6.11.11

«Τέλος χρόνου!» φώναξε κάποιος.



Δύο ηλικιωμένοι άνθρωποι , μια γυναίκα κι ένας άντρας , κάθονταν στον ήλιο και παρακολουθούσαν με μεγάλο ενδιαφέρον  ένα σκύλο που κυνηγούσε με μανία μια κατσίκα. Ο γέρος χαμογελώντας πονηρά  κάτω από το παχύ λευκό μουστάκι του είπε : «Βάζω στοίχημα πως θέλει να την πηδήσει». Η γριά στρέφοντας  έκπληκτη το κεφάλι της προς τον γέρο εμφανώς ενοχλημένη του είπε : «Γέρο, τι ‘ναι αυτά που λες; Είναι ποτέ δυνατόν ένας σκύλος να πηδήσει μια κατσίκα;» Ο γέρος με το ίδιο πονηρό ύφος « Ένας καλός και σβέλτος σκύλος μπορεί να κάνει τα πάντα . Ακόμη να πηδήσει και κατσίκα , γιατί όχι ;» είπε και άπλωσε το χέρι του χουφτώνοντας δυνατά  το γόνατο της γριάς. Η γριά νοιώθοντας το σφίξιμο στο γόνατο , ένοιωσε να σφίγγεται και η καρδιά της. Με κόπο άνοιξε το στόμα της και είπε με βραχνή φωνή :«Ας δούμε τη συνέχεια, τότε» και έστρεψε το κεφάλι της προς το μέρος των δύο ζώων. Ο σκύλος λαχανιασμένος πια , συνέχιζε να κυνηγά σαν λυσσασμένος την κατσίκα . Η κατσίκα , τινάζοντας τα πισινά πόδια κάθε τόσο στον αέρα έτρεχε ακανόνιστα σαν παλαβή εδώ και κει . Το στόμα του σκύλου είχε γεμίσει με πηχτά σάλια που έσταζαν στη γη και ξεδίψαγαν τις διψασμένες από τη ζέστη μύγες. Η κατσίκα ιδρωμένη και λαχανιασμένη και αυτή , άρχισε από την κούραση να παραπατά , μέχρι που εξαντλημένη πήγε και στάθηκε  πάνω σε μια μεγάλη κοτρώνα βελάζοντας με άγρια βραχνή φωνή . Ο σκύλος με την γλώσσα του να κρέμεται έξω απ’ το στόμα , σταμάτησε να την κυνηγά και φανερά εξουθενωμένος  , κάθισε στα δυο πισινά του πόδια και την κοιτούσε με μια λαχτάρα στα μάτια. Οι γρήγορες και μεγάλες ανάσες του ανάγκαζαν το στήθος του να ανεβοκατεβαίνει σαν κάθετο εκκρεμές ασταμάτητα. Μετά έβγαλε ένα δυνατό και τρομερό ουρλιαχτό , έγειρε απότομα το κορμί του στο χώμα, άφησε μία δυνατή κλανιά που σήκωσε πίσω του σκόνη και ψόφησε. Η κατσίκα παίρνοντας μια βαθειά ανάσα κατέβηκε από την κοτρώνα , τον πλησίασε αργά με δειλά και αβέβαια βήματα , σταμάτησε  από πάνω του και βάλθηκε να τον κοιτάζει από την κορφή μέχρι τα νύχια με αδιευκρίνιστο βλέμμα . Ξαφνικά από το ανοιχτό στόμα του σκύλου πετάχτηκε απρόβλεπτα μια λευκή πεταλουδίτσα , που , αφού διέγραψε ένα άτσαλο κύκλο στον αέρα πήγε και χώθηκε στο αυτί της πετρωμένης από την μεγάλη έκπληξη κατσίκας. Δεν πέρασαν πολλές στιγμές και η κατσίκα άρχισε οδύρεται . Φαινόταν τόσο απελπισμένη ώστε άρχισε να χτυπάει το κεφάλι της με μανία στο χώμα. Το κεφάλι της δεν άντεξε στα δυνατά χτυπήματα , άνοιξε στα δύο και χύθηκαν τα μυαλά της έξω. Φυσικά ψόφησε και αυτή.

Ο πιλότος ενός  μαχητικού αεροσκάφους  που πετούσε εκείνη την ώρα από πάνω , παρατήρησε τα δυο ζώα που κείτονταν άψυχα , κάτι είπε στον ασύρματο και συνέχισε απερίσπαστα την πορεία του προς τον νότο, ήταν ολοφάνερο ότι είχε αναλάβει να εκπληρώσει κάποια αποστολή που δεν έπρεπε να μείνει πίσω. Τέλος πάντων.  

Εν τω μεταξύ , η γριά και ο γέρος από την μεγάλη έκπληξη που τους προκάλεσε η απρόβλεπτη τροπή που είχαν πάρει τα πράγματα έδειχναν παγωμένοι  με το στόμα ανοιχτό . Πότε κοιτούσε ο ένας τον άλλο και πότε κοιτούσαν και οι δυο μαζί προς το μέρος που βρίσκονταν τα άψυχα σώματα των ζώων. Τελικά , η γριά με μεγάλη προσπάθεια κατάφερε να ψελλίσει κάτι : «Τι ήταν αυτό γέρο; Απίστευτο!». Ο γέρος γύρισε και την κοίταξε με ύφος λες και ήθελε να τη μαλώσει. «Καλά, δεν ντρέπεσαι καθόλου; Τι είναι αυτό που είδες και σου φάνηκε απίστευτο; Όλα είχαν μία  απολύτως φυσιολογική κατάληξη». Η γριά εξαγριωμένη  από την προκλητική στάση του γέρου , τινάχτηκε πάνω και του έριξε με όλη τη δύναμη που είχε ένα χαστούκι. Ο γέρος που δεν περίμενε κάτι τέτοιο απογειώθηκε από τη θέση του και έπεσε με φόρα πάνω σε ένα βουνό από πέτρες που ήταν στοιβαγμένες  με μεράκι πιο πέρα. Ακούστηκε ένας υπόκωφος ήχος σαν το σπάσιμο κλούβιου αβγού. Από το στόμα του γέρου έτρεξε λίγο αίμα .Μερικές σταγόνες καθώς έσταξαν λέρωσαν το λευκό πουκάμισο του λίγο πιο κάτω απ’ το γιακά. Η γριά αφήνοντας μια τρομερή κραυγή έτρεξε σοκαρισμένη προς το μέρος του . Έπεσε στα γόνατα , εκεί δίπλα του , και με τα χέρια έχωσε στην  αγκαλιά της το τσακισμένο κεφάλι του γέρου. Κρατώντας το κεφάλι με το ένα χέρι , ελευθέρωσε το άλλο για να πιάσει τη μαγκούρα της που κρεμόταν ακόμη από την τσέπη της ποδιά της. Η γριά είχε περιέλθει σε τέτοια κατάσταση αμόκ, που άρχισε να χτυπάει με την σκληρή μαγκούρα το μαλακό κεφάλι της , μέχρι που λιποθύμησε. Μερικοί ισχυρίζονται ότι από τα χτυπήματα που κατάφερε στον εαυτό της , πέθανε. Κανείς , όμως, δεν είναι σίγουρος τι απέγινε η γριά.  Οι μαρτυρίες διίστανται ακόμη και σήμερα.

Το σίγουρο είναι ότι ο πιλότος του  μαχητικού αεροσκάφους  που επέστρεφε  εκείνη την ώρα από το νότο έχοντας εκτελέσει εις το ακέραιο την αποστολή του , είδε από ψηλά τέσσερα κορμιά να κείτονται ασάλευτα στο χώμα.  Ενός γέρου , μιας γριάς ,ενός σκύλου και μιας κατσίκας. Κάτι είπε στον ασύρματο και συνέχισε την πορεία του προς τον βορρά. Βιαζόταν να φτάσει στο αεροδρόμιο . Είχε εκπληρώσει με απόλυτη επιτυχία την αποστολή του και ένοιωθε κουρασμένος και πεινασμένος . Την επαύριον είχε να εκτελέσει ακόμη μια δύσκολη αποστολή , ακολουθώντας την ίδια ακριβώς πορεία. Ευελπιστούσε να βρισκόταν κάποιος να μεριμνούσε την περισυλλογή των ακίνητων σωμάτων που είχε αντικρύσει πριν από λίγο. Το θεωρούσε γρουσουζιά να πετάει πάνω από άταφα πτώματα , μεγάλη γρουσουζιά. Η άκρη του διαδρόμου εμφανίστηκε πίσω από ένα μεγάλο σύννεφο. Ανακουφισμένος άφησε ένα ελαφρύ αναστεναγμό   και έβαλε μούρη στο αεροσκάφος. Σε λίγα λεπτά της ώρας θα βρίσκονταν μπροστά σε ένα αχνιστό πιάτο φαί. Άρχισε να χαμογελάει ικανοποιημένος όταν μία δυνατή λάμψη του τύφλωσε τα μάτια. Οι δείκτες στο μικρό ρολόι ανάμεσα στα υπόλοιπα πτητικά όργανα  έδειχναν 01:13 μ.μ. , ακριβώς.