20.6.11

Αγανακτισμένοι εραστές

Αυτές τις μέρες κυκλοφόρησε το καινούργιο συγκλονιστικό μυθιστόρημα της μεγάλης συγγραφέως  Μάγδας Μπούφρας με τίτλο «ΑΓΑΝΑΚΤΙΣΜΕΝΟΙ ΕΡΑΣΤΕΣ». Το «ΑΓΑΝΑΚΤΙΣΜΕΝΟΙ ΕΡΑΣΤΕΣ» καθηλώνει κυριολεκτικά από την πρώτη γραμμή τον αναγνώστη με την πλοκή αλλά και την παλίρροια συναισθημάτων που ξεχειλίζει από τις σελίδες του. Ακολουθεί ένα μικρό απόσπασμα ως δείγμα αυτής της συγκλονιστικής ιστορίας αγάπης ,πάθους , μίσους , αλλά και έντονης περιπέτειας που σκαρφίστηκε το σατανικό μυαλό της ανεπανάληπτης Μάγδας Μπούφρας. 

                                                       Το εξώφυλλο του βιβλίου

Ένα ζεστό βροχερό απόγευμα του Ιούνη , η Σούλα , μια τριανταπεπτάχρονη παντρεμένη γυναίκα , μητέρα τριών ατίθασων  παιδιών και σύζυγος ενός ανεπρόκοπου άντρα, νοσηλεύτρια στο επάγγελμα , φοράει βιαστικά τα πρώτα ρούχα που βρίσκει μπροστά της και βγαίνει απ’ το σπίτι της, χωρίς να πει κουβέντα σε κανένα. Αδημονεί να αναπνεύσει καθαρό αέρα. Η ατμόσφαιρα του σπιτιού  την πνίγει σαν θηλιά γύρω απ’ το λαιμό της. Η δυνατή καλοκαιρινή βροχή  μαστιγώνει  με μανία το πρόσωπο της , αλλά δεν την ενοχλεί. Αντίθετα δείχνει να το απολαμβάνει. Παίρνει τους δρόμους και τα στενά δίχως συγκεκριμένο προορισμό .Περπατά μηχανικά χωρίς να κοιτάζει δεξιά και αριστερά. Δεν την ενδιαφέρει τίποτα, δεν σκέφτεται τίποτα, δεν αισθάνεται τίποτα, δεν αισθάνεται ούτε ελεύθερη . Μετά από μερικές ώρες περιπλάνησης στους βρεγμένους δρόμους , μία έντονη δέσμη από δυνατές φωνές  φτάνει στ’ αυτιά της. Σταματά απότομα και τεντώνει το κεφάλι ψηλά. Εντοπίζει το σημείο απ’ όπου προέρχονται αυτός ο θόρυβος και κάτι σαν να την τραβάει, κατευθύνεται προς τα κει. Στρίβοντας τη γωνία έρχεται αντιμέτωπη με μια οργισμένη λαοθάλασσα στοιβαγμένη στην κεντρικότερη πλατεία της πόλης. Κοιτάζει το πλήθος με ανοιχτό στόμα , σαστισμένη .Τι κάνουν εδώ όλοι αυτοί; Τότε θυμάται  . Έχει ακούσει γι’ αυτούς στην τηλεόραση και σε διάφορες σελίδες στο διαδίκτυο . Είναι οι «αγανακτισμένοι» πολίτες, που διεκδικούν ειρηνικά το χαμένο δίκιο τους. Ενστικτωδώς αρχίζει να προχωρά προς το συγκεντρωμένο πλήθος. Δεν μπορεί να ξεκαθαρίσει για τι πράγμα ακριβώς φωνάζουν. Βρίσκεται πια ανάμεσα τους, είναι ένας απ’ αυτούς. Βλέπει καθαρά τα αναψοκοκκινισμένα πρόσωπα  με τα ορθάνοιχτα στόματα. Ο καθένας φωνάζει και κάτι διαφορετικό . Αποφασίζει να φωνάξει κι αυτή , αλλά τι να πει; Αισθάνεται την ανάγκη να φωνάξει κάτι που δεν θα μπορούσε να το εκστομίζει υπό κανονικές συνθήκες . Και το φωνάζει με όλη τη δύναμη του λάρυγγα της : «Γαμιέστε  ! Να!». Ταυτόχρονα δείχνει  μία μούντζα . Τώρα νοιώθει καλύτερα, ξαλαφρωμένη, εκτονωμένη , δικαιωμένη . Έφτασε η ώρα να κάνει την επανάσταση της σε όλους και σε όλα που την καταπίεζαν μέχρι τώρα. Αυτή η ώρα είναι δική της , και δεν θα επιτρέψει σε κανένα να της την πάρει . Μια ζωή την περίμενε αυτή τη στιγμή  και της παρουσιάστηκε εντελώς αναπάντεχα. Καθώς και ο παραμικρός μυς του προσώπου  της πάλλεται από πάθος και ένταση, η έκφραση της φοράει ασυνείδητα  τον μανδύα της οργισμένης  έκστασης.
Ξαφνικά ακούγεται μια δυνατή φωνή :
«Προσοχή κουκουλοφόροι , μολότοφ !» .
Δεν προλαβαίνει να τραβηχτεί και ένας κουκουλοφόρος εμφανίζεται σαν χάρος ντυμένος στα μαύρα . Στο χέρι του κρατά μια αυτοσχέδια βόμβα. Την ρίχνει με δύναμη μπροστά της , ανάμεσα στα πόδια της. Το φόρεμα της πιάνει αμέσως φωτιά. Λαμπαδιάζει στο λεπτό . Αρχίζει να χοροπηδά πανικόβλητη και να ουρλιάζει . Πέφτει κάτω ,κυλιέται απελπισμένα στις μαρμάρινες πλάκες της πλατείας .Το πλήθος μοιάζει αποσβολωμένο  μπροστά στο φριχτό θέαμα . Όλοι τα ‘χουν χαμένα , δεν ξέρουν τι να κάνουν . Όλοι , εκτός από έναν. Τον Βαγγέλη , τον σαραντάρη άνεργο  γεροδεμένο μούτσο, που πετάγεται ατρόμητα  μέσα απ’ τον όχλο . Πριν βγάλει  το σακάκι του και αρχίσει να χτυπά την Σούλα  με αυτό που έχει λαμπαδιάσει,  έχει προλάβει με δύο αστραπιαία μπουκέτα να ξαπλώσει στο έδαφος αναίσθητο τον κουκουλοφόρο. Κάποιος , που μοιάζει με καθηγητή πανεπιστημίου , βλέποντας τον Βαγγέλη να προσπαθεί να σβήσει τη φωτιά που καίει το κορμί της Σούλας , τραβώντας τον  απ’ τον ώμο  του φωνάζει επιτακτικά:
« Άστη να καεί ρε, θα την παρουσιάσουμε ως σύγχρονη Ζαν ντ' Αρκ. Θα έχει όφελος ο αγώνας μας απ’ αυτό».
Δύο μπουκέτα είναι αρκετά και γι’ αυτόν. Ο Βαγγέλης αυτή την ώρα δεν αστειεύεται. Η φωτιά στο κορμί της Σούλας έχει σβήσει. Η γυναίκα σιγά σιγά δείχνει  να συνέρχεται . Ο Βαγγέλης κρατάει το κεφάλι της στην αγκαλιά του και της φυσάει τα ρουθούνια  με την ανάσα του. Η Σούλα ανοίγει τα μάτια αργά . Το βλέμμα της είναι ακόμα θολό. Σε λίγα λεπτά  καθαρίζει εντελώς  και τότε συμβαίνει αυτό που θα της σημαδέψει για πάντα τη ζωή. Αντικρίζει τα σκούρα μεγάλα μάτια του Βαγγέλη. Βυθίζεται  ολόκληρη μέσα τους . Μια ιδέα περνά σαν αστραπή απ’ το γυναικείο μυαλό της . Ανασηκώνει λίγο το κεφάλι και του ψιθυρίζει.
«Δουλεύω σε νοσοκομείο και.. ξέρω , έχω δύσπνοια …δώσε μου το φιλί της ζωής …σώσε με μανάρι μου !».
Ο Βαγγέλης μοιάζει να τα χάνει προς στιγμή ,αλλά δεν το βάζει κάτω. Κολλάει τα χείλη του στα δικά της χείλη και αρχίζει να εκπνέει. Εκείνη πετάει τη γλώσσα έξω σαν γραβάτα  και αρχίζει να εξερευνεί λεπτομερώς τη  στοματική του κοιλότητα. Κάποιος ανόητος ή αυθόρμητος γελάει και μονολογεί :
«Ρε σεις ,αυτοί όπου να ‘ναι θα γαμηθούν μπροστά μας».
Το πλήθος αρχίζει να χειροκροτεί εκστασιασμένο , δείχνοντας να  απολαμβάνει το θέαμα. Εκείνη τη στιγμή το γυναικείο ένστικτο  μπαίνει αυτομάτως σε λειτουργία. Η Σούλα τινάζεται όρθια , αρπάζει απ’ το μανίκι το Βαγγέλη , τον ρυμουλκεί με θαυμαστή επιδεξιότητα και χάνονται σ’ ένα στενό δρομάκι που οδηγεί στο λιμάνι.
«Ξέρεις να κουμαντάρεις βάρκα, αγορίνα μου;» τον ρωτά λαχανιασμένη.
«Μούτσος είμαι, λες να μην ξέρω;» απαντά ο Βαγγέλης με καμάρι.
«Ωραία, θα αρπάξουμε μια βάρκα και θα το σκάσουμε για τον Ινδικό ωκεανό μέσω Σουέζ!».
Ο Βαγγέλης την κοιτάζει με γουρλωμένα μάτια ανήμπορος να πιστέψει αυτό που ακούν τα αυτιά του. Δεν πρόλαβε όμως να πει τίποτα γιατί ένα ρουφηχτό φιλί του ‘κλεψε τον αέρα από τα πλεμόνια.
Είχαν  φτάσει πια στο λιμάνι. Σταμάτησαν στην άκρη της προκυμαίας που ήταν δεμένες μερικές μικρές βάρκες. Η Σούλα διαλέγει  μία στην τύχη και τραβώντας με δύναμη τον Βαγγέλη , σαλτάρουν μέσα. Με μια αστραπιαία κίνηση λύνει γρήγορα  το σκοινί και η βάρκα αρχίζει να γλιστρά στο νερό. Σε λίγα λεπτά της ώρας και χωρίς να τους πάρει κανείς είδηση θα περάσουν την έξοδο του λιμανιού για το ανοιχτό πέλαγος , με προορισμό το στενό του Σουέζ.

Η συγκλονιστική συνέχεια  στο βιβλίο…..

Δεν υπάρχουν σχόλια: