19.9.11

Μην ποντάρεις στον κύκλο , θα χάσεις.






                         «Ένα  πράγμα για το οποίο  αξίζει να ζει κανείς, είναι η αγωνία του τι σε περιμένει στην επόμενη στροφή».
                                         Στον Ν. που την «κοπάνισε» νωρίς, παρέα με την αγαπημένη του YAMAHA R6.


Είναι κάποια ήσυχα , τεμπέλικα  απόβραδα , που παίρνω τον δρόμο  που οδηγεί στην κεντρική πλατεία της πόλης . Πιάνω ένα τραπέζι και πίνοντας την μπιρίτσα μου χαζεύω τα παιδιά , με τα λιπόσαρκα και ευλύγιστα κορμιά,  να κάνουν διάφορα επικίνδυνα τεχνάσματα με τα ποδήλατα τους . Κοιτάζοντας τα εκείνες τις όμορφες και γαλήνιες ώρες, βυθίζομαι τόσο πολύ στις σκέψεις μου , που τις προάλλες καθώς ένας μπόμπιρας που είχε ξεφύγει από τα χέρια της μάννα του, μου είχε καρφώσει βαθειά στο αυτί ένα μολύβι θεωρώντας το ως παιχνίδι , δεν κατάλαβα τίποτα. Τον πόνο τον ένοιωσα πολύ αργότερα  αλλά ήταν αργά για να νουθετήσω  την μητέρα του , που του επέτρεψε να με καρφώνει με αυτό το σουβλερό αντικείμενο, επικίνδυνο ακόμη και για το ίδιο το παιδί.
 Ένα απόγευμα παρακολουθώντας με ιδιαίτερη προσοχή τα νεαρά αγόρια δεν άντεξα. Σηκώθηκα απ’ την καρέκλα και πλησίασα ένα από αυτά  ,όχι τυχαία. Το είχα συμπαθήσει απ’ την πρώτη στιγμή που το είδα , γιατί στο σουλούπι του συγκεκριμένου παιδιού έβλεπα τον εαυτό μου, τότε που ήμουν έφηβος :  πετσί και κόκκαλο, ξανθός , με χλωμό πρόσωπο  , σάπια δόντια , λερωμένα ρούχα από τις πτώσεις, στραβά πόδια, μικρά μαύρα σπιρτόζικα  μάτια, λεπτά χείλη, αλλά το κυριότερο εραστής της αδρεναλίνης. Έχωσα το χέρι στην τσέπη και έβγαλα ένα χαρτονόμισμα των είκοσι ευρώ. Το βλέμμα μου καρφώθηκε επίμονα στο βάθος των μικρών ματιών του. Με κοιτούσε  κι αυτός ίσια στα μάτια, δεν κώλωνε.  Μου ήρθε να χαμογελάσω αλλά συγκρατήθηκα .

«Φιλαράκο, βάζουμε ένα στοίχημα;» τον ρώτησα σε χαλαρό ύφος.
Έριξε μια γρήγορη ματιά γύρω του σαν κάτι να έψαχνε, γύρισε, με κοίταξε λίγο αμήχανα σαν να με ζύγιζε με τη ματιά  και με ρώτησε .
«Τι στοίχημα;».
«Θα σου εξηγήσω . Βλέπεις αυτή την εξέδρα για την μουσική μπάντα που είναι πίσω σου;».
Χωρίς να γυρίσει να κοιτάξει έγνεψε  καταφατικά. Ήξερε απ’ έξω και ανακατωτά κάθε χιλιοστό αυτής της πλατείας.
«Πόσο ύψος απέχει από την επιφάνεια της πλατείας;».
«Γύρω στο ενάμιση μέτρο».
«Ωραία, θα μου δώσεις λοιπόν το ποδήλατο σου , θα ανέβω στην εξέδρα και θα πέσω με φόρα στην πλατεία κάνοντας δύο στροφές στον αέρα. Αν δεν τα καταφέρω, θα είναι δικά σου  τα είκοσι ευρώ. Αν τα καταφέρω θα μου τα δώσεις εσύ. Είσαι μέσα;».
Σήκωσε το χέρι  και έξυσε το κεφάλι του σαν σκεφτόταν την πρόταση μου. Μετά, δαγκώνοντας το κάτω χείλος του με ρώτησε.
«Στην ηλικία σου δεν φοβάσαι να κάνεις κάτι τέτοιο;».
«Αυτό αφορά εμένα , μεγάλε .Σίγουρα δεν βρίσκομαι στην κατάλληλη φόρμα αλλά δεν έχω να χάσω τίποτα πέρα απ’ τα λεφτά  του στοιχήματος».
Μερικοί απ’ την παρέα του αγοριού που βρίσκονταν διασκορπισμένα στον γύρω χώρο , με τις γνωστές  νεανικές νωχελικές  κινήσεις  αλλά με τεντωμένα αυτιά είχαν ήδη πλησιάσει και  άκουγαν αυτά που κουβεντιάζαμε. Στην αρχή έδειχναν σαν να μην τους πολυενδιαφέρει αυτά που συζητούσα με το νεαρό , αλλά σιγά σιγά κοιτάζοντας ο ένας τον άλλο στα πρόσωπα τους άρχισε να ζωγραφίζεται κάποια  περιέργεια.

Στο μεταξύ, ο νεαρός συνέχιζε να με παρατηρεί φανερά διστακτικός. Μετά ,αφού έκανε μερικούς αστείους μορφασμούς με το πρόσωπο  , με ξανακοίταξε διερευνητικά [ προφανώς  για να κερδίσει χρόνο  να σκεφθεί την πρόταση μου ]από πάνω μέχρι κάτω, έβαλε τα χέρια  στις τσέπες του και προσποιήθηκε πως τις ψαχούλευε. Πρόσεξα ότι έσφιγγε τις γροθιές του σαν να ήθελε να δείξει πως πιάνει κάτι.  Ήξερα ότι δεν είχε μία.
«Τότε μέσα !» είπε αποφασιστικά , αφήνοντας να του ξεφύγει ένα αμυδρό ειρωνικό χαμόγελο. Το γνωστό χαμόγελο που παίρνει αυτός που νομίζει ότι την έφερε στον άλλο.
Χαμογέλασα κι εγώ ειρωνικά δείχνοντας του σχεδόν όλα τα δόντια μου για να του τη σπάσω, αλλά και για να μην του δώσω λαβή να καταλάβει ότι γνώριζα εκ των προτέρων πως ήταν άφραγκος. Για να ενισχύσω ακόμη περισσότερο την προσποιούμενη αφέλεια μου συμπλήρωσα .
«Θα μου δώσεις όμως δύο ευκαιρίες . Έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που έκανα αυτό το κόλπο, εντάξει;».
« Σου δίνω τρεις ευκαιρίες αν θέλεις , επειδή είναι αρκετά δύσκολο» .
«Όχι ,οι δύο μου αρκούν . Οι τρεις προσπάθειες καταντούν ρουτίνα».
Το τελευταίο που είπα φαίνεται πως του άρεσε ,επειδή τα μάτια του άνοιξαν λίγο πιο πολύ απ’ το κανονικό. Ίσως να έκανα λάθος αλλά για μια στιγμή μου φάνηκε ότι διέκρινα κάποιο θαυμασμό πίσω απ’ αυτά.
«Πάμε λοιπόν !» είπα αποφασιστικά και άρπαξα το ποδήλατο του από κάτω που ήταν πεσμένο.
Ήταν άλλο πράγμα αυτό το ποδήλατο . Το αλουμίνιο  το έκανε πανάλαφρο , δισκόφρενα μπρος πίσω , μαλακά λάστιχα , αμορτισέρ λαδιού , τέλειο. Καμιά σχέση με το VELAMOS που είχα στα παιδικά μου χρόνια. Αλλά και ‘κείνο με τον κατάλληλο χειρισμό έκανε άψογα τη δουλειά του , δεν είχα κανένα παράπονο. Μπορεί να μου ‘χε χαρίσει δεκάδες μώλωπες ,όμως καθένας απ’ αυτούς ήταν και μια ξεχωριστή συγκίνηση.  Ας είναι , επί του έργου τώρα . Είχε φτάσει  η ώρα να αποδείξω στον εαυτό μου ότι δεν είχα ακόμη ξοφλήσει. Ότι ήμουν ακόμη ζωντανός.

Προχώρησα στο βάθος της πίστας και στράφηκα προς το μέρος που υπολόγιζα πως θα πηδήσω. Με το μάτι ζύγιασα την απόσταση , το ύψος των τριών σκαλοπατιών , την ταχύτητα που έπρεπε να αναπτύξω και το συνολικό βάρος του κορμιού μου με τον αλουμινένιο  άγγελο. Καθώς τέντωνα χέρια και πόδια για ξεμούδιασμα ,άκουσα μερικά κόκκαλα μου να κροταλίζουν . Δεν έδωσα σημασία. Το καβάλησα ,έβαλα το πόδι στο δεξί πεντάλ ,συγκεντρώθηκα, πήρα βαθειά εισπνοή και όρμησα σαν σίφουνας μπροστά.
Κάθε κύτταρο μου  λειτουργούσε αυτόνομα , προσηλωμένα όμως όλα μαζί στον ίδιο  στόχο. Η απόλυτη συλλογικότητα σε όλο της το μεγαλείο. Φτάνοντας ακριβώς στην άκρη της πίστας, που την χρησιμοποιούσε η μπάντα του δήμου για να διασκεδάζει τ’ απογεύματα τους θαμώνες των γύρω καφενείων, μάζεψα το κορμί μου σαν κάμπια  γέρνοντας μαλακά   προς τα πίσω και  τραβώντας αποφασιστικά το τιμόνι όσο πιο κάτω γινόταν. Το ποδήλατο σηκώθηκε στην πισινή ρόδα .Την αμέσως επόμενη στιγμή βρέθηκα  στον αέρα. Ο χρόνος  σταμάτησε να κυλάει .Για μερικές στιγμές νόμισα ότι η δύναμη της ώθησης που με είχε εκτοξεύσει είχε ως δια μαγείας εξαφανισθεί . Στο ανώτερο σημείο ανόδου , για μια στιγμή  που μου φάνηκε αιώνας  , αισθάνθηκα να μένω ακίνητος σαν τα πουλιά που πεταρίζουν για μερικά δευτερόλεπτα σταματημένα στο αέρα και μετά συνεχίζουν την πορεία τους. Το ίδιο ακριβώς ένοιωσα κι εγώ.

Η πτώση ήταν βίαιη. Προσγειώθηκα με το δεξιά πλευρά του κεφαλιού   στην σιδερένια γωνία μιας βάσης ενός πανύψηλου στύλου φωτισμού. Το αίμα άρχισε να απλώνεται στο τσιμέντο. Κατάφερα να γυρίσω ανάσκελα και να κοιτάξω τον ουρανό. Άρχισε να σκοτεινιάζει  γύρω μου. Κατάλαβα ότι σε λίγο το σκοτάδι θα ήταν τόσο πηχτό και αδιαπέραστο , που θα μ’ έπνιγε σαν θηλιά γύρω απ’ τον λαιμό.
Με μεγάλη προσπάθεια έβαλα το χέρι στην τσέπη και έβγαλα το χαρτονόμισμα. Έψαξα με τα μάτια να βρω  τον ξανθό νεαρό. Είχε σκύψει από πάνω μου. Τα μάτια του είχαν βουρκώσει . Σήκωσα το χέρι μου με τα λεφτά. Δίστασε για λίγο  αλλά η επιμονή που εκτόξευε το βλέμμα μου δεν του άφησε κανένα περιθώριο. Τα πήρε και έσκυψε περισσότερο από πάνω μου , λες και ήθελε να μου πει κάτι. Τα πρόσωπα μας βρίσκονταν πλέον σε απόσταση αναπνοής, άκουγα την διακεκομμένη βαριά του ανάσα . Επιστρατεύοντας  τις τελευταίες δυνάμεις που μου είχαν απομείνει  κατάφερα να εκφράσω μια μεγάλη  απορία που είχα από την ημέρα που είχα αντικρύσει αυτό το γεμάτο ζωντάνια  παιδί.
«Για πες μου τώρα , πως σε λένε φιλαράκο;».
«Γιώργο!».

Σήμερα : Ακόμα θυμάμαι το τελευταίο - ανεπαίσθητα ειρωνικό – γλυκό χαμόγελο του!

Δεν υπάρχουν σχόλια: