28.1.12

Δονήσεις




Γύρω στις 3 η ώρα εκείνη τη νύχτα , κι ενώ κοιμόμουν σαν μωρό , ένοιωσα κάτι σουβλερό να μου τρυπάει  δυνατά το αριστερό πλευρό. Από τον πόνο τινάχτηκα σαν ελατήριο και ανακάθισα αναστατωμένος στο κρεβάτι. Γύρισα προς την πλευρά που έφαγα το χτύπημα και είδα μια γυναίκα  δίπλα μου. Με το βλέμμα ψηλά  κοίταζε έντρομη την λάμπα που κρεμόταν από το ταβάνι. Ξαφνιασμένος από το απότομο ξύπνημα α ψέλλισα  :
-Ποια είσαι εσύ ; 
-Κάππα άσε τις μαλακίες , η γυναίκα σου είμαι . Ντύσου γρήγορα να βγούμε στο δρόμο.
- Τι να κάνουμε τέτοια ώρα στο δρόμο ;
-Έγινε δυνατός σεισμός, τράνταξε ολόκληρο το σπίτι !
-Λάθος θα έκανες , αν είχε γίνει σεισμός θα το ‘χα καταλάβει.
-Σήκω και άφησε τα πολλά λόγια . Κοίτα ! Η λάμπα ακόμη κουνάει ακόμα.
Κοίταξα την λάμπα .Πράγματι πήγαινε πέρα δώθε.
Χασμουρήθηκα ,πέταξα από πάνω μου τα κλινοσκεπάσματα , σηκώθηκα με τα σώβρακα , πήγα στο μπάνιο έριξα  νερό στα μούτρα μου ,  βούρτσισα τα δόντια μου, κατούρησα , ξύστηκα ,  τράβηξα το καζανάκι . Μετά πήγα και φόρεσα ένα πανταλόνι ,  μια μπλούζα δώρο του κουμπάρου μου για  τη γιορτή μου , φόρεσα κάλτσες , τις καφέ μπότες μου , ζακέτα. Πήγα στην κουζίνα ζέστανα νερό , έφτιαξα  νες  καφέ , ήπια μια γουλιά και άναψα  τσιγάρο . Η γυναίκα μου όλη την ώρα που τα έκανα όλα αυτά με ακολουθούσε από πίσω και με παρότρυνε να κάνω γρήγορα. Όλη αυτή κατάσταση με άγχωσε λίγο . Με τον καφέ και το τσιγάρο στο χέρι  βγήκαμε στο δρόμο. Έκανε τσουχτερό κρύο και ψιχάλιζε  . Φτερνίστηκα . Το χέρι που κρατούσα τον καφέ τράνταξε και χύθηκε λίγος στο δρόμο .
Στο πεζοδρόμιο ήταν μαζεμένος πολύς κόσμος. Είχαν χωριστεί σε ομάδες και μιλούσαν μεταξύ τους με έκδηλη την αγωνία στα πρόσωπα και στις κινήσεις τους. Πήγα και ακούμπησα με τη ράχη σ’ ένα τοίχο , έπινα τον ζεστό καφέ , κάπνιζα , τους κοίταζα και περίμενα δίχως να ξέρω τι περιμένω. Μια μαύρη γάτα με ασημένια  μουστάκια πέρασε από μπροστά μου , κοντοστάθηκε  και μου ζήτησε με το βλέμμα μια γουλιά  . Έσκυψα και της ακούμπησα την κούπα στο στόμα , ήπιε  μια δυνατή γουλιά , με ευχαρίστησε με το βλέμμα  και συνέχισε αδιάφορη το δρόμο της. Την κοίταζα μέχρι που χάθηκε σ’ ένα στενό. Δεν ξέρω γιατί αλλά την ζήλεψα εκείνη την ώρα. Φαινόταν πολύ χαλαρή.  Έστρεψα πάλι τα μάτια μου προς το πλήθος του κόσμου . Είχαν σχηματίσει ένα μεγάλο κύκλο . Οι ομιλίες που έκαναν μεταξύ τους είχαν μετατραπεί σε ένα εκνευριστικό βουητό. Ανάμεσα τους διέκρινα και την γυναίκα που με ξύπνησε . Κάτι έλεγε σε κάποιον και του έδειχνε με το χέρι κάπου ψηλά . Εκείνος κοιτούσε το χέρι της και όχι αυτό που του έδειχνε.
Ένας ψηλός άντρας που φορούσε μια μάλλινη ρόμπα ντε σαμπρ με πολλές τσέπες , γύρω στα σαράντα , με ένα πρόσωπο σαν αλεπού και  γεμάτο μικρές τρυπίτσες  , έβγαλε από την τσέπη του μια καφέ σφυρίχτρα , σηκώθηκε στις άκρες των ποδιών του ,  σφύριξε δυνατά τρεις φορές , φούσκωσε το στήθος , τέντωσε το κεφάλι προς τα πάνω και φώναξε :
- Ησυχία παρακαλώ!
Όλοι σώπασαν απότομα  και στράφηκαν προς το μέρος του . Κάτι σημαντικό θα θέλει να πει , σκέφθηκα. Μια γυναίκα πετάχτηκε και κοιτάζοντας με σεβασμό τον  άντρα που έμοιαζε με αλεπού είπε με  συριστή  φωνή που τρεμόπαιζε σαν   θλιμμένη  κλανιά .
-Κάνετε ησυχία , θα μιλήσει ο κύριος Τρύφων , πρώην ελεγκτής εναέριας κυκλοφορίας !
Ακούστηκε ένα μακρόσυρτο ομαδικό επιφώνημα θαυμασμού : Οοοοοο!

Ο κύριος Τρύφων , πήρε περισπούδαστο ύφος , έσφιξε τη γροθιά του δεξιού χεριού του , την έφερε στο στόμα του , έβηξε μαλακά και άρχισε να μιλάει , λες και έβγαζε λόγο από μπαλκόνι  σαν πολιτικός που παρουσιάζει το πρόγραμμα του στον κόσμο.
-Φίλοι μου , τα πράγματα , όπως και εσείς οι ίδιοι μπορείτε να διαπιστώσετε , είναι πάρα πολύ σοβαρά. Ο τρόμος που μας προκάλεσε ο δυνατός σεισμός εν μέσω της νυχτός , έχει κυριαρχήσει τις καρδιές μας , με αποτέλεσμα όλοι  να έχουμε δικαιολογημένα κλάσει αβγά .Το καταλαβαίνω αλλά παράλληλα επιβάλλεται να διατηρήσουμε την ψυχραιμία μας έτσι ώστε να λάβουμε τις σωστές αποφάσεις ετούτες τις δύσκολες στιγμές. Ζήτω η ανθρώπινη ατσάλινη θέληση ! Ζήτω η ζωή !
Όλοι  βροντοφώναξαν : ΖΗΤΩ! 
Δεν μπόρεσα να κρατηθώ και γέλασα αλλά το γέλιο μου κόπηκε στη μέση γιατί η γυναίκα που προανήγγειλε τον λόγο του κυρίου Τρύφωνα έτρεξε κοντά μου και κολλώντας τη μούρη της στη δική μου έβγαλε από το στόμα της  εκτός από σάλια κι ένα ατελείωτο :
-Σσσσσσσσσσσσσσσσσσσσττττττ!
-Κάτι θυμήθηκα, είπα σαν απολογία.
Ο κύριος Τρύφωνας συνέχισε ακάθεκτος να βγάζει λόγο , ανοιγόκλεινε το στόμα του ασταμάτητα , αλλά δεν  τον άκουγα πια . Είχα κατεβάσει τους διακόπτες της ακοής μου και είχα βυθιστεί στο εσωτερικό μου κόσμο. Το μυαλό μου πήγαινε εδώ και κει  , από το ένα πράγμα στο άλλο μέχρι που …
….μια νεαρή κοπέλα αποσπάστηκε διακριτικά  από το  λεφούσι  και με  βήμα βαριεστημένης  γαζέλας ήρθε προς το μέρος μου . Σήκωσε τα χέρια της ,τα  τύλιξε γύρω απ’ το λαιμό μου και κόλλησε το σώμα της  στο δικό  μου,  σαν βδέλλα. Το κορμί της ανέδυε  μια υπέροχη μυρουδιά, μια φυσική μυρουδιά , μια μυρουδιά που τη γεννάει μόνο  το κορμί  μιας  γυναίκας . Ένοιωσα μια γλυκιά ζάλη να απλώνεται στο κεφάλι μου. Άρχισα να χάνω τα πόδια μου. Οι άκρες των δαχτύλων και των τεσσάρων άκρων  μυρμήγκιασαν. Ενοιωσα ένα δυνατό σεισμό βαθειά στα σωθικά μου και μετά  μου σηκώθηκε .  Εκείνη το κατάλαβε αμέσως , μ’ έσφιξε πιο δυνατά πάνω της , κόλλησε το στόμα της στο αυτί μου και ψιθύρισε με βραχνή φωνή :
-Έλα να το σκάσουμε μαζί μωρό μου , να φύγουμε αποδώ.

Δεν ήξερα τι να κάνω. Κοίταξα πίσω από την πλάτη της . Το πλήθος είχε χωριστεί σε ζευγάρια που χόρευαν βαλς , χωρίς μουσική.Προσπάθησα να πω κάτι αλλά οι φωνητικές μου χορδές είχαν μπλεχτεί μεταξύ τους κι έτσι δεν βγήκε κανένας ήχος από το στόμα μου.Εκείνη μ’ έπιασε απ’ το χέρι , με τράβηξε αποφασιστικά και στρίψαμε   στο στενό που είχε μπει     πριν λίγο η μαύρη γάτα. Χαθήκαμε μεσ’ στο σκοτάδι και το ψιλόβροχο. Τα μόνα που άφησα  πίσω μου ήταν μια άδεια κούπα καφέ και μερικά αποτσίγαρα πεταμένα στο πεζοδρόμιο.                    



Ήταν νύχτα. Καθισμένος μέσα σε μια βαρκούλα που βολόδερνε σαν καρυδότσουφλο πάνω στα τεράστια κύματα μιας φουρτουνιασμένης  και σκοτεινής θάλασσας , ατένιζα τα άστρα στον ουρανό. Δίπλα μου , μέσα στην βάρκα , από τη μια μεριά ένας σκύλος που έκλαιγε ασταμάτητα με λυγμούς  κι από την άλλη ένα ραδιόφωνο που έπαιζε γλυκανάλατη ρομαντική μουσική. Τα πέταξα και τα δυο στη θάλασσα κι απόμεινα  να κοιτάζω τα άστρα στον ουρανό. Ένοιωσα υπέροχα. 


Δεν υπάρχουν σχόλια: