30.4.11

Το ρεπορτάζ

                                                                         Τα αλάνια

Στις 3:15 τα ξημερώματα της περασμένης Τετάρτης, ένας   μεσήλικας άντρας – γνωστός όπως λέγεται για την αντεξουσιαστική του δράση - που διαμένει περιστασιακά σε στοά της  πλατείας  Τσεπεκλένη, επιτέθηκε ουρλιάζοντας ακατανόητες φράσεις  με γκλίτσα  και χτύπησε έναν άντρα που αγόραζε τσιγάρα σε παρακείμενο  περίπτερο. Όπως είπε μία ιερόδουλη – δεν θα  αποκαλύψω το όνομα της για ευνόητους λόγους- που έκανε πιάτσα εκείνη την ώρα στην πλατεία, ο δράστης πετάχτηκε μέσα απ’ το σκοτάδι  και τον χτύπησε τρεις φορές στο κεφάλι με μία γκλίτσα. Η φίλη  του ατόμου που δεχόταν την επίθεση κατέβηκε έκπληκτη από το αμάξι με το μισοφόρι να βοηθήσει τον φίλο  της . Δέχτηκε κι αυτή με τη σειρά της  ισχυρά κτυπήματα με την γκλίτσα.Το θύμα της επίθεσης αφού συνήλθε από το σοκ ,επιχείρησε να τραβήξει μπουλονόκλειδο από το πορτμπαγκάζ του αυτοκινήτου  αλλά ο δράστης τον ακινητοποίησε ρίχνοντας του  μερικές γρήγορες μπουνιές στη μούρη. 
Το θύμα αφού σηκώθηκε με χίλια ζόρια , παραπατώντας  απομακρύνθηκε  για λίγο από το σημείο , επέστρεψε  λίγη ώρα μετά φουρκισμένος (προφανώς τα 'θελε ο κώλος του). Κατέβηκε  από το αυτοκίνητο κρατώντας μία ποιμενική ράβδο γεμάτη  σκληρούς ρόζους και βγάζοντας σπίθες απ’ τα μάτια προσπάθησε να ξιφουλκήσει τον θύτη.  Όμως, πριν προλάβει να χρησιμοποιήσει  την ποιμενική ράβδο δέχτηκε με την γκλίτσα ένα φαλτσαριστό κτύπημα στο σβέρκο και έπεσε ξερός καταμεσής του δρόμου, σύμφωνα με την μαρτυρία αξιοσέβαστου  θαμώνα νυχτερινού καφενείου της πλατείας Τσεπεκλένη. Κάτω από αδιευκρίνιστες μέχρι στιγμής συνθήκες ,το θύμα  αιμόφυρτο μεταφέρθηκε βογκώντας σαν πληγωμένο ζώο  με άγνωστο Ι.Χ. αυτοκίνητο σε πολύ γνωστό  νοσοκομείο της ευρύτερης περιοχής  .

Οι γιατροί διαπίστωσαν ότι το θύμα του περιστατικού έφερε ένα βαθύ τραύμα στο κεφάλι από αιχμηρό αντικείμενο κι αιμορραγούσε άσχημα, ενώ η φίλη του έφερε τυφλά χτυπήματα στα χέρια, στην κοιλιά και στα μαλακά . Κατά διαβολική σύμπτωση εκείνη την ώρα έπεσε το ηλεκτρικό ρεύμα στο νοσοκομείο .Οι γεννήτριες δυστυχώς δεν δούλεψαν. Όταν επανήλθε το φως  μετά από λίγη ώρα, οι γιατροί βρέθηκαν δεμένοι χειροπόδαρα . Μετά από καταγγελία της φίλης του θύματος οι γιατροί πιάστηκαν στα πράσα  για φακελάκι, με μάρτυρες κατηγορίας τον θύτη  που χτύπησε την ίδια και τον φίλο της, την ιερόδουλη και τον περιπτερά.

Ο διευθυντής του νοσοκομείου Χρήστος Ανέστης κοιτάζοντας λοξά τις  κάμερες της τηλεόρασης διέταξε οργισμένος επείγουσα ΕΔΕ δηλώνοντας : «Εάν αποδειχθεί ότι τα μάγκωσαν , είμαι αποφασισμένος να τους συντρίψω. Τέρμα τα αστεία ».



Συμπέρασμα : ‘Οποιος τη νύχτα περπατεί λάσπες και σκατά πατεί.

21.4.11

Οι τρεις αδελφές



                                           Μου το σύστησαν δύο , μου το πρότεινε ένας
                                           -με κάθε επιφύλαξη.
                                           Πέρασα το κατώφλι από περιέργεια.
                                           Οι τοίχοι καλυμμένοι με ξύλινη επένδυση ,
                                            ψαροκόκαλο  αντιθέτου φοράς για διακόσμηση
                                           εναλλάξ στο κάθε μαδέρι.
                                           Πάτωμα μωσαϊκό πιτσιλωτό ,σαν τη ζωή  της Μαίριλιν.
                                           Τραπέζια ξύλινα με γυάλινη θαμπή επιφάνεια
                                           σε μερικά σημεία.
                                           Φωτισμός τόσος, όσο να μην ακούγεται το βούισμα
                                           των φτερών της μύγας  που κατευθύνεται ράθυμα προς
                                           την τουαλέτα.
                                           Άνθρωποι  σκυφτοί πάνω απ’ τα πιάτα τους ,να ρουφούν
                                           τις μύξες τους ,πριν αυτές προλάβουν να πέσουν
                                           λόγω βαρύτητας   στο αχνιστό  φαγητό τους.
                                           Το όνομα του εστιατορίου «Οι τρεις αδελφές».

                                           Μια από τις τρεις έρχεται προς το μέρος μου.                                          
                                           -    Τι θα πάρετε, κύριε;
                                           -    Οι άλλες δύο αδερφές  είναι το ίδιο νόστιμες
                                                 με σένα;
                                           -    Δεν είμαστε τρεις, είμαστε τέσσερις.
                                           -    Που είναι η τέταρτη; Απ’ έξω η ταμπέλα μιλάει
                                                για τρεις.
                                           -    Η τέταρτη το ‘σκασε με έναν επιλοχία,
                                                 κι ο μπαμπάς την αποκλήρωσε.
                                           -    Της πουτάνας γίνεται !
                                           -    Είπατε κάτι;
                                           -    Ναι, ένα μπιφτέκι , μία σαλάτα , μισή καράφα λευκό κρασί,
                                                 ένα μήλο, κι ένα  περγαμόντο.
                                           -    Θέλετε το βιολί να σας παίξει κάτι πριν σας σερβίρουμε;
                                           -    Βεβαίως , τα κύματα του Δουνάβεως σε λίγο πιο αργό
                                                τέμπο  απ’ το συνηθισμένο.
                                          Απομακρύνθηκε με σεμνό βήμα.

                                           Όταν πέρασα την εξώπορτα και βρέθηκα στον δρόμο ,
                                           οι ήχοι του βιολιού ηχούσαν ακόμα στα αυτιά μου.
                                           Λίγο πριν κόψω στην επόμενη γωνία με είχε πιάσει
                                           κοιλόπονος και κόψιμο. Εκείνο το βράδυ το πέρασα σε
                                           διανυκτέρευον  φαρμακείο .Το επόμενο βράδυ, ήμουν
                                           προσκεκλημένος στο σπίτι του μπαμπά που έδιωξε
                                           την τέταρτη με τον επιλοχία.
                                           Ο γέρος έμοιαζε   με στρατηγό.
                                           Η δεύτερη μου άρεσε πιο πολύ απ’ τις άλλες δύο.
                                           Με προτιμούσε η τρίτη . Με κέρδισε η πρώτη.

                                           Ένα χρόνο μετά , πέρασα το κατώφλι του εστιατορίου,
                                            που μου το ‘χαν συστήσει δύο ,και μου το είχε προτείνει ένας
                                            -με κάθε επιφύλαξη.
                                           Χωρίς να κοιτάξω γύρω μου ,πήγα σκυφτός σαν
                                           κουρδισμένο στρατιωτάκι  στο πόστο μου.
                                           Πίσω απ’ το ταμείο.
                                           Σήκωσα το βλέμμα.
                                           Οι τοίχοι ήταν καλυμμένοι με ξύλινη επένδυση ,
                                            ψαροκόκαλο  αντιθέτου φοράς για διακόσμηση
                                            εναλλάξ στο κάθε μαδέρι.
                                           Πάτωμα μωσαϊκό πιτσιλωτό ,σαν τη ζωή  της Μαίριλιν.
                                           Τραπέζια ξύλινα με γυάλινη θαμπή επιφάνεια,
                                            σε μερικά σημεία.
                                           Φωτισμός τόσος, όσο να μην ακούγεται το βούισμα
                                           των φτερών της μύγας  που κατευθύνεται βιαστικά
                                           προς  την τουαλέτα.
                                           Άνθρωποι  σκυφτοί πάνω απ’ τα πιάτα τους ,να ρουφούν
                                           τις μύξες τους ,πριν αυτές προλάβουν να πέσουν
                                           λόγω βαρύτητας στο αχνιστό  φαγητό τους.
                                          Το όνομα του εστιατορίου :
                                          «Το βλακόμουτρο και οι τρεις αδελφές».

12.4.11

Η δασκάλα με τα χρυσά μάτια



Είμαι πάλι απόψε μόνος,
 με σουβλίζει γκρίζος
                                 πόνος
που θα πάει ,θα ξεζέψω
τη ζωή μου να
             αρμέξω.

(εδώ ακολουθεί
   βαθύς νοσταλγικός αναστεναγμός )

το ‘χω ρίξει στο ποτό
ίσως είν’ το
                       χιλιοστό,
αφουγκράζομαι εσένα
με κιθάρα δίχως
                            πένα.

Τριγυρίζω μεσ’ τη γυάλα,
κι είν’ ο ήλιος έξω
                          ντάλα,
βάζω το πλατύ  καπέλο
ίσως χρειαστώ και
                          βέλο

(εδώ χτυπώ χλιαρά παλαμάκια ,
για να διώξω ένα έντομο που με
περιτριγυρίζει  ενοχλητικά )

Πίνω μια ασπιρίνη
και κλωτσώ  ένα
                         μανταρίνι,
λίγη μπάλα για να παίξω
την καρδιά μπας σου
                                κλέψω

Λίγα βήματα πιο πέρα
βρίσκεται  μια
        αλατιέρα,
Ρίχνω λίγο στην πληγή μου
και με τσούζει
        η  ψυχή  μου

Το γιαλάκι σου φοράς
με τι χάρη
        περπατάς!
Θέλω τόσο να σε γλείψω
από μπρος και
        από πίσω

(εδώ με χαρτομάντιλο σκουπίζω
μερικά σάλια που δραπέτευσαν
απ’ το στόμα μου)

Πότε θα ‘ρθει κείνη ώρα
να ξαπλώσεις στην
                αιώρα,
να σ’ αρχίσω στα χαδάκια
να σε πνίξω στα
              φιλάκια (κάνω ερώτηση)

Άνοιξε το παραθύρι
για να κάνω
                   μπανιστήρι,
να θαυμάσω το κορμί σου
και να ‘κούσω  τη
               φωνή σου

Πριν φορέσεις καπελίνο
Θα σου παίξω
   μαντολίνο,
και μετά θα πάμε βόλτα
αφού κλείσουμε
                            την πόρτα

(εδώ σιγουρεύομαι ότι έχω τα κλειδιά
στη τσέπη)

Μέσα στην ντουλάπα   μπαίνω
σίγουρα τα ….
                       καταφέρνω,
στο δικό σου το πηγάδι
με «ανάβει» το
                           σκοτάδι

Είμαι λίγο κουλτουριάρης
αλλά πιο πολύ
                           αλανιάρης
προτιμώ τα «άλλα» κόλπα
πιο πολύ από την
                              σκλόπα  *

Θα μ’ αφήσω κάπου εδώ
για να τρέξω  να
                                 ιδώ,
βήματα ηχούν στην σκάλα
ίσως είναι η
                        δασκάλα!!!!

(τρέχω με αγωνία και κολλώ τα ματόκλαδα
στο γυάλινο ματάκι της εξώπορτας).**


*Σκλόπα = ιδιωματική ονομασία τοπικού χαρακτήρα της κουκουβάγιας ,
                    πτηνού που συμβολίζει τη σοφία και τη γνώση.
** Τζίφος…


Παρακάτω περιγράφω κάτω από ποιες συνθήκες γράφτηκε αυτό το πραγματικά υπέροχο ποίημα :

Ήταν η εποχή  που άρχιζε η πολυπόθητη επαγγελματική  μου σταδιοδρομία. Ήμουν  νέος , δροσερός, ζωντανός, και ωραίος. Η τρομερή ψυχοσωματική πίεση της δουλειάς  , αλλά και οι υπόλοιπες ακρατείς  νυχτερινές  δραστηριότητες μου , μου είχαν εντρυφήσει  την ιδέα ότι η επόμενη μέρα θα ήταν και η τελευταία μου ( αυτή η σκέψη  με ακολουθεί μέχρι σήμερα, δεν μπόρεσα ποτέ να την αποβάλλω). Αυτό πρακτικά σήμαινε πολλά πράγματα. Ένα εξ’ αυτών – ίσως το σημαντικότερο - ήταν πως σπαταλούσα ολόκληρο το μισθό την πρώτη κιόλας μέρα και τις υπόλοιπες  του μήνα ζούσα με δανεικά και με φυλλομάρουλα , αν έβρισκα. Ο μεγαλύτερος βραχνάς ήταν το νοίκι. Εφόσον έτρωγα τα λεφτά από την πρώτη μέρα , λογικό ήταν το νοίκι να μένει  απλήρωτο. Η συνέπεια αυτής της κατάστασης ήταν να με πετάει ο κάθε σπιτονοικοκύρης στο δρόμο.  Άλλαζα σπίτι με μεγαλύτερη συχνότητα απ’ ότι αλλάζει πουκάμισο το παρδαλό φίδι . Με τον καιρό απέκτησα χρηστική εμπειρία επί του θέματος.
 Έτσι , μια μέρα ,μετά από αρκετό ποδαρόδρομο  λόκαρα μια παλιά κίτρινη πολυκατοικία. Ήταν ένα σχετικά παλιό γωνιακό κτίσμα στην αρχή μιας εξαντλημένης αλέας.   Ιδιοκτήτρια ήταν μία θρησκόληπτη γριά. «Πέτυχα λαβράκι» είπα μέσα μου, «αυτή για να σώσει την ψυχή της τώρα στα τελειώματα της , θα κάνει τα στραβά μάτια , θεωρώντας πως ο οίκτος που θα μου δείξει , θα είναι το εισιτήριο για τον παράδεισο της. Το μόνο που έχω να κάνω θα είναι να της το υπενθυμίζω συνεχώς. Τα υπόλοιπα θα ‘ρθουν μόνα τους ». Δεν ήταν δύσκολο. Το κόλπο πέτυχε. Στο δωμάτιο εκείνο έμεινα γύρω στους οχτώ μήνες . Μετά  βαρέθηκα και έφυγα από μόνος μου . Πήγα αλλού. Δεν θυμάμαι που.
Κατά την διάρκεια της παραμονής μου συνέβη κάτι που μου έδωσε την έμπνευση να δημιουργήσω αυτό το θαυμάσιο ποίημα. Τι ήταν αυτό που συνέβη; Ακούστε λοιπόν.