13.5.11

Η φούσκα



 Όταν ήμουν μικρός και έκανα καμιά
ταρζανιά , η μάννα μου για να
ξεσπάσει τα νεύρα της ,με προσφωνούσε «Τούρκο».
Αργότερα αναβαθμίστηκα και όταν
της έσπαγα τα νεύρα  με φώναζε «Βούλγαρο».
Στο τέλος τα πήρα και την ρώτησα :
«Αποφάσισε επιτέλους τι είμαι , Τούρκος ή Βούλγαρος;».
Εκείνη χαμογελώντας αποκρίθηκε :
«Τίποτα απ’ τα δύο . Είσαι διάολος!!!»
Προβληματίστηκα. Έτσι όπως το έθεσε ,
ο διάολος είναι χειρότερος από τον
Τούρκο και τον Βούλγαρο ή ανάποδα
ο Τούρκος και ο Βούλγαρος είναι
καλύτεροι από τον διάολο. Πήγα δίπλα της,
και τραβώντας την απ’ το φουστάνι
της είπα : «Μάννα , προτιμώ να με
χαρακτηρίζεις Τούρκο ή Βούλγαρο. Ο διάολος
δεν μου κάθεται καλά».
Εδώ θα σταματήσω με αυτό το ζήτημα , επειδή
για άλλο  ήθελα να γράψω.
Λοιπόν…..


Μια φορά κι ένα καιρό
σε μια μικρή  παραθαλάσσια πόλη
ζούσε   μια γυναίκα
που έπινε  χλωροφόρμιο
για να ξεχάσει.
Αργά τις νύχτες  συνήθιζε
να χαϊδεύει  με τα  ακροδάχτυλα
τα πλήκτρα ενός  πιάνου.
Ένα  κόκκινο  τριαντάφυλλο
στο μέρος της καρδιάς ,
στόλιζε πάντα το  μακρύ μαύρο  φόρεμα της.

‘Ένα ζεστό βράδυ  που το φεγγάρι
είχε πνιγεί  από καημό και θλίψη,
βγαίνοντας απ’ την πόρτα της
αντάμωσε
το μονόφθαλμο τέρας .
Στο μοναδικό του μάτι  αντίκρισε  την εποχή
που σπούδαζε    στην
σχολή των ζητιάνων της αγάπης.
Αναστατώθηκε  και
το αγκάλιασε θερμά .

Κρατώντας ο ένας το χέρι του άλλου
 ανέβηκαν στην πλάτη
μιας κοιμισμένης φάλαινας.
Με φουσκωμένες καρδιές  για πανιά,
αρμένιζαν τις  νύχτες
στα ανοιχτά της θάλασσας.
Όταν  ο χρόνος
κούραζε τις καρδιές
και τις ξεφούσκωνε,
χρησιμοποιούσαν γιαπωνέζικα ξυλάκια ρυζιού
για κουπιά.

Η μοίρα  όμως ,αυτός ο τρελός  και
ανελέητος εφευρέτης,
δεν τους έκανε το χατίρι για πολύ .
Η κοιμισμένη φάλαινα κάποτε ξύπνησε,
ξύστηκε ,
και τους τίναξε από πάνω της.
Πάλεψαν με τα κύματα
ώσπου ξέμειναν από δυνάμεις .
Αποκαμωμένοι αφέθηκαν
στην σκοτεινή και παγωμένη
αγκαλιά του βυθού,
κρατώντας πιο σφιχτά
ο ένας το χέρι του άλλου .


Την επόμενη μέρα
ένα κόκκινο τριαντάφυλλο
επέπλεε  στην ακροθαλασσιά.


Το νεαρό ονειροπόλο κορίτσι
που έλουζε τα πόδια της
περπατώντας στην άμμο,
έσκυψε και το μάζεψε.
Τρυπήθηκε.
Ο πόνος στο  ματωμένο δάχτυλο της
 δεν στάθηκε ικανός να την αποθαρρύνει.
Το έβαλε στο μέρος της καρδιάς.
Γνώριζε πως είναι  η σειρά της.





Δεν υπάρχουν σχόλια: