8.5.11

Η μητέρα του φίλου



Η μητέρα του Μιχάλη είχε λεπτό πρόσωπο,
μεγάλα  λευκά  δόντια, ίσια μαύρα μαλλιά,
και  μοχθηρά  χείλη.
Κάπνιζε σκεφτική  και τραγουδούσε σαν νέγρα.
Φορούσε  σκούρα στρογγυλά γυαλιά
ακόμη  και όταν το φεγγάρι έπαιζε κρυφτό
με το  μυαλό της.
Είχε μεγάλα βυζιά , λευκό λαιμό, στενή μέση,
μακριά  πόδια και τορνευτούς αστραγάλους.
Ήμουν ερωτευμένος μαζί της.
Ήμουν ερωτευμένος με την μητέρα
του καλύτερου φίλου μου ,του Μιχάλη.
Ο Μιχάλης κάτι είχε μυριστεί ,
γιατί όταν τον ρωτούσα  για την μάννα του,
απέφευγε να απαντήσει.
Η μητέρα του Μιχάλη ήταν η αιτία
που λίγο έλειψε να πάθω  τύφλωση,
εκείνη την εποχή.

Μια μέρα που τα παιδιά της γειτονιάς
παίζαμε σκατουλάκια στη μέση του δρόμου,
μια ιδέα μου ‘ρθε στο μυαλό.
Την έθεσα αμέσως σε εφαρμογή.
-Μιχάλη, που είναι η μάννα σου;
Δεν περίμενα απάντηση αλλά, ώ του θαύματος!
-Κάνει μπάνιο στο σπίτι.
Άφησα να περάσει λίγη ώρα και είπα:
-Η κοιλιά μου γουργουρίζει .
-Νομίζω πως πρέπει να χέσεις .
-Ναι , σωστά.
Έφυγα κρατώντας την κοιλιά μου.
‘Όμως, αντί να πάω στο πατρικό σπίτι,
μπήκα στο σπίτι του Μιχάλη.
Στάθηκα μπροστά στην πόρτα του μπάνιου ,
και  φώναξα δυνατά  .
-Θεία, ένα αμάξι πάτησε τον Μιχάλη!!!
Δεν πρόλαβα να το επαναλάβω.
Η πόρτα του μπάνιου άνοιξε με πάταγο.
Η μητέρα του Μιχάλη πετάχτηκε έξω,
ουρλιάζοντας σαν τρελή.
Γυμνή και βρεγμένη.
Πρόλαβα να καταπιώ λίγο σάλιο
επειδή  μετά το στόμα μου στέγνωσε.
Θόλωσε το βλέμμα μου.
Μια γλυκιά ζάλη απλώθηκε στο μυαλό μου.
Άρχισα να τρέμω σύγκορμος.
Η μητέρα του Μιχάλη κάτι με ρώτησε
δεν κατάλαβα τι.
Ήμουν ήδη πεσμένος στο πάτωμα,
μισολιπόθυμος.
Άκουσα  βιαστικά ξυπόλητα βήματα
να απομακρύνονται.
Δεν ξέρω πόση ώρα  πέρασε ,αλλά συνήλθα
 όταν η μητέρα του Μιχάλη στάθηκε
από πάνω μου και με χτυπούσε με μια σκούπα.
Ήταν ακόμη γυμνή !
Μπορεί το ξύλο να έπεφτε βροχή ,
αλλά η οπτική γωνία που είχα
δεν μου άφηνε κανένα περιθώριο
να σηκωθώ να φύγω.
Την κοιτούσα από κάτω και είχα την αίσθηση
ότι αντίκριζα τον παράδεισο.
Υπέροχη  θέα, δεδομένη θυσία.


Το βράδυ στο κρεβάτι μου, σαν δαρμένος σκύλος ,
έγλυφα τις πληγές μου .
 Ένοιωθα υπέροχα.
Το πρόσωπο μου έλαμπε από ικανοποίηση.
Με τον Μιχάλη συνεχίσαμε να κάνουμε παρέα,
μέχρι που σκοτώθηκε με μοτοσυκλέτα
-για κάποιο στοίχημα –
μερικά χρόνια αργότερα
στη φουρκέτα του Αϊ –Γιάννη . Η μητέρα του,
με τα σκούρα γυαλιά  φόρεσε και μαύρα ρούχα.
Στα δεκαέφτα  έφυγα από το πατρικό.
Μετά από καιρό ,τυχαία κάποιος στο δρόμο ,
μου είπε πως η μητέρα του Μιχάλη
πέθανε   κάπου στην Αμερική.
Μετά τον θάνατο του γιου της ,μπαινόβγαινε
στο τρελλάδικο , μέχρι  που την ελευθέρωσε
ο καρκίνος.

Δεν υπάρχουν σχόλια: