεντρικότητας  ».
Κοίταζα βουβός την οπτασία .
«Μα, χρειάζομαι αυτοσυγκέντρωση…» ψιθύρισα στεγνά.
«Ψεύτη ,λωποδύτη, κουραμπιέ, εμένα δεν με ξεγελάς!» ξέσπασε ουρλιάζοντας.
 Ηρέμησε σχεδόν αμέσως ,και  χαϊδεύοντας τις τούφες των  μαλλιών της είπε:
 «Κάτι ακόμη  αγάπη , κόψε τις ουσίες ή αντικατέστησε  τις .
                                                                                    Σε λιανίζουν».
«Με βοηθούν να ξεπεράσω τον ερχομό  της τελευταίας ανάσας.
                  Τη στιγμή του ξαφνικού τέλους.  Ξέρεις πως είναι αυτά».


Χαμογέλασε , και μου έδειξε με τα λευκά της δόντια  το ζυμάρι της αγάπης.
Ήταν εντυπωσιακό. Είχε φουσκώσει τόσο πολύ, που έμοιαζε με ηφαίστειο
                                                            έτοιμο να εκραγεί   από στιγμή σε στιγμή  .
«Τέλεια δουλειά» παραδέχθηκα  ταπεινά.
«Περιμένω να με ξοφλήσεις τώρα» ψιθύρισε με παγωμένη φωνή.
«Με τι αντάλλαγμα ;»  ρώτησα   ( εμφανής παρουσία αγωνίας στο βλέμμα μου).
«Την τελευταία σου μέρα !».
 Δίχως να  σκεφθώ απάντησα:                                       
                                               «Σιγά το πράγμα, δική σου !» ξεφύσησα  ανακουφισμένος.



                                                                                                                      Γενάρης  1983
                                    Από το τετράδιο με το γενικό τίτλο « Θα σε δω το βράδυ στο ‘’Κανάλι’’».

19.3.11

Αξιέραστη φόλα



Εψόφαγα να τη γνωρίσω , συναντηθήκαμε την μεθεπομένη.
Ένθεο πλάσμα. Ένας άλλος κόσμος,διαφορετικός .
Κρατούσε ένα άδειο βάζο με τα δύο χέρια,
γι’ αυτό  δεν υπήρξε χειραψία, δυστυχώς.
Θα αισθανόμουν σαν αρχαίος ‘Ελλην,
εάν  λίγο πριν  δεν είχα
καταναλώσει ένα καφάσι  ρετσίνες μάρκας  Εκάβη (;!ει) .
Τη στιγμή που άρχισα να επικοινωνώ  με το βάθος των ματιών της,
με την αμεσότητα που προσφέρει  η  καθολικότητα του σύμπαντος,
ένας δυνατός αέρας φύσηξε από το πουθενά.
Θαλασσινή άμμος σηκώθηκε και μου λόγχισε  τα μάτια.
Η επικοινωνία μεταξύ μας διακόπηκε.
Τότε το γκαρσόνι φώναξε δυνατά.
«Γρήγορα τρέξτε, ο  κροκόδειλος του βασιλιά κατεβαίνει τη σκάλα».
Ακούστηκαν κάποιοι να τρέχουν βιαστικά  . Απομακρύνθηκαν.
Μετά ησυχία.
Έμεινα καρφωμένος στη θέση μου και περίμενα,
μέχρι που έβρεξε.
Το νερό  μου ξέπλυνε τα μάτια . Η όραση επανήλθε.
Δεν διέκρινα τίποτα ,αλλά σκέφτηκα ότι σίγουρα καταγόμαστε
απ’ τα ζώα. Έτσι  άρχισα  να γαυγίζω δυνατά.
Γαύγιζα άγρια, πολύ άγρια, δείχνοντας απειλητικά τα λιμαρισμένα  δόντια μου
προς κάθε κατεύθυνση .
Στις αρχές της δεκαετίας του ’90 ,πέρασε μία αμοντάριστη   μαμή ,
ονόματι Γεσθημανή ,μόνιμη τρόφιμος  ιδιωτικού μαυσωλείου. Πέταξε  φόλα.
«Ψόφα , αρχιδοβλάσταρο».
Η εμβληματική φράση της  δεν ήταν καθόλου – μα καθόλου - λογοπαίγνιο.
Το εννοούσε.
Και ψόφησα.
Έτσι λοιπόν, αφού εψόφαγα να την γνωρίσω , την γνώρισα με το που
ψόφησα.
Ένθεο πλάσμα. Ένας άλλος κόσμος, διαφορετικός .
Δεν κρατούσε βάζο στα χέρια. Αγκαλιαστήκαμε. Αισθανόμουν
σαν αρχαίος ‘Ελλην  θρονιασμένος  σε κολώνα.
Στη στιγμή επικοινώνησα με το βάθος των ματιών της . Οι φράχτες
των οριζόντων  που δυνάστευαν το μυαλό μου γκρεμίστηκαν με μιας.
Ο τρίτος παγκόσμιος  μας βρήκε νεφοστεφείς  ,
να πλατσουρίζουμε σκερτσόζικα   σε μια λιμνούλα από χολικές εκκρίσεις.


10.3.11

Αντίο Κιλιμάντζαρο



Καθόμουν στο παρτέρι και κατάπινα πολύχρωμες βιταμίνες,
στην πλάτη μου ο τοίχος.
Ξαφνικά, μου καρφώθηκε στο μυαλό πως βρισκόμουν
στο Κιλιμάντζαρο, κι άρχισα να κρυώνω.
Θέλω μια γυναίκα με γούνα  να με ζεστάνει,
να σκαρφαλώσω  πάνω της , να γαντζωθώ στη χαίτη της.
Όχι άλλο Κιλιμάντζαρο, όχι άλλο Κιλιμάντζαρο.


Καθόμουν στο παρτέρι και κατάπινα πολύχρωμες βιταμίνες,
στην πλάτη μου ο τοίχος.
Ξαφνικά, μου καρφώθηκε στο μυαλό πως βρισκόμουν
στο Κιλιμάντζαρο, κι άρχισα να κρυώνω.
Θέλω μια γυναίκα με ηλεκτρικές  αντιστάσεις αντί για μάτια,
Να βουτήξω μέσα να ζεσταθώ ,να ζεματιστώ.
Όχι άλλο Κιλιμάντζαρο, όχι άλλο Κιλιμάντζαρο.


Καθόμουν στο παρτέρι και κατάπινα πολύχρωμες βιταμίνες,
στην πλάτη μου ο τοίχος.
Ξαφνικά, μου καρφώθηκε στο μυαλό πως βρισκόμουν
στο Κιλιμάντζαρο, κι άρχισα να κρυώνω.
Θέλω μια γυναίκα που καφετιές ιστορίες να κρέμονται
απ’ το κεφάλι της, να τις διαβάσω και να χαθώ στο παρελθόν της.
Όχι άλλο Κιλιμάντζαρο, όχι άλλο Κιλιμάντζαρο.


Καθόμουν στο παρτέρι και κατάπινα πολύχρωμες βιταμίνες,
στην πλάτη μου ο τοίχος.
Ξαφνικά, μου καρφώθηκε στο μυαλό πως βρισκόμουν
στο Κιλιμάντζαρο, κι άρχισα να κρυώνω.
Επειδή όσο κι αν έψαξα δεν βρήκα αυτό που ζήτησα,
έβρασα ένα κουνουπίδι ,έκατσα και το ‘φαγα.
Αντίο Κιλιμάντζαρο , αντίο Κιλιμάντζαρο.