29.12.11

Περιστατικό



                                                                        Σκέφθηκα
                                                             να τη σβήσω με κρασί,
                                                                       δεν πέτυχε,
                                                          μετά, προσπάθησα με νερό,
                                                                         απέτυχε,
                                                          έριξα  μία χούφτα στάχτη,
                                                                      έβηξε λίγο ,
                                                                      μα  τίποτα,
                                                     τότε με ένα κλικ προς τ’ αριστερά
                                                           έσβησα εντελώς τη φωτιά ,
                                                           φόρεσα το πανωφόρι μου 
                                                                  άνοιξα την πόρτα ,
                                                                  κι έφυγα  ήσυχος .

18.12.11

Στη μνήμη μου



Άνοιξα την πόρτα και μπήκα στο σπίτι. Φορούσα το θαλασσί μου σακάκι απομεινάρι ενός παλιού κουστουμιού που είχα αγοράσει κάποτε, για να παραστώ με αξιοπρεπή εμφάνιση   στον γάμο μιας γλυκιάς κοπέλας και  καλής  φίλης ενός   καλού φίλου μου. Έκλεισα απαλά πίσω μου την πόρτα και έσυρα τα βήματα μου μέχρι το τέλος του μικρού χολ. Στα χέρια μου κρατούσα δυο καινούργια λευκά κορδόνια . Ένα στο κάθε χέρι. Έσκυψα και μάζεψα τ’ άσπρα παπούτσια που ήταν πεταμένα σε μια γωνιά και αφού έκατσα σε μια ψάθινη καρέκλα , ψηλάφισα με τα δάχτυλα τις τρύπες τους. Οι τρύπες ήταν ακόμη στη θέση τους , όλες.  Ξαφνικά ,και καθώς  περνούσα τα λευκά κορδόνια  μέσα από τις τρύπες   των παπουτσιών δύο παράλληλες σκέψεις πέρασαν σαν αστραπή απ’ το μυαλό μου . Η μία ότι  σήμερα έκλεισα  λίγο παραπάνω από μισό αιώνα  ζωής , και η άλλη για  κάποια θανάσιμη φυσική καταστροφή που έπληξε μια χώρα της νοτιοανατολικής Ασίας με αποτέλεσμα να αφήσει πίσω της  χιλιάδες νεκρούς ανθρώπους και ισάριθμους  άστεγους. Το πρόσωπο μου έγινε μεμιάς μελιτζανί. Πέταξα πέρα τα παπούτσια και τα κορδόνια , έστριψα δυο τσιγάρα , τα ‘χωσα στα ρουθούνια μου και ξάπλωσα ανάσκελα στο πάτωμα. Τράβηξα  βαθειά  εισπνοή από τα ρινικά κανάλια και άφησα τον καπνό να βγει αργά, από το στόμα. Παρακολούθησα μια γαλάζια τολύπη να ανεβαίνει αργά και να απλώνεται σαν τυφλή ομίχλη στο ταβάνι.

Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε ένα κοφτό , νευρικό χτύπημα στην εξώπορτα.  Ανασήκωσα λίγο το κεφάλι και ρώτησα.
-Ποιος;
Μίλησε μια λαχανιασμένη ,γλυκιά, νεανική , γυναικεία φωνή.
-Κύριε Γιώργο , είμαι η Βιολέτα , από δίπλα. Σε παρακαλώ πολύ επειδή θα πεταχτώ για λίγο στον τέταρτο να κάνω παρέα  στον Δημήτρη που είναι συναχωμένος , βάλε λίγο γάλα στο πιατάκι της γάτας , γιατί αν γυρίσει ξαφνικά ο άντρας μου και την δει πεινασμένη ,θα με σπάσει στο ξύλο.
-Μην ανησυχείς Βιολέτα , θα το τακτοποιήσω το θέμα με τη γατούλα , εσύ με την ησυχία σου .
Άκουσα τα βήματα της να απομακρύνονται βιαστικά στις σκάλες.
-Επιτέλους , και μία  γυναίκα που ξέρει τι θέλει, σκέφθηκα .

Τράβηξα  μία ακόμη βαθειά  εισπνοή από τα ρινικά κανάλια και άφησα τον καπνό να βγει αργά, από το στόμα. Παρακολούθησα τη γαλάζια τολύπη να ανεβαίνει αργά προς τα πάνω. Έκλεισα τα μάτια . Μετά κοιμήθηκα βαθειά . Δεν θυμάμαι αν ξύπνησα.

Στη μνήμη μου .