22.3.11

Μαστίγιο από τσίχλα

 
 
Περίμενα με αγωνία ,τη γιορτινή μέρα της ανάστροφης διέλευσης,
σε μηδενικό ύψος,
πάνω απ’ τα παγωμένα νερά της καυτής αβύσσου.
Τα ψαράκια έκαναν πάρτι  με ανοιχτά στόματα για τον επερχόμενο μεζέ τους,
                          ενόσω  κατέβαλα κάθε ικμάδα ενέργειας  να φουσκώσω το ζυμάρι.
Δεν φούσκωνε με τίποτα.
Τα βογγητά  μου απ’ την προσπάθεια τρυπούσαν τους τοίχους.
Ο ιδρώτας της απόγνωσης, έλειωνε  τα τελευταία κουράγια.
Δεν φούσκωνε με τίποτα.
Έγειρα  πίσω , εξαντλημένος, απογοητευμένος, απελπισμένος.
Αισθανόμουν  αποτυχημένος.
                     Το ζυμάρι επέμενε πεισματικά να μη φουσκώνει.
Κάθε προσπάθεια αποτυχίας ένα επιπλέον καρφί στο εβένινο
       φέρετρο της  κόλασης .


Είχε απομείνει  ένας  τελευταίος λυγμός   πριν έρθει το τέλος ,
                                                    όταν χτύπησε το κουδούνι της πόρτας.
Ήταν  η οπτασία του λευκού θανάτου.
«Ήρθε για την τελευταία βόλτα» σκέφθηκα.
Φορούσε θαλασσί  μακρύ μεταξωτό φόρεμα.
                                                                    Διαφανές, προκλητικό , εκρηκτικό.
Η έκτακτη παρουσία της δυναμίτισε στοργικά τα λεηλατημένα
από τη σήψη  κύτταρα  μου.
«Είσαι ένας άχρηστος, ένας ρεμπεσκές,  κάνε πέρα» είπε επιτακτικά αλλά ευγενικά.
Άρπαξε το ζυμάρι και άρχισε να εξουδετερώνει μία – μία  τις αντιστάσεις του.
      Απέσπασε   το αυθόρμητο χειροκρότημα  των σοφών
                                  του παρελθόντος χρόνου, που παρακολουθούσαν καθισμένοι
στο ράφι του τοίχου ξεφλουδίζοντας με τις ψεύτικες μασέλες τους αλμυρό πασατέμπο,
φτύνοντας τα τσόφλια στο πάτωμα.
Με κοίταξε με συμπάθεια .
«Ο Μαξ  Στίρνερ δεν βοηθά σε τίποτα, αγάπη  . Σε παγιδεύει στον ατσάλινο ιστό μιας
                            άστεγης  εγωκεντρικότητας  ».
Κοίταζα βουβός την οπτασία .
«Μα, χρειάζομαι αυτοσυγκέντρωση…» ψιθύρισα στεγνά.
«Ψεύτη ,λωποδύτη, κουραμπιέ, εμένα δεν με ξεγελάς!» ξέσπασε ουρλιάζοντας.
 Ηρέμησε σχεδόν αμέσως ,και  χαϊδεύοντας τις τούφες των  μαλλιών της είπε:
 «Κάτι ακόμη  αγάπη , κόψε τις ουσίες ή αντικατέστησε  τις .
                                                                                    Σε λιανίζουν».
«Με βοηθούν να ξεπεράσω τον ερχομό  της τελευταίας ανάσας.
                  Τη στιγμή του ξαφνικού τέλους.  Ξέρεις πως είναι αυτά».


Χαμογέλασε , και μου έδειξε με τα λευκά της δόντια  το ζυμάρι της αγάπης.
Ήταν εντυπωσιακό. Είχε φουσκώσει τόσο πολύ, που έμοιαζε με ηφαίστειο
                                                            έτοιμο να εκραγεί   από στιγμή σε στιγμή  .
«Τέλεια δουλειά» παραδέχθηκα  ταπεινά.
«Περιμένω να με ξοφλήσεις τώρα» ψιθύρισε με παγωμένη φωνή.
«Με τι αντάλλαγμα ;»  ρώτησα   ( εμφανής παρουσία αγωνίας στο βλέμμα μου).
«Την τελευταία σου μέρα !».
 Δίχως να  σκεφθώ απάντησα:                                       
                                               «Σιγά το πράγμα, δική σου !» ξεφύσησα  ανακουφισμένος.



                                                                                                                      Γενάρης  1983
                                    Από το τετράδιο με το γενικό τίτλο « Θα σε δω το βράδυ στο ‘’Κανάλι’’».

Δεν υπάρχουν σχόλια: