12.4.11

Η δασκάλα με τα χρυσά μάτια



Είμαι πάλι απόψε μόνος,
 με σουβλίζει γκρίζος
                                 πόνος
που θα πάει ,θα ξεζέψω
τη ζωή μου να
             αρμέξω.

(εδώ ακολουθεί
   βαθύς νοσταλγικός αναστεναγμός )

το ‘χω ρίξει στο ποτό
ίσως είν’ το
                       χιλιοστό,
αφουγκράζομαι εσένα
με κιθάρα δίχως
                            πένα.

Τριγυρίζω μεσ’ τη γυάλα,
κι είν’ ο ήλιος έξω
                          ντάλα,
βάζω το πλατύ  καπέλο
ίσως χρειαστώ και
                          βέλο

(εδώ χτυπώ χλιαρά παλαμάκια ,
για να διώξω ένα έντομο που με
περιτριγυρίζει  ενοχλητικά )

Πίνω μια ασπιρίνη
και κλωτσώ  ένα
                         μανταρίνι,
λίγη μπάλα για να παίξω
την καρδιά μπας σου
                                κλέψω

Λίγα βήματα πιο πέρα
βρίσκεται  μια
        αλατιέρα,
Ρίχνω λίγο στην πληγή μου
και με τσούζει
        η  ψυχή  μου

Το γιαλάκι σου φοράς
με τι χάρη
        περπατάς!
Θέλω τόσο να σε γλείψω
από μπρος και
        από πίσω

(εδώ με χαρτομάντιλο σκουπίζω
μερικά σάλια που δραπέτευσαν
απ’ το στόμα μου)

Πότε θα ‘ρθει κείνη ώρα
να ξαπλώσεις στην
                αιώρα,
να σ’ αρχίσω στα χαδάκια
να σε πνίξω στα
              φιλάκια (κάνω ερώτηση)

Άνοιξε το παραθύρι
για να κάνω
                   μπανιστήρι,
να θαυμάσω το κορμί σου
και να ‘κούσω  τη
               φωνή σου

Πριν φορέσεις καπελίνο
Θα σου παίξω
   μαντολίνο,
και μετά θα πάμε βόλτα
αφού κλείσουμε
                            την πόρτα

(εδώ σιγουρεύομαι ότι έχω τα κλειδιά
στη τσέπη)

Μέσα στην ντουλάπα   μπαίνω
σίγουρα τα ….
                       καταφέρνω,
στο δικό σου το πηγάδι
με «ανάβει» το
                           σκοτάδι

Είμαι λίγο κουλτουριάρης
αλλά πιο πολύ
                           αλανιάρης
προτιμώ τα «άλλα» κόλπα
πιο πολύ από την
                              σκλόπα  *

Θα μ’ αφήσω κάπου εδώ
για να τρέξω  να
                                 ιδώ,
βήματα ηχούν στην σκάλα
ίσως είναι η
                        δασκάλα!!!!

(τρέχω με αγωνία και κολλώ τα ματόκλαδα
στο γυάλινο ματάκι της εξώπορτας).**


*Σκλόπα = ιδιωματική ονομασία τοπικού χαρακτήρα της κουκουβάγιας ,
                    πτηνού που συμβολίζει τη σοφία και τη γνώση.
** Τζίφος…


Παρακάτω περιγράφω κάτω από ποιες συνθήκες γράφτηκε αυτό το πραγματικά υπέροχο ποίημα :

Ήταν η εποχή  που άρχιζε η πολυπόθητη επαγγελματική  μου σταδιοδρομία. Ήμουν  νέος , δροσερός, ζωντανός, και ωραίος. Η τρομερή ψυχοσωματική πίεση της δουλειάς  , αλλά και οι υπόλοιπες ακρατείς  νυχτερινές  δραστηριότητες μου , μου είχαν εντρυφήσει  την ιδέα ότι η επόμενη μέρα θα ήταν και η τελευταία μου ( αυτή η σκέψη  με ακολουθεί μέχρι σήμερα, δεν μπόρεσα ποτέ να την αποβάλλω). Αυτό πρακτικά σήμαινε πολλά πράγματα. Ένα εξ’ αυτών – ίσως το σημαντικότερο - ήταν πως σπαταλούσα ολόκληρο το μισθό την πρώτη κιόλας μέρα και τις υπόλοιπες  του μήνα ζούσα με δανεικά και με φυλλομάρουλα , αν έβρισκα. Ο μεγαλύτερος βραχνάς ήταν το νοίκι. Εφόσον έτρωγα τα λεφτά από την πρώτη μέρα , λογικό ήταν το νοίκι να μένει  απλήρωτο. Η συνέπεια αυτής της κατάστασης ήταν να με πετάει ο κάθε σπιτονοικοκύρης στο δρόμο.  Άλλαζα σπίτι με μεγαλύτερη συχνότητα απ’ ότι αλλάζει πουκάμισο το παρδαλό φίδι . Με τον καιρό απέκτησα χρηστική εμπειρία επί του θέματος.
 Έτσι , μια μέρα ,μετά από αρκετό ποδαρόδρομο  λόκαρα μια παλιά κίτρινη πολυκατοικία. Ήταν ένα σχετικά παλιό γωνιακό κτίσμα στην αρχή μιας εξαντλημένης αλέας.   Ιδιοκτήτρια ήταν μία θρησκόληπτη γριά. «Πέτυχα λαβράκι» είπα μέσα μου, «αυτή για να σώσει την ψυχή της τώρα στα τελειώματα της , θα κάνει τα στραβά μάτια , θεωρώντας πως ο οίκτος που θα μου δείξει , θα είναι το εισιτήριο για τον παράδεισο της. Το μόνο που έχω να κάνω θα είναι να της το υπενθυμίζω συνεχώς. Τα υπόλοιπα θα ‘ρθουν μόνα τους ». Δεν ήταν δύσκολο. Το κόλπο πέτυχε. Στο δωμάτιο εκείνο έμεινα γύρω στους οχτώ μήνες . Μετά  βαρέθηκα και έφυγα από μόνος μου . Πήγα αλλού. Δεν θυμάμαι που.
Κατά την διάρκεια της παραμονής μου συνέβη κάτι που μου έδωσε την έμπνευση να δημιουργήσω αυτό το θαυμάσιο ποίημα. Τι ήταν αυτό που συνέβη; Ακούστε λοιπόν.

Δεν υπάρχουν σχόλια: